Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Η Περιπέτεια του Αντίχειρα του Μηχανικού

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Η Περιπέτεια του Αντίχειρα του Μηχανικού


Από όλα τα προβλήματα τα οποία ανετέθησαν στο φίλο μου, τον Κύριο Σέρλοκ Χολμς, προς επίλυση κατά τους χρόνους της στενής φιλίας μας, υπήρξαν μόνον δυο για τις οποίες διετέλεσα ως το μέσο για την παρουσίαση τους ενώπιον του—εκείνης του αντίχειρα του Κυρίου Χάθερλυ, και εκείνης της παράνοιας του Συνταγματάρχη Γουορμπάρτον. Εξ αυτών η τελευταία ενδεχομένως να παρείχε ένα καλύτερο πεδίο για έναν διεισδυτικό και πρωτότυπο παρατηρητή, όμως η άλλη υπήρχε τόσο παράξενη κατά το έναυσμα της και τόσο δραματική στις λεπτομέρειες της ώστε να κρίνεται περισσότερο αξιόλογη ώστε να καταγραφεί, έστω κι αν προσέφερε στο φίλο μου ελάχιστα ανοίγματα για εκείνες τις επαγωγικές μεθόδους συλλογισμού υπό τις οποίες επέτυχε τόσο αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Η ιστορία έχει, πιστεύω, ειπωθεί περισσότερο από μια φορές στις εφημερίδες, ωστόσο, όπως όλες οι παρόμοιες αφηγήσεις, το αποτέλεσμα της είναι λιγότερο εκπληκτικό όταν παρατεθεί εν τω συνόλω της σε ένα μοναδικό μισόστηλο κειμένου από όσο όταν τα γεγονότα αργά εξελίσσονται ενώπιον σας, και το μυστήριο ξεδιαλύνεται σταδιακά καθώς κάθε νέα ανακάλυψη προσφέρει ένα βήμα το οποίο οδηγεί στην πλήρη αλήθεια. Την περίοδο εκείνη οι συγκυρίες μου έκαναν ιδιαίτερα βαθιά εντύπωση, και η πάροδος των δυο ετών ελάχιστα εξυπηρέτησε στο να αποδυναμώσει την επιρροή.

Επρόκειτο για το καλοκαίρι του ’89, ελάχιστα κατόπιν του γάμου μου, όταν εσυνέβησαν τα γεγονότα τα οποία πρόκειται να συνοψίσω. Είχα επιστρέψει στη δημόσια άσκηση τους επαγγέλματος μου και είχα τελικά εγκαταλείψει τον Χολμς στο διαμέρισμα του στην οδό Μπέϊκερ, μολονότι συνεχώς τον επισκεπτόμουν και περιστασιακά ακόμη τον είχα πείσει να αφήσει τις μποέμικες συνήθειες του ώστε να έρθει και να μας επισκεφθεί. Η εργασία μου σταθερά αυξανόταν, και καθώς συνέβαινε να ζω σε όχι μεγάλη απόσταση από τον Σταθμό Πάντινγκτον, είχα ορισμένους ασθενείς μεταξύ των στελεχών. Ένας εξ αυτών, τον οποίο είχα θεραπεύσει εκ μιας οδυνηρής και επίμονης αρρώστιας, δεν κουραζόταν ποτέ να διαλαλεί τις αρετές του και να επιχειρεί να μου στείλει κάθε πάσχοντα επί του οποίου είχε κάποια επιρροή.

Ένα πρωινό, λίγο πριν τις επτά, ξύπνησα από το χτύπημα της υπηρέτρια στην πόρτα μου για να μου ανακοινώσει πως δυο άντρες είχαν έρθει από το Πάντινγκτον και περίμεναν στο ιατρείο. Ντύθηκα εσπευσμένα, γιατί ήξερα από πείρα πως οι σιδηροδρομικές περιπτώσεις σπανίως ήταν ασήμαντες, και βιάστηκα να κατέβω. Καθώς κατέβαινα, ο παλιός μου σύμμαχος, ο φύλακας, βγήκε από το δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του εντελώς.

«Τον έχω μέσα,» ψιθύρισε, τινάζοντας τον αντίχειρα του πάνω από τον ώμο του, «είναι εντάξει.»

«Τι τρέχει, τότε;» Ρώτησα, γιατί η συμπεριφορά του υπέβαλε πως επρόκειτο για κάποιο περίεργο πλάσμα το οποίο είχε παγιδεύσει στο δωμάτιο μου.

«Είναι καινούργιος ασθενής,» ψιθύρισε. «Σκέφθηκα να τον φέρω από εδώ ο ίδιος· έτσι που να μην ξεγλιστρήσει. Εκεί είναι, όλα καλά κι ωραία. Πρέπει να φύγω τώρα, Γιατρέ· έχω τα καθήκοντα μου, όπως ακριβώς κι εσύ.» Και έφυγε ευθύς, ο έμπιστος κράχτης, δίχως καν να μου δώσει το χρόνο να τον ευχαριστήσω.

Μπήκα στο ιατρείο μου και βρήκα έναν κύριο καθισμένο πλάι στο γραφείο. Ήταν λιτά ντυμένος με κουστούμι από τουΐντ με μια τραγιάσκα την οποία είχε ακουμπήσει πάνω στα βιβλία μου. Γύρω από το ένα χέρι του είχε ένα μαντήλι τυλιγμένο, το οποίο ήταν διάστικτο από σταγόνες αίματος. Ήταν νέος, όχι περισσότερο από είκοσιπέντε, θα έλεγα, με ένα ισχυρό, αρρενωπό πρόσωπο· ωστόσο ήταν υπερβολικά χλωμός και μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που υπέφερε από κάποιο δυνατό εκνευρισμό, ο οποίος χρειαζόταν όλη του την διανοητική δύναμη για να ελέγξει.

«Συγνώμη που σας ξυπνήσαμε τόσο νωρίς, Γιατρέ,» είπε, «όμως είχα ένα ιδιαιτέρως σοβαρό ατύχημα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ήρθα με το τραίνο το πρωί, και ρωτώντας στο Πάντινγκτον σχετικά με το που θα μπορούσα να βρω έναν γιατρό, ένας αξιέπαινος τύπος πολύ ευγενικά με συνόδευσε εδώ. Έδωσα στην υπηρέτρια μια κάρτα, όμως βλέπω ότι την άφησε στο τραπεζάκι.»

Την σήκωσα και της έριξα μια ματιά.

«Κύριος Βίκτωρ Χάθερλυ,
Υδραυλικός Εγκαταστάσεων,
16Α, Οδός Βικτώρια (3ος όροφος)»

Επρόκειτο περί του ονόματος, του τίτλου, και της κατοικίας του πρωινού μου επισκέπτη. «Με συγχωρείτε που σας κράτησα σε αναμονή,» είπα, καθώς κάθισα στην πολυθρόνα μου. «Μόλις ήρθατε από ένα νυχτερινό ταξίδι, όπως αντιλαμβάνομαι, το οποίο αποτελεί από μόνο του μια μονότονη απασχόληση.»

«Ω, η νύχτα δεν θα μπορούσε να αποκαλεστεί μονότονη,» είπε, και γέλασε. Γέλασε εγκάρδια, με ένα ψηλό, καμπανιστό τόνο, γέρνοντας πίσω στην καρέκλα του και κουνώντας τα άκρα του. Όλα μου τα ιατρικά ένστικτα εγέρθηκαν ενάντια σε εκείνο το γέλιο.

«Σταμάτα!» φώναξα· «Ηρέμησε!» και έβαλα λίγο νερό από μια καράφα.

Ήταν ανούσιο, ωστόσο. Είχε βυθιστεί σε ένα από εκείνα τα υστερικά ξεσπάσματα που επιπίπτουν επί μιας ισχυρής κράσης όταν κάποια μεγάλη κρίση έχει τελειώσει. Σύντομα ήρθε στα συγκαλά του και πάλι, πολύ εξασθενημένος και χλωμός.

«Γελοιοποιήθηκα,» είπε με κομμένη ανάσα.

«Διόλου. Πιες αυτό.» Έριξα μια γουλιά μπράντυ μέσα στο νερό, και το χρώμα άρχισε να επιστρέφει στα άχρωμα μάγουλα του.

«Καλύτερα!» είπε. «Και τώρα, Γιατρέ, ίσως να είχατε την καλοσύνη να φροντίσετε τον αντίχειρα μου, ή μάλλον το μέρος που βρισκόταν ο αντίχειρας μου.»

Engr-01.jpg

Ξετύλιξε το μαντίλι και άπλωσε το δάκτυλο του. Έκανε ακόμη και να σκληραγωγημένα νεύρα μου να ανατριχιάσουν κοιτάζοντας το. Υπήρχαν τέσσερα προτεταμένα δάκτυλα και μια φρικτή κόκκινη, σπογγώδης επιφάνεια εκεί που ο αντίχειρας θα έπρεπε να βρίσκεται. Είχε πελεκηθεί ή κοπεί σύρριζα.

«Μα το Θεό!» φώναξα, «είναι ένα άσχημο τραύμα. Θα πρέπει να αιμορράγησε σημαντικά.»

«Μάλιστα, έτσι έγινε. Λιποθύμησα όταν συνέβη, και πιστεύω πως θα πρέπει να ήμουν αναίσθητος για πολύ ώρα. Όταν συνήλθα ανακάλυψα πως αιμορραγούσε ακόμη, έτσι έδεσα την μια άκρη του μαντηλιού μου πολύ σφικτά γύρω από τον καρπό μου και το στερέωσα με ένα κλαδάκι.»

«Έξοχα! Θα έπρεπε να ήσουν χειρουργός.»

«Είναι θέμα υδραυλικής, βλέπετε, και εμπίπτει στην αρμοδιότητα μου.»

