Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Η Ένωση των Κοκκινομάλληδων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Η Ένωση των Κοκκινομάλληδων


Είχα επισκεφθεί το φίλο μου, κ. Σέρλοκ Χολμς, κάποια μέρα του φθινοπώρου του περασμένου έτους και τον βρήκα σε βαθιά συζήτηση με έναν εξαιρετικά γεροδεμένο, κοκκινοπρόσωπο, ηλικιωμένο κύριο με ζωηρά κόκκινα μαλλιά. Με μια συγγνώμη για την παρέμβαση μου, ετοιμαζόμουν να αποχωρήσω όταν με τράβηξε απότομα μέσα στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω μου.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να ερχόσουν σε καλύτερη ώρα, αγαπητέ μου Γουώτσον,» είπε εγκάρδια.

«Φοβήθηκα πως ήσουν απασχολημένος.»

«Και είμαι. Πολύ μάλιστα.»

«Τότε μπορώ να περιμένω στο άλλο δωμάτιο.»

«Καθόλου. Ο κύριος αυτός, κ. Γουίλσον, υπήρξε συνεργάτης μου και βοηθός μου σε πολλές από τις πλέον επιτυχείς μου υποθέσεις, και δεν έχω αμφιβολία πως θα συμβάλει στο μέγιστο και στη δική σας επίσης.»

Ο γεροδεμένος κύριος ανασηκώθηκε και έκανε μια κοφτή υπόκλιση χαιρετισμού, με ένα σύντομο μικρό ερωτηματικό βλέμμα από τα μικρά περιτριγυρισμένα πάχος μάτια του.

«Δοκίμασε τον καναπέ,» είπε ο Χολμς, βουλιάζοντας ξανά στην πολυθρόνα του και ενώνοντας τα ακροδάχτυλα του όπως συνήθιζε όταν βρισκόταν σε αμερόληπτες διαθέσεις. «Γνωρίζω, αγαπητέ μου Γουώτσον, πως μοιράζεσαι την αγάπη μου για καθετί παράδοξο κι εκτός των συμβάσεων και της πληκτικής ρουτίνας της καθημερινότητας. Επέδειξες την απόλαυση σου επί αυτού δια του ενθουσιασμού ο οποίος σε προέτρεψε να καταγράψεις, και, αν μου επιτρέπεις να το πω, να εξωραΐσεις ορισμένες από τις περιπετειούλες μου.

«Οι υποθέσεις σου όντως υπήρξαν ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για μένα,» παρατήρησα.

«Θα θυμάσαι πως σχολίασα τις προάλλες, πριν εισέλθουμε στο ιδιαίτερα απλό πρόβλημα το οποίο μας παρουσιάστηκε εκ της δεσποινίδος Μαίρης Σάδερλάντ, ότι για περίεργα αποτελέσματα και ιδιόρρυθμους συνδυασμούς θα πρέπει να ασχοληθούμε με την ίδια τη ζωή, η οποία είναι πάντοτε περισσότερο ασυνήθιστη από κάθε απόπειρα της φαντασίας.»

«Μια πρόταση την οποία πήρα το θάρρος να αμφισβητήσω.»

«Πράγματι, Γιατρέ, αλλά παρά ταύτα οφείλεις να συμβαδίσεις με την άποψη μου, ειδάλλως θα συνεχίζω να σωριάζω το ένα γεγονός κατόπιν του άλλου πάνω σου έως ότου η λογική σου λυγίσει υπό το βάρος τους και παραδεχθείς πως έχω δίκιο. Λοιπόν, ο κ. Τζάμπεζ Γουίλσον από εδώ υπήρξε αρκετά καλός να με επισκεφθεί σήμερα το πρωί, και να ξεκινήσει μια αφήγηση η οποία υπόσχεται να καταστεί μια από τις πλέον μοναδικές που άκουσα εδώ και πολύ καιρό. Με έχεις ακούσει να σχολιάζω πως τα παραδοξότερα και πλέον μοναδικά πράγματα πολύ συχνά συνδέονται όχι με τα μεγαλύτερα αλλά με τα μικρότερα εγκλήματα, και περιστασιακά, ειλικρινά, όπου υπάρχει χώρος για αμφιβολία σχετικά με αν κάποιο πραγματικό έγκλημα έχει διαπραχθεί. Από όσο έχω ακούσει μου είναι αδύνατο να διακρίνω αν η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια περίπτωση εγκλήματος ή όχι, αλλά η πορεία των γεγονότων εμπίπτει σίγουρα μεταξύ των πλέον ιδιαζόντων που άκουσα ποτέ μου. Ίσως, κ. Γουίλσον, θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να ξεκινήσετε και πάλι την αφήγηση σας. Σας το ζητώ όχι απλά επειδή ο φίλος μου Δρ Γουώτσον δεν άκουσε την εισαγωγή αλλά επειδή η ιδιάζουσα φύση της ιστορίας σας με κάνει να αδημονώ για κάθε δυνατή λεπτομέρεια από τα χείλη σας. Ως κανόνα, όταν έχω ακούσει κάποια ελαφρά ένδειξη της πορείας των γεγονότων, είμαι σε θέση να οδηγηθώ μέσα από τις χιλιάδες των παρομοίων υποθέσεων οι οποίες έρχονται στη μνήμη μου. Στην προκειμένη περίπτωση είμαι αναγκασμένος να παραδεχθώ πως τα γεγονότα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μοναδικά.»

Ο εύσωμος πελάτης φούσκωσε το στήθος με την ιδέα λίγης περηφάνιας και τράβηξε από την τσέπη του μια βρώμικη και τσαλακωμένη εφημερίδα από την εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του. Καθώς κοίταξε στην στήλη αγγελιών, με το κεφάλι σκυμμένο εμπρός και την εφημερίδα στρωμένη στα γόνατα του, έριξα μια καλή ματιά στον άνθρωπο και επιχείρησα, κατά τον τρόπο του συντρόφου μου, να διακρίνω τις ενδείξεις που ίσως να φανερώνονταν από το ντύσιμο ή την εμφάνιση του.

Redh-01.jpg

Δεν αποκόμισα πάρα πολλά, από την επιθεώρηση μου. Ο επισκέπτης μας έφερε κάθε γνώρισμα πως επρόκειτο περί ενός μέσου κοινού Βρετανού έμπορου, τετράπαχου, πομπώδη, και αργού. Φορούσε κάπως ξεχειλωμένο γκρίζο καρό παντελόνι, μια όχι πολύ καθαρή μαύρη ρεντιγκότα, ξεκούμπωτη μπροστά, και ένα υπόφαιο γιλέκο με μια βαριά μπρούτζινη αλυσίδα τύπου Αλβέρτου, και ένα τετράγωνο κομματάκι μετάλλου κρεμόταν σα διακοσμητικό. Ένα φθαρμένο ψηλό καπέλο και ένα ξεθωριασμένο καφετί πανωφόρι με τσαλακωμένο βελούδινο γιακά αναπαύονταν πάνω σε μια καρέκλα πλάι του. Από κάθε άποψη, όσο κι αν κοίταξα, δεν υπήρχε τίποτα το αξιοσημείωτο σχετικά με τον άνθρωπο εκτός από τα φλογερά κόκκινα μαλλιά, και την έκφραση της ακραίας στενοχώριας και δυσφορίας επί των χαρακτηριστικών του.

Το γοργό μάτι του Σέρλοκ Χολμς αντιλήφθηκε την ασχολία μου, και κούνησε το κεφάλι του καθώς πρόσεξε τις απορημένες ματιές μου. «Πέραν των εμφανών στοιχείων πως κάποια στιγμή έκανε χειρονακτική εργασία, πως παίρνει ταμπάκο, πως είναι ελευθεροτέκτονας, πως έχει βρεθεί στην Κίνα, και πως έχει προβεί σε σημαντικό γραφικό έργο προσφάτως, δε μπορώ να επαγάγω κάτι άλλο.»

Ο κ. Τζαμπέζ Γουίλσον αναπήδησε στην καρέκλα του, με το δείκτη του επί της εφημερίδας, μα με τα μάτια του στο σύντροφο μου.

«Πως, στο όνομα της καλοτυχίας, τα γνωρίζετε όλα αυτά, κ. Χολμς;» ρώτησε. «Πως γνωρίζετε, επί παραδείγματι, πως έκανα χειρονακτική εργασία. Είναι αλήθεια όσο το ευαγγέλιο, γιατί ξεκίνησα σα ξυλουργός πλοίου.»

«Τα χέρια σας, αγαπητέ μου κύριε. Το δεξί σας χέρι είναι αρκετά μεγαλύτερο από το αριστερό σας. Εργαστήκατε με αυτό, και οι μύες έχουν αναπτυχθεί περισσότερο.

