Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Η Περιπέτεια του Πιτσιλωτού Κορδονιού

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Η Περιπέτεια του Πιτσιλωτού Κορδονιού[1]


Ρίχνοντας μια ματιά επί των σημειώσεων μου των εβδομήντα και κάτι υποθέσεων στις οποίες είχα κατά την διάρκεια των τελευταίων οχτώ χρόνων μελετήσει τις μεθόδους του φίλου μου του Σέρλοκ Χολμς, βρίσκω πολλές τραγικές, ορισμένες κωμικές, ένα μεγάλο αριθμό απλά παράξενων, ωστόσο καμία κοινότοπη· διότι, εργαζόμενος όπως έκανε πιότερο από αγάπη προς την τέχνη του παρά από την επιδίωξη της απόκτησης πλούτου, αρνιόταν να σχετιστεί με κάθε έρευνα η οποία δεν έτεινε προς το ασύνηθες, ή ακόμη και το εξωπραγματικό. Από όλες αυτές τις ποικίλες υποθέσεις, ωστόσο, δεν ενθυμούμαι κάποια η οποία να παρουσίασε πλέον ιδιάζοντα χαρακτηριστικά από εκείνη η οποία σχετιζόταν με την πασίγνωστη οικογένεια του Σάρρεϋ, τους Ρόϋλοτς του Στόουκ Μοράν. Τα εν λόγω γεγονότα συνέβησαν τις πρώτες ημέρες της γνωριμίας μου με τον Χολμς, όταν ήμασταν συγκάτοικοι ως εργένηδες στην οδό Μπέϊκερ. Θα υπήρχε δυνατότητα να τα είχα καταγράψει παλαιότερα, ωστόσο μια υπόσχεση εχεμύθειας είχε δοθεί κατά την περίοδο εκείνη, εκ της οποίας ελευθερώθηκα κατά τη διάρκεια του περασμένου μήνα εκ του πρόωρου θανάτου της κυρίας στην οποία η υπόσχεση είχε δοθεί. Είναι ίσως εξίσου καλό πως τα γεγονότα θα έρθουν στο φως τώρα, διότι έχω λόγους να γνωρίζω πως υπάρχουν αρκετά ευρύτατα διαδεδομένες φήμες όσον αφορά το θάνατο του Δρ. Γκρίμσμπυ Ρόϋλοτ που τείνει να καταστήσει το ζήτημα ακόμη πιο τρομερό από όσο η αλήθεια.

Ήταν νωρίς τον Απρίλη του έτους ’83 που ξύπνησα ένα πρωινό για να βρω τον Σέρλοκ Χολμς να στέκεται, πλήρως ντυμένος, στο πλάι του κρεβατιού μου. Ξυπνούσε αργά, κατά κανόνα, και καθώς το ρολόι στο γείσο του τζακιού μου φανέρωσε πως ήταν μόλις επτά παρά τέταρτο, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου προς το μέρος του με κάποια έκπληξη, και ίσως μια μικρή αγανάκτηση, γιατί ήμουν κι ο ίδιος τακτικός στις συνήθειες μου.»

«Τι τρέχει, λοιπόν—έπιασε φωτιά;»

«Όχι· πελάτης. Φαίνεται πως μια νεαρή κυρία έφθασε σε μια εξαιρετική κατάσταση αναστάτωσης, η οποία επιμένει να με δει. Περιμένει αυτή τη στιγμή στο καθιστικό. Τώρα, όταν νεαρές κυρίες περιπλανιούνται στη Μητρόπολη μια τόσο πρωινή ώρα, και πετάνε κοιμισμένους ανθρώπους από τα κρεβάτια τους, θεωρώ πως είναι κάτι ιδιαιτέρως επείγον αυτό που επιθυμούν να αναφέρουν. Αν αποδεικνυόταν να πρόκειται περί μιας ενδιαφέρουσας υπόθεσης, θα ήθελες, είμαι βέβαιος, να την παρακολουθήσεις από το ξεκίνημα. Σκέφτηκα, όπως και να έχει, πως έπρεπε να σε επισκεφθώ και να σου δώσω την ευκαιρία.»

«Αγαπητέ μου φίλε, δε θα το έχανα για τίποτα.»

Δεν είχα καμία σπουδαιότερη απόλαυση από ότι να ακολουθώ τον Χολμς στις επαγγελματικές του έρευνες, και στο να θαυμάζω τα αστραπιαία συμπεράσματα του, τόσο γοργά όσο και τα προαισθήματα του, και εντούτοις πάντοτε εδραιωμένα επί μιας λογικής βάσης με την οποία ξεδιάλυνε τα προβλήματα τα οποία του παραθέτονταν. Σβέλτα φόρεσα τα ρούχα μου και ήμουν έτοιμος σε λίγα λεπτά να συνοδεύσω το φίλο μου κάτω στο καθιστικό. Μια κυρία ντυμένη με μαύρα και με βαριά πέπλα, η οποία καθόταν στο παράθυρο, σηκώθηκε καθώς μπήκαμε.

«Καλή σας ημέρα, κυρία μου,» είπε ο Χολμς, εύθυμα. «Το όνομα μου είναι Σέρλοκ Χολμς. Από εδώ ο στενός μου φίλος και συνεργάτης, Δρ. Γουώτσον, ενώπιον του οποίου μπορείτε να μιλήσετε τόσο ελεύθερα όσο και ενώπιον μου. Αχα! Χαίρομαι που βλέπω πως η Κυρία Χάντζον είχε την καλή ιδέα να ανάψει τη φωτιά. Παρακαλώ πλησιάστε κοντά της, και θα παραγγείλω μια κούπα ζεστό καφέ, γιατί παρατηρώ πως τρέμετε.»

«Δεν είναι το κρύο που με κάνει να τρέμω,» είπε η γυναίκα με χαμηλή φωνή, αλλάζοντας τη θέση της όπως της ζητήθηκε.

«Τότε, τι;»

Spec-01.jpg

«Είναι φόβος, Κύριε Χολμς. Είναι τρόμος.» Σήκωσε το πέπλο της καθώς μίλησε, και είδαμε πως βρισκόταν όντως σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση εκνευρισμού, το πρόσωπο της τραβηγμένο κι ωχρό, με νευρικά τρομαγμένα μάτια, όπως εκείνα κάποιου κυνηγημένου ζώου. Τα χαρακτηριστικά και η φιγούρα της ήταν εκείνα μιας γυναίκας στα τριάντα, όμως τα μαλλιά της είχαν μικρές δόσεις από πρώιμο γκριζάρισμα, κι η έκφραση της ήταν κουρασμένη και καταβεβλημένη. Ο Σέρλοκ Χολμς την παρατήρησε με μια από τις γοργές, πλήρως αναλυτικές ματιές του.

«Δεν πρέπει να φοβάστε,» είπε καθησυχαστικά, γέρνοντας εμπρός και χτυπώντας απαλά το μπράτσο της. «Σύντομα θα έχουμε διευθετήσει την κατάσταση, δεν έχω αμφιβολία. Ήρθατε με το τραίνο σήμερα το πρωί, όπως αντιλαμβάνομαι.»

«Με γνωρίζετε, τότε;»

«Όχι, όμως παρατηρώ το απόκομμα του εισιτηρίου επιστροφής στην παλάμη του αριστερού γαντιού σας. Θα πρέπει να ξεκινήσατε νωρίς, και όμως είχατε μια καλή διαδρομή με ένα κάρο, κατά μήκους λασπωμένων δρόμων, πριν φτάσετε στο σταθμό.»

Η κυρία τινάχτηκε ξαφνιασμένη απότομα και κοίταξε σαστισμένη το σύντροφο μου.

«Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, αγαπητή μου κυρία,» είπε εκείνος, χαμογελώντας. «Το αριστερό μανίκι του πανωφοριού σας είναι πιτσιλισμένο με λάσπη σε όχι λιγότερα των επτά σημείων. Τα σημάδια είναι απολύτως φρέσκα. Δεν υπάρχει όχημα παρεκτός ενός κάρου το οποίο να εκτοξεύει λάσπη καθαυτό τον τρόπο, και τότε μόνο όταν κάθεσαι στην αριστερή μεριά του οδηγού.»

«Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι σας, έχετε απόλυτο δίκιο,» είπε εκείνη. «Ξεκίνησα από το σπίτι πριν τις έξι, έφτασα στο Λέδερχεντ και είκοσι, και ήρθα μέσα με το πρώτο τραίνο στο Γουώτερλου. Κύριε, να αντέξω αυτό το βάρος δε μπορώ άλλο πλέον· θα τρελαθώ αν εξακολουθήσει. Δεν έχω κανέναν να στραφώ—κανέναν, εκτός μόνο έναν, ο οποίος νοιάζεται για μένα, και εκείνος, ο καημένος, ελάχιστα μπορεί να βοηθήσει. Έμαθα για εσάς, Κύριε Χολμς· έμαθα για εσάς από την Κυρία Φάριντος, την οποία συνδράματε την ώρα της μεγαλύτερης ανάγκης της. Από εκείνη ήταν που έμαθα την διεύθυνση σας. Ω, κύριε, δε νομίζετε πως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε, κι εμένα, και τουλάχιστον να ρίξετε λίγο φως μες το πυκνό σκοτάδι το οποίο με περιβάλει; Επί της παρούσης είναι υπεράνω των δυνατοτήτων μου να σας ανταμείψω για τις υπηρεσίες σας, όμως σε ένα μήνα με έξι εβδομάδες θα είμαι παντρεμένη, με τον έλεγχο του δικού μου εισοδήματος, και τότε τουλάχιστον δεν θα με βρείτε αχάριστη.»

Ο Χολμς στράφηκε στο γραφείο του και, ξεκλειδώνοντας το, τράβηξε έξω ένα μικρό ευρετήριο, το οποίο και συμβουλεύτηκε.

«Φάριντος,» είπε. «Α ναι, θυμάμαι την υπόθεση· είχε να κάνει με μια τιάρα από οπάλια. Νομίζω πως ήταν πριν από σένα Γουώτσον. Μπορώ μόνο να πω, κυρία μου, πως θα χαρώ να αφιερώσω την ίδια φροντίδα στην υπόθεση σας όπως έκανα και στης φίλης σας. Όσον για την ανταμοιβή μου, το επάγγελμα μου είναι η ανταμοιβή μου· όπως έχετε το ελεύθερο να καλύψετε τα όποια έξοδα στα οποία θα υποχρεωθώ να προβώ, τη στιγμή που θα σας ταιριάζει καλύτερα. Και τώρα παρακαλώ να παραθέσετε ενώπιον μας καθετί που ίσως μας βοηθήσει να σχηματίσουμε μια γνώμη επί του ζητήματος.»

«Αλίμονο!» αποκρίθηκε η επισκέπτρια μας, «ο ίδιος ο τρόμος της κατάστασης έγκειται στο γεγονός πως οι φόβοι μου είναι τόσο ακαθόριστοι, και οι υποψίες μου εξαρτώνται τόσο αποκλειστικά επί μικρών πραγμάτων, τα οποία ενδεχομένως να φανούν ασήμαντα σε κάποιον άλλο, που ακόμη κι εκείνος από τον οποίο από όλους έχω το δικαίωμα να αναζητήσω βοήθεια και συμβουλή θεωρεί όλα όσα του αναφέρω σχετικά ως τις φαντασιώσεις μια νευρικής γυναίκας. Δεν το λέει έτσι, όμως μπορώ να το διακρίνω μέσα από τις καθησυχαστικές του απάντησες και τα αποστραμμένα του μάτια. Όμως άκουσα, Κύριε Χολμς, πως εσείς βλέπετε βαθύτερα μέσα στις πολυποίκιλες κακίες της ανθρώπινης καρδιάς. Μπορείτε να με συμβουλεύσετε πώς να κινηθώ καταμεσής των κινδύνων που με περικλείουν.»