«Έγινε,» είπα, εξετάζοντας το τραύμα, «από ένα πολύ βαρύ και αιχμηρό αντικείμενο.»

«Ένα πράγμα σα μπαλτά,» είπε εκείνος.

«Ατύχημα, υποθέτω;»

«Διόλου.»

«Πως! Εγκληματική επίθεση;»

«Πολύ εγκληματική όντως.»

«Μου προκαλείτε φρίκη.»

Σφούγγισα το τραύμα, το καθάρισα, το επίδεσα, και τέλος το κάλυψα με αρκετό βαμβάκι και αποστειρωμένους επιδέσμους. Ακουμπούσε πίσω δίχως ούτε να μορφάζει, μολονότι δάγκωνε το χείλι του κατά διαστήματα.

«Πως είναι;» ρώτησα όταν είχα τελειώσει.

«Άψογο! Μεταξύ του μπράντυ σας και του επιδέσμου σας, νοιώθω καινούργιος άνθρωπος. Ήμουν πολύ αδύναμος, όμως είχα περάσει αρκετά.»

«Ίσως να ήταν καλύτερα να μη μιλήσετε για το ζήτημα. Είναι εμφανές πως δοκιμάζει την αντοχή των νεύρων σας.»

«Ω, όχι, όχι τώρα. Θα πρέπει να πω την ιστορία μου στην αστυνομία· ωστόσο μεταξύ μας, αν δεν υπήρχε το ιδιαίτερα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο του τραύματος μου, θα εκπλησσόμουν αν πίστευαν την κατάθεση μου, γιατί είναι εξαιρετικά ιδιάζουσα, και δεν έχω πολλά να δείξω με τα οποία να την υποστηρίξω· και, ακόμη κι αν με πιστέψουν, τα στοιχεία τα οποία μπορώ να τους δώσω είναι τόσο ασαφή ώστε ζήτημα είναι αν η δικαιοσύνη θα αποδοθεί.»

«Αχα!» αναφώνησα, «αν πρόκειται για οτιδήποτε υπό την μορφή ενός προβλήματος το οποίο επιθυμείτε να φτάσετε στη λύση του, θα σας συνιστούσα εντόνως να πάτε στο φίλο μου, τον Κύριο Σέρλοκ Χολμς, πριν απευθυνθείτε στην επίσημη αστυνομία.»

«Ω, έχω ακούσει για αυτό τον τύπο,» απάντησε ο επισκέπτης μου, «και θα χαιρόμουν πολύ αν αναλάμβανε το ζήτημα, μολονότι φυσικά θα πρέπει να χρησιμοποιήσω και την επίσημη αστυνομία επίσης. Θα μου δώσετε μια σύσταση για εκείνον;»

«Θα κάνω κάτι καλύτερο. Θα σας πάω από εκεί ο ίδιος.»

«Θα σας ήμουν αφάνταστα υπόχρεος.»

«Θα καλέσουμε ένα αμάξι και θα πάμε παρέα. Θα φτάσουμε μόλις στην ώρα για να πάρουμε ένα μικρό πρωινό μαζί του. Νοιώθετε ικανός για αυτό;»

«Μάλιστα· δεν θα ησυχάσω μέχρι να πω την ιστορία μου.»

«Τότε η υπηρέτρια μου θα καλέσει ένα αμάξι, και θα είμαι μαζί σε μια στιγμή.» Όρμησα επάνω, εξήγησα το ζήτημα συντόμως στη γυναίκα μου, και σε πέντε λεπτά βρισκόμασταν εντός μιας δίτροχης, οδηγώντας με τον νέο μου γνωστό στην οδό Μπέϊκερ.

Engr-02.jpg

Ο Σέρλοκ Χολμς, όπως το ανέμενα, τεμπέλιαζε στο καθιστικό του με την ρόμπα του, διαβάζοντας την στήλη αγγελιών των Times και καπνίζοντας την προ του πρωινού πίπα του, η οποία απαρτιζόταν από όλα τα απομεινάρια της περασμένης μέρας, όλα τους προσεχτικά στεγνωμένα και συγκεντρωμένα στην γωνιά του γεισώματος. Μας δέχθηκε με τον ήρεμο ευγενικό τρόπο του, παρήγγειλε φρέσκο μπέικον και αυγά, και μας έκανε παρέα σε ένα γενναίο πρόγευμα. Όταν είχε ολοκληρωθεί έβαλε τον νέο μας γνωστό να καθίσει στον καναπέ, τοποθέτησε ένα μαξιλάρι πίσω από το κεφάλι του, και ακούμπησε ένα ποτήρι μπράντυ σε απόσταση χεριού.

«Είναι εύκολο να αντιληφθώ πως η εμπειρία σας δεν υπήρξε διόλου κοινή, Κύριε Χάθερλυ,» είπε. «Παρακαλώ, ξαπλώστε εκεί και νιώστε σα στο σπίτι σας. Πείτε μας ότι μπορείτε, μα σταματήστε όταν κουραστείτε και τονωθείτε με ένα μικρό τονωτικό.»

«Σας ευχαριστώ,» είπε ο ασθενής μου, «μα νοιώθω άλλος άνθρωπος αφότου ο γιατρός με μπαντάρισε, και πιστεύω πως το πρόγευμα σας ολοκλήρωσε τη θεραπεία. Θα πάρω όσο το δυνατόν λιγότερο από τον πολύτιμο χρόνο σας, έτσι θα ξεκινήσω αμέσως την αναφορά μου στις ιδιάζουσες εμπειρίες μου.»

Ο Χολμς κάθισε στη μεγάλη του πολυθρόνα με μια κουρασμένη, σκοτισμένη (heavy-lidded) έκφραση η οποία έκρυψε στο πέπλο της την οξύτατη και ανυπόμονη φύση του, ενώ εγώ κάθισα απέναντι του, και ακούσαμε σιωπηλοί την παράξενη ιστορία την οποία ο επισκέπτης μας εξέθεσε λεπτομερώς.

«Θα πρέπει να ξέρετε,» είπε, «πως είμαι ορφανός και εργένης, διαμένοντας μόνος σε διαμέρισμα του Λονδίνου. Επαγγελματικά είμαι υδραυλικός μηχανικός (hydraulic engineer), και είχα σημαντική εμπειρία στη δουλειά μου κατά την διάρκεια των επτά χρόνων που ήμουν μαθητευόμενος στην Βέννερ & Μάθεσον, την ξακουστή φίρμα, του Γκρήνουιτς. Δυο χρόνια πριν, έχοντας ολοκληρώσει τη θητεία μου, και έχοντας επίσης αποκτήσει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό μέσω του θανάτου του καημένου του πατέρα μου, αποφάσισα να ξεκινήσω τη δική μου δουλειά και βρήκα επαγγελματικό χώρο στην οδό Βικτώρια.

«Υποθέτω πως ο καθένας βρίσκει το πρώτο του εργασιακό ανεξάρτητο ξεκίνημα μια τρομερή εμπειρία. Για μένα ήταν εξαιρετικά τρομερό. Κατά τη διάρκεια δυο ετών είχα τρεις συμβουλευτικές αναθέσεις και μια μικρή δουλειά, και αυτό είναι όλο ότι μου έφερε το επάγγελμα του. Οι μικτές μου εισπράξεις ανέρχονται στις 27 λίρες και 10σ. Κάθε ημέρα, από τις εννέα το πρωί μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα, περίμενα στο μικρό μου γραφείο, μέχρι που τελικά άρχισα να αποκαρδιώνομαι, και άρχισα να πιστεύω πως δε θα έπρεπε ποτέ μου να έχω αρχίσει να ασκώ το επάγγελμα.

Engr-03.jpg

«Χθες, ωστόσο, πάνω που σκεφτόμουν να αφήσω το γραφείο, ο υπάλληλος μου μπήκε να αναφέρει πως υπήρχε ένας κύριος έξω ο οποίος ήθελέ να με δει για δουλειά. Έφερε και μια κάρτα, επίσης, με το όνομα ‘Συνταγματάρχης Λαϊσάντερ Σταρκ’ τυπωμένο πάνω της. Ακριβώς πίσω του ήρθε ο συνταγματάρχης ο ίδιος, ένας άνθρωπος μάλλον άνω του μετρίου αναστήματος, αλλά μιας εξαιρετικής ισχνότητας. Δε νομίζω πως είδα ποτέ μου έναν τόσο λεπτό άνθρωπο. Όλο του το πρόσωπο κατέληγε σε μύτη και σαγόνι, και το δέρμα των μάγουλων του ήταν τραβηγμένο αρκετά πάνω από τα προτεταμένα του οστά. Εντούτοις η σκελετική αυτή μορφή του έδειχνε να αποτελεί τη φυσική του κατάσταση, και δεν προερχόταν από αρρώστια, γιατί το μάτι του ήταν λαμπερό, το βήμα του ζωντανό, και η συμπεριφορά του όλο σιγουριά. Ήταν ντυμένος απλά αλλά τακτικά, και η ηλικία, θα έλεγα, πρέπει να ήταν πιο κοντά στα σαράντα από ότι στα τριάντα.

«’Ο Κύριος Χάθερλυ;’ Είπε, με κάτι από Γερμανική προφορά. ‘Σας συνέστησαν σε εμένα, Κύριε Χάθερλυ, ως άνθρωπο που δεν είναι μόνο ικανός επαγγελματίας αλλά επίσης διακριτικός και ικανός να διαφυλάξει ένα μυστικό.’

«Υποκλίθηκα, νιώθοντας τόσο κολακευμένος όπως κάθε νεαρός σε μια τέτοια αναφορά. ‘Επιτρέπεται να ρωτήσω ποιος μου προσέδωσε έναν τόσο καλό χαρακτήρα;’

«Βασικά, ίσως είναι καλύτερα να μη σας το πω τουλάχιστον για την ώρα. Γνωρίζω εκ της ιδίας πηγής πως είστε επίσης ορφανός και εργένης και διαμένετε μόνος στο Λονδίνο.’