«Καλώς, το ταμπάκο, τότε, και ο Ελευθεροτεκτονισμός;»

«Δε θα προσβάλω την νοημοσύνη σας αναφέροντας πως τα εντόπισα, ιδιαιτέρα καθώς, σχετικά ενάντια προς τους αυστηρούς κανόνες του τάγματος σας, χρησιμοποιείτε μια καρφίτσα τόξου και πυξίδας.»

«Αχά, μα φυσικά, το ξέχασα. Μα το γράψιμο;»

«Τι άλλο μπορεί να υποδειχθεί από εκείνο το δεξί μανικέτι το οποίο γυαλίζει για δέκα πόντους, και το αριστερό με το στιλπνό μπάλωμα κοντά στον αγκώνα όπου το ακουμπούσατε επί του γραφείου;»

«Καλώς, μα η Κίνα;»

«Το ψάρι που έχετε ως τατουάζ αμέσως ψηλότερα του αριστερού σας καρπού θα μπορούσε να έχει γίνει μονάχα στην Κίνα. Πραγματοποίησα μια μικρή μελέτη επί των σχεδίων τατουάζ και συνεισέφερα μάλιστα επί της συγκεκριμένης θεματολογίας. Η συγκεκριμένη τεχνική απόδοσης της λεπτής ροζ απόχρωσης των λεπιών των ψαριών είναι αρκετά χαρακτηριστική στην Κίνα. Όταν, επιπλέον, βλέπω ένα Κινέζικο νόμισμα να κρέμεται εκ της αλυσίδας του ρολογιού σας, το ζήτημα καθίσταται ακόμη απλούστερο.»

Ο κ. Τζάμπεζ Γουίλσον γέλασε δυνατά. «Λοιπόν, ούτε καν θα το φανταζόμουν!» είπε εκείνος. «Σκέφτηκα αρχικά πως είχατε κάνει κάτι έξυπνο, όμως βλέπω πως δεν ήταν τίποτα, τελικά.»

«Αρχίζω να σκέφτομαι, Γουώτσον,» είπε ο Χολμς, «πως κάνω κάποιο λάθος εξηγώντας. ‘Omne ignotum pro magnifico,’ ξέρεις, και η κακόμοιρη μικρή φήμη μου, όπως έχει, θα χαντακωθεί αν είμαι τόσο ειλικρινής. Δε βρίσκετε την αγγελία, κ. Γουίλσον;»

«Ναι, εδώ την έχω,» απάντησε με το παχύ του κόκκινο δάκτυλο φυτεμένο στα μισά της στήλης. «Ορίστε. Εδώ άρχισαν όλα. Διαβάστε τη και μόνος σας, κύριε.»

Redh-02.jpg

Πήρα την εφημερίδα από εκείνον και διάβαζα τα ακόλουθα.


ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΛΛΗΔΩΝ: Προς λογαριασμό του κληροδοτήματος του εκλιπόντος Εζεκάϊα Χόπκινς, από το Λίμπανον, της Πενσυλβανίας, των Η.Π.Α., υπάρχει πλέον μια επιπλέον κενή θέση η οποία παρέχει το δικαίωμα σε ένα μέλος της ένωσης σε μισθό 4 λιρών την εβδομάδα για αποκλειστικά συμβολικές υπηρεσίες. Όλοι οι κοκκινομάλληδες που είναι υγιείς σε σώμα και πνεύμα και άνω της ηλικίας των είκοσι-ενός ετών, έχουν δικαίωμα υποψηφιότητας. Απευθυνθείτε προσωπικά τη Δευτέρα, στις έντεκα, στον Ντάνκαν Ρός, στα γραφεία της Ένωσης, στο 7 της Πόουπ Κόρτ, στην οδό Φλήτ.


«Τι στο καλό σημαίνει;» αναφώνησα όταν είχα διαβάσει δυο φορές την ιδιάζουσα ανακοίνωση.

Ο Χολμς γέλασε και κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα του, όπως συνήθιζε όταν είχε κέφια. «Απέχει κομμάτι από την πεπατημένη, έτσι;» είπε. «Και τώρα, κ. Γουίλσον, πάμε πάλι από την αρχή να μας τα πείτε όλα σχετικά με τον εαυτό σας, την οικογενειακή σας κατάσταση, και το αποτέλεσμα το οποίο είχε αυτή η αγγελία επί της τύχης σας. Πρώτα θα σημειώσεις, Γιατρέ, την εφημερίδα και την ημερομηνία.»

«Είναι τα Πρωινά Χρονικά της 27ης, Απριλίου, του 1890. Μόλις προ δυο μηνών.»

«Πολύ καλά, Τώρα, κ. Γουίλσον;»

«Λοιπόν, είναι όπως ακριβώς σας τα έλεγα κ. Σέρλοκ Χολμς,» είπε ο Τζάμπέζ Γουίλσον, σφουγγίζοντας το μέτωπο του. Έχω ένα μικρό ενεχυροδανειστήριο στο τετράγωνο Κόμπεργκ, κοντά στην πόλη. Δεν είναι και ιδιαίτερα μεγάλη δουλειά, και όσον αφορά τα τελευταία χρόνια δεν μου αφήσει περισσότερα από τα προς το ζην. Ήμουν σε θέση να συντηρώ δυο υπαλλήλους, όμως πλέον έχω μόνο έναν· και θα μου ήταν δύσκολο να τον πληρώσω αν δεν ήταν πρόθυμος να εργαστεί για το μισό μισθό ώστε να μάθει τη δουλειά.»

«Πως ονομάζεται ο βολικός αυτός νέος;» ρώτησε ο Σέρλοκ Χολμς.

«Το όνομα του είναι Βίνσεντ Σπώλντινγκ, και ούτε και τόσο νεαρός είναι. Δύσκολο να πεις την ηλικία του. Δε θα έβρισκα εξυπνότερο βοηθό, κ. Χολμς· και γνωρίζω πολύ καλά πως θα γίνει καλύτερος και θα κερδίζει τα διπλά από όσα μπορώ να του δώσω. Όμως, σε τελική ανάλυση, είναι ικανοποιημένος, οπότε γιατί να του βάζω ιδέες στο κεφάλι του;»

«Όντως, γιατί; Φαίνεστε ιδιαίτερα τυχερός να έχετε έναν υπάλληλο ο οποίος σας κοστίζει λιγότερα της αγοραίας τιμής. Δεν αποτελεί κοινή πρακτική μεταξύ των υπαλλήλων στην εποχή μας. Δε γνωρίζω αν ο βοηθός σας δεν είναι τόσο αξιόλογος όσο τον παρουσιάζετε.»

«Ω, έχει και τα ελαττώματα του,» είπε ο κ. Γουίλσον. «Δεν υπάρχει άλλος που να είναι τόσο φίλος της φωτογραφίας. Τραβά διαρκώς φωτογραφίες όταν θα έπρεπε να βελτιώνει το μυαλό του, και κατόπιν ορμά μέσα στο κελάρι σα λαγός στο λαγούμι του για να εμφανίσει τις φωτογραφίες του. Αποτελεί το βασικό του ελάττωμα, αλλά γενικά είναι καλός εργαζόμενος. Δεν έχει καμία αδυναμία.»

«Είναι ακόμη μαζί σας, υποθέτω;»

«Μάλιστα, κύριε. Εκείνος κι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που μαγειρεύει λιγάκι και καθαρίζει το χώρο—οι μόνοι που έχω στο σπίτι, γιατί είμαι χήρος και δεν είχα ποτέ οικογένεια. Ζούμε πολύ ήσυχα κύριε, οι τρεις μας· και διατηρούμε τη στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και πληρώνουμε τα χρέη μας, αν δεν κάνουμε κάτι περισσότερο.

«Το πρώτο πράγμα που μας αναστάτωσε ήταν αυτή η αγγελία. Ο Σπώλντινγκ, κατέβηκε στο γραφείο μόλις πριν από οχτώ βδομάδες, με ετούτη δω την εφημερίδα στο χέρι του, και μου λέει

«’Μα το Θεό κ. Γουίλσον θα ήθελα να ήμουν κοκκινομάλλης.’

«Γιατί αυτό;» ρωτάω.

Redh-03.jpg

«’Να,’ λέει εκείνος, ‘ορίστε μια ακόμη θέση για την Ένωση των Κοκκινομάλληδων. Αξίζει μια μικρή περιουσία για κάθε άντρα που θα την πάρει, κι όπως αντιλαμβάνομαι υπάρχουν περισσότερες θέσεις από τα απαιτούμενα άτομα, έτσι ώστε οι θεματοφύλακες δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα χρήματα. Αν μόνο τα μαλλιά μου άλλαζαν χρώμα, να μια ωραία θεσούλα για να χωθώ.’