«Η προσοχή μου είναι δική σας, κυρία μου.»

«Το όνομα μου είναι Χέλεν Στόουνερ, και ζω με τον πατριό μου, ο οποίος είναι ο μοναδικός επιζών μιας εκ των παλαιοτέρων Σαξονικών οικογενειών της Αγγλίας, των Ρόϋλλοτ του Στόουκ Μοράν, στο δυτικό όριο του Σάρρεϋ.»

Ο Χολμς κούνησε το κεφάλι του. «Το όνομα, μου είναι γνώριμο,» είπε.

«Η οικογένεια υπήρξε κάποτε μεταξύ των πλουσιοτέρων της Αγγλίας, και οι εκτάσεις εκτείνονταν πέρα από τα σύνορα μέσα στο Μπέρκσαιρ στα βόρεια, και το Χαμπσάιρ στα δυτικά. Τον προηγούμενο αιώνα, ωστόσο, τέσσερις διαδοχικοί κληρονόμοι υπήρξαν της πλέον αλόγιστης και σπάταλης ιδιοσυγκρασίας, και η οικογενειακή καταστροφή εντέλει συμπληρώθηκε από έναν χαρτοπαίκτη τον καιρό της Αντιβασιλείας. Τίποτα δεν απέμεινε παρεκτός μερικών στρεμμάτων γης, και της διακοσίων ετών οικίας, η οποία βαρύνεται κι η ίδια από βαρύτατη υποθήκη. Ο στερνός γαιοκτήμονας τελείωσε τη ζωή του εκεί, ζώντας τη φριχτή ζωή ενός άπορου αριστοκράτη· μα ο μονάκριβος γιος του, ο πατριός μου, βλέποντας πως έπρεπε να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες, απόσπασε μια προκαταβολή από έναν συγγενή, η οποία του έδωσε τη δυνατότητα να λάβει ένα πτυχίο ιατρικής και έφυγε στην Καλκούτα, όπου, με τις επαγγελματικές του δεξιότητες και το σθένος του χαρακτήρα του, απέκτησε φήμη και πελατεία. Σε μια κρίση θυμού, ωστόσο, προκληθείσα από μερικές κλοπές οι οποίες είχαν διαπραχθεί στην οικία του, χτύπησε τον ντόπιο οικονόμο του μέχρι θανάτου και μόλις που διέφυγε μιας θανατικής καταδίκης. Όπως είχε, υπεβλήθη σε μια μακρά ποινή φυλάκισης και κατόπιν επέστρεψε στην Αγγλία ως κατηφής κι απογοητευμένος άνθρωπος.

«Όταν ο Δρ. Ρόϋλοτ βρισκόταν στην Ινδία παντρεύτηκε τη μητέρα μου, την Κυρία Στόουνερ, νεαρή χήρα του υποστράτηγου Στόουνερ, της Πυροβολαρχίας της Βεγγάλης. Η αδελφή μου η Τζούλια κι εγώ ήμασταν δίδυμες, και ήμασταν μόλις δυο χρονών κατά την περίοδο που η μητέρα παντρεύτηκε ξανά. Είχε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό—όχι λιγότερο των 1000 λιρών ετησίως—και το οποίο κληροδότησε στο Δρ. Ρόϋλοτ αποκλειστικά καθόσον διέμενε μαζί του, με την πρόβλεψη πως συγκεκριμένο ετήσιο ποσό θα χορηγείτω στην καθεμία μας στο ενδεχόμενο του γάμου μας. Σύντομα κατόπιν της επιστροφής μας στην Αγγλία η μητέρα μου πέθανε—σκοτώθηκε οχτώ χρόνια πριν σε ένα σιδηροδρομικό ατύχημα πλησίον του Κριού (Crewe). Ο Δρ. Ρόϋλοτ τότε εγκατέλειψε το εγχείρημα του να εδραιωθεί επαγγελματικά στο Λονδίνο και μας πήρε για να ζήσουμε μαζί του στο παλαιό πατρικό στο Στόουκ Μοράν. Τα χρήματα τα οποία η μητέρα μου είχε αφήσει ήταν αρκετά για όλες μας τις ανάγκες, και δεν φαινόταν να υπάρχει κάποιο εμπόδιο στην ευτυχία μας.

«Όμως μια τρομερή αλλαγή επήλθε στον πατριό μας εκείνο τον καιρό. Αντί να κάνει φίλους και να ανταλλάσσει επισκέψεις με τους γείτονες μας, οι οποίοι αρχικά είχαν καταχαρεί βλέποντας έναν Ρόϋλοτ του Στρόουκ Μόρνα πίσω στην παλιά οικογενειακή έδρα, κλείστηκε σπίτι του και σπανίως βγήκε έξω παρεκτός για να επιδοθεί σε αγριεμένους καυγάδες με όποιον τύχαινε να διασταυρωθεί ο δρόμος του. Η βιαιότατη οξυθυμία η οποία προσέγγιζε τη μανία υπήρξε κληρονομική στους άντρες της οικογένειας, και στην περίπτωση του πατριού μου είχε, πιστεύω, ενταθεί εκ της μακράς παραμονής του στους τροπικούς. Μια σειρά από επονείδιστους καυγάδες έλαβε χώρα, δυο εκ των οποίων κατέληξαν στο πταισματοδικείο, ώσπου τελικά μεταβλήθηκε στο φόβο και τρόμο του χωριού, και ο κόσμος έφευγε με τον ερχομό του, γιατί είναι άνθρωπος με ασύλληπτη δύναμη, και εντελώς ανεξέλεγκτος στο θυμό του.

Spec-02.jpg

«Την περασμένη βδομάδα πέταξε τον ντόπιο σιδερά από ένα παραπέτο μέσα σε ένα ρυάκι, και μονάχα πληρώνοντας όσα λεφτά μπόρεσα να συγκεντρώσω κατάφερα να αποτρέψω άλλη μια δημόσια διαπόμπευση. Δεν είχε καθόλου φίλους παρεκτός των περιπλανώμενων τσιγγάνων, και έδινε σε εκείνους του μπαγαπόντηδες άδεια να κατασκηνώνουν επί των λιγοστών στρεμμάτων της σκεπασμένης από βατομουριές γης που αντιπροσώπευε την περιουσία της οικογένειας, και δεχόταν σε αντάλλαγμα την φιλοξενία των σκηνών τους, τριγυρνώντας μαζί τους για βδομάδες απανωτά. Έχει επίσης ένα πάθος για τα Ινδικά ζώα, τα οποία του αποστέλλονται από έναν επιστολογράφο του, και έχει την παρούσα στιγμή ένα γατόπαρδο και ένα μπαμπουΐνο, τα οποία περιφέρονται ελεύθερα στα κτήματα του και τρομοκρατούν του χωριανούς σχεδόν περισσότερο από τον αφέντη τους.

«Φαντάζεστε από ότι λέω πως η καημένη αδελφή μου, η Τζούλια, και εγώ δεν είχαμε και μεγάλες χαρές στη ζωή μας. Κανένας υπηρέτης δεν θα έμενε κοντά μας, και για πολύ καιρό κάναμε όντως όλες τις δουλειές του σπιτιού. Μόλις στα τριάντα της ήταν όταν πέθανε, και όμως τα μαλλιά της είχαν ήδη αρχίσει να ασπρίζουν, όπως και τα δικά μου.»

«Η αδελφή είναι νεκρή, τότε;»

«Πέθανε μόλις πριν δυο χρόνια, και για τον θάνατο της θέλω να σας μιλήσω. Αντιλαμβάνεστε πως, ζώντας την ζωή την οποία σας περιέγραψα, ελάχιστα μπορούσαμε να συναντήσουμε κάποιον της ηλικίας μας και της θέσης μας. Είχαμε, ωστόσο, μια θεία, την ανύπαντρη αδελφή της μητέρας μας, την Δεσποινίδα Ονόρια Γουέστφέηλ, η οποία ζει κοντά στο Χάροου, και μας επιτρεπόταν κατά καιρούς να την επισκεπτόμαστε για μικρά διαστήματα στην οικία της. Η Τζούλια πήγε εκεί τα Χριστούγεννα δυο χρόνια πριν, και συνάντησε εκεί έναν ταγματάρχη των πεζοναυτών σε διαθεσιμότητα, με τον οποίο και αρραβωνιάσθηκε. Ο πατριός μου έμαθα για τον αρραβώνα όταν η αδελφή μου επέστρεψε και δεν έφερε καμία αντίρρηση στο γάμο· όμως εντός δεκαπενθημέρου από την μέρα η οποία είχε ορισθεί για το γάμο, το τρομερό γεγονός συνέβη το οποίο μου στέρησε την μοναδική μου σύντροφο.»

Ο Σέρλοκ Χολμς ακουμπούσε πίσω στην πολυθρόνα του με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι βυθισμένο σε ένα μαξιλαράκι, όμως μισάνοιξε τα βλέφαρα του και έριξε μια ματιά στην επισκέπτρια μας.

«Παρακαλώ όπως είστε ακριβής στις λεπτομέρειες,» είπε.

«Μου είναι εύκολο να είμαι, γιατί γεγονός εκείνης της τρομερής περιόδου έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Το αρχοντικό είναι, όπως έχω ήδη πει, πολύ παλιό και μόνο μια πτέρυγα του κατοικείται πλέον. Τα υπνοδωμάτια σε αυτή την πτέρυγα βρίσκονται στο ισόγειο, τα καθιστικά στον κυρίως χώρο του κτιρίου. Από αυτά τα υπνοδωμάτια το πρώτο είναι του Δρ. Ρόϋλοτ, το δεύτερο της αδελφής μου, και το τρίτο το δικό μου. Δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους, όμως ανοίγουν όλα τους στον ίδιο διάδρομο. «Γίνομαι κατανοητή;»

«Απολύτως.»

«Τα παράθυρα των τριών δωματίων βλέπουν στην αυλή. Την μοιραία νύχτα ο Δρ. Ρόϋλοτ είχε πάει στο δωμάτιο του νωρίς, μολονότι γνωρίζαμε πως δεν είχε αποσυρθεί για να αναπαυθεί, γιατί η αδελφή μου είχε πρόβλημα από την μυρωδιά των δυνατών Ινδικών πούρων τα οποία ήταν συνήθειο του να καπνίζει. Άφησε το δωμάτιο της, συνεπώς, και ήρθε στο δικό μου, όπου κάθε για κάποια ώρα, κουβεντιάζοντας για τον επερχόμενο γάμο της. Στις έντεκα η ώρα σηκώθηκε για να με αφήσει, όμως στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε πίσω.

«’Πες μου, Χέλεν,’» είπε, «’άκουσες ποτέ κάποιον να σφυρίζει μέσα στη νύχτα;’»

«’Ποτέ,’» είπα εγώ.

«’Υποθέτω πως θα δεν θα ΄ταν δυνατόν να σφυρίζεις εσύ, στον ύπνο σου;’»

«’Βεβαίως όχι. Μα γιατί;’»

«Επειδή κατά τη διάρκεια των περασμένων λίγων βραδιών πάντα ακούω, κατά τις τρεις το πρωί, ένα χαμηλό, καθαρό σφύριγμα. Κοιμάμαι ελαφριά, και με ξυπνάει. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω από πού έρχεται ίσως από το άλλο δωμάτιο, ίσως από την αυλή. Σκέφτηκα να σε ρωτήσω μήπως και το είχες ακούσει.’

«’Όχι, δεν το άκουσα. Θα πρέπει να είναι εκείνοι οι άθλιοι τσιγγάνοι στη φυτεία.’»

«Πολύ πιθανό. Και όμως αν ήταν στην αυλή, απορώ πως δεν το άκουσες κι εσύ.»

«Α, μα κοιμάμαι πιο βαριά από σένα.’»