«’Απολύτως σωστό,’ απάντησα· ‘όμως συγχωρείστε με αν πω ότι δεν αντιλαμβάνομαι πως όλα αυτά σχετίζονται με τα επαγγελματικά μου προσόντα. Όπως καταλαβαίνω επιθυμείτε να μου μιλήσετε για ένα επαγγελματικό ζήτημα;»

«Αναμφίβολα. Όμως θα ανακαλύψετε πως όλα όσα αναφέρω είναι όντως καίρια. Έχω μια επαγγελματική ανάθεση για εσάς, ωστόσο η απόλυτη εχεμύθεια είναι ουσιαστικότατη—απόλυτη εχεμύθεια, καταλαβαίνετε, και φυσικά, την αναμένουμε περισσότερο από έναν άνθρωπο που είναι μόνο από ότι από κάποιον που ζει στους κόλπους της οικογενείας του.’

«’Αν υποσχεθώ να φυλάξω ένα μυστικό,’ είπα, ‘τότε μπορείτε απολύτως να θεωρήσετε πως θα το πράξω.’

«Με κοίταξε ιδιαίτερα έντονα καθώς μιλούσα, και μου φάνηκε πως ποτέ δεν είχα δει έναν τόσο καχύποπτο και ανακριτικό μάτι.

«’Υπόσχεστε, λοιπόν;’ Είπε, εντέλει.

«’Μάλιστα, υπόσχομαι.’

«’Απόλυτη και πλήρη σιωπή πριν, κατά τη διάρκεια, και κατόπιν; Καμία αναφορά στο ζήτημα, είτε σε λόγο είτε σε γραπτό;’»

«’Σας έδωσα ήδη τον λόγο μου.’»

«’Πολύ καλά.’ Ξαφνικά τινάχτηκε πάνω, και διασχίζοντας σαν αστραπή το δωμάτιο άνοιξε την πόρτα. Ο διάδρομος απέξω ήταν άδειος.»

«Δεν τρέχει τίποτα,’ είπε, επιστρέφοντας. ‘Ξέρω πως οι υπάλληλοι είναι μερικές φορές περίεργοι όσον αφορά τις υποθέσεις των αφεντικών τους. Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε με ασφάλεια.’ Τράβηξε την καρέκλα του πολύ κοντά στη δική μου και άρχισε να με παρατηρεί και πάλι με την ίδια ανακριτική και στοχαστική ματιά.»

«Ένα συναίσθημα απέχθειας, και κάτι συναφές του τρόμου είχε αρχίσει να αναδύεται μέσα μου στις παραξενιές αυτού του ισχνού άντρα. Ακόμη κι ο φόβος να χάσω ένα πελάτη δε μπορούσε να συγκρατήσει την επίδειξη της ανυπομονησίας μου.»

«Παρακαλώ όπως μου δηλώσετε την εργασία σας, κύριε,’ είπα· ‘ο χρόνος μου είναι πολύτιμος.’ Ο Θεός να με συγχωρήσει για αυτή την στερνή πρόταση, μα τα λόγια ήρθαν στα χείλη μου.»

«’Πως θα σας φαίνονταν πενήντα γκινέες για μιας νύχτας δουλειά;’ Ρώτησε.»

«’Θαυμάσια.’»

«Λέω μιας νύχτας δουλειά, όμως μιας ώρας θα ήταν πλησιέστερα στην πραγματικότητα. Απλά θέλω την γνώμη σας για μια υδραυλική πρέσα η οποία τέθηκε εκτός λειτουργίας. Αν μας δείξετε τι πρόβλημα έχει σύντομα θα τη διορθώσουμε οι ίδιοι. Τι λέτε για μια τέτοια εργασία;’»

«’Η δουλειά εμφανίζεται ελαφριά και η πληρωμή γενναιόδωρη.‘»

«’Ακριβώς έτσι. Θα επιθυμούσαμε να έρθετε απόψε με το τελευταίο τραίνο.’»

«’Που να έρθω;’»

«Στο Εΐφορντ, στο Μπέρκσάϊρ. Πρόκειται για ένα μικρό μέρος κοντά στα σύνορα του Όξφορντσάϊρ, και εντός επτά μιλίων από το Ρέντινγκ. Φεύγει ένα τραίνο από το Πάντινγκτον το οποίο θα σας φέρει εκεί περίπου στις 11:15.’

«’Πολύ καλά.’»

«Θα κατέβω με μια άμαξα για να σας συναντήσω.’»

«Υπάρχει δρόμος, δηλαδή;’»

«Ναι, το μικρό μας μέρος είναι αρκετά έξω στο ύπαιθρο. Απέχει επτά γεμάτα μίλια από το Σταθμό του Εΐφορντ.’»

«’Τότε δεν θα προλάβουμε να πάμε εκεί πριν τα μεσάνυχτα. Υποθέτω πως δεν θα υπήρχε περίπτωση για τραίνο πίσω. Θα υποχρεωθώ να μείνω εκεί την νύχτα.’»

«’Ναι, με άνεση θα σας προσφέρουμε μια στρωματσάδα.’»

«’Είναι ιδιαιτέρως άβολο. Δεν γίνεται να έρθω σε κάποια πιότερο βολική ώρα;’»

«Κρίναμε πως είναι καλύτερα να έρθετε αργά. Προς αποζημίωση για την όποια αναστάτωση σας θα πληρώσουμε εσάς, έναν νεαρό κι άγνωστο άνθρωπο, μια αμοιβή που θα αγόραζε μια γνωμοδότηση από τους επικεφαλείς του επαγγέλματος σας. Ωστόσο, φυσικά, αν θα θέλετε να αποτραβηχτείτε από την εργασία, έχετε άφθονο χρόνο να το πράξετε.’»

«Σκέφτηκα τις πενήντα γκινέες, και πόσο χρήσιμες θα ήταν για μένα. ‘Καθόλου,’ είπα, ‘Θα χαρώ να συμμορφωθώ με τις επιθυμίες σας. Θα ήθελα, ωστόσο, να κατανοήσω λίγο πιο ξεκάθαρα τι θέλετε να κάνω.’

«Πολύ καλά. Είναι πολύ φυσικό πως ή δέσμευση εχεμύθειας την οποία πήραμε από εσάς θα ξυπνούσε την περιέργεια σας. Δεν επιθυμώ να σας δεσμεύσω σε κάτι δίχως να παρατεθούν όλα ενώπιον σας. Να υποθέσω πως είμαστε απολύτως ασφαλείς από ωτακουστές;’»

«Τελείως.’»

«’Τότε το ζήτημα έχει ως εξής. Πιθανόν γνωρίζετε πως το χώμα fuller[1] είναι ένα πολύτιμό προϊόν, και πως εντοπίζεται σε ένα ή δυο μέρη επί της Αγγλίας;’

«’Το έχω ακούσει.’»

«’Προ ολίγου καιρού αγόρασα μια μικρή έκταση —μια ιδιαίτερα μικρή έκταση—εντός δέκα μιλίων από το Ρέντινγκ. Υπήρξα τυχερός αρκετά να ανακαλύψω πως υπήρχε ένα κοίτασμα χώματος fuller σε ένα από τα χωράφια μου. Εξετάζοντας το, ωστόσο, βρήκα ότι το κοίταξα ήταν συγκριτικά μικρό, και πως σχημάτιζε έναν δεσμό μεταξύ δυο πολύ μεγαλυτέρων στα δεξιά και αριστερά—και τα δυο τους, ωστόσο, επί των εκτάσεων των γειτόνων μου. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι είχαν παντελή άγνοια του γεγονότος πως η γη τους περιείχε ό,τι ήταν εξίσου πολύτιμο όσο ένα χρυσωρυχείο. Φυσικά, ήταν προς όφελος μου να αγοράσω τη γη τους προτού ανακαλύψουν την πραγματική της αξία, όμως δυστυχώς δεν είχα διόλου κεφάλαιο με το οποίο να το πραγματοποιήσω. Εμπιστεύτηκα ορισμένους φίλους μου στο μυστικό, ωστόσο, και πρότειναν να εξορύξουμε αθόρυβα και με μυστικότητα το δικό μας μικρό κοίτασμα και πως καθαυτό τον τρόπο θα κερδίζαμε τα χρήματα τα οποία θα μας έδιναν την δυνατότητα να αγοράσουμε τα γειτονικά χωράφια. Αυτό κάνουμε εδώ και αρκετό καιρό, και έτσι για να μας βοηθήσει στις εργασίες μας στήσαμε μια υδραυλική πρέσα. Αυτή η πρέσα, όπως έχω ήδη εξηγήσει, έπαψε να λειτουργεί, και επιθυμούμε την συμβουλή σας επί του θέματος. Φυλάμε το μυστικό μας ιδιαιτέρως άγρυπνα, ωστόσο, και αν γινόταν γνωστό πως είχαμε προσκαλέσει υδραυλικούς μηχανολόγους στο μικρό μας σπίτι, σύντομα θα ξεσήκωσε ερωτήσεις, και τότε, αν τα στοιχεία έβγαιναν έξω, θα αποχαιρετούσαμε κάθε πιθανότητα να πάρουμε εκείνα τα χωράφια και να πραγματοποιήσουμε τα σχέδια μας. Για το λόγο αυτό σας έβαλα να υποσχεθείτε πως δεν θα πείτε σε ψυχή ζώσα πως θα πάτε στο Εϊφορντ απόψε. Να ελπίζω πως τα ξεκαθάρισα όλα;’»

«Σας ακολουθώ απολύτως,’ είπα. ‘Το μόνο σημείο το οποίο αδυνατώ να κατανοήσω πλήρως είναι ποια θα μπορούσε να είναι η χρήση μιας υδραυλικής πρέσας στην εξόρυξη χώματος fuller, το οποίο, όπως κατανοώ, ανασκάπτεται σα χαλίκι από ένα νταμάρι.’»