«Μα, τι είναι, λοιπόν;» ρώτησα. Καταλαβαίνετε. Κύριε Χολμς, είμαι άνθρωπος που μένει πολύ στο σπίτι, και καθώς η δουλειά μου ήρθε σε μένα αντί να πάω εγώ σ’ αυτή, πέρναγαν βδομάδες δίχως να πατήσω το χαλί της εξώπορτας. Καθαυτό τον τρόπο, δεν ήξερα πολλά για όσα γίνονταν έξω, και πάντοτε ένοιωθα χαρά μαθαίνοντας κάτι νέο. ‘Δεν ακούσατε ποτέ για την Ένωση των Κοκκινομάλληδων;’ ρώτησε με τα μάτια ορθάνοικτα.

«’Ποτέ.’

«’Μα πως, μένω κατάπληκτος, διότι διαθέτετε ο ίδιος τα προσόντα για μια από τις κενές θέσεις.’

«’Και τι αξίζουν;’ ρώτησα.

«Α, απλά κάνα διακοσάρι το χρόνο, αλλά η δουλειά είναι ελαφριά, και δεν χρειάζεται να παρεμβάλλεται υπερβολικά με τις άλλες ασχολίες κάποιου.’

«Λοιπόν, σκεφθείτε ελεύθερα πως με είχε κάνω να στυλώσω τα αυτιά μου, γιατί η δουλειά δεν πήγαινε τόσο καλά εδώ και χρόνια, και μερικά έξτρα κατοστάρικα θα ήταν εξαιρετικά βολικά.

«’Μίλησε μου σχετικά,’ είπα εγώ.

«’Λοιπόν’ είπε εκείνος, δείχνοντας μου την αγγελία, ‘μπορείτε να δείτε και μόνος πως η Ένωση έχει μια κενή θέση, και υπάρχει και η διεύθυνση στην οποία να απευθυνθείτε για διευκρινήσεις. Από όσο καταλαβαίνω, η Ένωση έχει ιδρυθεί από έναν Αμερικάνο εκατομμυριούχο, τον Εζεκάϊα Χοπκινς, ο οποίος ήταν συγκεκριμένος στις επιλογές του. Ήταν κι ο ίδιος κοκκινομάλλης, και συμπαθούσε ιδιαίτερα όλους τους κοκκινομάλληδες· έτσι όταν πέθανε ανακαλύφθηκε πως είχε αφήσει την τεράστια περιουσία του στα χέρια των διαχειριστών του, με εντολές να αποδώσουν τα κέρδη στην παροχή άνετων θέσεων σε ανθρώπους των οποίων τα μαλλιά ήταν αυτού του χρώματος. Από όλα όσα μαθαίνω έχει υπέροχη πληρωμή και πολύ λίγα να κάνεις.’»

«’Μα,» είπα εγώ, ‘θα υπάρχουν εκατομμύρια κοκκινομάλληδων οι οποίοι θα κάνουν αίτηση.’»

«’Όχι τόσοι πολλοί όσο ίσως φαντάζεστε,’ απάντησε. ‘Βλέπετε περιορίζεται στους Λονδρέζους, και στους ενήλικες άντρες. Αυτός ο Αμερικάνος ξεκίνησε από το Λονδίνο όταν ήταν πολύ νέος, και ήθελε να δώσει στην παλιά πόλη μια μεγάλη ανταπόδοση. Αλλά, και πάλι, άκουσα πως δεν υπάρχει λόγος να κάνεις αίτηση αν τα μαλλιά σου είναι ανοιχτοκόκκινα ή σκούρα, ή οτιδήποτε άλλο από αληθινά έντονα, λαμπερά, κόκκινα της φωτιάς. Λοιπόν, αν θα επιθυμούσατε να κάνετε αίτηση, κ. Γουίλσον, απλά θα ‘πρεπε να πάτε εκεί· μα ίσως να μην άξιζε καν να μπλέξετε προς χάριν μερικών εκατοντάδων λιρών.’»

«Λοιπόν, είναι γεγονός, κύριοι, όπως μπορείτε και οι ίδιοι να δείτε, πως τα μαλλιά μου είναι μιας εξαιρετικά γεμάτης και πλούσιας απόχρωσης, έτσι ώστε είχα την εντύπωση πως αν επρόκειτο να υπάρξει κάποιος ανταγωνισμός στο θέμα είχε εξίσου καλές πιθανότητες όπως κάθε άντρας που είχα ποτέ μου γνωρίσει. Ο Βίνσεντ Σπώλντινγκ έδειχνε να γνωρίζει τόσο πολλά σχετικά που θεώρησα πως ίσως να αποδεικνυόταν χρήσιμος, έτσι ώστε τον πρόσταξα να κλείσει τα εξώφυλλα για την μέρα και να έρθει μαζί μου. Ήταν εξαιρετικά ενθουσιασμένος παίρνοντας μια αργία, έτσι κλείσαμε την επιχείρηση και ξεκινήσαμε για την διεύθυνση που μας είχε δοθεί στην αγγελία.»

«Ελπίζω να μην δω ποτέ ξανά ένα τέτοιο θέαμα όπως αυτό, κ. Χολμς. Από τον νότο, τον βορά, την ανατολή, και την δύση κάθε άντρας που είχε μια απόχρωση του κόκκινου στα μαλλιά του είχε ροβολήσει στην πόλη για να απαντήσει στην αγγελία. Η οδός Φλήτ ήταν πνιγμένη στους κοκκινομάλληδες, και η Πόουπς Κορτ έμοιαζε με καροτσάκι πωλητή πορτοκαλιών. Δε θα πίστευα πως υπήρχαν τόσοι πολλοί σε ολόκληρη τη χώρα από όσους μαζεύτηκαν από εκείνη την μοναδική αγγελία. Κάθε απόχρωσης ήταν όλοι— ξανθά, ανοιχτόξανθα, πορτοκαλί, καστανοκόκκινα, Ιρλανδέζικα, βαθυκόκκινα, κεραμιδί· όμως όπως είπε ο Σπώλντινγκ, δεν υπήρχαν πολλοί που να είχαν τη ζωηρή απόχρωση της φλόγας. Όταν είδα πόσοι περίμεναν, θα τα είχα παρατήσει απελπισμένος· όμως ο Σπώλντινγκ δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Πως τα κατάφερε ούτε που φαντάζομαι, μα καθώς έσπρωξε, τράβηξε και κουτούλησε μέχρι που με πέρασε μέσα από το πλήθος, και ακριβώς στα σκαλιά που οδηγούσαν στο γραφείο. Υπήρχε μια διπλή ροή επί της σκάλας, με ορισμένους να ανεβαίνουν με την ελπίδα, και κάποιους να επιστρέφουν αποκαρδιωμένοι· μα στριμωχθήκαμε και εμείς όπως μπορούσαμε και σύντομα βρεθήκαμε στο γραφείο.»

«Η εμπειρία σας υπήρξε ιδιαίτερα διασκεδαστική,» σχολίασε ο Χολμς καθώς ο πελάτης μας στάθηκε και τόνωσε την μνήμη του με μια γενναία τζούρα ταμπάκου. «Παρακαλώ συνεχίστε την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατάθεση σας.»

«Δεν υπήρχε τίποτα στο γραφείο παρά δυο ξύλινες καρέκλες και ένα γραφείο, πίσω από το οποίο καθόταν ένας μικρόσωμος άντρας με ένα κεφάλι ακόμη πιο κόκκινο από το δικό μου. Έλεγε δυο κουβέντες με κάθε υποψήφιο καθώς εμφανιζόταν, και κατόπιν κατόρθωνε πάντα να τους βρίσκει κάποιο ψεγάδι το οποίο να του έθετε εκτός. Το να πάρεις τη θέση δε έδειχνε να αποτελεί εύκολο θέμα τελικά. Ωστόσο, όταν έφθασε η σειρά μας ο μικρόσωμος άντρας υπήρξε πολύ περισσότερο εξυπηρετικός με μένα από όσο σε οποιονδήποτε από τους άλλους, και έκλεισε την πόρτα καθώς μπήκαμε, έτσι ώστε να έχει μια κατ’ ιδίαν συζήτηση μαζί μας.»

«’Αυτός είναι ο κ. Τζαμπέζ Γουίλσον,’ είπε ο βοηθός, «και προτίθεται να συμπληρώσει τη θέση στην Ένωση.’»

«’Και είναι αξιοθαύμαστα κατάλληλος για αυτή,» απάντησε ο άλλος. ‘Πληροί κάθε απαίτηση. Δε θυμάμαι πότε να είδα κάτι τόσο αισθητικά άρτιο.’ Έκανε ένα βήμα πίσω, έριξε το κεφάλι του στο πλάι και κοίταξε τα μαλλιά μου μέχρι που αισθάνθηκα απόλυτη αμηχανία. Τότε ξαφνικά όρμησε εμπρός, σφίγγοντας μου το χέρι, και συγχαίροντας με θερμά για την επιτυχία μου.»