«’Καλώς, δεν έχει και κάποια μεγάλη σημασία, όπως και να ‘ναι.’ Μου χαμογέλασε, έκλεισε την πόρτα μου, και μερικές στιγμές αργότερα άκουσα το κλειδί της να γυρίζει στην κλειδαριά.»

«Αλήθεια,» είπε ο Χολμς. «Συνηθίζατε να κλειδώνεστε την νύχτα;»

«Πάντοτε.»

«Και γιατί;»

«Πιστεύω πως σας ανέφερα ότι ο γιατρός κρατά ένα γατόπαρδο και ένα μπαμπουΐνο. Δεν νοιώθαμε καμία ασφάλεια εκτός κι αν οι πόρτες μας ήταν κλειδωμένες.»

«Ακριβώς έτσι. Παρακαλώ συνεχίστε την κατάθεση σας.»

Spec-03.jpg

«Δε μπορούσα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα. Ένα απροσδιόριστο συναίσθημα επικείμενης συμφοράς με πλάκωνε. Η αδελφή μου και εγώ, θα θυμάστε, ήμασταν δίδυμες, και γνωρίζετε πόσο λεπτοί είναι οι δεσμοί οι οποίοι ενώνουν δυο ψυχές που είναι τόσο στενά συγγενείς. Επρόκειτο για μια άγρια νύχτα. Ο άνεμος στρίγκλιζε απέξω, και η βροχή χτυπούσε και ξεχυνόταν πάνω στα παράθυρα. Ξαφνικά, καταμεσής όλης της ταραχής της θύελλας, ήρθε να αντηχήσει η άγρια κραυγή μιας τρομοκρατημένης γυναίκας. Ήξερα πως ήταν η φωνή της αδελφής μου. Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, τύλιξα μια εσάρπα γύρω μου, και ξεχύθηκα στο διάδρομο. Καθώς άνοιξα την πόρτα μου φάνηκε να άκουσα ένα χαμηλό σφύριγμα, όπως ακριβώς είχε περιγράψει η αδελφή μου, και μερικές στιγμές αργότερα άκουσα έναν έντονο μεταλλικό ήχο, σαν έναν όγκος μετάλλου να είχε πέσει. Καθώς έτρεξα στο πέρασμα, η πόρτα της αδελφής μου ήταν ξεκλείδωτη, κι έγερνε αργά πάνω στους μεντεσέδες της. Την κοίταξα με φρίκη, μη γνωρίζοντας τι επρόκειτο να εξέλθει από μέσα της. Στο φως της λάμπας του διαδρόμου είδα την αδελφή μου να εμφανίζεται στο άνοιγμα, το πρόσωπο της πανιασμένο από τρόμο, τα χέρια της να ψάχνουν ψηλαφιστά για βοήθεια, όλη της η μορφή να παραπαίει μπρος και πίσω σα κάποιου μεθύστακα. Έτρεξα κοντά της κι έβαλα τα χέρια μου γύρω της, όμως εκείνη τη στιγμή τα γόνατα της φάνηκαν να ενδίδουν κι έπεσε στο πάτωμα. Σπαρτάρισε σα να βρισκόταν σε μεγάλη οδύνη, και τα άκρα της συσπάστηκαν φριχτά. Στην αρχή σκέφτηκα πως δεν με είχε αναγνωρίσει, όμως καθώς έγειρα πάνω της ξάφνου ούρλιαξε με φωνή που ποτέ μου δεν θα ξεχάσω, ‘Ω, Θεέ μου, Χέλεν! Ήταν το κορδόνι! Το πιτσιλωτό κορδόνι!’ Υπήρξε κάτι άλλο το οποίο θα ένοιωθε υποχρεωμένη να πει, και πάσχισε με το δάκτυλο της στον αέρα προς τη μεριά του δωματίου του γιατρού, όμως μια καινούργια σύσπαση την έπιασε και έπνιξε τα λόγια της. Όρμησα έξω, φωνάζοντας δυνατά τον πατριό μου, και τον συνάντησα να έρχεται βιαστικά από το δωμάτιο του με την ρόμπα του. Όταν έφτασε στο πλευρό της αδελφής μου εκείνη ήταν αναίσθητη, και μολονότι της έριξε μπράντυ μέσα στο λαιμό και έστειλε για ιατρική βοήθεια από το χωριό, όλες οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες, γιατί εκείνη έσβησε αργά και πέθανε δίχως να έχει ανακτήσει τις αισθήσεις της. Τέτοιο υπήρξε το φριχτό τέλος της αγαπημένης μου αδελφής.»

«Μια στιγμή,» είπε ο Χολμς, «είστε σίγουρη σχετικά με το σφύριγμα και τον μεταλλικό θόρυβο; Θα παίρνατε όρκο;»

«Αυτό ήταν που και ο ιατροδικαστής της περιοχής με ρώτησε κατά την ανάκριση. Έχω την έντονη εντύπωση πως το άκουσα, και όμως, καταμεσής του χαλασμού της θύελλας και των τριγμών του παλιού σπιτιού, ίσως ενδεχομένως να εξαπατήθηκα.»

«Ήταν η αδελφή σας ντυμένη;»

«Όχι, φορούσε τη νυχτικιά της. Στο δεξί της χέρια βρέθηκε το αποκαΐδι ενός σπίρτου, και στο αριστερό της ένα σπιρτόκουτο.»

«Φανερώνοντας πως είχε ανάψει ένα και κοίταξε γύρω της όταν ο πανικός έλαβε χώρα. Είναι σημαντικό. Και σε ποια συμπεράσματα κατέληξε ο ιατροδικαστής;»

«Εξέτασε την υπόθεση με εξαιρετική φροντίδα, γιατί η συμπεριφορά του Δρ. Ρόϋλοτ ήταν διαβόητη από καιρό στην περιοχή, όμως δεν ήταν σε θέση να βρει κάποια ικανοποιητική αιτία θανάτου. Η κατάθεση μου έδειξε πως η πόρτα ήταν αμπαρωμένη από την εσωτερική πλευρά, και πως τα παράθυρα ήταν κλεισμένα από παλιομοδίτικα παντζούρια με πλατιές μεταλλικές ράβδους, τα οποία στερεώνονταν κάθε βράδυ. Οι τοίχοι ελέγχθηκαν με προσοχή, και έδειξαν πως ήταν απολύτως συμπαγείς παντού, και το πάτωμα επίσης εξετάστηκε ενδελεχώς, με το ίδιο αποτέλεσμα. Η καμινάδα είναι φαρδιά, όμως είναι ασφαλισμένη από τέσσερα μεγάλα διπλόκαρφα. Είναι βέβαιο, επομένως, πως η αδελφή μου ήταν εντελώς μόνη όταν βρήκε το τέλος της. Επιπλέον, δεν υπήρχαν ίχνη βίας πάνω της.»

«Τι ειπώθηκε για δηλητήριο;»

«Οι γιατροί την εξέτασαν και για αυτό, όμως δίχως επιτυχία.»

«Από τι νομίζετε πως η ατυχής κυρία απεβίωσε, τότε;»

«Είμαι πεπεισμένη πως πέθανε από απόλυτο φόβο και νευρικό κλονισμό, μολονότι τι ήταν αυτό που την φόβισε αδυνατώ να το διανοηθώ.»

«Βρίσκονταν οι τσιγγάνοι στη φυτεία εκείνη την στιγμή;»

«Μάλιστα, είναι σχεδόν πάντοτε μερικοί εκεί.

«Α, και τι συμπεράνατε από εκείνη την αναφορά στο κορδόνι—ένα πιτσιλωτό κορδόνι;»

«Μερικές φορές συλλογίστηκα πως ήταν απλά το τα αγριεμένα λόγια του παραληρήματος, μερικές άλλες πως ίσως να είχε αναφερθεί σε μια παρέα ανθρώπων, ίσως στους ίδιους τους τσιγγάνους στη φυτεία. Δεν γνωρίζω αν τα πιτσιλωτά μαντήλια τα οποία τόσοι πολλοί από εκείνους φορούν γύρω από τα κεφάλια τους ίσως να είχε εμπνεύσει το παράξενο επίθετο που χρησιμοποίησε.»

Ο Χολμς κούνησε το κεφάλι όπως κάποιος άνθρωπος που απέχει μακράν από το να ικανοποιηθεί.

«Πρόκειται για πολύ βαθιά νερά,» είπε· «παρακαλώ συνεχίστε με την αφήγηση σας.»

«Δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε, και η ζωή μου υπήρξε μέχρι προσφάτως πιότερο μοναχική παρά ποτέ. Έναν μήνα πριν, ωστόσο, ένας αγαπημένος φίλος, τον οποίο γνωρίζω εδώ και πολλά χρόνια, μου έκανε την τιμή να ζητήσει το χέρι μου σε γάμο. Το όνομα του είναι Άρμιταζ—Πέρσυ Αρμιταζ—ο δεύτερος γιος του Κυρίου Άρμιταζ, του Κρέην Γουώτερ, κοντά στο Ρέντιγκ. Ο πατριός μου δεν προέβαλε καθόλου αντίθεση στο γάμο, και πρόκειται να παντρευτούμε κατά την διάρκεια της άνοιξης. Προ δυο ημερών ορισμένες επισκευές ξεκίνησαν στην δυτική πτέρυγα του κτιρίου, και ο τοίχος του υπνοδωματίου μου έχει τρυπηθεί, έτσι ώστε χρειάστηκε να μετακομίσω στο δωμάτιο στο οποίο πέθανε η αδελφή μου, και να κοιμηθώ στο ίδιο κρεβάτι στο οποίο κοιμόταν. Φανταστείτε, λοιπόν, την ένταση του τρόμου μου όταν χθες τη νύχτα, καθώς ήμουν ξαπλωμένη, σκεπτόμενη την τρομερή της μοίρα, άξαφνα άκουσα στην σιγαλιά της νύχτας το χαμηλό σφύριγμα που είχε αποτελέσει τον προάγγελο του θανάτου της. Τινάχτηκα πάνω κι άναψα την λάμπα, όμως τίποτα δεν φαινόταν στο δωμάτιο. Ήμουν υπερβολικά ταραγμένη για να πέσω και πάλι στο κρεβάτι, ωστόσο, έτσι ντύθηκα, και μόλις είχε ξημερώσει, κατηφόρισα, πήρα ένα κάρο από το πανδοχείο Στέμμα, το οποίο είναι απέναντι, και πήγα στο Λέδερχεντ, από όπου ήρθα σήμερα με μοναδικό αντικείμενο να σας συναντήσω και να ζητήσω την συμβουλή σας.»

«Πράξατε σοφά,» είπε ο φίλος μου. «Όμως μου τα είπατε όλα;»

«Μάλιστα, όλα.»

«Δεσποινίδα Ρόϋλοτ, δεν μου τα είπατε. Καλύπτετε τον πατριό σας.»

«Μα, τι εννοείτε;»

Προς απάντηση ο Χολμς έσπρωξε πίσω το φραμπαλά της μαύρης δαντέλας η οποία πλαισίωνε το χέρι που ακουμπούσε στο γόνατο της επισκέπτριας μας. Πέντε μικρά μπλαβιά σημάδια, τα αποτυπώματα τεσσάρων δακτύλων και ενός αντίχειρα, ήταν αποτυπωμένα επί του λευκού καρπού.

«Είχατε απάνθρωπη μεταχείριση,» είπε ο Χολμς.

Η κυρία κοκκίνισε βαθύτατα και κάλυψε τον τραυματισμένο καρπό της. «Είναι ένας σκληρός άνθρωπος,» είπε, «και ίσως μάλιστα να μην γνωρίζει την ίδια του τη δύναμη.»

Υπήρξε μια μακρά σιωπή, κατά την διάρκεια της οποίας ο Χολμς στήριξε το σαγόνι του στα γόνατα του και κοίταξε μέσα στην φωτιά του τριζοβολούσε.