«’Α!’ είπε απρόσεκτα, ‘έχουμε τη δική μας μέθοδο. Συμπιέζουμε το χώμα σε τούβλα, έτσι ώστε να τα απομακρύνουμε δίχως να αποκαλύπτουμε τι είναι. Όμως πρόκειται περί μιας απλής λεπτομέρειας. Σας εμπιστεύθηκα πλήρως πλέον, Κύριε Χάθερλυ, και σας έδειξα πόσα σας εμπιστεύομαι.’ Σηκώθηκε καθώς τελείωσε. ‘Θα σας περιμένω, τότε, στο Εϊφορντ στις 11:15.’»

Engr-04.jpg

«Ασφαλώς και θα είμαι εκεί.’»

«’Και ούτε κουβέντα σε κανέναν.’ Με κοίταξε με ένα τελευταίο μακρύ, εξεταστικό βλέμμα, και έπειτα, σφίγγοντας το χέρι μου σε κρύα, υγρή χειραψία, βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.

«Λοιπόν, όταν τα σκέφθηκα όλα ψύχραιμα έμεινα υπερβολικά κατάπληκτος, όπως και οι δυο σας να σκέφτεστε, με αυτή την αιφνίδια ανάθεση η οποία μου είχε ανατεθεί. Αφενός, φυσικά, χαιρόμουν, γιατί η αμοιβή ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσια από ότι θα είχα ζητήσει αν είχα τιμολογήσει ο ίδιος τις υπηρεσίες μου, και υπήρχε περίπτωση πως αυτή η παραγγελία ενδεχομένως να οδηγούσε σε άλλες. Αφετέρου όμως, το πρόσωπο και η συμπεριφορά του πελάτη μου, μου είχε προξενήσει μια δυσάρεστη εντύπωση, και δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι πως η εξήγηση του σχετικά με το χώμα fuller δεν αρκούσε στο να δικαιολογεί την αναγκαιότητα για την άφιξη μου τα μεσάνυχτα, και την υπερβολική ανησυχία του να μην αναφέρω σε κανέναν την αποστολή μου. Ωστόσο, άφησα τους φόβους μου στην άκρη, έφαγα ένα γενναίο γεύμα, πήγα στο Πάντινγκτον, και ξεκίνησα, έχοντας υπακούσει κατά γράμμα την εντολή να κρατήσω το στόμα μου κλειστό.»

«Στο Ρέντινγκ χρειάστηκε να αλλάξω όχι μόνο βαγόνι αλλά και σταθμό. Ωστόσο, είχα φτάσει εγκαίρως για το τελευταίο τραίνο προς το Εϊφορντ, και έφθασα στο μικρό μισοφωτισμένο σταθμό περί τις έντεκα η ώρα. Ήμουν ο μοναδικός επιβάτης που κατέβηκε εκεί, και δεν υπήρχε κανείς άλλος στην πλατφόρμα εκτός από έναν μοναδικό νυσταλέο αχθοφόρο με μια λάμπα. Καθώς βγήκα από το παραπόρτι, ωστόσο, βρήκα το γνώριμο μου του πρωινού να με περιμένει στη σκιά επί της άλλης πλευράς. Δίχως μια λέξη μου άρπαξε το χέρι και με έσπρωξε σε μια άμαξα, η πόρτα της οποία ήταν ορθάνοικτη. Σήκωσε τα παράθυρα και στις δυο πλευρές, χτύπησε το ξύλο, και ξεκινήσαμε τόσο γρήγορα όσο πήγαινε το άλογο.»

«Ένα άλογο;» παρενέβη ο Χολμς.

«Μάλιστα, μόνο ένα.»

«Παρατηρήσατε το χρώμα;»

«Μάλιστα, το είδα από τα πλευρικά φώτα όταν μπήκα στην άμαξα. Ήταν ένα καστανό.»

«Κουρασμένο ή ξεκούραστο;»

«Ω, ξεκούραστο και βουρτσισμένο.»

«Σας ευχαριστώ. Συγνώμη που σας διέκοψα. Παρακαλώ συνεχίστε την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δήλωση σας.»

«Ξεκινήσαμε λοιπόν, και ταξιδέψαμε για τουλάχιστον μια ώρα. Ο Συνταγματάρχης Λαϊσάντερ Στάρκ είχε πει πως ήταν μόνο επτά μίλια, όμως εγώ θα έλεγα, από τον ρυθμό με τον οποίο πηγαίναμε, και από την ώρα που χρειαστήκαμε, πως θα πρέπει ήταν πλησιέστερα στα δώδεκα. Καθόταν πλάι μου σιωπηλός όλη την ώρα, και είχα την αίσθηση, περισσότερες από μια φορές όταν κοίταξα προς τη μεριά του, πως με κοίταζε με την εξαιρετική σφοδρότητα. Οι αγροτικοί δρόμοι δεν φαίνονταν να είναι πολύ καλοί σε κείνο το μέρος, γιατί κλυδωνιζόμασταν και τιναζόμασταν τρομερά. Προσπάθησα να κοιτάξω έξω από τα παράθυρα για να δω κάτι σχετικά με το που βρισκόμασταν, όμως ήταν φτιαγμένα από ημιδιαφανές γυαλί, και δεν διέκρινα τίποτα παρεκτός κάποιας περιστασιακής θαμπάδας από κάποιο περαστικό φως. Που και που αποτόλμησα κάποιο σχόλιο για να σπάσω τη μονοτονία του ταξιδιού, όμως ο συνταγματάρχης απαντούσε μόνο μονολεκτικά, και η κουβέντα σύντομα ξεθύμανε. Τελικά, εντούτοις, το ταρακούνημα του δρόμου άλλαξε με την τριζάτη ομαλότητα ενός χαλικόστρωτου δρόμου, και η άμαξα σταμάτησε. Ο Συνταγματάρχης Λαϊσάντερ Στάρκ πήδηξε έξω, και, καθώς ακολούθησα πίσω του, με τράβηξε βιαστικά σε μια βεράντα η οποία έχασκε εμπρός μας. Βγήκαμε, όπως είχε, ακριβώς έξω από μια άμαξα και μέσα σε μια είσοδο, έτσι ώστε απέτυχα να δω έστω και μια φευγαλέα εικόνα της πρόσοψης του σπιτιού. Τη στιγμή που είχα διασχίσει το κατώφλι η πόρτα έκλεισε βαριά πίσω μας, και άκουσα αμυδρά το κροτάλισμα των τροχών καθώς η άμαξα απομακρυνόταν.

«Ήταν πίσσα σκοτάδι μέσα στο σπίτι, και ο συνταγματάρχης ψηλαφιστά έψαξε για σπίρτα μουρμουρίζοντας μασημένα. Ξαφνικά μια πόρτα άνοιξε στην άλλη άκρη του διαδρόμου, και μια μακριά, χρυσή ράβδος φωτός (δεν μου αρέσει???) ξεχύθηκε προς τη μεριά μας. Έγινε πλατύτερη, και μια γυναίκα εμφανίστηκε με μια λάμπα στο χέρι της, την οποία κράτησε πάνω από το κεφάλι της, προτείνοντας το πρόσωπο της εμπρός και κοιτάζοντας μας. Διέκρινα πως ήταν όμορφη, και από την αίγλη με την οποία έλαμπε το φως επί του σκουρόχρωμου φορέματος της ήξερα πως ήταν από ακριβό υλικό. Είπε μερικές λέξεις σε μια ξένη γλώσσα κατά τέτοιο τόνο σα να έκανε κάποια ερώτηση, και όταν ο σύντροφος μου της απάντησε με ένα τραχύ μονολεκτικό εκείνη ξαφνιάστηκε τόσο που λίγο έλειψε να της πέσει η λάμπα από το χέρι. Ο συνταγματάρχης Σταρκ πήγε κοντά της, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της, και έπειτα, σπρώχνοντας την πίσω στο δωμάτιο από το οποίο είχε έρθει, προχώρησε προς το μέρος μου ξανά με τη λάμπα στο χέρι του.»

«Ίσως θα είχατε την καλοσύνη να περιμένετε σε αυτό το δωμάτιο για λίγη ώρα,’ είπε, ανοίγοντας μια άλλη πόρτα. Επρόκειτο για ένα απλό, μικρό, λιτά επιπλωμένο δωμάτιο με μια ροτόντα στο κέντρο, επί της οποίας αρκετά Γερμανικά βιβλία ήταν σκορπισμένα. Ο συνταγματάρχης Σταρκ ακούμπησε τη λάμπα επί ενός αρμόνιου πλάι στην πόρτα ‘Δεν θα σας αφήσω να περιμένετε μια στιγμή,’ είπε, και χάθηκε στο σκοτάδι.»