Redh-04.jpg

«’Θα ήταν άδικο να διστάσω,’ είπε. ‘Ωστόσο, είμαι βέβαιος, θα με συγχωρήσετε αν λάβω κάθε προφανές προληπτικό μέτρο.’ Λέγοντας το άρπαξε το κεφάλι μου με τα δυο του χέρια, και τραβώντας ώσπου φώναξα από πόνο. ‘Τα μάτια σας δάκρυσαν,’ είπε καθώς με άφησε. ‘Αντιλαμβάνομαι πως όλα είναι καταπώς πρέπει. Μα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, γιατί έχουμε δις εξαπατηθεί από περούκες και μια φορά από μπογιά. Θα μπορούσα να σας αναφέρω κουτές ιστορίες οι οποίες θα σας έκαναν να σιχαθείτε την ανθρώπινη φύση.’ Προχώρησε μέχρι το παράθυρο και φώναξε από μέσα όσο δυνατότερα μπορούσε πως η θέση είχε καλυφθεί. Ένα βογκητό απογοήτευσης ήρθε να αντηχήσει από κάτω, και ο κόσμος απομακρύνθηκε σε μπουλούκια προς κάθε κατεύθυνση έως ότου δε φαινόταν ούτε ένας κοκκινομάλλης εκτός της αφεντιάς μου και του διευθυντή.

«Το όνομα μου,» είπε, «είναι κ. Ντάνκαν Ρος, και είμαι κι εγώ ένας εκ των συνταξιούχων του χαρτοφυλακίου που αφέθηκε από τον ευγενή ευεργέτη μας. Είστε παντρεμένος, κ. Γουίλσον; Έχετε οικογένεια;’»

«Απάντησα πως δεν είχα.»

«Το πρόσωπο του κρέμασε απότομα.»

«’Θεέ μου!’ είπε βαριά, ‘είναι όντως ιδιαίτερα σοβαρό! Λυπάμαι που σας ακούω να το λέτε. Το χαρτοφυλάκιο συστάθηκε, φυσικά, για την διαιώνιση και την εξάπλωση των κοκκινομάλληδων όπως επίσης και για την συντήρηση τους. Είναι εξαιρετικά ατυχές το ότι είστε εργένης.’»

«Το πρόσωπο μου βάρυνε σ’ αυτό, κ. Χολμς, επειδή σκέφθηκα πως δε θα έπαιρνα την θέση τελικά· όμως καθώς το σκέφτηκε για μερικά λεπτά είπε πως θα πήγαιναν όλα καλά.»

«’Στην περίπτωση κάποιου άλλου,» είπε, ‘η ένσταση ίσως να ήταν μοιραία, όμως θα πρέπει να τεντώσουμε κάποιο όρο προς χάριν ενός άντρα με μαλλιά όπως τα δικά σας. Ποτέ θα μπορείτε να αναλάβετε τα νέα σας καθήκοντα;’»

«’Βασικά, είναι λίγο άβολο, διότι έχω μια επιχείρηση ήδη,’ είπα.»

«Μπα, μη σας νοιάζει, κ. Γουίλσον!» είπε ο Βίνσεντ Σπώλντινγκ. «Θα μπορέσω να τη φροντίσω για σας.’»

«’ποιο θα είναι το ωράριο;’ ρώτησα.»

«’Δέκα με δυο.’»

«Βασικά η δουλειά ενός ενεχυροδανειστή γίνεται κυρίως το βράδυ, κ. Χολμς, ιδιαίτερα την Τρίτη και την Παρασκευή το βράδυ, οι οποίες έρχονται πριν από τη μέρα πληρωμής· έτσι ώστε θα μου ταίριαζε πολύ καλά να κερδίζω κάτι τα πρωινά. Επιπλέον, ήξερα πως ο βοηθός μου ήταν καλός άνθρωπος, και πως θα φρόντιζε οτιδήποτε προέκυπτε.

«’Θα με εξυπηρετούσε πολύ καλά,’ είπα. ‘Και η πληρωμή;’»

«’Είναι 4 λίρες την εβδομάδα.’»

«’Και η εργασία;’»

«’Είναι αποκλειστικά συμβολική.’»

«’Τι εννοείτε αποκλειστικά συμβολική;’»

«Λοιπόν, θα πρέπει να βρίσκεστε στο γραφείο, ή τουλάχιστον στο κτίριο, όλη την ώρα. Αν φύγετε, στερείστε εντελώς τη θέση δια παντώς. Η διαθήκη είναι ιδιαιτέρως σαφής επί του θέματος. Δε συμμορφώνεστε με τους όρους αν μετακινηθείτε εκτός γραφείου κατά τη διάρκεια της χρονικής αυτής περιόδου.’»

«’Είναι μόνον τέσσερις ώρες τη ημέρα, και δε θα σκεφτόμουν να φύγω,’ είπα.»

«’Ουδεμία δικαιολογία δε θα ωφελήσει,’ είπε ο κ. Ντάνκαν Ρος· ‘ούτε ασθένεια ούτε εργασία ούτε οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει να παραμείνετε εκεί, ειδάλλως θα χάσετε τη θέση σας.’»

«’Και η εργασία;’»

«’Είναι να αντιγράψετε την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα. Υπάρχει ο πρώτος της τόμος σε εκείνο το ερμάριο. Θα πρέπει να προμηθευτείτε το δικό σας μελάνι, πέννες, και στυπόχαρτο, ωστόσο σας παρέχουμε αυτό το γραφείο και την καρέκλα. Θα είσαστε έτοιμος αύριο;’»

«’Βεβαίως,’ απάντησα.

«’Τότε αντίο, κ. Τζαμπέζ Γουίλσον, και επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για μία ακόμη φορά για τη σημαντική θέση την οποία υπήρξατε αρκετά τυχερός να κερδίσετε.’ Υποκλίθηκε οδηγώντας με έξω από το δωμάτιο και πήγα σπίτι με το βοηθό μου, δίχως καν να γνωρίζω τι να πω ή να κάνω, ήμουν τόσο ευχαριστημένος για την καλοτυχία μου.

«Λοιπόν, συλλογίστηκα το ζήτημα όλη μέρα, και μέχρι το βράδυ είχα χάσει εντελώς το κέφι μου· διότι είχα απολύτως πειστεί πως η όλη υπόθεση έπρεπε να αποτελεί μια μεγάλη φάρσα ή απάτη, μολονότι ούτε που διανοούμουν ποιος ήταν ο σκοπός της. Φαινόταν εντελώς απίστευτο πως κάποιος θα άφηνε μια τέτοια διαθήκη, ή πως θα πλήρωναν ένα τέτοιο ποσό για να κάνεις κάτι τόσο απλό όπως η αντιγραφή της εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα. Ο Βίνσεντ Σπώλντινγκ έκανε ότι μπορούσε για να μου φτιάξει το κέφι, όμως μέχρι που έφτασε η ώρα να κοιμηθώ το είχα θέσει εκτός του μυαλού μου. Ωστόσο, το πρωί, αποφάσισα να του ρίξω μια ματιά όπως και να ήταν, έτσι αγόρασα μελάνη της μιας πέννας, και με μια πένα φτερού, και εφτά φύλλα χαρτί, ξεκίνησα για την Πόουπ Κορτ.

«’Λοιπόν, προς έκπληξη και ικανοποίηση μου, τα πάντα ήταν όπως έπρεπε. Το γραφείο ήταν έτοιμο για μένα, και ο κ. Ντάνκαν Ρος ήταν εκεί για να βεβαιωθεί πως έφθασα κανονικά για δουλειά. Με ξεκίνησε από το γράμμα Α, και κατόπιν με άφησε· όμως περνούσε κατά διαστήματα για να δει αν όλα ήταν εντάξει μαζί μου. Στις δυο με αποχαιρέτησε, με συνεχάρη για την ποσότητα που είχα γράψει, και κλείδωσε την πόρτα του γραφείου πίσω μου.

«Συνεχίστηκε για μέρες, κ. Χολμς, και τα Σάββατα ο διευθυντής ήρθε και άφησε τέσσερις χρυσές λίρες για την εβδομαδιαία εργασία μου. Το ίδιο την επόμενη βδομάδα και την μεθεπόμενη. Κάθε πρωί ήμουν εκεί στις δέκα και κάθε μεσημέρι έφευγα στις δυο. Βαθμιαία ο κ. Ντάνκαν Ρος άρχισε να έρχεται μόνο μια φορά το πρωί, και κατόπιν, μετά από καιρό, δεν ερχόταν καθόλου. Ακόμη, φυσικά, δεν τολμούσα να αφήσω το γραφείο μήτε στιγμή, γιατί δεν ήμουν σίγουρος για το πότε ενδεχομένως θα ερχόταν, και η θέση ήταν πολύ καλή, και μου ταίριαζε τόσο καλά, ώστε δε θα ρισκάριζα την απώλεια της.