«Πρόκειται για μια βαθιά υπόθεση,» είπε τελικά. «Υπάρχουν χίλιες λεπτομέρειες τις οποίες θα επιθυμούσα να μάθω πριν αποφανθώ επί της πορείας δράσης. Ωστόσο δεν έχουμε στιγμή για χάσιμο. Αν ερχόμασταν στο Στόουκ Μοράν σήμερα, θα υπήρχε περίπτωση να δούμε εκείνα τα δωμάτια δίχως να το γνωρίζει ο πατριός σας;»

«Όπως έχει, μίλησε πως θα ερχόταν στην πόλη σήμερα για μερικές πλέον σημαντικές υποθέσεις. Είναι πιθανόν πως θα απουσιάζει όλη μέρα, και πως δεν θα υπάρξει τίποτα που να σας ενοχλήσει. Έχουμε μια οικονόμο, όμως είναι γριά και ανόητη, και θα μπορούσα άνετα να την απομακρύνω.»

«Έξοχα. Δεν είσαι ενάντιος σε αυτό το ταξίδι, Γουώτσον;»

«Επουδενεί.»

«Τότε θα έρθουμε και οι δυο. Τι θα κάνετε εσείς;»

«Έχω ένα-δυο πράγματα τα οποία θα ήθελα να κάνω τώρα που είμαι στην πόλη. Όμως θα επιστρέψω με το τραίνο των δώδεκα, έτσι ώστε να είμαι εκεί εγκαίρως για τον ερχομό σας.»

«Και μπορείτε να μας αναμένετε νωρίς το απόγευμα. Έχω κι ο ίδιος κάποια επαγγελματικά ζητήματα να φροντίσω. Δεν θα περιμένετε να πάρετε και πρωινό;»

«Όχι, πρέπει να φύγω. Η καρδιά ελάφρυνε ήδη αφού σας εμπιστεύθηκα το πρόβλημα μου. Θα αναμείνω να σας δω ξανά το απόγευμα.» Έριξε το παχύ μαύρο βέλο της πάνω από το πρόσωπο της και άφησε το δωμάτιο.

«Και τι σκέφτεσαι με όλα αυτά, Γουώτσον;» ρώτησε ο Σέρλοκ Χολμς, γέρνοντας πίσω την πολυθρόνα του.

«Μου φαίνεται πως πρόκειται για μια πλέον σκοτεινή και δυσοίωνη ιστορία.»

«Σκοτεινή και δυσοίωνη αρκετά.»

«Ωστόσο αν η κυρία έχει δίκιο λέγοντας πως το πάτωμα και οι τοίχοι είναι συμπαγείς, και πως η πόρτα, το παράθυρο, και η καμινάδα είναι αδιαπέραστα, τότε η αδελφή της θα πρέπει να ήταν αναμφίβολα μόνη όταν βρήκε το μυστηριώδες τέλος της.»

«Τι γίνεται, τότε, με τα νυχτερινά σφυρίγματα, και με τα ιδιαιτέρως αλλόκοτα λόγια της ετοιμοθάνατης γυναίκας;»

«Δεν μπορώ να σκεφθώ.»

«Όταν συνδυάζεις τις ιδέες σφυριγμάτων την νύχτα, την παρουσία μιας ομάδας τσιγγάνων οι οποίοι διατηρούν στενές σχέσεις με τον γέρο γιατρό, το γεγονός πως έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως ο γιατρός έχει κάποιο ενδιαφέρον στο να αποτρέψει τον γάμο της προγονής του, την αναφορά της ετοιμοθάνατης σε ένα κορδόνι, και, τέλος, το γεγονός πως η Δεσποινίδα Χέλεν Στόουνερ άκουσε έναν μεταλλικό ήχο, ο οποίος θα μπορούσε να έχει προκληθεί από μια από τις μεταλλικές μπάρες που ασφάλιζαν τα παντζούρια καθώς έμπαινε στην θέση της, πιστεύω πως υπάρχει αρκετό έδαφος να σκεφθείς πως το μυστήριο ίσως να διασαφηνισθεί κατά μήκους αυτών των γραμμών.»

«Όμως τι, τότε, έκαναν οι τσιγγάνοι;»

«Αδυνατώ να φαντασθώ.»

«Βλέπω αρκετές ενστάσεις σε κάθε τέτοια θεωρία.»

«Το ίδιο και εγώ. Πρόκειται ακριβώς για το λόγο αυτό που θα πάμε στο Στόουκ Μοράν σήμερα. Θέλω να δω αν οι ενστάσεις είναι μοιραίες, είτε αν είναι δυνατόν να εξηγηθούν. Μα τι στο διάολο!»

Spec-04.jpg

Το επιφώνημα είχε ξεφύγει από το σύντροφο μου από το γεγονός πως η πόρτα μας είχες αιφνιδίως ανοίξει ορμητικά, και πως ένας πελώριος άντρας πλαισιωνόταν από την κάσα. Το κοστούμι του αποτελούσε ένα παράδοξο αποτέλεσμα του επαγγελματικού και του αγροτικού, έχοντας ένα μαύρο ψηλό καπέλο, μια μακριά ρεντιγκότα, και ένα ζευγάρι μακριές γκέτες, με ένα κυνηγετικό μαστίγιο να κρέμεται από το χέρι του. Τόσο ψηλός ήταν που το καπέλο στην πραγματικότητα έξυνε το δοκάρι της πόρτας, και η ευρύτητα του έμοιαζε να ανοίγει από άκρο σε άκρο. Ένα μεγάλο πρόσωπο, χαρακωμένο από χιλιάδες ρυτίδες, ηλιοκαμένο, και σημαδεμένο από κάθε μοχθηρία, στράφηκε από τον έναν μας στον άλλο, ενώ τα βαθιά, χολωμένα μάτια, και η ψηλή, λεπτή, ξερακιανή μύτη, του προσέδιδαν κάπως την ομοιότητα με ένα αγριεμένο γέρικο όρνεο.

«Ποιος από εσάς είναι ο Χολμς;» ρώτησε η εμφάνιση.

«Το όνομα μου, κύριε· όμως έχετε το πλεονέκτημα έναντι μου,» είπε ο σύντροφος μου ήρεμα.

«Είμαι ο Δρ. Γκρίμσμπυ Ρόϋλοτ, του Στόουκ Μοράν.»

«Αλήθεια, Γιατρέ,» είπε ο Χολμς, ψυχρά. «Παρακαλώ καθίστε.»

«Δεν θα κάνω τίποτα τέτοιο. Η προγονή μου ήταν εδώ. Την ακολούθησα. Τι σας έλεγε;»

«Κάνει λίγο κρύο αυτή την περίοδο του χρόνου,» είπε ο Χολμς.

«Τι σας έλεγε;» ούρλιαξε ο γέρος εξωφρενών.

«Όμως άκουσα πως οι κρόκοι υπόσχονται πως όλα θα πάνε καλά,» εξακολούθησε ο σύντροφος μου ατάραχα.

«Χα! Με αγνοείτε;» είπε ο νέος μας επισκέπτης, κάνοντας ένα βήμα μπροστά και κουνώντας το μαστίγιο του. «Σε γνωρίζω, παλιοτόμαρο! Έχω ακούσει για σένα παλιότερα. Είσαι ο Χολμς, ο ανακατωσούρης[2]

Ο φίλος μου χαμογέλασε.

«Ο Χολμς, o αδιάκριτος[3]

To χαμόγελο πλάτυνε.

«Ο Χολμς, ο μικρομανδαρίνος της Σκότλαντ Γιάρντ!»

Ο Χολμς γέλασε με την καρδιά του. «Ο διάλογος σας είναι πλέον διασκεδαστικός,» είπε. «Όταν βγείτε έξω κλείστε την πόρτα, γιατί κάνει ένα γενναίο ρεύμα.»

«Θα φύγω όταν πω αυτό που θέλω. Μην τολμήσεις να ανακατευτείς με τις υποθέσεις μου. Γνωρίζω πως η Δεσποινίδα Στόουνερ ήταν εδώ! Την ακολούθησα! Και είμαι ένας επικίνδυνος αντίπαλος για να τα βάλεις μαζί μου! Δες εδώ!» Περπάτησε βιαστικά μπροστά, άρπαξε το σκάλευθρο, και το λύγισε σε καμπύλη με τα πελώρια του ηλιοκαμένα χέρια.

«Φρόντισε να κρατηθείς μακριά από τα χέρια μου,» γρύλισε, και εκσφενδονίζοντας το σκάλευθρο μέσα στο τζάκι βγήκε με μεγάλες δρασκελιές από το δωμάτιο.

«Δείχνει ως ένα ιδιαιτέρως συμπαθές άτομο,» είπε ο Χολμς, γελώντας. «Δεν είμαι καν τόσο ογκώδης, όμως αν είχε παραμείνει ίσως να του είχα δείξει πως η λαβή μου δεν είναι πιο αδύναμη της δικής του.» Καθώς μίλησε σήκωσε το ατσαλένιο σκάλευθρο και, με μια απότομη προσπάθεια, το ίσιωσε και πάλι.

«Φαντάσου πως είχε την αναίδεια να με ανακατέψει με το επίσημο αστυνομικό σώμα! Το γεγονός αυτό δίνει γούστο στην έρευνα μας, ωστόσο, και ελπίζω μονάχα πως η μικρή μας φίλη δε θα υποφέρει από την απερισκεψία της να επιτρέψει σε αυτό το κτήνος να την ακολουθήσει. Και τώρα, Γουώτσον, θα παραγγείλουμε πρωινό, και κατόπιν θα κάνω ένα περίπατο στο Δημόσιο Ιατρείο, όπου ελπίζω να βρω μερικά στοιχεία τα οποία να μας βοηθήσουν στο ζήτημα αυτό.»

Ήταν σχεδόν μια όταν ο Σέρλοκ Χολμς επέστρεψε από την έξοδο του. Κρατούσε στο χέρι του ένα γαλάζιο χαρτί, γεμάτο σημειώσεις και αριθμούς.

«Είδα τη διαθήκη της αποθανούσας,» είπε. «Για να προσδιορίσω την ακριβή της σημασία υποχρεώθηκα να υπολογίσω τις τρέχουσες τιμές των επενδύσεων με τις οποίες απαρτίζεται. Το συνολικό εισόδημα, το οποία την περίοδο του θανάτου της συζύγου ήταν κάτι λιγότερο από 1100 λίρες, είναι πλέον, κατόπιν της πτώσης των αγροτικών τιμών, όχι μεγαλύτερο των 750 λιρών. Κάθε κόρη μπορεί να προβάλει αξίωση για εισόδημα 250 λιρών, σε περίπτωση γάμου. Είναι πασιφανές, συνεπώς, πως αν και τα δυο κορίτσια είχαν παντρευτεί, ο μορφονιός θα είχε λίγες πενταροδεκάρες, ενώ ακόμη και μια τους θα τον χαντάκωνε σε σοβαρό βαθμό. Η πρωινή μου δουλειά δεν πήγε χαμένη, αφότου απέδειξε πως έχει τα ισχυρότερα κίνητρα για να σταθεί εμπόδιο σε καθετί συναφές. Και τώρα, Γουώτσον, είναι υπερβολικά σοβαρό για χασομέρια, ιδιαίτερα αφού ο γέρος έχει επίγνωση πως επιδεικνύουμε ενδιαφέρον για τις υποθέσεις του· έτσι αν είσαι έτοιμος, θα καλέσουμε ένα αμάξι και πάμε στο Γουώτερλου. Θα ήμουν εξαιρετικά υποχρεωμένος, αν έχωνες το περίστροφο στην τσέπη σου. Ένα Eley[4] νούμερο 2 αποτελεί ένα έξοχο επιχείρημα για κυρίους που μπορούν να λυγίσουν ατσαλένια σκάλευθρα σε κόμπο. Αυτά και μια οδοντόβουρτσα είναι, πιστεύω, όλα όσα χρειαζόμαστε.»