«Έριξα μια ματιά στα βιβλία επί του τραπεζιού, και παρά την άγνοια μου στη Γερμανική ξεχώρισα πως δυο εξ αυτών αποτελούσαν επιστημονικές πραγματείες, ενώ τα υπόλοιπα ήταν τόμοι ποίησης. Κατόπιν διέσχισα το χώρο προς το παράθυρο, ελπίζοντας πως ίσως να μπορούσα να έχω μια φευγαλέα ματιά απέξω, όμως ένα δρύινο παντζούρι, βαριά αμπαρωμένο, το απέκλειε. Επρόκειτο για ένα εξαιρετικά σιωπηλό σπίτι. Υπήρχε ένα παλιό ρολόι που χτυπούσε δυνατά κάπου στο διάδρομο, αλλά κατά τα άλλα τα πάντα ήταν νεκρικά ήρεμα. Ένα ακαθόριστο συναίσθημα ανησυχία άρχισε να με καταλαμβάνει. Ποιοι ήταν αυτοί οι Γερμανοί, και τι έκαναν ζώντας σε αυτό το περίεργο, εκτός τόπου μέρος; Και που βρισκόταν αυτό το μέρος; Βρισκόμουν δέκα μίλια ή κάπου τόσο από το Εϊφορντ, αυτό ήταν όλο ότι ήξερα, αλλά αν ήταν νότια, βόρια, ανατολικά ή δυτικά δεν είχα ιδέα. Για το λόγο αυτόν, το Ρέντινγκ, ενδεχομένως άλλες μεγάλες πόλεις, βρίσκονταν εντός ακτίνας, έτσι το μέρος ίσως να μην ήταν τόσο απομονωμένο, τελικά. Ωστόσο ήταν απολύτως βέβαιο, από την ολοκληρωτική σιγή, πως βρισκόμασταν στην επαρχία. Βημάτισα πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο, σφυρίζοντας ένα μουρμουριστό σκοπό για να κρατήσω την ηρεμία μου και νοιώθοντας πως πέρα για πέρα κέρδιζα την αμοιβή μου, των πενήντα γκινέων.»

«Ξαφνικά, δίχως κάποιο προειδοποιητικό ήχο καταμεσής της απόλυτης σιωπής, η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε αργά. Η γυναίκα στεκόταν στο στενό άνοιγμα, με το σκοτάδι της εισόδου να απλώνεται πίσω της, και το κίτρινο φως της λάμπας να χτυπάει πάνω στο πρόθυμο και όμορφο πρόσωπο της. Διέκρινα με μια ματιά πως ήταν κατατρομαγμένη, και η θέα έστειλε ένα ρίγος στην καρδιά μου. Ανασήκωσε ένα από τα τρεμάμενα δάκτυλα της για να με προειδοποιήσω να μείνω σιωπηλός, και μου είπε μερικές ψιθυριστές λέξεις σε σπαστά Αγγλικά, με τα μάτια της να ρίχνουν βιαστικές ματιές πίσω, όπως εκείνα ενός φοβισμένου αλόγου, μέσα στο σκοτάδι πίσω της.

«’Θα έφευγα,’ είπε, καταβάλλοντας σκληρή προσπάθεια, όπως μου φάνηκε, να μιλήσει ήρεμα· ‘Θα έφευγα. Δεν θα έπρεπε να μείνω εδώ. Δεν υπάρχει κάτι καλό να κάνεις εσύ.’»

Engr-05.jpg

«’Μα κυρία μου,’ είπα, ‘δεν έκανα ακόμη αυτό για το οποίο ήρθα. Δεν υπάρχει περίπτωση να φύγω μέχρι να έχω δει την μηχανή.’»

«’Δεν αξίζει την ώρα σου να περιμένεις,’ συνέχισε εκείνη. ‘Μπορείς να φύγεις από την πόρτα· κανείς δεν εμποδίζει.’ Και τότε, βλέποντας πως χαμογέλασα και κούνησα το κεφάλι μου, ξάφνου παράτησε την αυτοσυγκράτηση της και έκανε ένα βήμα εμπρός, με τα χέρια της πλεγμένα. ‘Για την αγάπη των Ουρανών!’ ψιθύρισε, ‘φύγε από εδώ πριν να είναι πολύ αργά!’»

«Μα είμαι κάπως πεισματάρης εκ φύσεως, και περισσότερο έτοιμος να μπλεχτώ σε μια ιστορία όταν υπάρχει κάποιο εμπόδιο στη μέση. Σκέφτηκα την αμοιβή μου των πενήντα γκινέων, το κουραστικό ταξίδι μου, και την δυσάρεστη νύχτα που έδειχνε να βρίσκεται μπρος μου. Όλα αυτά για το τίποτα; Γιατί θα έπρεπε να ξεγλιστρήσω δίχως να έχω ολοκληρώσει τη δουλειά μου, και δίχως την πληρωμή που μου οφειλόταν; Εκείνη η γυναίκα ίσως να ήταν, όσο μπορούσα να ξέρω, μονομανής. Με ψυχωμένη συμπεριφορά, επομένως, αν και ο τρόπος της με είχε ταράξει περισσότερο από όσο θα ήθελα να ομολογήσω, κούνησα και πάλι το κεφάλι μου και δήλωσα την πρόθεση μου να παραμείνω εκεί που ήμουν. Ετοιμαζόταν να ανανεώσει τις παρακλήσεις της όταν μια πόρτα χτύπησε δυνατά από πάνω, και ο ήχος αρκετών βημάτων ακούστηκε από τις σκάλες. Αφουγκράστηκε για μια στιγμή, σήκωσε τα χέρια της σε μια απεγνωσμένη χειρονομία, και χάθηκε τόσο ξαφνικά και τόσο αθόρυβα όσο είχε έρθει.»

«Οι νεοφερμένοι ήταν ο Συνταγματάρχη Λαϊσάντερ Σταρκ και ένας κοντός παχύς άνθρωπος με μια γενειάδα (chinchilla beard) που φύτρωνε από τις ζάρες του προγουλιού του, ο οποίος μου παρουσιάστηκε ως Κύριος Φέργκιουσον.

«Από εδώ ο γραμματέας και διαχειριστής μου,’ είπε ο συνταγματάρχης. ‘Επί τη ευκαιρία, είχα την εντύπωση πως άφησα την πόρτα κλειστή μόλις τώρα. Φοβάμαι πως νοιώσατε το ρεύμα.’»

«’Αντιθέτως,’ απάντησα, ‘άνοιξα ο ίδιος την πόρτα επειδή ένοιωσα το δωμάτιο κάπως πνιγηρό.’»

«Μου έριξε ένα από τα καχύποπτα βλέμματα του. ‘Ίσως να ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε την δουλειά μας, τότε,’ είπε. ‘Ο Κύριος Φέργκιουσον θα σας πάει να δείτε τη μηχανή.’»

«’Καλύτερα να φορέσω το καπέλο μου τότε, υποθέτω.’»

«Ω, όχι, βρίσκεται στο σπίτι.’

«Πως, σκάβετε για χώμα fuller εντός του σπιτιού;»

«Όχι, όχι. Εδώ μόνο είναι που το συμπιέζουμε. Όμως μη σας νοιάζει αυτό. Το μόνο που θέλουμε να κάνετε είναι να εξετάσετε τη μηχανή και να μας πείτε ποιο είναι το πρόβλημα της.’»

«Ανεβήκαμε μαζί, ο συνταγματάρχης μπροστά με τη λάμπα, ο παχύς διαχειριστής και εγώ πίσω του. Λαβύρινθος σκέτος ήταν αντί για παλιό σπίτι, με διαδρόμους, περάσματα, στενές στρογγυλές σκάλες, και μικρές κοντές πόρτες, τα κατώφλια των οποίων ήταν κουφωμένα από τις γενιές που τα είχαν περάσει. Δεν υπήρχαν χαλιά και άλλα ίχνη επίπλωσης πέραν του ισογείου, ενώ ο σοβάς ξεφλούδιζε από τους τοίχους, και υγρασία ξεπρόβαλε σε πράσινα, ανθυγιεινά μπαλώματα. Προσπάθησα να αποπνέω έναν αέρα ξενοιασιάς όσο ήταν δυνατόν, όμως δεν είχε ξεχάσει τις προειδοποιήσεις της κυρίας, ακόμη κι αν της αψήφησα, και είχα το βλέμμα καρφωμένο πάνω στους δυο συντρόφους μου. Ο Φέργκιουσον έδειχνε να είναι ένας σκυθρωπός και σιωπηλός άνθρωπος, όμως αντιλαμβανόμουν από τα λίγα που είπε πως ήταν τουλάχιστον συμπατριώτης.»

«Ο Συνταγματάρχης Λαϊσάντερ Σταρκ στάθηκε τελικά μπροστά σε μια χαμηλή πόρτα, την οποία ξεκλείδωσε. Εντός βρισκόταν ένα μικρό, τετράγωνο δωμάτιο, στο οποίο οι τρεις μας δυσκολευόμασταν να κινηθούμε όλοι μαζί. Ο Φέργκιουσον παρέμεινε απέξω, και ο συνταγματάρχης με συνόδεψε μέσα.»

«’Βρισκόμαστε τώρα,’ είπε, ‘στην πραγματικότητα εντός της υδραυλικής πρέσα, και θα αποτελούσε ένα ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός για μας αν κάποιος την έβαζε μπροστά. Η οροφή του μικρού θαλάμου είναι στην πραγματικότητα το άκρο του καταδυόμενου πιστονιού, και κατεβαίνει με την δύναμη πολλών τόνων επί του μεταλλικού αυτού πατώματος. Υπάρχουν μικρές πλευρικές στήλες νερού απέξω που δέχονται την πίεση, και οι οποίες την μεταδίδουν και την πολλαπλασιάζουν κατά τον τρόπο που σας είναι γνώριμος. Η μηχανή ανάβει αμέσως, όμως υπάρχει κάποια ακαμψία στη λειτουργία της, και έχει χάσει λίγη από την ισχύ της. Ίσως θα είχατε την καλοσύνη να την κοιτάξετε και να μας δείξετε πως θα την διορθώσουμε.’»