«Οχτώ βδομάδες πέρασαν έτσι, και είχα γράψει σχετικά με τον Άβακα[1], και ευελπιστούσα πως αν επιδείκνυα εργατικότητα ίσως σύντομα να έφτανα στο Β. Μου κόστιζε κάτι σε χαρτί, και είχα γεμίζει σχεδόν ένα ράφι με τα γραπτά μου. Και τότε αναπάντεχα όλη η ιστορία έφτασε στο τέλος.»

«Στο τέλος;»

Redh-05.jpg

«Μάλιστα, κύριε. Και δε συνέβη παρά σήμερα το πρωί. Πήγα στην δουλειά ως συνήθως στις δέκα, όμως η πόρτα ήταν κλειστή και κλειδωμένη, με ένα μικρό τετράγωνο από χοντρό χαρτόνι καρφωμένο στο μέσο της πόρτας με ένα καρφάκι. Ορίστε, διαβάστε το και μόνος σας.»

Ανασήκωσε ένα κομμάτι από λευκό χαρτόνι στο μέγεθος ενός φύλου σημειωματαρίου. Είχε γραμμένα τα εξής:


Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΛΛΗΔΩΝ

ΔΙΑΛΥΕΤΑΙ

9 Οκτωβρίου, 1890


Ο Σέρλοκ Χολμς και εγώ επιθεωρήσαμε την απότομη ανακοίνωση και το θλιμμένο πρόσωπο πίσω της, μέχρι που η κωμική πλευρά της υπόθεσης μας κατέλαβε σε τέτοιο βαθμό που μη μπορώντας να κρατηθούμε ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια.

«Δε βλέπω να υπάρχει κάτι το αστείο,» φώναξε ο πελάτης, αναψοκοκκινίζοντας ως τις ρίζες των κόκκινων μαλλιών του. «Αν δε μπορείτε να κάνετε κάτι καλύτερα από το να μου γελάτε κατάμουτρα, μπορώ να πάω κάπου αλλού.»

«Όχι, όχι,» φώναξε ο Χολμς, σπρώχνοντας τον πίσω στην καρέκλα από την οποία είχε μισοσηκωθεί. «Ειλικρινά δε θα ΄θελα να χάσω αυτή την υπόθεση για τίποτα στον κόσμο. Είναι αναζωογονητικά ασυνήθιστη. Όμως υπάρχει, αν μου επιτρέπετε να πω, κάτι κάπως αστείο σχετικά. Παρακαλώ σε ποια βήματα προβήκατε όταν βρήκατε την κάρτα επί της πόρτας;»

«Κλονίσθηκα, κύριε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μετά επισκέφτηκα τα τριγύρω γραφεία, αλλά κανείς τους δεν έδειξε να γνωρίζει κάτι σχετικά. Τελικά, πήγα στον ιδιοκτήτη, ο οποίος είναι λογιστής και μένει στο ισόγειο, και τον ρώτησα αν θα μπορούσε να μου πει τι είχε απογίνει η Ένωση των Κοκκινομάλληδων. Είπε πως ποτέ του δεν είχε ακούσει κάτι σχετικά με κάποια τέτοια οργάνωση. Κατόπιν τον ρώτησα ποιος ήταν ο κ. Ντάνκαν Ρος. Απάντησε πως το όνομα του ήταν άγνωστο.»

«’Καλώς,’ είπα εγώ, ‘ο κύριος στο Νο. 4.’»

«’Πως, ο κοκκινομάλλης;’»

«’Ναι.’»

«Όου,’ είπε εκείνος, ‘το όνομα του ήταν Γουίλιαμ Μόρρις. Ήταν συμβολαιογράφος και χρησιμοποιούσε το γραφείο ως προσωρινό χώρο έως ότου να ετοιμαστεί το δικό του. Μετακόμισε χθες.’»

«’Που θα μπορούσα να τον βρω;’

«’Όου, στο καινούργιο γραφείο του. Μου ανέφερε τη διεύθυνση. Ναι, στο 17 της οδού Βασιλέως Εδουάρδου, κοντά στον Άγιο Παύλο.’

«Ξεκίνησα για εκεί, κ. Χολμς, όμως όταν έφτασα στην διεύθυνση βρήκα μια βιοτεχνία τεχνητών επιγονατίδων, και κανείς εκεί δεν είχε ακούσει είτε για κάποιον κ. Γουίλιαμ Μόρρις ή για τον κ. Ντάνκαν Ρος.»

«Και τι κάνατε κατόπιν;» ρώτησε ο Χολμς.

«Πήγα σπίτι στο τετράγωνο Σάξ-Κόμπεργκ, και συμβουλεύθηκα το βοηθό μου. Όμως δε μπορούσε να με βοηθήσει κατά οποιονδήποτε τρόπο. Μου είπε μονάχα πως αν περίμενα να το μάθαινα από τον τύπο. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικό κ. Χολμς. Δεν ήθελα να χάσω μια τέτοια θέση δίχως να παλέψω, έτσι, καθώς άκουσα πως είσαστε αρκετά καλός στο συμβουλεύετε το φτωχό κόσμο που χρειάζεται βοήθεια, ήρθα ευθύς σε σας.»

«Και πράξατε πολύ σοφά,» είπε ο Χολμς. «Η περίπτωση σας είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτη, και θα χαρώ να την αναλάβω. Από όσα μου είπατε πιστεύω πως υπάρχει περίπτωση σοβαρότερα ζητήματα να επικρέμονται πάνω της από όσα ενδεχομένως φαίνονται εκ πρώτης όψης.»

«Σοβαρά αρκετά!» είπε ο κ. Γουίλσον Τζαμπέζ. «Μα, έχασα τέσσερις λίρες την εβδομάδα.»

«Όσον αφορά εσάς προσωπικά,» σχολίασε ο Χολμς, «δε βλέπω πως έχετε κάποιο παράπονο ενάντια στην ιδιάζουσα αυτή ένωση. Αντιθέτως, είσαστε, όπως αντιλαμβάνομαι, πλουσιότερος κατά κάπου 30 λίρες, για να μη πω τίποτα για την ενδελεχή γνώση την οποία αποκομίσατε σε κάθε ζήτημα το οποίο υπάγεται κάτω από το γράμμα Α. Δε χάσατε τίποτα από αυτούς.»

«Όχι, κύριε. Εντούτοις θέλω να μάθω σχετικά με αυτούς, και ποιοι είναι, και ποιο υπήρξε το αντικείμενο της φάρσας τους —αν επρόκειτο περί φάρσας— προς το άτομο μου. Ήταν ένα ιδιαίτερα ακριβό αστείο εκ μέρους τους, γιατί τους κόστισε τριάντα δυο λίρες.»

«Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τα συγκεκριμένα ζητήματα για εσάς. Και, καταρχάς, μια δυο ερωτήσεις κ. Γουίλσον. Ο βοηθός σας ο οποίος έτεινε την προσοχή σας στην αγγελία—πόσο καιρό είναι μαζί σας;»

«Περίπου έναν μήνα από τότε.»

«Πως ήρθε;»

«Απαντώντας σε μια αγγελία.»

«Ήταν ο μοναδικός υποψήφιος;»

«Όχι, είχα μια ντουζίνα.»

«Γιατί τον διαλέξατε;»

«Επειδή ήταν βολικός και θα δούλευε φθηνά.»

«Στο μισό ημερομίσθιο, πρακτικά.»

«Μάλιστα.»

«Πως είναι, αυτός ο Βίνσεντ Σπώλντινγκ;»

«Μικρόσωμος, γεροδεμένος, δραστήριος στην συμπεριφορά του, άτριχος στο πρόσωπο, μολονότι δεν απέχει από τα τριάντα. Έχει μια λευκή κηλίδα από οξύ στο μέτωπο του.»

Ο Χολμς ανακάθισε στην καρέκλα του σε εξαιρετική αναστάτωση. «Το φαντάστηκα,» είπε. «Παρατηρήσατε ποτέ, αν τα αυτιά του ήταν τρυπημένα για σκουλαρίκια;»

«Μάλιστα, κύριε. Μου είπε πως τα ‘χε τρυπήσει ένας τσιγγάνος όταν ήταν μικρός.»

«Χμ!» είπε ο Χολμς, βυθιζόμενος σε βαθιά σκέψη. «Είναι ακόμη μαζί σας;»

«Ω, μάλιστα, κύριε· μόλις τον άφησα.»

«Και η δουλειά φροντίστηκε όπως έπρεπε κατά την απουσία σας;»

«Κανένα παράπονο, κύριε. Δεν υπάρχει ποτέ και πολύ δουλειά τα πρωινά.»