Στο Γουώτερλου υπήρξαμε τυχεροί να προλάβουμε ένα τραίνο για το Λέδερχεντ, όπου νοικιάσαμε ένα κάρο στο πανδοχείο του σταθμού και ταξιδέψαμε για τέσσερα με πέντε μίλια μέσα από τους όμορφους εξοχικούς δρόμου του Σάρρεϋ. Επρόκειτο για μια τέλεια μέρα, με ένα λαμπερό ήλιο και μερικά φουντωτά σύννεφα στον ουρανό. Τα δέντρα και οι φράκτες στις άκρες των δρόμων πετούσαν τα πρώτα τους βλαστάρια, και ο αέρας ήταν πλημμυρισμένος από την απολαυστική ευωδιά της νωπής γης. Για μένα τουλάχιστον υπήρχε αυτή η περίεργη αντίθεση μεταξύ της γλυκιάς υπόσχεσης της άνοιξης και της δυσοίωνης αποστολής επί της οποίας είχαμε επιδοθεί. Ο σύντροφος μου καθόταν μπροστά στο κάρο, τα χέρια του σταυρωμένα, το καπέλο τραβηγμένο πάνω από το μάτια του, και το πηγούνι του βυθισμένο στο στήθος του, θαμμένος στην βαθύτατη σκέψη. Ξαφνικά, ωστόσο, τινάχτηκε, με χτύπησε στον ώμο, και έδειξε προς τα λιβάδια.

«Κοίτα εκεί!» είπε.

Ένα πυκνά δενδρόφυτο άλσος εκτεινόταν σε μια απαλή πλαγιά, πυκνώνοντας σε ένα δασύλλιο στο ψηλότερο σημείο του. Ανάμεσα από τα κλαδιά ξεπρόβαλλαν τα γκρίζα αετώματα και ο κολοφώνας ενός πολύ παλιού αρχοντικού.

«Το Στόουκ Μοράν;» είπε.

«Μάλιστα, κύριε, αυτό ‘ναι το σπίτι του Δρ. Γκρίμσμπυ Ρόϋλοτ,» σχολίασε ο οδηγός.

«Γίνονται κάποια χτισίματα εκεί πέρα,» είπε ο Χολμς· «εκεί είναι που πηγαίνουμε.»

«Ορίστε το χωριό,» είπε ο οδηγός, δείχνοντας σε μια συστάδα από στέγες σε κάποια απόσταση στα αριστερά· «όμως αν θέλετε να πάτε στο σπίτι, θα το βρείτε συντομότερα αν περάσετε αυτή την πλαγιά, και έτσι από το μονοπάτι μέσα από τα χωράφια. Ορίστε, εκεί που περπατάει η κυρία.»

«Και η κυρία, φαντάζομαι, είναι η Δεσποινίδα Στόουνερ,» παρατήρησε ο Χολμς, σκιάζοντας τα μάτια του. «Ναι, πιστεύω πως είναι καλύτερα να κάνουμε όπως προτείνετε.»

Spec-05.jpg

Κατεβήκαμε, πληρώσαμε τα κόμιστρα μας, και το κάρο επέστρεψε κροταλίζοντας πίσω στο δρόμο του για το Λέδερχεντ.

«Το σκέφτηκα κι αυτό,» είπε ο Χολμς καθώς σκαρφαλώσαμε την πλαγιά, «πως αυτός ο τύπος θα έπρεπε να νομίζει πως είχαμε έρθει εδώ ως αρχιτέκτονες, ή για κάποια συγκεκριμένη δουλειά. Ίσως να εμποδίσει το κουτσομπολιό του. Καλησπέρα, Δεσποινίδα Στόουνερ. Βλέπετε πως κρατήσαμε το λόγο μας.»

Η πρωινή μας πελάτισσα είχε τρέξει να μας προϋπαντήσει με ένα πρόσωπο που πρόδιδε τη χαρά της. «Σας περίμενα με τόση ανυπομονησία,» φώναξε, σφίγγοντας θερμά τα χέρια μας. «Όλα εξελίχθηκαν περίφημα. Ο Δρ. Ρόϋλοτ έχει πάει στην πόλη, και είναι απίθανο να είναι πίσω πριν το βράδυ.»

«Είχαμε την ευχαρίστηση να γνωριστούμε με τον γιατρό,» είπε ο Χολμς, και με λίγα λόγια της περιέγραψε τι είχε συμβεί. Η Δεσποινίδα Στόουνερ έγινε κάτασπρη ως τα χείλη μόλις τ’ άκουσε.

«Μα τους ουρανούς!» φώναξε,» με είχε ακολουθήσει, λοιπόν.»

«Έτσι δείχνει.»

«Είναι τόσο πανούργος που ποτέ δεν γνωρίζω αν είμαι ασφαλής από εκείνον. Τι θα πει όταν γυρίσει;»

«Θα πρέπει να φυλαχτεί, γιατί ίσως βρει πως υπάρχει κάποιος πιο πανούργος από εκείνον στο κατόπι του. Πρέπει να κλειδωθείτε μέσα μακριά από εκείνον απόψε. Αν είναι βίαιος, θα σας απομακρύνουμε στην θεία σας στο Χάρροου. Τώρα, πρέπει να χρησιμοποιούμε όσο το δυνατόν καλύτερο το χρόνο μας, έτσι αν έχετε την καλοσύνη οδηγήστε μας αμέσως στα δωμάτια τα οποία πρέπει να εξετάσουμε.»

Το κτίριο ήταν από γκρίζα, διάστικτη από λειχήνες πέτρα, με ένα ψηλό κεντρικό τμήμα και δυο καμπύλες πτέρυγες, σα τις δαγκάνες ενός κάβουρα, να απλώνονται προς κάθε πλευρά. Σε μια από αυτές τις πτέρυγες τα παράθυρα ήταν σπασμένα και κλεισμένα με ξύλινες σανίδες, ενώ η στέγη είχε εν μέρει καταρρεύσει, μια εικόνα καταστροφής. Το κεντρικό τμήμα βρισκόταν σε λίγο καλύτερη κατάσταση συντήρησης, άλλα το δεξί συγκρότημα ήταν σχετικά σύγχρονο, και οι κουρτίνες στα παράθυρα, με το γαλάζιο καπνό να αναδύεται από τις καμινάδες, έδειχνε πως εκεί ήταν που η οικογένεια διέμενε. Μερικές σκαλωσιές είχαν στερεωθεί πάνω στον ακριανό τοίχο, και η πέτρα είχε τρυπηθεί, όμως δεν υπήρχαν ίχνη εργατών την στιγμή εκείνη της επίσκεψης μας. Ο Χολμς προχώρησε αργά πάνω και κάτω τον κακοκουρεμένο κήπο και εξέτασε με βαθύτατη προσοχή τα εξωτερικά των παραθύρων.

«Αυτό, όπως το εκλαμβάνω, ανήκει στο δωμάτιο το οποίο κοιμόσασταν, το κεντρικό στην αδελφή σας, και το επόμενο πλάι στο κυρίως κτίριο στο θάλαμο του Δρ. Ρόϋλοτ;»

«Ακριβώς. Όμως τώρα κοιμάμαι στο κεντρικό.»

«Για όσο εκκρεμούν οι τροποποιήσεις, όπως καταλαβαίνω. Επί τη ευκαιρία, δε φαίνεται να υπάρχει κάποια επείγουσα ανάγκη για επιδιορθώσεις σε εκείνο τον ακριανό τοίχο.»

«Δεν υπήρχε καμία. Πιστεύω πως ήταν δικαιολογία μετακινηθώ από το δωμάτιο μου.»

«Α! Αυτό είναι υποδηλωτικό. Τώρα, στην άλλη πλευρά αυτής της στενής πτέρυγας περνάει ο διάδρομος από τον οποίο προσεγγίζονται αυτά τα δωμάτια. Υπάρχουν παράθυρα σε αυτόν, φυσικά;»

«Μάλιστα, όμως πολύ μικρά. Υπερβολικά στενά για να περάσει ο οποιοσδήποτε.»

«Καθώς και οι δυο κλειδώσατε τις πόρτες σας εκείνη τη νύχτα, τα δωμάτια σας ήταν απροσπέλαστα από εκείνη την πλευρά. Τώρα, θα είχατε την καλοσύνη να πάτε στο δωμάτιο σας και να αμπαρώσετε τα παντζούρια;»

Η Δεσποινίδα Στόουνερ το έκανε, και ο Χολμς, κατόπιν μια προσεκτικής εξέτασης μέσα από το ανοικτό παράθυρο, επιχείρησε με κάθε τρόπο να παραβιάσει το παντζούρι, ωστόσο δίχως επιτυχία. Δεν υπήρχε κάποια δίοδο μέσω της οποίας ένα μαχαίρι να περνούσε ώστε να σηκώσει το σύρτη. Τότε με το φακό του εξέτασε τους μεντεσέδες, ωστόσο ήτα από ατόφιο σίδερο, στερεωμένοι γερά μέσα στη συμπαγή λιθοδομή. «Χμ!» είπε, ξύνοντας το σαγόνι του με κάποια απορία, «η θεωρία μου βεβαίως παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες. Κανείς δεν θα μπορούσε να περάσει αυτά τα παντζούρια αν ήταν ασφαλισμένα. Λοιπόν, θα δούμε αν το εσωτερικό ρίχνει κάποιο φως επί του ζητήματος.»

Μια μικρή πλευρική πόρτα οδηγούσε στον ασβεστωμένο διάδρομο από τον οποίο τα τρία υπνοδωμάτιο άνοιγαν. Ο Χολμς αρνήθηκε να εξετάσει τον τρίτο θάλαμο, έτσι περάσαμε αμέσως στον δεύτερο, εκείνο στον οποίο η Δεσποινίδα Στόουνερ κοιμόταν πλέον, και στον οποίο η αδελφή της είχε συναντήσει τη μοίρα της. Επρόκειτο περί ενός ζεστού μικρού δωμάτιο, με χαμηλό ταβάνι και ένα φαρδιού τζακιού, όπως συνηθιζόταν στις παλαιές αγροικίες. Ένα καφέ κομό στεκόταν σε μια γωνία, ένα στενό κρεβάτι με λευκά καλύμματα στην άλλη, και μια τουαλέτα στα αριστερά του παραθύρου. Τα αντικείμενα αυτά, με δυο μικρές ψάθινες καρέκλες, αποτελούσαν την όλη επίπλωση του δωματίου παρεκτός ενός παχιού χαλιού (Wilton carpet) στο κέντρο. Οι σανίδες τριγύρω και οι επενδύσεις των τοίχων ήταν από καφετιά σαρακοφαγωμένη οξιά, τόσο παλιές και ξεθωριασμένες που ίσως να χρονολογούνταν από την αρχική κατασκευή του σπιτιού. Ο Χολμς έσυρε μια από τις καρέκλες σε μια γωνία και κάθισε σιωπηλός, ενώ τα μάτια του ταξίδεψαν γύρω γύρω και πάνω κάτω, αφομοιώνοντας κάθε λεπτομέρεια του διαμερίσματος.

«Με τι επικοινωνεί το κουδούνι εκείνο;» ρώτησε τελικά δείχνοντας σε ένα παχύ κορδόνι κλήσης το οποίο κρεμόταν πλάι στο κρεβάτι, η φούντα του στην πραγματικότητα ακουμπούσε επί του μαξιλαριού.

«Πηγαίνει στο δωμάτιο της οικονόμου.»

«Δείχνει νεώτερο από τα υπόλοιπα πράγματα;»

«Ναι, τοποθετήθηκε εκεί κάπου πριν δυο χρόνια.»

«Η αδελφή σας το ζήτησε, να υποθέσω;»

«Όχι, ποτέ δεν την άκουσα να το χρησιμοποιεί. Συνηθίζαμε να παίρνουμε ότι θέλαμε μόνες μας.»