«Του πήρα την λάμπα, και εξέτασα τη μηχανή με ιδιαίτερη προσοχή. Επρόκειτο όντως για μια γιγαντιαία, και ικανή να εξασκήσει τρομερή πίεση. Όταν βγήκα έξω, ωστόσο, και κατέβασα τους μοχλούς που την ήλεγχαν, κατάλαβα αμέσως από τον συριστικό ήχο πως υπήρχε μια ελαφριά διαρροή, η οποία επέτρεπε μια αναρροή νερού μέσω ενός από τους πλευρικούς κυλίνδρους. Μια εξέταση έδειξε πως μια από τις καουτσουκένιες σωλήνες η οποία έπιανε στην κεφαλή μιας ράβδου οδήγησης είχε συρρικνωθεί τόσο ώστε να μη γεμίζει εντελώς την εσοχή παράλληλα με την οποία λειτουργούσε. Επρόκειτο σαφώς για την αιτία της απώλειας ισχύος, και το υπέδειξα στους συντρόφους μου, οι οποίοι ακολούθησαν τις παρατηρήσεις μου ιδιαιτέρως προσεκτικά και ρώτησαν αρκετές πρακτικές ερωτήσεις σχετικά με το πώς θα το διόρθωναν. Όταν τους το είχα καταστήσει σαφές, επέστρεψα στον κυρίως θάλαμο της μηχανής και του έριξα μια καλή ματιά για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου. Ήταν προφανές με μια ματιά πως η ιστορία με το χώμα fuller αποτελούσε το απλούστερο μύθευμα, γιατί θα ήταν παράλογο να υποθέσεις πως μια τόσο ισχυρή μηχανή μπορούσε να σχεδιασθεί για έναν τόσο υποδεέστερο σκοπό. Οι τοίχοι ήταν από ξύλο, όμως το πάτωμα αποτελούταν από μια μεγάλη σιδερένια σκάφη, και όταν την εξέτασα διέκρινα μια κρούστα μεταλλικού ορυκτού παντού. Είχα σκύψει και την έξυνα για να δω τι ακριβώς ήταν όταν άκουσα ένα ακατάληπτο μουρμουριστό επιφώνημα στα Γερμανικά και είδα το κατάχλομο πρόσωπο του συνταγματάρχη να με κοιτάζει.»

«’Τι κάνετε εκεί;’ Ρώτησε.»

«Ένοιωθα θυμό που είχα εξαπατηθεί από μια τόσο περίτεχνη ιστορία όσο αυτή η οποία μου είχε ειπωθεί. ‘Θαύμαζα το χώμα fuller,’ είπα· ‘Πιστεύω πως θα ήμουν σε θέση να σας συμβουλεύσω καλύτερα όσον αφορά τη μηχανή σας αν γνώριζα τον ακριβή σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε.’»

Engr-06.jpg

«Τη στιγμή που είχα προφέρει τις κουβέντες μετάνιωσα την απερισκεψία του λόγου μου. Το πρόσωπο του πάγωσε, και μια απειλητική λάμψη ξεπήδησε στα γκρίζα του μάτια.»

«’Πολύ καλά,’ είπε, ‘θα τα μάθετε όλα σχετικά με την μηχανή.’ Έκανε ένα βήμα πίσω, κοπάνησε την μικρή πόρτα, και γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Όρμησα προς το μέρος της και τράβηξα το χερούλι, όμως ήταν εντελώς κλειδωμένη, και δεν ενέδιδα ούτε κατ’ ιδέα στις κλωτσιές και τις σπρωξιές μου. ‘Ε!’ φώναξα. ‘Ε! Συνταγματάρχη! Βγάλτε με έξω!’»

«Και τότε ξαφνικά μέσα στη σιωπή άκουσα έναν ήχο που πάγωσε την καρδιά μου. Ήταν ο μεταλλικός ήχος των μοχλών και το ξεφύσημα του κυλίνδρου με τη διαρροή. Είχε βάλει μπρος τη μηχανή. Η λάμπα βρισκόταν ακόμη στο πάτωμα όπου την είχα ακουμπήσει όταν εξέταζα τη σκάφη. Στο φως της είδα τη μαύρη οροφή να κατεβαίνει πάνω μου, αργά, με τραντάγματα, όμως, καθώς κανείς δεν ήξερε καλύτερα από μένα, με μια δύναμη η οποία εντός ενός λεπτού θα με συνέθλιβε σε έναν άμορφο σωρό. Ρίχτηκα, ουρλιάζοντας, πάνω στην πόρτα, και έγδαρα με τα νύχια μου την κλειδαριά. Εκλιπάρησα τον συνταγματάρχη να με αφήσει έξω, όμως το αδυσώπητο τρίξιμο των γραναζιών έπνιξε τις κραυγές μου. Η οροφή απείχε μόλις κάπου μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου, και με το χέρι μου σηκωμένο ένοιωθα τη σκληρή τραχιά επιφάνεια της. Τότε πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό μου πως ο πόνος του θανάτου μου θα εξαρτιόταν από τη στάση στην οποία θα τον συναντούσα. Αν ξάπλωνα μπρούμυτα το βάρος θα έπεφτε επί της σπονδυλικής μου στήλης, και ανατρίχιασα στη σκέψη του φριχτού ήχου. Ευκολότερα από την άλλη, ίσως· κι όμως, είχα το σθένος να ξαπλώσω και να κοιτάξω εκείνη τη θανάσιμη μαύρη σκιά που αιωρούταν από πάνω μου; Ήδη αδυνατούσα να σταθώ όρθιος, όταν το μάτι μου έπιασε κάτι το οποίο έφερα νέα ελπίδα να αναβλύσει πίσω στην καρδιά μου.»

«Ανέφερα πως μολονότι το πάτωμα και η οροφή ήταν από σίδερο, οι τοίχοι ήταν από ξύλο. Καθώς έριξα μια στερνή βιαστική ματιά ολόγυρα, είδα μια λεπτή χαραμάδα από κίτρινο φως ανάμεσα σε δυο από τις σανίδες, η οποία φάρδυνε καθώς ένα μικρό τμήμα σπρώχθηκε πίσω. Προς στιγμής δεν το πίστευα πως υπήρχε μια πόρτα η οποία οδηγούσε μακριά από το θάνατο. Την επόμενη στιγμή ρίχτηκα μέσα, και απέμεινα μισολιπόθυμος επί της άλλης πλευράς. Το τμήμα είχε κλείσει και πάλι πίσω μου, όμως η συντριβή της λάμπας, και μερικές στιγμές αργότερα ο ήχος των δυο μεταλλικών πλακών, που φανέρωσαν πως παρά τρίχα είχα ξεφύγει.»

«Συνήρθα από ένα αγριεμένο τράβηγμα στον καρπό μου, και βρέθηκα να κείτομαι επί του πέτρινου πατώματος ενός στενού διαδρόμου, ενώ μια γυναίκα έσκυβε από πάνω μου και με το τραβούσε με το αριστερό της χέρι ενώ κρατούσε ένα κερί στο δεξί της. Ήταν η ίδια καλή φίλη της οποίας την προειδοποίηση τόσο ανόητα είχα απορρίψει.»

«’Έλα! Έλα! Φώναξε λαχανισμένα. ‘Θα είναι εδώ σε μια στιγμή. Θα δουν πως δεν είσαι εκεί. Ω, μην χαραμίζεις τον τόσο πολύτιμο χρόνο, μα έλα!’»

«Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, δεν περιφρόνησα τη συμβουλή της. Στήθηκα παραπατώντας στα πόδια μου και έτρεξα μαζί της στο διάδρομο και κατεβήκαμε μια στρογγυλή σκάλα. Η τελευταία έβγαζε σε ένα άλλο φαρδύ πέρασμα, και καθώς το φτάσαμε ακούσαμε των ήχο ποδιών που έτρεχαν και τις φωνές δυο ατόμων, τη μια να απαντά στην άλλη από το πάτωμα στο οποίο βρισκόμασταν και από το αποκάτω. Η οδηγός μου σταμάτησε και κοίταξε γύρω της σαν να τα ‘χε χάσει. Κατόπιν άνοιξε μια πόρτα η οποία έβγαζε σε ένα υπνοδωμάτιο, μέσα από το παράθυρο του οποίου το φεγγάρι έφεγγε λαμπρά.»

«’Είναι η μόνη σου ευκαιρία,’ είπε. ‘Είναι ψηλά, αλλά μπορείς ίσως να πηδήξεις.’»

«Καθώς το είπε ένα φως ξεπήδησε από την μακρύτερη άκρη του περάσματος, και είδα την λεπτή μορφή του συνταγματάρχη Λαϊσάντερ Σταρκ να ορμά με μια λάμπα στο ένα χέρι κι ένα όπλο σαν μπαλτά χασάπη στο άλλο. Διέσχισα γοργά το υπνοδωμάτιο, άνοιξα το παράθυρο, και κοίταξα έξω. Πόσο ήρεμος, γλυκός και γεμάτος έμοιαζε ο κήπος στο φεγγαρόφωτο, και δεν θα ήταν πάνω από 10 μέτρα ύψος.

Σκαρφάλωσα στο πρεβάζι, όμως δίστασα να πηδήξω ώσπου είχα ακούσει τι είχε ειπωθεί μεταξύ της σωτήρος μου και του καθάρματος που με κατεδίωκε. Αν την κακομεταχειριζόταν, τότε παρά τα όποια ρίσκα ήμουν αποφασισμένος να επιστρέψω και να την βοηθήσω. Η σκέψη είχε μόλις περάσει από το μυαλό προτού εκείνος βρεθεί στην πόρτα, σπρώχνοντας την για να περάσει· όμως εκείνη τύλιξε τα χέρια της γύρω του και προσπάθησε να τον κρατήσει.

«’Φριτζ! Φριτζ!’ φώναξε στα Αγγλικά, ‘θυμήσου την υπόσχεση σου μετά την τελευταία φορά. Είπες πως δεν θα συμβεί ξανά. Θα είναι σιωπηλός. Ω, θα είναι σιωπηλός!’»