«Αυτό αρκεί, κ. Γουίλσον. Θα χαρώ να σας προσφέρω μια γνωμάτευση επί του ζητήματος σε διάστημα μιας ή δυο ημερών. Σήμερα είναι Σάββατο, και ευελπιστώ πως έως τη Δευτέρα ίσως να έχουμε φτάσει σε μια κατάληξη.»

«Λοιπόν, Γουώτσον,» είπε ο Χολμς, όταν ο επισκέπτης μας είχε αφήσει, «τι συμπεραίνεις από όλα αυτά;»

«Δε βγάζω άκρη,» απάντησα ειλικρινά. «Πρόκειται περί μιας πλέον μυστηριώδους υπόθεσης.»

«Κατά κανόνα,» είπε ο Χολμς, «όσο πιο αλλόκοτο είναι ένα ζήτημα τόσο λιγότερο μυστηριώδες αποδεικνύεται να είναι. Πρόκειται για τα κοινότυπα, άχρωμα, εγκλήματα σου που είναι πραγματικά αινιγματικά, όπως ακριβώς ένα κοινότυπο πρόσωπο είναι δύσκολο να αναγνωρισθεί. Όμως θα πρέπει να είμαι βιαστικός με το παρόν ζήτημα.»

«Τι πρόκειται να κάνεις, τότε;» ρώτησα.

«Να καπνίσω,» απάντησε. «Είναι ζήτημα για κάπου τρεις πίπες, και σε παρακαλώ να μη μου μιλήσεις για πενήντα λεπτά.» Κούρνιασε στην καρέκλα του, με τα πόδια του τραβηγμένα στη γερακίσια μύτη του, και εκεί κάθισε με τα μάτια κλειστά και τη μαύρη πήλινη πίπα του να ξεπετάγεται σα το ράμφος κάποιου παράξενου πουλιού. Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως είχε αποκοιμηθεί, και όντως είχα νανουριστεί κι εγώ, όταν ξάφνου πετάχτηκε από την καρέκλα του με την χειρονομία ανθρώπου που έχει αποφασίσει και άφησε την πίπα του στο γείσο του τζακιού.

Redh-06.jpg

«Ο Sarasate παίζει στο Σεντ Τζέημς Χολ σήμερα το απόγευμα,» σχολίασε. «Τι λες, Γουώτσον; Θα μπορούσαν οι ασθενείς σου να περιμένουν για λίγες ώρες;»

«Δεν έχω τίποτα να κάνω σήμερα. Το ιατρείο μου δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα απαιτητικό.»

«Τότε βάλε το καπέλο σου και έλα. Θα περάσω πρώτα από την Πόλη, και θα πάμε να γευματίσουμε καθοδόν. Παρατηρώ πως υπάρχει αρκετή Γερμανική μουσική στο πρόγραμμα, το οποίο μου ταιριάζει καλύτερα στο γούστο μου από όσο η Ιταλική ή η Γαλλική. Είναι περισσότερο στοχαστική, και θέλω να σκεφθώ βαθύτερα. Έλα μαζί μου.»

Ταξιδέψαμε με τον υπόγειο μέχρι το Άλντερσγκέιτ· και ένας σύντομος περίπατος μας έφερε στο τετράγωνο ΣάξΚόμπεργκ, το σκηνικό της μοναδικής ιστορίας που είχαμε ακούσει το πρωί. Επρόκειτο για ένα στενόχωρο, μικρό, ελεεινά υποκριτικά αριστοκρατικό μέρος, όπου τέσσερις σειρές από μουντά διώροφα πλινθόκτιστα κτίρια έβλεπαν σε ένα μικρό σιδηρόφρακτο χώρο, όπου μια αλέα με αφρόντιστο γρασίδι και μερικές συστάδες από μαραμένες δάφνες έδιναν σκληρή μάχη ενάντια στη φορτωμένη καπνό και δυσάρεστη ατμόσφαιρα. Τρεις επιχρυσωμένες σφαίρες και μια καφετιά σανίδα με ένα «ΤΖΑΜΠΕΖ ΓΟΥΙΛΣΟΝ» σε λευκά γράμματα, επί της μιας γωνίας του οικήματος, υποδείκνυαν το μέρος όπου ο κοκκινομάλλης πελάτης μας διεξήγαγε την εργασία του. Ο Σέρλοκ Χολμς σταμάτησε μπροστά από αυτό με το κεφάλι τους προς την μια πλευρά και το κοίταξε από πάνω ως κάτω, με τα μάτια του να λάμπουν μέσα από (puckered) βλέφαρα. Κατόπιν ανηφόρισε αργά τον δρόμο, και ξανακατέβηκε στην γωνία, κοιτάζοντας ακόμη εξεταστικά τα σπίτια. Τελικά επέστρεψε σε εκείνο του ενεχυροδανειστή, και, έχοντας χτυπήσει εντονότατα πάνω στο πεζοδρόμιο με ένα ραβδί δυο τρεις φορές, πήγε στην πόρτα και χτύπησε. Άνοιξε στην στιγμή από έναν φαινομενικά έξυπνο, καλοξυρισμένο νεαρό, ο οποίος του είπε να περάσει μέσα.

Redh-07.jpg

«Σας ευχαριστώ,» είπε ο Χολμς. «Ήθελα μόνο να σας ρωτήσω πως πας από εδώ στη Στραντ.»

«Τρίτος δεξιά, τέταρτος αριστερά,» απάντησε ο υπάλληλος αμέσως, κλείνοντας την πόρτα.

«Έξυπνος ο τύπος,» παρατήρησε ο Χολμς καθώς απομακρυνθήκαμε. «Είναι, κατά την άποψη μου, ο τέταρτος εξυπνότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, και τολμώ να πω ότι δεν είμαι βέβαιος αν δεν έχει λόγο να είναι τρίτος. Κάτι ήξερα για εκείνον από πριν.»

«Εμφανώς,» είπα εγώ, «ο υπάλληλος του κ. Γουίλσον μετρά αρκετά στο μυστήριο της Ένωσης των Κοκκινομάλληδων. Είμαι βέβαιος πως έκανες την ερώτηση σου με την προοπτική πως ενδεχομένως να τον έβλεπες.»

«Όχι αυτόν.»

«Τότε τι;»

«Τα γόνατα του παντελονιού του.»

«Και τι ανακάλυψες;»

«Ότι ανέμενα να ανακαλύψω.»

«Γιατί χτύπησες το πεζοδρόμιο;»

«Αγαπητέ μου γιατρέ, είναι ώρα για παρατήρηση και όχι για κουβέντα. Είμαστε κατάσκοποι σε εχθρική χώρα. Κάτι μάθαμε σχετικά με το τετράγωνο Σαξ-Κόμπεργκ. Ας εξερευνήσουμε τα κομμάτια που απλώνονται πίσω της.»

Ο δρόμος στον οποίο βρεθήκαμε καθώς στρίψαμε στη γωνία από το απομονωμένο τετράγωνο Σαξ-Κόμπεργκ παρουσίασε μια τόσο σημαντική αντίθεση προς αυτό όσο η εμπρόσθια και η οπίσθια πλευρά μιας φωτογραφίας. Επρόκειτο περί μιας εκ των σημαντικότερων οδικών αρτηρίων που μετέφεραν την κίνηση από την Πόλη προς τα βόρεια και τα δυτικά. Ο δρόμος ήταν κλεισμένος από την πελώρια ροή του εμπορίου που έρεε σε μια διπλής κατεύθυνσης παλίρροιας εντός κι εκτός, ενώ τα πεζοδρόμια ήταν πήχτρα από τα βιαστικά κοπάδια των πεζών. Ήταν δύσκολο να κατανοήσουμε καθώς κοιτάζαμε τη σειρά όμορφων μαγαζιών και επιβλητικών εταιρικών κτιρίων πως γειτνίαζαν με την άλλη πλευρά και το άχρωμο και τελματωμένο τετράγωνο το οποίο είχαμε μόλις εγκαταλείψει.

«Για να δω,» είπε ο Χολμς, μένοντας στην γωνία και κοιτάζοντας την σειρά, «θα ήθελα να καταγράψω την σειρά των σπιτιών εδώ. Αποτελεί πάρεργο μου να κατέχω μια ακριβής γνώση του Λονδίνου. Ορίστε το Μόρτιμερ, του καπνοπώλη, το μικρό πρακτορείο εφημερίδων, το παράρτημα του Κόμπεργκ της Τράπεζας Πρωτευούσης και Προαστίων, το εστιατόριο των Φυτοφάγων, και η μάντρα κατασκευής αμαξών του ΜκΦάρλαν. Μας βγάζει ακριβώς στο άλλο τετράγωνο. Και τώρα, Γιατρέ, τελειώσαμε τη δουλειά μας, έτσι είναι ώρα να πάμε για τη μουσική μας. Ένα σάντουιτς και ένα φλιτζάνι καφέ, και έπειτα φύγαμε για τη χώρα του βιολιού, όπου καθετί είναι γλυκύτητα, λεπτότητα και μελωδία, και δεν υπάρχουν κοκκινομάλληδες πελάτες να μας ενοχλούν με τους γρίφους τους.»