«Αλήθεια, φάνηκε υπερβολικό να τοποθετηθεί ένα τόσο όμορφο κορδόνι εκεί. Θα με συγχωρήσετε για λίγες στιγμές για όσο θα ερευνήσω το πάτωμα.» Ρίχτηκε κάτω με τον φακό του στο χέρι και σύρθηκε γοργά μπρος και πίσω, εξετάζοντας λεπτομερώς τα χωρίσματα μεταξύ των σανίδων. Κατόπιν έκανε το ίδιο με την ξυλοκατάσκεύη με την οποία ήταν επενδυμένος ο θάλαμος. Τελικά προχώρησε ως το κρεβάτι και πέρασε λίγη ώρα κοιτώντας το και ανεβοκατεβαίνοντας με την ματιά τον τοίχο. Εντέλει πήρε το κορδόνι του κουδουνιού στο χέρι του και του έριξε ένα απότομο τράβηγμα.

«Μα, είναι ψεύτικο,» είπε.

«Δεν χτυπάει;»

«Όχι δεν είναι καν συνδεδεμένο με ένα σύρμα. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μπορείς πλέον να δεις πως είναι δεμένο σε ένα καρφί μόλις πιο πάνω από το μικρό άνοιγμα του αεραγωγού.»

«Πόσο εξαιρετικά παράλογο! Ποτέ πριν δεν το πρόσεξα.»

«Πολύ παράξενο!» μουρμούρισε ο Χολμς, τραβώντας το σκοινί. «Υπάρχουν ένα δυο ιδιάζοντα στοιχεία όσον αφορά το παρόν δωμάτιο. Παραδείγματος χάριν, πόσο ανόητος θα πρέπει να είναι ένας χτίστης για να ανοίξει έναν αεραγωγό σε ένα άλλο δωμάτιο, όταν, με τον ίδιο ακριβώς κόπο, θα μπορούσε να επικοινωνεί με τον εξωτερικό αέρα!»

«Και αυτό είναι επίσης αρκετά σύγχρονο,» είπε η κυρία.

«Πραγματοποιημένο περίπου την ίδια χρονική περίοδο όπως και το κουδούνι;» παρατήρησε ο Χολμς.

«Μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν αρκετές μικρές αλλαγές περίπου τότε.»

«Μοιάζουν να φέρουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό—ψεύτικα κουδούνια, και αεραγωγοί που δεν αερίζουν. Με την άδεια σας, Δεσποινίς Στόουνερ, θα μεταφέρουμε τις έρευνες μας στο εσωτερικό δωμάτιο.»

Ο θάλαμος του Δρ. Γκρίμσμπυ Ρόϋλοτ ήταν μεγαλύτερος από της προγονής του, ωστόσο ήταν εξίσου λιτά επιπλωμένος. Ένα ράντζο, ένα μικρό ξύλινο ράφι γεμάτο βιβλία, κυρίως τεχνικού χαρακτήρα, μια πολυθρόνα πλάι στο κρεβάτι, μια απλή ξύλινη καρέκλα πλάι στον τοίχο, ένα στρογγυλό τραπέζι, και ένα μεγάλο σιδερένιο χρηματοκιβώτιο αποτελούσαν τα κυρίαρχα σημεία στα οποία έπεφτε το μάτι. Ο Χολμς προχώρησε αργά τριγύρω και εξέτασε καθένα εξ αυτών με το εντονότερο ενδιαφέρον.

Spec-06.jpg

«Τι βρίσκεται εδώ;» ρώτησε, χτυπώντας το χρηματοκιβώτιο.

«Τα επαγγελματικά έγγραφα του πατριού μου.»

«Ω! Έχετε δει εντός του δηλαδή;’

«Μόνο μια φορά, μερικά χρόνια πριν. Θυμάμαι πως ήταν γεμάτο έγγραφα.»

«Δεν υπάρχει μια γάτα μέσα, παραδείγματος χάριν;»

«Όχι. Τι περίεργη ιδέα!»

«Λοιπόν, για δες!» Ανασήκωσε μια μικρή πιατέλα με γάλα η οποία ακουμπούσε πάνω του.

«Όχι· δεν έχουμε κάποια γάτα. Όμως υπάρχει ένας γατόπαρδος κι ένας μπαμπουϊνος.»

«Α, ναι, φυσικά! Λοιπόν, ένας γατόπαρδος είναι απλά μια μεγάλη γάτα, και όμως μια πιατέλα με γάλα δεν πάει και πολύ μακριά στο να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, τολμώ να πω. Υπάρχει ένα σημείο το οποίο θα επιθυμούσα να προσδιορίσω.» Κάθισε ανακούρκουδα μπροστά στην ξύλινη καρέκλα και εξέτασε το κάθισμα με την μεγαλύτερη προσοχή.

«Σας ευχαριστώ. Κανονίστηκε απολύτως,» είπε, καθώς σηκώθηκε βάζοντας τον φακό στην τσέπη του. «Όπα! Ορίστε κάτι ενδιαφέρον!»

Το αντικείμενο που είχε τραβήξει το μάτι του ήταν μικρό μαστίγιο[5] κρεμασμένο στην μια γωνιά του κρεβατιού. Το μαστίγιο, ωστόσο, ήταν τυλιγμένο γύρω από τον εαυτό του και δεμένο ώστε να δημιουργεί τον βρόγχο ενός (whipcord).

«Τι συμπεραίνεις εξ αυτού, Γουώτσον;»

«Πρόκειται για ένα αρκετά κοινό μαστίγιο. Όμως δεν γνωρίζω γιατί θα έπρεπε να δεθεί.»

«Δεν είναι ακριβώς τόσο κοινό, έτσι; Άχου μου! Είναι ένας κακός κόσμος, και όταν ένας έξυπνος άνθρωπος στρέψει το μυαλό του στο έγκλημα είναι ότι χειρότερο. Πιστεύω πως είδα αρκετά για την ώρα, Δεσποινίς Στόουνερ, και με την άδεια σας θα περπατήσουμε επί του κήπου σας.»

Ποτέ μου δεν είχα δει το πρόσωπο του φίλο μου τόσο βλοσυρό ή το μέτωπο του τόσο βαρύ όπως ήταν όταν στράφηκε μακριά από το σκηνικό της έρευνας του. Είχαμε περπατήσει αρκετές φορές πάνω και κάτω στον κήπο, δίχως ούτε η Δεσποινίδα Στόουνερ ούτε κι εγώ να θέλουμε να διακόψουμε τις σκέψεις του πριν αναδυθεί από τον ρεμβασμό του.

«Είναι ιδιαιτέρως ουσιώδες, Δεσποινίδα Στόουνερ,» είπε, «να ακολουθήσετε τη συμβουλή μου από κάθε άποψη.»

«Ασφαλώς θα το κάνω.»

«Το ζήτημα είναι υπερβολικά σοβαρό για τον όποιο δισταγμό. Η ζωή σας ίσως να εξαρτηθεί από την συμμόρφωση σας.»

«Σας διαβεβαιώνω πως έχω αφεθεί στα χέρια σας.»

«Καταρχήν, τόσο ο φίλος όσο κι εγώ θα πρέπει να περάσουμε την νύχτα στο δωμάτιο σας.»

Τόσο η Δεσποινίς Στόουνερ όσο κι εγώ τον κοιτάξαμε με κατάπληξη.

«Ναι, έτσι πρέπει να γίνει. Αφήστε με να εξηγήσω. Πιστεύω πως το πανδοχείο του χωριού βρίσκεται εκεί πέρα;»

«Μάλιστα, αυτό είναι το Στέμμα.»

«Πολύ καλά. Θα παράθυρα σας θα είναι ορατά από εκεί;»

«Βεβαίως.»

«Πρέπει να περιοριστείτε στο δωμάτιο σας, υπό την πρόφαση ενός πονοκεφάλου, όταν ο πατριός σας επιστρέψει. Κατόπιν όταν τον ακούσετε να αποσυρθεί για τη νύχτα, πρέπει να ανοίξετε τα παντζούρια του παραθύρου σας, να ανοίξετε το μάνταλο, να αφήσετε τη λάμπα σας εκεί σαν σινιάλο για εμάς, και κατόπιν να αποσυρθείτε ήσυχα με καθετί το οποίο πιθανόν να θέλετε στο δωμάτιο που διαμένατε. Δεν έχω αμφιβολία πως, παρά τις επισκευές, θα τα καταφέρετε εκεί για μια βραδιά.»

«Ω, μάλιστα, με ευκολία.»

«Τα υπόλοιπα θα τα αφήσετε στα χέρια μας.»

«Όμως τι θα κάνετε;»

«Θα περάσουμε τη νύχτα μας στο δωμάτιο σας, και θα ερευνήσουμε την αιτία του θορύβου η οποία σας ενόχλησε.»

«Πιστεύω, Κύριε Χολμς, πως έχετε ήδη καταλήξει σε κάτι,» είπε η Δεσποινίς Στόουνερ, αποθέτοντας το χέρι της στο μανίκι του συντρόφου μου.

Spec-07.jpg

«Ίσως να έχω.»

«Τότε, για όνομα του θεού, πείτε μου ποια υπήρξε η αιτία του θανάτου της αδελφής μου.»

«Θα προτιμούσα να έχω σαφέστερες αποδείξεις πριν μιλήσω.»

«Μπορείτε τουλάχιστον να μου πείτε αν η δική μου σκέψη είναι ορθή, και αν πέθανε από κάποιο αιφνίδιο φόβο.»

«Όχι, δεν το πιστεύω. Πιστεύω πως επρόκειτο πιθανότατα για μια περισσότερο απτή αιτία. Και τώρα, Δεσποινίδα Στόουνερ, θα πρέπει να σας αφήσουμε γιατί αν ο Δρ. Ρόϋλοτ επιστρέψει και μας δει το ταξίδι μας θα είναι μάταιο. Αντίο, και να είστε γενναία, γιατί αν κάνετε ότι σας είπα τότε μπορείτε να είστε βέβαιη πως σύντομα θα διώξουμε μακριά τους κινδύνους που σας απειλούν.»

Ο Σέρλοκ Χολμς και εγώ δεν συναντήσαμε δυσκολία στο να κλείσουμε ένα υπνοδωμάτιο και ένα καθιστικό στο πανδοχείο Στέμμα. Βρίσκονταν στο δεύτερο πάτωμα, και από το παράθυρο μας είχαμε μια καθαρή άποψη της πύλης, και της κατοικημένης πτέρυγας του αρχοντικού του Στόουκ Μοράν. Το χάραμα είδαμε τον Δρ. Γκρίμσμπι Ρόϋλοτ να περνά, η πελώρια του μορφή ορθωνόταν πάνω από την μικρή φιγούρα του παλικαριού που τον μετέφερε. Το αγόρι είχε κάποια ελαφρά δυσκολία να ανοίξει τις βαριές σιδερένιες πύλες, και ακούσαμε τον τραχύ βρυχηθμό της φωνής του γιατρού και είδαμε την οργή με την οποία τράνταξε τις σφιγμένες του γροθιές προς το μέρος του. Το κάρο συνέχισε, και μερικά λεπτά αργότερα είδα ένα ξαφνικό φως να ξεπετάγεται μέσα από τα δέντρα καθώς η λάμπα άναψε σε ένα από τα καθιστικά.

«Ξέρεις, Γουώτσον,» είπε ο Χολμς καθώς καθόμασταν παρέα στο σκοτάδι που έπεφτε, «Έχω πράγματι ορισμένους ενδοιασμούς σχετικά με το να σε πάρω μαζί μου απόψε. Υπάρχει ένα σαφές στοιχείο κινδύνου.»

«Μπορώ να προσφέρω;»

«Η παρουσία σου ίσως να αποβεί ανεκτίμητη.»