Engr-07.jpg

«’Είσαι τρελή, Ελίζα!’ φώναξε, παλεύοντας να της ξεφύγει. ‘Θα είσαι η καταστροφή μας. Είδε πάρα πολλά. Άσε με να περάσω, σου λέω!’ Την έριξε στο πλάι, και, ορμώντας στο παράθυρο, έκανε να με χτυπήσει με το μεγάλο του όπλο. Είχα αφεθεί να πέσω, και κρεμόμουν με τα χέρια από το πρεβάζι, όταν το χτύπημα ήρθε. Είχα επίγνωση ενός μουντού πόνου, το κράτημα μου χαλάρωσε, και έπεσα στον κήπο από κάτω.»

«Τραντάχτηκα αλλά δεν πληγώθηκα από την πτώση· έτσι σηκώθηκα και όρμησα μέσα σου θάμνους τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα, γιατί κατάλαβα πως απείχα πολύ για να βρεθώ εκτός κινδύνου ακόμη. Ξαφνικά, ωστόσο, καθώς έτρεχα, μια έντονη ζαλάδα και αδιαθεσία με κατέλαβε. Κοίταξα το χέρι μου, το οποίο έστελνε κύματα πόνου, και τότε, για πρώτη φορά, είδα πως ο αντίχειρας μου είχε κοπεί και πως το αίμα κυλούσε από το τραύμα. Επιχείρησα να δέσω το μαντήλι μου γύρω του, όμως τότε ήρθε ένα αιφνίδιο βουητό στα αυτιά μου, και την επόμενη στιγμή βυθίστηκα σε μια λιποθυμία μέσα στις τριανταφυλλιές.»

«Πόσο παρέμεινα αναίσθητος δεν μπορώ να το ξέρω. Θα πρέπει να ήταν πολύ ώρα, γιατί η σελήνη είχε βυθιστεί, και ένα λαμπρό πρωινό είχα αρχίσει να χαράζει όταν συνήλθα. Τα ρούχα μου ήταν μουσκεμένα από τη δροσιά, και το μανίκι του παλτού μου ήταν ποτισμένο με αίμα από το πληγωμένο μου δάκτυλο. Το τσούξιμο του μου υπενθύμισε στη στιγμή όλες τις λεπτομέρειες της νυχτερινής μου περιπέτειας, και τινάχτηκα στα πόδια μου με το αίσθημα πως ίσως να μην είχα ξεφύγει ακόμη από τους διώκτες μου. Ωστόσο προς έκπληξη μου, όταν κοίταξα ολόγυρα μου, ούτε σπίτι ούτε κήπος υπήρχε. Κειτόμουν στη γωνία ενός φράκτη κοντά στην κεντρική οδό, και λίγο παρακάτω υπήρχε ένα μακρύ κτίριο, το οποίο αποδείχθηκε, κατά το πλησίασμα μου, να είναι ο ίδιος ο σταθμός στον οποίο είχα φτάσει την περασμένη νύχτα. Αν δεν υπήρχε το άσχημο τραύμα επί του χεριού μου, και όλα όσα είχαν συμβεί κατά την διάρκεια των φριχτών αυτών ωρών θα μπορούσε να πρόκειται για ένα άσχημο όνειρο.»

«Μισοζαλισμένος, πήγα στο σταθμό και ρώτησα για το πρωινό τραίνο. Θα υπήρχε ένα για το Ρέντινγκ σε λιγότερο της μιας ώρας. Ο ίδιος αχθοφόρος είχε βάρδια, όπως ανακάλυψα, όπως και όταν έφθασα. Τον ρώτησα αν είχε ποτέ ακούσει για κάποιον Συνταγματάρχη Λαϊσάντερ Σταρκ. Το όνομα του ήταν ξένο. Είχε παρατηρήσει κάποια άμαξα την προηγούμενη νύχτα να με περιμένει; Όχι, δεν είχε. Υπήρχε κάποιο αστυνομικό τμήμα κάπου κοντά; Υπήρχε ένα τρία μίλια μακρύτερα.»

«Ήταν πολύ μακριά για μένα να πάω, αδύναμος και άρρωστος καθώς ήμουν. Αποφάσισα να περιμένω μέχρι να βρεθώ πίσω στην πόλη πριν αναφέρω την ιστορία μου στην αστυνομία. Ήταν λίγο μετά τις έξι όταν έφθασα, έτσι πήγα πρώτα να μου δέσουν το τραύμα, και κατόπιν ο γιατρός ήταν αρκετά ευγενικός ώστε να με φέρει ως εδώ. Αφήνω την υπόθεση στα χέρια σας και θα κάνω ότι ακριβώς με συμβουλεύσετε.»

Καθίσαμε και οι δυο στη σιωπή για λίγη ώρα έχοντας ακούσει την εκπληκτική αυτή αφήγηση. Κατόπιν ο Σέρλοκ Χολμς τράβηξε από το ράφι ένα από τα βαριά ντοσιέ στα οποία τοποθετούσε τα αποκόμματα του.

«Ορίστε εδώ μια αγγελία η οποία θα σας ενδιαφέρει,» είπε. «Εμφανίστηκε σε όλες τις εφημερίδες πριν ένα χρόνο περίπου. Ακούστε αυτό: «Χάθηκε, την 9η (τρέχοντος), ο Κύριος Τζερεμάια Χέϊλινγκ, ηλικίας είκοσι-έξι, υδραυλικός μηχανολόγος. Άφησε το διαμέρισμα του στις δέκα η ώρα τη νύχτα, και δεν έχει ακουστεί κάτι έκτοτε. Ήταν ντυμένος με,’ κ.λ.π., κ.λ.π. Αχα! Αυτό αντιπροσωπεύει την τελευταία φορά που ο συνταγματάρχης χρειάστηκε την επισκευή της μηχανής του, φαντάζομαι.»

«Μα τους ουρανούς!» αναφώνησε ο ασθενής μου. «Τότε αυτό εξηγεί τι είπε το κορίτσι.»

«Αναμφίβολα. Είναι απολύτως σαφές πως ο συνταγματάρχης ήταν ένας ψυχρός και απεγνωσμένος άνθρωπος, ο οποίος ήταν απολύτως αποφασισμένος πως τίποτα δεν στεκόταν στον δρόμο του μικρού του παιχνιδιού, όπως εκείνοι οι ως τα μπούνια πειρατές που δεν θα άφηναν κανέναν ζωντανό σε ένα κυριευμένο σκάφος. Λοιπόν, κάθε στιγμή πλέον είναι πολύτιμη, έτσι αν νοιώθετε ικανός θα κατέβουμε στη Σκότλαντ Γιάρντ αμέσως για αρχή προτού ξεκινήσουμε για το Εϊφορντ.»

Κάπου τρεις ώρες ή τόσο αργότερα βρισκόμασταν όλοι παρέα στο τραίνο, με προορισμό από το Ρέντινγκ στο μικρό χωριό του Μπέρκσαιρ. Ο Σέρλοκ Χολμς, ο υδραυλικός μηχανολόγος, ο επιθεωρητής Μπράντστρητ, της Σκότλαντ Γιάρντ, ένας άντρας με πολιτικά, και εγώ. Ο Μπράντστρητ είχε απλώσει έναν επίσημο χάρτη της επαρχίας επί της θέσης και ήταν απασχολημένος με τις πυξίδες του να σχεδιάζει έναν κύκλο με το Εϊφορντ ως το κέντρο του.

«Ορίστε,» είπε. «Ο κύκλος αυτός έχει σχεδιασθεί με ακτίνα δέκα μιλίων από το χωριό. Το μέρος που θέλουμε πρέπει να βρίσκεται κάπου κοντά στη γραμμή. Είπατε δέκα μίλια, πιστεύω, κύριε.»

«Ήταν διαδρομή μιας ώρας γεμάτη.»

«Και πιστεύεται πως σας έφεραν πίσω όλο αυτό το δρόμο ενώ ήσασταν αναίσθητος;»

«Θα πρέπει να το έκαναν. Έχω μια αμυδρή ανάμνηση, επίσης, πως σηκώθηκα και μεταφέρθηκα κάπου.»

«Αυτό που δεν καταλαβαίνω,» είπα εγώ, «είναι για ποιο λόγο σας άφησαν όταν σας βρήκαν να κείτεστε λιπόθυμος στον κήπο. Ίσως ο εγκληματίας να μαλάκωσε από τις παρακλήσεις της γυναίκας.»

«Δύσκολα θα το θεωρούσα πιθανό. Ποτέ δεν είδα περισσότερο ανένδοτο πρόσωπο στη ζωή μου.»

«Ω, σύντομα θα τα ξεδιαλύνουμε όλα,» είπε ο Μπραντστρητ. «Λοιπόν, σχεδίασα τον κύκλο μου, και επιθυμώ μόνο να μάθω σε ποιο σημείο πάνω του οι άνθρωποι τους οποίους αναζητούμε θα βρεθούν.»

«Πιστεύω πως θα μπορούσα να βάλω το δάκτυλο μου πάνω του,» είπε ο Χολμς ήρεμα.

«Αλήθεια, τώρα!» φώναξε ο επιθεωρητής, «σχημάτισες ήδη γνώμη! Έλα, τώρα, θα δούμε ποιος συμφωνεί μαζί σου. Λέω πως είναι νότια, γιατί η περιοχή είναι περισσότερο έρημη εκεί.

«Και εγώ λέω ανατολικά,» είπε ο ασθενής μου.

«Εγώ είμαι για δυτικά,» σχολίασε ο άντρας με τα πολιτικά. «Υπάρχουν αρκετά ήρεμα χωριουδάκια κατά κει.»