Redh-08.jpg

Ο φίλος μου ήταν ενθουσιώδης μουσικός, τελώντας κι ο ίδιος όχι μόνο ένας ιδιαίτερα ικανός εκτελεστής αλλά και συνθέτης ιδιάζουσας ικανότητας. Ολόκληρο το απόγευμα παρέμεινε στο κάθισμα τυλιγμένος στην απόλυτη ευτυχία, κουνώντας απαλά το χέρι του ρυθμικά με τη μουσική, ενώ το ευγενικό χαμογελαστό πρόσωπο και τα νωχελικά, ονειροπόλα μάτια του διέφεραν εντελώς εκείνων του Χολμς, του λαγωνικού, του Χολμς του αδυσώπητου, του οξυδερκούς πνεύματος, του πανέτοιμου εγκληματολόγου, από όσο θα υπήρχε περίπτωση να χωρέσει το μυαλό μου. Στη μοναδική του προσωπικότητα η διπλή φύση εναλλασσόταν δυναμικά, και η εξαιρετική ακρίβεια και οξύνοια αντιπροσώπευε, όπως συχνά το συλλογιόμουν, την αντίδραση ενάντια στην ποιητική και στοχαστική διάθεση η οποία περιστασιακά κυριαρχούσε εντός του. Η μεταστροφή της φύσης του τον έπαιρνε από την ακραία νωχέλεια στην ακόρεστη δραστηριότητα· και όπως γνώριζα καλά, ποτέ δεν ήταν τόσο πραγματικά επικίνδυνος όπως όταν, για μέρες ολόκληρες, καθόταν κουρνιασμένος στην πολυθρόνα του καταμεσής των αυτοσχεδιασμών του και των βαριών βιβλίων του. Τότε ήταν που η λαχτάρα της καταδίωξης θα τον κατελάμβανε, και που η έξοχη ικανότητα λογικής του θα υψωνόταν στο επίπεδο του ένστικτου, μέχρις ότου όσοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με τις μεθόδους του θα τον λοξοκοιτάγαν όπως κάποιον του οποίου η γνώση δεν έχει να κάνει με τους υπόλοιπους θνητούς. Όταν τον είδα εκείνο το απόγευμα, τόσο βυθισμένο στη μουσική της αίθουσας του Σαίντ Τζέημς ένοιωσα πως η ώρα η κακή ίσως να έπεφτε επί εκείνων τους οποίους είχε αποφασίσει να κυνηγήσει.

«Θέλεις να επιστρέψεις σπίτι, δίχως αμφιβολία, Γιατρέ,» σχολίασε καθώς βγήκαμε.

«Ναι, καλό θα ήταν.»

«Και εγώ έχω κάποιες δουλειές να κάνω οι οποίες θα μου πάρουν μερικές ώρες. Αυτή η υπόθεση του τετραγώνου Κόμπεργκ είναι σοβαρή.»

«Πόσο σοβαρή;»

«Ένα σημαντικό έγκλημα βρίσκεται υπό εξέλιξη. Έχω κάθε λόγο να θεωρώ πως θα προλάβουμε να το εμποδίσουμε. Όμως σήμερα το ότι είναι Σάββατο περιπλέκει τα πράγματα. Θα χρειαστώ τη βοήθεια σου απόψε.»

«Τι ώρα;»

«Δέκα θα είναι αρκετά νωρίς.»

«Θα είμαι στην οδό Μπέϊκερ στις δέκα.»

«Πολύ καλά. Και, σου το λέω, Γιατρέ, πως ίσως να υπάρξει κάποιος κίνδυνος, οπότε αν έχεις την καλοσύνη βάλε το υπηρεσιακό σου περίστροφο στην τσέπη σου.» Χαιρέτησε, έκανε στροφή επιτόπου, και χάθηκε στη στιγμή μες στο πλήθος.

Ευελπιστώ πως δεν είμαι περισσότερο δύσνους από τους γείτονες μου, ωστόσο ένοιωθα πάντοτε καταπιεσμένος από την αίσθηση της βλακείας μου στις δοσοληψίες μου με τον Σέρλοκ Χολμς. Να που είχα ακούσει ότι είχε ακούσει, είχα δει όσα είχε δει, και όμως από τα λόγια ήταν προφανές πως έβλεπε ξεκάθαρα όχι μόνο τι είχε συμβεί αλλά και το τι επρόκειτο να συμβεί, ενώ για μένα όλη η υπόθεση ήταν ακόμη συγκεχυμένη και αλλόκοτη. Καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου στο Κένσινγκτον τα ξανασκέφθηκα όλα, από την αξιοσημείωτη ιστορία του κοκκινομάλλη αντιγραφέα της εγκυκλοπαίδειας ως την επίσκεψη μας στο τετράγωνο ΣαξΚόμπεργκ, και τα δυσοίωνα λόγια με τα οποία είχε απομακρυνθεί. Τι σκοπό είχε αυτή η νυχτερινή αποστολή, και γιατί έπρεπε να πάω οπλισμένος; Που πηγαίναμε, και τι θα κάναμε; Είχα μια νύξη από τον Χολμς, πως ο σπανός υπάλληλος του ενεχυροδανειστή ήταν ένας επικίνδυνος άνθρωπος —ένας άνθρωπος που ίσως να έπαιζε κάποιο βαθύτερο ρόλο. Προσπάθησα να το ξεδιαλύνω, όπως τα παράτησα απελπισμένος και άφησα το ζήτημα στην άκρη μέχρι που το βράδυ να φέρει μια εξήγηση.

Ήταν εννέα και τέταρτο όταν ξεκίνησα από το σπίτι και διέσχισα το Πάρκο, και περνώντας μέσα από την οδό Όξφορντ έφτασα στην οδό Μπέϊκερ. Δύο άμαξες στέκονταν στην πόρτα, καθώς μπήκα στο διάδρομο άκουσα τον ήχο φωνών από πάνω. Μπαίνοντας στο δωμάτιο βρήκα τον Χολμς σε έντονη συζήτηση με δυο άντρες, έναν εκ των οποίων αναγνώρισα ως τον Πήτερ Τζόουνς, τον αστυνομικό πράκτορα, ενώ ο άλλος ήταν ένας άνθρωπος με μακρύ, ισχνό, θλιμμένο πρόσωπο, φορώντας ένα γυαλιστερό καπέλο και μια καταπιεστικά αξιοσέβαστη ρεντιγκότα.

«Αχά! Η ομάδα μας είναι πλήρης,» είπε ο Χολμς, κουμπώνοντας την πατατούκα του και παίρνοντας το βαρύ κυνηγετικό μαστίγιο του από το ράφι του. «Γουώτσον, πιστεύω να γνωρίζεις τον κ. Τζόουνς, της Σκότλαντ Γιάρντ; Να σου συστήσω τον κ. Μέριγουέδερ, ο οποίος θα μας συντροφέψει στην αποψινή περιπέτεια μας.»

«Θα κυνηγήσουμε πάλι σε ζευγάρια, Γιατρέ, βλέπετε,» είπε ο Τζόουνς με τον σπουδαιοφανή τρόπο του. «Ο φίλος μας από εδώ είναι υπέροχος στο να ξεκινά μια καταδίωξη. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα γέρικο σκυλί για να τον βοηθήσει να βρει τον στόχο του.»

«Ελπίζω μόνο να μη καταλήξουμε σε ένα χιμαιρικό κυνήγι στο τέλος της καταδίωξης μας,» παρατήρησε ο κ. Μέριγουέδερ μελαγχολικά.

«Μπορείτε να αποθέσετε εξαιρετική εμπιστοσύνη στον κ. Σέρλοκ Χολμς, κύριε,» είπε ο αστυνομικός αλαζονικά. «Έχει τις δικές τους μεθόδους, οι οποίες είναι, αν δε σας πειράζει που το λέω, μόλις μια ιδέα περισσότερο θεωρητικές και φανταστικές, μα έχει τη στόφα του ντετέκτιβ μέσα του. Δε θα υπερέβαλα αν έλεγα πως μια δυο φορές, όπως σε εκείνη την υπόθεση του φόνου του Σόλτο και του θησαυρού του Άνγκρα, υπήρξε περισσότερο σωστός από ότι το αστυνομικό σώμα.»

«Ω, αν το λέτε εσείς, κ. Τζόουνς, δε τίθεται θέμα,» είπε ο ξένος με σεβασμό. «Εντούτοις, ομολογώ πως μου λείπει το μπριτζ μου. Είναι η πρώτη Σαββατιάτικη βραδιά εδώ και είκοσι-επτά χρόνια που δεν έπαιξα το μπριτζ μου.»