«Τότε ασφαλώς θα έρθω.»

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου.»

«Μιλάς περί κινδύνου. Έχεις προφανώς δει περισσότερα σε εκείνα τα δωμάτια από όσα ήταν ορατά σε μένα.»

«Όχι, όμως φαντάζομαι πως ενδεχομένως επήγαγα κάτι περισσότερο. Έχω την εντύπωση πως είδες όλα όσα είδα.»

«Δεν είδα τίποτα αξιοσημείωτο πέραν του κορδονιού, και ποιος ο σκοπός της ύπαρξης του ομολογώ πως υπερβαίνει της φαντασίας μου.»

«Είδες και τον αεραγωγό, ωστόσο;»

«Ναι, όμως δεν νομίζω πως είναι ένα τόσο ασυνήθιστο πράγμα το να έχεις ένα μικρό άνοιγμα μεταξύ δυο δωματίων. Ήταν τόσο μικρός που ένα ποντίκι θα δυσκολευόταν να περάσει.»

«Ήξερα πως θα βρίσκαμε έναν αεραγωγό πριν ακόμη φτάσουμε στο Στόουκ Μοράν.»

«Αγαπητέ μου Χολμς!»

«Ω, ναι, το ήξερα. Θυμάσαι στην κατάθεση της πως είπε ότι η αδελφή της μύριζε το πούρο του Δρ. Ρόϋλοτ. Τώρα, φυσικά, αυτό πρότεινε αμέσως πως έπρεπε να υπάρχει κάποια επικοινωνία μεταξύ των δυο δωματίων. Θα ήταν μονάχα κάτι μικρό, ειδάλλως θα είχε αναφερθεί επί της ιατροδικαστικής εξέτασης. Επήγαγα έναν αεραγωγό.»

«Όμως τι κακό θα μπορούσε να υπάρχει σ’ αυτό;»

«Λοιπόν, υπάρχει τουλάχιστον μια περίεργη σύμπτωση ημερομηνιών. Ένας αεραγωγός διανοίγεται, ένα κορδόνι κρεμιέται, και μια κυρία που κοιμάται στο κρεβάτι πεθαίνει. Δεν σου φαίνεται κάπως περίεργο;»

«Αδυνατώ ακόμη να δω κάποια σύνδεση.»

«Παρατήρησες κάτι πολύ περίεργο σχετικά με το κρεβάτι;»

«Όχι.»

«Ήταν στερεωμένο στο πάτωμα. Είδες ποτέ σου ένα καρφωμένο κρεβάτι στο παρελθόν;»

«Δεν μπορώ να πω ότι έχω δει.»

«Η κυρία δεν μπορούσε να μετακινήσει το κρεβάτι. Θα έπρεπε πάντοτε να βρίσκεται στην ίδια σχετική θέση προς τον αεραγωγό και σχοινί—ή έτσι μπορούμε να το αποκαλούμε, μιας και είναι σαφές πως ποτέ δεν προοριζόταν ως κορδόνι κλήσης.»

«Χολμς,» φώναξα, «έχω την εντύπωση πως βλέπω αμυδρά που το πας. Απέχουμε ελάχιστα για να αποτρέψουμε κάποιο δυσδιάκριτο και φριχτό έγκλημα.»

«Δυσδιάκριτο αρκετά και φρικτό αρκετά. Όταν ένας γιατρός παίρνει τον κακό δρόμο είναι ο πρώτος μεταξύ των εγκληματιών. Έχει το νεύρο και την γνώση. Οι Πάλμερ και Πρίτσαρντ βρίσκονταν μεταξύ των πρώτων του επαγγέλματος τους. Ο άνθρωπος αυτό χτυπάει ακόμη βαθύτερα, όμως πιστεύω, Γουώτσον, πως θα είμαστε σε θέση να χτυπήσουμε ακόμη βαθύτερα. Όμως θα έχουμε αρκετή φρίκη πριν η νύχτα περάσει· για το θεό ας καπνίσουμε μια ήρεμη πίπα κι ας στρέψουμε τα μυαλά για μερικές ώρες σε κάτι περισσότερο εύθυμο.»

Περί τις εννέα η ώρα το φως ανάμεσα στα δέντρα είχε σβήσει, και όλα ήταν σκοτεινά προς την μεριά του αρχοντικού. Δυο ώρες πέρασαν αργά, και τότε, άξαφνα, μόλις χτύπησε έντεκα, ένα μοναδικό λαμπερό φως έλαμψε ακριβώς εμπρός μας.

«Αυτό είναι το σινιάλο μας,» είπε ο Χολμς, καθώς τινάχτηκε όρθιος· «έρχεται από το μεσαίο παράθυρο.»

Καθώς περνούσαμε ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον πανδοχέα, εξηγώντας του πως πηγαίναμε μια αργοπορημένη επίσκεψη σε κάποιον γνωστό μας, και πως υπήρχε περίπτωση να περάσουμε την νύχτα μας εκεί. Μια στιγμή αργότερα είχαμε βγει έξω στο σκοτεινό δρόμο, με ένα κρύο άνεμο να φυσάει στα πρόσωπα μας, και ένα κίτρινο φως να τρεμοπαίζει μπροστά μας μέσα από το μισοσκόταδο να μας οδηγεί στην ζοφερή μας αποστολή.

Ελάχιστα δυσκολευτήκαμε να εισέλθουμε στα κτήματα, γιατί αμπάλωτα ανοίγματα έχασκαν στον παλιό τοίχο. Προχωρώντας μέσα στα δέντρα, φτάσαμε στον κήπο, τον διασχίσαμε, και ετοιμαζόμασταν να μπούμε μέσα από το παράθυρο όταν πίσω από μια συστάδα θάμνων δάφνης πετάχτηκε ότι έμοιαζε να πρόκειται για ένα αποτρόπαιο και παραμορφωμένο παιδί, που ρίχτηκε στο γρασίδι με κουλουριασμένα άκρα και κατόπιν έτρεξε γοργά διασχίζοντας τον κήπο μέσα στο σκοτάδι.

«Θεέ μου!» ψιθύρισα· «το είδες;»

Ο Χολμς ήταν προς στιγμής τόσο ξαφνιασμένος όσο κι εγώ. Το χέρι του έκλεισε σαν (vise ή vine) γύρω από τον καρπό μου στον εκνευρισμό του. Έπειτα έβαλε ένα χαμηλό γέλιο και έφερε τα χείλη του στο αυτί μου.

«Ωραία οικογένεια,» μουρμούρισε. «Αυτός είναι ο μπαμπουΐνος.»

Είχα ξεχάσει τα παράξενα κατοικίδια τα οποία ο γιατρός είχε στην κατοχή του. Υπήρχε ένας γατόπαρδος, επίσης· ίσως να τον βρίσκαμε επί των ώμων μας από στιγμή σε στιγμή. Ομολογώ πως ένοιωσα καλύτερα στο μυαλό μου όταν, έχοντας ακολουθήσει το παράδειγμα του Χολμς και βγάζοντας τα παπούτσια μου, βρέθηκα μέσα στο υπνοδωμάτιο. Ο σύντροφος μου αθόρυβα έκλεισε τα παντζούρια, μετακίνησε την λάμπα στο τραπέζι, και έριξε την ματιά ολόγυρα στο δωμάτιο. Όλα ήταν όπως ήσαν κατά την διάρκεια της ημέρας. Κατόπιν ακροπατώντας κοντά μου και κάνοντας τα χέρια του χοάνη, μου ψιθύρισε στο αυτί τόσο απαλά που μόλις μπορούσα να ξεχωρίσω τα λόγια του.

«Κι ο ελάχιστον ήχος θα ήταν μοιραίος για σχέδια μας.»

Ένευσα για να του δείξω πως είχα ακούσει.

«Θα πρέπει να καθίσουμε δίχως φως. Θα το δούμε μέσα από τον αεραγωγό.»

Ένευσα και πάλι.

«Μην αποκοιμηθείς· ή ζωή σου η ίδια ίσως να εξαρτηθεί από αυτό. Έχετε το πιστόλι του έτοιμο σε περίπτωση που το χρειαστούμε. Θα καθίσω στο πλευρό του κρεβατιού, και εσύ σε εκείνη την καρέκλα.»

Πήρα το περίστροφο μου και το ακούμπησα στη γωνιά του τραπεζιού.

Ο Χολμς είχε εμφανίσει ένα μακρύ ραβδί, και το ακούμπησε επί του κρεβατιού σιμά του. Πλάι του απέθεσε ένα κουτί σπίρτων και το υπόλοιπο ενός κεριού. Κατόπιν χαμήλωσε τη λάμπα ώσπου απομείναμε στα σκοτεινά.

Πώς να ξεχάσω ποτέ αυτή την τρομαχτική αγρυπνία; Δεν άκουγα έναν ήχο, ούτε καν το τράβηγμα μιας ανάσας, και όμως ήξερα πως ο σύντροφος μου καθόταν με τα μάτια ανοικτά, εντός λίγων ποδιών από μένα, στην ίδια κατάσταση νευρικής έντασης στην οποία βρισκόμουν κι ο ίδιος. Τα παντζούρια απόκοπταν και τις λιγοστές ακτίνες φωτός, και εμείς περιμέναμε στο απόλυτο σκοτάδι.

Από έξω ακούστηκε η περιστασιακή κραυγή ενός νυχτοπουλιού, και αμέσως στο ίδιο μας το παράθυρο ένα μακρύ συρτό γατίσιο κλαψούρισμα, το οποίο μας φανέρωσε πως ο γατόπαρδος ήταν όντως ελεύθερος. Από πολύ μακριά ακούγαμε τους βαθιούς τόνους του ρολογιού της εκκλησίας, το οποίο βροντούσε κάθε τέταρτο της ώρας. Πόσο μακριά έμοιαζαν, εκείνα τα τέταρτα! Χτύπησε δώδεκα, και μια και δυο και τρεις, κι ακόμη περιμέναμε σιωπηλά για οτιδήποτε θα προέκυπτε.

Ξαφνικά υπήρξε μια στιγμιαία αναλαμπή φωτός στην κατεύθυνση του αεραγωγού, η οποία εξαφανίσθηκε αμέσως, αλλά ακολουθήθηκε από την έντονη οσμή πετρελαίου που καιγόταν και ζεσταμένου μετάλλου. Κάποιος στο πλαϊνό δωμάτιο είχε ανάψει ένα φανάρι. Άκουσα έναν απαλό ήχο κίνησης, και κατόπιν όλα σιώπησαν ξανά, μολονότι η οσμή δυνάμωσε. Για μισή ώρα κάθισα με τεντωμένα αυτιά. Τότε ξάφνου ένας άλλος ήχος έγινε αισθητός—ένας εξαιρετικά απαλός, συρτός ήχος, όπως εκείνος από ένα μικρό πίδακα ατμού που διαφεύγει διαρκώς από έναν βραστήρα. Την στιγμή που τον ακούσαμε, ο Χολμς τινάχτηκε από το κρεβάτι, άναψε ένα σπίρτο, και χτύπησε μανιασμένα με το ραβδί του το κορδώνι.