«Και εγώ είμαι για βορά,» είπα εγώ, «επειδή δεν υπάρχουν λόφοι εκεί, και ο φίλος μας λέει πως δεν πρόσεξε την άμαξα να ανηφορίζει.»

«Έλα,» φώναξε ο επιθεωρητής, γελώντας· «έχουμε μια πολύ καλή ποικιλία απόψεων. Έχουμε βάλει την πυξίδα στη μέση όλοι μας. Σε ποιόν θα δώσεις τη βαρύνουσα ψήφο σου;»

«Είστε όλοι λάθος.»

«Μα δε μπορεί όλοι να είμαστε.»

«Ω, ναι, μπορεί. Αυτό είναι το σημείο μου.» Τοποθέτησε το δάκτυλο του στο κέντρο του κύκλου. «Εδώ είναι που θα τους βρούμε.»

«Και η διαδρομή των δώδεκα μιλίων;» είπε χαμένα ο Χάθερλυ.

«Έξι έξω και έξι πίσω. Τίποτα απλούστερο. Λέτε κι ο ίδιος πως το άλογο ήταν φρέσκο και βουρτσισμένο όταν μπήκατε μέσα. Πως θα μπορούσε να είναι αν είχε κάνει δώδεκα μίλια μέσα από δύσκολους δρόμους;»

«Όντως, δείχνει σαν ένα αρκετά πιθανό τέχνασμα,» παρατήρησε ο Μπράντστρητ σκεπτικά. «Φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία περί της φύσης της συμμορίας.»

«Ουδεμία,» είπε ο Χολμς. «Είναι παραχαράκτες σε μεγάλη κλίμακα, και χρησιμοποίησαν την μηχανή για να δημιουργήσουν το κράμα το οποίο έχει αντικαταστήσει το ασήμι.»

«Γνωρίζαμε εδώ και κάποιο καιρό πως μια έξυπνη συμμορία δρούσε,» είπε ο επιθεωρητής. «Έβγαζαν μισές κορώνες με τη χιλιάδα. Ακολουθήσαμε τα ίχνη τους ως και το Ρέντινγκ, όμως δεν μπορούμε να πάμε μακρύτερα, γιατί είχαν καλύψει τα ίχνη τους κατά τρόπο που φανέρωσε πως ήταν αρκετά παλιοί στη δουλειά. Ωστόσο τώρα, χάρη σε αυτή την τυχερή συγκυρία, πιστεύω πως τους έχουμε στο χέρι.»

Όμως ο επιθεωρητής έσφαλε, γιατί εκείνοι οι κακοποιοί δεν ήταν η μοίρα τους να πέσουν στα χέρια της δικαιοσύνης. Καθώς τσουλήσαμε στο σταθμό του Εϊφορντ είδαμε μια γιγάντια στήλη καπνού η οποία ξετυλιγόταν πίσω από μια συστάδα δέντρων στη γειτονιά και κρεμόταν σαν ένα πελώριο απειλητικό φτερό στρουθοκαμήλου πάνω από το τοπίο.

Engr-08.jpg

«Καίγεται κάποιο σπίτι;» ρώτησε ο Μπράντστρητ καθώς το τραίνο ξεκίνησε και πάλι το δρόμο μου.

«Μάλιστα κύριε!» είπε ο σταθμάρχης.

«Πότε ξέσπασε;»

«Μαθαίνω πως έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, όμως χειροτέρεψε, και όλο το μέρος καίγεται.»

«Ποιανού το σπίτι είναι;»

«Του Δρ. Μπέκερ.»

«Πείτε μου,» διέκοψε ο μηχανολόγος, «είναι ο Δρ. Μπέκερ, Γερμανός, πολύ λεπτός, με μακριά, γαμψή μύτη;»

Ο σταθμάρχης γέλασε εγκάρδια. «Όχι, κύριε, ο Δρ. Μπέκερ είναι Άγγλος, και δεν υπάρχει άνθρωπος στην ενορία που έχει πιο γεμάτο σακάκι. Όμως έχει ένα κύριο που μένει μαζί του, έναν ασθενή, από όσο καταλαβαίνω, ο οποίος είναι αλλοδαπός, και ο οποίος δείχνει πως λίγο βοδινό του Μπέρκσαιρ δε θα τον έβλαπτε.»

Ο σταθμάρχης δεν είχε τελειώσει τα λόγια του πριν όλοι μας σπεύσουμε προς την κατεύθυνση της φωτιάς. Ο δρόμος περνούσε ένα χαμηλό λόφο, και εκεί υπήρχε ένα μεγάλο απλωμένο ασβεστωμένο κτίριο μπροστά μας, βγάζοντας φλόγες από κάθε χαραμάδα και παράθυρο, ενώ στον κήπο μπροστά τρία πυροσβεστικά αγωνίζονταν μάταια να κατασβέσουν τις φλόγες.

«Αυτό είναι!» φώναξε ο Χάθερλυ, με έντονη συγκίνηση. «Να ο χαλικόστρωτος δρόμος, και να οι τριανταφυλλιές όπου έπεσα. Εκείνο το δεύτερο παράθυρο είναι αυτό από το οποίο πήδηξα.»

«Λοιπόν, τουλάχιστον,» είπε ο Χολμς, «είχατε την εκδίκηση σας εναντίον τους. Δεν τίθεται θέμα πως ήταν η λάμπα σας εκείνη η οποία, όταν συνετρίβει στην πρέσα, έβαλε φωτιά στους ξύλινους τοίχους, μολονότι αναμφίβολα ήταν υπερβολικά αναστατωμένη στην καταδίωξη σας για να το παρατηρήσουν εκείνη την ώρα. Τώρα κρατήστε τα μάτια σας ανοικτά σε αυτό το πλήθος για τους νυχτερινούς σας φίλους, αν και πολύ φοβούμαι πως θα βρίσκονται καμία γεμάτη εκατοστή μίλια μακριά πλέον.»

Και οι φόβοι του Χολμς πραγματοποιήθηκαν, γιατί από εκείνη τη μέρα ως και σήμερα ούτε λέξη δεν έχει ακουστεί είτε για την όμορφη γυναίκα, τον μοχθηρό Γερμανό, είτε για τον σκυθρωπό Άγγλο. Νωρίς εκείνο το πρωί ένας αγρότης είχε συναντήσει ένα κάρο που περιείχε αρκετά άτομα και μερικά εξαιρετικά ογκώδη κουτιά να τρέχει ταχύτητα προς τη μεριά του Ρέντινγκ, μα εκεί όλα τα ίχνη των φυγάδων εξαφανίζονταν, κι ακόμη και η επινοητικότητα του Χολμς απέτυχε καν να ανακαλύψει το παραμικρό στοιχείο σχετικά με τα κατατόπια τους.

Οι πυροσβέστες προβληματίστηκαν βαθύτατα στους περίεργους μηχανισμούς που είχαν βρει εντός, και ακόμη πιότερο ανακαλύπτοντας ένα προσφάτως κομμένο ανθρώπινο αντίχειρα επί του πρεβαζιού του παραθύρου του δευτέρου πατώματος. Περί τη δύση, ωστόσο, οι προσπάθειες τους απέβησαν τελικά επιτυχείς, και δάμασαν τις φλόγες, μα όχι προτού η στέγη να ενδώσει, και ολόκληρο το μέρος να έχει συρρικνωθεί σε ένα τέτοια απόλυτο ερείπιο που, εκτός μερικών στρεβλωμένων κυλίνδρων και σιδερένιων σωληνώσεων, ούτε ένα ίχνος δεν απέμενε από τη μηχανή που είχε κοστίσει στον ατυχή μας γνωστό τόσο ακριβά. Μεγάλες μάζες νικελίου και κασσίτερου ανακαλύφθηκαν αποθηκευμένες σε εξωτερικό κτίριο, αλλά καθόλου νομίσματα δεν εβρέθησαν, το οποίο ενδεχομένως εξηγούσε η παρουσία εκείνων των ογκωδών κουτιών που έχουν ήδη αναφερθεί.

Πως ο υδραυλικός μηχανολόγος μεταφέρθηκε από τον κήπο στο σημείο που ανέκτησε τις αισθήσεις του ίσως να είχε παραμείνει παντοτινά μυστήριο αν δεν υπήρχε το μαλακό μαυρόχωμα, το οποίο μας είπε μια πολύ απλή ιστορία. Είχε προφανώς κουβαληθεί από δυο άτομα, ένα εκ των οποίων είχε αξιοσημείωτα μικρά πόδια και άλλο ασυνήθιστα μεγάλα. Εν συνόλω, το πλέον πιθανότερο ήταν πως ο σιωπηλός Άγγλος, ως λιγότερο θρασύς ή λιγότερο δολοφονικός από το σύντροφο του, είχε βοηθήσει τη γυναίκα να μεταφέρει τον αναίσθητο άντρα εκτός κινδύνου.

«Λοιπόν,» είπε ο μηχανολόγος μελαγχολικά καθώς πήραμε τις θέσεις μας για να επιστρέψουμε και πάλι στο Λονδίνο, «αποτέλεσε καλή δουλειά για μένα! Έχασα τον αντίχειρα μου και έχασα μια αμοιβή πενήντα γκινέων, και τι κέρδισα;»

«Εμπειρία,» είπε ο Χολμς, γελώντας. «Εμμέσως ίσως να αποβεί πολύτιμη, ξέρετε· θα πρέπει απλά να το εκφράσετε με λόγια για να αποκτήσετε τη φήμης ως μια έξοχη παρέα για το υπόλοιπο της ύπαρξης σας.»

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. (Σ. τ. Μ.) fuller’s-earth – Είδος εδάφους ή υλικού που χρησιμοποιείται για τον αποχρωματισμό, φιλτράρισμα και καθαρισμό, ζωικών, ορυκτών και φυτικών ελαίων και λιπών.