Spec-08.jpg

«Το βλέπεις, Γουώτσον;» φώναξε. «Το βλέπεις;»

Μα δεν είδα τίποτα. Την στιγμή που ο Χολμς άναψε το φως, άκουσα ένα χαμηλό, καθαρό σφύριγμα, όμως η απότομη λάμψη που έλαμψε στα κουρασμένα μου μάτια κατέστησε αδύνατο για μένα να διακρίνω τι ήταν εκείνο το οποίο ο φίλος μαστίγωσε τόσο βάναυσα. Μπορούσα, εντούτοις, να δω το πρόσωπο του θανάσιμα ωχρό και πλημμυρισμένο από τρόμο και απέχθεια. Είχε παύσει να χτυπά και κοιτούσε τον αεραγωγό όταν ξαφνικά ξέσπασε μέσα από την σιωπή η πλέον τρομερή κραυγή που είχα ποτέ ακούσει. Δυνάμωσε όλο και περισσότερο, μια τραχιά κραυγή πόνου και φόβου και θυμού όλα συνδυασμένα σε μια αποτρόπαια τσιρίδα. Λένε πως μακριά κάτω στο χωριό, και ακόμη και στο μακρινό πρεσβυτέριο, αυτή η κραυγή ξύπνησε τους κοιμισμένους από τα κρεβάτια τους. Έφερε ρίγη στις καρδιές μας, και εγώ στεκόμουν κοιτάζοντας τον Χολμς, και εκείνος εμένα, μέχρι που οι στερνές αντηχήσεις της έσβησαν στην σιωπή από την οποία υψώθηκαν.

«Τι να σημαίνει;» είπα με κομμένη ανάσα.

«Σημαίνει πως όλα τελείωσαν,» απάντησε ο Χολμς. «Και ίσως, τελικά, να είναι για το καλύτερο. Πάρε το πιστόλι του, και θα μπούμε στο δωμάτιο του Δρ. Ρόϋλοτ.»

Με βαρύθυμο πρόσωπο άναψε τη λάμπα κι οδήγησε στο διάδρομο. Δυο φορές χτύπησε στην πόρτα του θαλάμου δίχως κάποια απόκριση από μέσα. Κατόπιν έστρεψε το χερούλια και μπήκε, με εμένα στο κατόπι του, με το οπλισμένο πιστόλι στο χέρι μου.

Spec-09.jpg

Και ποια ιδιάζουσα θέα ήταν εκείνη που συνάντησε τα μάτια μας. Πάνω στο τραπέζι ακουμπούσε ένα φανάρι με το κάλυμμα του μισάνοιχτο, ρίχνοντας μια λαμπρή ακτίνα φωτός επί του σιδερένιου χρηματοκιβωτίου, η πόρτα του οποία ήταν μισάνοιχτη. Πλάι στο τραπέζι εκείνο, στην ξύλινη καρέκλα, καθόταν ο Δρ. Γκρίμσμπι Ρόϋλοτ ντυμένος με μια μακριά γκρίζα ρόμπα, με τους γυμνούς του αστράγαλους να προεξέχουν από κάτω, και τα πόδια του χωμένα σε ανοικτές Τούρκικες παντόφλες. Πάνω στην ποδιά του ακουμπούσε η κοντή λαβή του μακριού λουριού το οποίο είχαμε παρατηρήσει κατά την διάρκεια της ημέρας. Το σαγόνι του ήταν ανασηκωμένο και τα μάτια του ήταν καρφωμένα σε ένα τρομαχτικό, απλανές βλέμμα στην γωνία του ταβανιού. Γύρω από το μέτωπο του είχε ένα αλλόκοτο κίτρινο κορδόνι, με καφετιές πιτσιλιές, που έμοιαζε να είναι δεμένη γερά γύρω από το κεφάλι του. Καθώς μπήκαμε δεν έκανε ούτε ήχο ούτε κίνηση.

«Το κορδόνι! Το πιτσιλωτό κορδόνι!» ψιθύρισε ο Χολμς.

Έκανα ένα βήμα μπρος. Στην στιγμή το παράξενο αντικείμενο της κεφαλής άρχισε να κινείται, και τραβήχτηκε πίσω μέσα από τα μαλλιά του το πλατύ διαμαντόσχημο κεφάλι και ο πρησμένος λαιμός ενός απεχθούς ερπετού.

«Είναι μια οχιά των βάλτων!» φώναξε ο Χολμς· «το πιο θανατηφόρο φίδι στην Ινδία. Πέθανε εντός δέκα δευτερολέπτων από την στιγμή που τσιμπήθηκε. Η βία, ειλικρινά, ξεδιπλώνεται επί του βίαιου, και ο δολοπλόκος πέφτει στο λάκκο που σκάβει για έναν άλλο. Ας ρίξουμε αυτό το πλάσμα πίσω στη φωλιά του, και κατόπιν μπορούμε να απομακρύνουμε τη Δεσποινίδα Στόουνερ σε κάποιο ασφαλές μέρος και να ενημερώσουμε την τοπική αστυνομία πως κάτι συνέβη.»

Καθώς μίλησε τράβηξε το λουρί γοργά από την ποδιά του νεκρού, και ρίχνοντας την θηλιά γύρω από το λαιμό του ερπετού το τράβηξε από την φρικτή του κούρνια, και, μεταφέροντας το με τεντωμένο χέρι, το πέταξε μέσα στο σιδερένιο χρηματοκιβώτιο, το οποίο και έκλεισε πίσω του.

Αυτά είναι τα πραγματικά γεγονότα του θανάτου του Δρ. Γκρίμσμπι Ρόϋλοτ, του Στόουκ Μοράν. Δεν κρίνεται αναγκαίο να παρατείνω μια αφήγηση η οποία ήδη έχει εκταθεί σε τόσο μεγάλο μήκος λέγοντας πως είπαμε τα θλιβερά νέα στο τρομοκρατημένο κορίτσι, πως την μεταφέραμε με το πρωινό τραίνο στην φροντίδα της καλής της θείας στο Χάρροου, και πως η αργή πρόοδος της επίσημης έρευνας έφτασαν στο συμπέρασμα πως ο γιατρός είχε συναντήσει τη μοίρα του ενώ απρόσεκτα έπαιζε με ένα επικίνδυνο κατοικίδιο. Τα ελάχιστα τα οποία χρειάστηκε να μάθω ακόμη από την υπόθεση μου ειπώθηκαν από τον Σέρλοκ Χολμς καθώς επιστρέφαμε πίσω την επόμενη ημέρα.

«Είχα,» είπε, «φτάσει σε ένα εντελώς εσφαλμένο συμπέρασμα το οποίο φανερώνει, αγαπητέ μου Γουώτσον, πόσο επικίνδυνο είναι πάντοτε να συμπεραίνεις εξ ανεπαρκών στοιχείων. Η παρουσία των τσιγγάνων, και η χρήση της λέξης «κορδόνι,’ η οποία χρησιμοποιήθηκε από το καημένο κορίτσι, αναμφίβολα για να περιγράψει την εμφάνιση την οποία είχε συλλάβει μια βιαστική ματιά από το φως του σπίρτου της, υπήρξαν αρκετά για να θέσουν επί μιας εντελώς λανθασμένης κατεύθυνσης. Μπορώ μονάχα να δικαιολογηθώ (claim the merit) πως στη στιγμή αναθεώρησα τη θέση μου, όταν, ωστόσο, μου καταστάθηκε σαφές πως όποιος κίνδυνος απειλούσε τη ζωή ενός ένοικου του δωματίου δεν θα προερχόταν ούτε από το παράθυρο ούτε την πόρτα. Η προσοχή μου αμέσως προσελκύσθηκε, όπως σου έχω ήδη σχολιάσει, σε εκείνο τον αεραγωγό, και εκείνο το κορδόνι κλήσης το οποίο κρεμόταν στο κρεβάτι. Η ανακάλυψη πως ήταν ψεύτικο, και πως το κρεβάτι ήταν στερεωμένο στο πάτωμα, στη στιγμή εγείρανε την υποψία πως το σκοινί βρισκόταν εκεί ως μια γέφυρα πως κάτι που περνούσε μέσα από την τρύπα και έφθανε στο κρεβάτι. Η ιδέα ενός φιδιού αμέσως μου προέκυψε, και όταν την συνδύασα με τη γνώση μου πως γιατρός ήταν εφοδιασμένος με προμήθεια ζώων από την Ινδία, αισθάνθηκα πως πιθανόν βρισκόταν επί του σωστού δρόμου. Η ιδέα της χρήσης ενός δηλητηρίου το οποίο δεν υπήρχε πιθανότητα να εντοπισθεί από κάποιο χημικό τεστ ήταν τέτοια που θα ερχόταν σε κάθε έξυπνο και αδίστακτο άνθρωπο που είχε Ανατολίτικη εμπειρία. Η ταχύτητα με την οποία ένα τέτοιο δηλητήριο θα επιδρούσε θα ήταν, εξ αυτής της οπτικής, ένα πλεονέκτημα. Θα ήταν πολύ ανοιχτομάτης ιατροδικαστής, αλήθεια, εκείνος που θα διέκρινε τα δυο μικρά σκουρόχρωμα τρυπήματα τα οποία θα έδειχναν που τα φαρμακερά δόντια θα είχαν κάνει τη δουλειά τους. Τότε σκέφτηκα το σφύριγμα. Φυσικά θα έπρεπε να ανακαλέσει το φίδι πριν το πρωινό φως το φανερώσει στο θύμα του. Το είχε εκπαιδεύσει, πιθανόν με την χρήση του γάλακτος το οποίο είδαμε, να επιστρέφει σε εκείνον όποτε το καλούσε. Θα το τοποθετούσε μέσω του αεραγωγού την ώρα που θεωρούσε καλύτερη, με την βεβαιότητα πως θα κατέβαινε το σχοινί και θα προσγειωνόταν στο κρεβάτι. Θα υπήρχε περίπτωση να τσιμπήσει ή να μην τσιμπήσει την ξαπλωμένη, ίσως να του ξέφευγε κάθε νύχτα για μια βδομάδα, όμως αργά ή γρήγορα θα έπεφτε θύμα του.

«Είχα καταλήξει στα συμπεράσματα αυτά πριν ακόμη μπω στο δωμάτιο. Μια επιθεώρηση της καρέκλας μου φανέρωσε πως συνήθισε να στέκεται πάνω της, το οποίο φυσικά θα ήταν αναγκαίο ώστε να μπορεί να φτάσει τον αεραγωγό. Η θέα του χρηματοκιβωτίου, της πιατέλας με το γάλα, και της θηλιάς του μαστιγίου ήταν αρκετές για να αποδιώξουν τελικά κάθε αμφιβολία ή οποία ενδεχομένως να παρέμενε. Ο μεταλλικός ήχος που είχε ακουστεί από την Δεσποινίδα Στόουνερ είχε προφανώς προκληθεί από τον πατριό της όταν έκλεισε βιαστικά την πόρτα του χρηματοκιβωτίου πίσω από τον τρομερό του ένοικο. Έχοντας αποφασίσει, γνωρίζεις τα βήματα στα οποία προέβηκα ώστε να επαληθεύσω το ζήτημα. Άκουσα το πλάσμα να συρίζει όπως δεν αμφιβάλλω πως άκουσες κι ο ίδιος, και αμέσως άναψα το φως και του επιτέθηκα.

«Με αποτέλεσμα να το οδηγήσεις πίσω στο αεραγωγό.»

«Και επίσης με το αποτέλεσμα να το αναγκάσω να στραφεί επί του αφέντη του στην άλλη μεριά. Μερικά από τα χτυπήματα του ραβδιού έπιασαν τόπο και εγείρανε την φιδίσια προδιάθεση, έτσι ώστε επιτέθηκε στο πρώτο πρόσωπο που είδε. Καθαυτό τον τρόπο δίχως αμφιβολία είμαι εμμέσως υπεύθυνος για τον θάνατο του Δρ. Γκρίμσμπι Ρόϋλοτ, και δεν μπορώ να πως υπάρχει περίπτωση να πέσει βαριά επί της συνείδησης μου.»

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. (Σ.τ.Μ) Speckled band – πιτσιλωτό, κηλιδωμένο κορδόνι. Ωστόσο το band μπορεί να αναφερθεί σε λωρίδα, ρίγα, δακτύλιο ή και ομάδα ανθρώπων.
  2. (Σ.τ.Μ.) Meddler
  3. (Σ.τ.Μ.) Busybody
  4. (Σ.τ.Μ.) Eley – είδος πυρομαχικών
  5. (Σ.τ.Μ.) Dog-lash