«Πιστεύω πως θα ανακαλύψετε,» είπε ο Σέρλοκ Χολμς, «ότι θα παίξετε για ένα υψηλότερο στοίχημα απόψε από όσο παίξατε ποτέ σας, και πως το παιχνίδι θα είναι εξαιρετικά συναρπαστικό. Για εσάς, κ. Μέριγουέδερ, το ύψος του στοιχήματος θα ανέρχεται περίπου στις 30.000 λίρες· και για εσένα Τζόουνς, θα αποτελέσει τον άντρα τον οποίο επιθυμείς να τσακώσεις.»

«Τον Τζων Κλέϊ, τον δολοφόνο, τον κλέφτη, (smasher), και παραχαράκτη. Είναι νεαρός, κ. Μέριγουέδερ, όμως τελεί επικεφαλής του επαγγέλματος του, και θα ήθελα να του φορέσω χειροπέδες περισσότερο από κάθε άλλο εγκληματία του Λονδίνου. Ένας αξιοσημείωτος άνθρωπος, είναι ο νεαρός Τζων Κλέϊ. Ο παππούς του ήταν ευγενής δούκας, και ο ίδιος βρέθηκε στο Ήτον και στην Οξφόρδη. Το μυαλό του είναι τόσο πανούργο όσο τα δάκτυλα του, και μολονότι συναντάμε ίχνη του όπου κι αν στραφούμε, δεν έχουμε ιδέα που να ψάξουμε για τον ίδιο. Θα μπει σε κάποιο σπίτι στη Σκοτία τη μια βδομάδα, και θα συγκεντρώνει χρήματα για κάποιο ορφανοτροφείο στην Κορνουάλη την επόμενη. Βρισκόμουν στα ίχνη του για χρόνια και ποτέ μου δεν τον αντίκρισα.»

«Ελπίζω να έχω την ευχαρίστηση να σας τον γνωρίσω απόψε. Είχα μια δυο συναντήσεις με τον κ. Τζων Κλέϊ, και συμφωνώ μαζί σας πως είναι κορυφή στο επάγγελμα του. Είναι περασμένες δέκα, ωστόσο, και ώρα να ξεκινήσουμε. Αν οι δυο σας πάρετε την πρώτη άμαξα, ο Γουώτσον και εγώ θα σας ακολουθήσουμε με τη δεύτερη.»

Ο Σέρλοκ Χολμς δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός κατά τη διάρκεια της μακριάς διαδρομής και ακουμπούσε πίσω στην άμαξα μουρμουρίζοντας τις μελωδίες που είχαμε ακούσει το απόγευμα. Περάσαμε κροταλίζοντας μέσα από έναν ατέλειωτο λαβύρινθο, φωτισμένων από λυχνοστάτες, οδών ώσπου βγήκαμε στην οδό Φάρινγκτον.

«Σχεδόν φτάσαμε,» σχολίασε ο φίλος μου. «Αυτός ο τύπος, ο Μέριγουέδερ, είναι διευθυντής τράπεζας, και προσωπικά εμπλεκόμενος στο ζήτημα. Σκέφτηκα πως ήταν εξίσου καλό να έχουμε μαζί μας και τον Τζόουνς. Δεν είναι κακός τύπος, μολονότι εντελώς ανίκανος στο επάγγελμα του. Έχει μια θετική αρετή. Είναι τόσο γενναίος όσο ένα μπουλντόγκ και τόσο ανθεκτικός σαν αστακός αν κλείσει τα χέρια του γύρω από κάποιον. Ορίστε εδώ είμαστε, και μας περιμένουν.»

Redh-09.jpg

Είχαμε φτάσει στην ίδια συνωστισμένη λεωφόρο στην οποία είχαμε βρεθεί το ίδιο πρωινό. Οι άμαξες αφέθηκαν να φύγουν, και, ακολουθώντας τις οδηγίες του κ. Μέριγουέδερ, περάσαμε ένα στενό διάδρομο και μια πλευρική πόρτα η οποία άνοιξε για να μπούμε. Εντός βρισκόταν ένας μικρός διάδρομος που κατέληγε σε μια συμπαγή σιδερένια πόρτα. Κι αυτή άνοιξε επίσης, και μας οδήγησε σε μια κυκλική πέτρινη σκάλα, που τελείωσαν σε μια ακόμη πιο μεγάλη πόρτα. Ο κ. Μέριγουέδερ στάθηκε για να ανάψει μια λάμπα, και κατόπιν μας οδήγησε σε ένα σκοτεινό διάδρομο που μύριζε χώμα, και έτσι, ανοίγοντας μια τρίτη πόρτα, σε ένα τεράστιο θολωτό θάλμα ή κελάρι, το οποίο ήταν γεμάτο από κιβώτια και ευμεγέθη κουτιά.

«Δεν είστε ιδιαίτερα ευάλωτοι από την πάνω πλευρά,» σχολίασε ο Χολμς καθώς σήκωσε την λάμπα του και κοίταξε ολόγυρα του.

«Ούτε από κάτω,» είπε ο κ. Μέριγουέδερ, χτυπώντας το ραβδί του πάνω στις πλάκες που αποτελούσαν το πάτωμα. «Μα, τρομάρα μου, ακούγεται εντελώς κούφιο!» σχολίασε, ανασηκώνοντας το βλέμμα του σε έκπληξη.

«Οφείλω ειλικρινά να σας ζητήσω να είστε πιο ήσυχος!» είπε ο Χολμς αυστηρά. «Θέσατε ήδη σε κίνδυνο την όλη επιτυχία της αποστολής μας. Θα μπορούσα να σας παρακαλέσω αν έχετε την καλοσύνη να καθίσετε πάνω σε εκείνα τα κουτιά, και να μην ανακατευθείτε;»

Ο βαρύς κ. Μέριγουέδερ κούρνιασε πάνω σε ένα κιβώτιο, με μια ιδιαιτέρως πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπο του, ενώ ο Χολμς έπεσε στα γόνατα στο δάπεδο και, με τη λάμπα και ένα μεγεθυντικό φακό, άρχισε να εξετάζει εξονυχιστικά τις πλάκες. Μερικές δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να τον ικανοποιήσουν, γιατί τινάχτηκε όρθιος και πάλι και έβαλε το φακό του στην τσέπη.

«Έχουμε τουλάχιστον μια ώρα μπροστά μας,» σχολίασε, «γιατί ελάχιστα μπορούν να κινηθούν έως ότου ο καλός ενεχυροδανειστή να πάει να κοιμηθεί. Κατόπιν δε θα χάσουν ούτε στιγμή, γιατί όσο πιο σύντομα κάνουν τη δουλειά τόσο περισσότερο χρόνο θα έχουν για την απόδραση τους. Βρισκόμαστε επί του παρόντος, Γιατρέ —όπως δίχως αμφιβολία θα έχεις μαντέψει— στο υπόγειο του παραρτήματος της πόλης μιας εκ των βασικών τράπεζών του Λονδίνου. Ο κ. Μέριγουέδερ είναι ο πρόεδρος του συμβουλίου, και θα σου εξηγήσει ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι πλέον παράτολμοι εγκληματίες του Λονδίνου θα έδειχναν τόσο σημαντικό ενδιαφέρον για το υπόγειο επί της παρούσης.»

«Πρόκειται για το Γαλλικό χρυσό μας,» ψιθύρισε ο διευθυντής. «Είχαμε αρκετές προειδοποιήσεις πως κάποια απόπειρα θα πραγματοποιούταν.»

«Το Γαλλικό χρυσό σας;»

«Μάλιστα. Μας δόθηκε η ευκαιρία προ μερικών μηνών να ενισχύσουμε το αποθεματικό μας και δανειστήκαμε για το σκοπό αυτό 30.000 ναπολεόνια από την Τράπεζα της Γαλλίας. Έχει καταστεί γνωστό πως ποτέ δεν υπήρξε λόγος να αποσυσκευάσουμε τα χρήματα, και πως ακόμα αναπαύονται στο υπόγειο μας. Το κιβώτιο επί του οποίου κάθομαι περιέχει 2.000 ναπολεόνια συσκευασμένα μεταξύ στρώσεων από ελάσματα μολύβδου. Το απόθεμα μας σε χρυσές ράβδους είναι πολύ μεγαλύτερο επί του παρόντος από ότι συνήθως παραμένει σε κάποιο παράρτημα, και οι διευθυντές είχαν ανησυχίες επί του ζητήματος.»

«Οι οποίες ήταν εξαιρετικά δικαιολογημένες,» παρατήρησε ο Χολμς. «Και τώρα είναι ώρα να στήσουμε το σχεδιάκι μας. Αναμένω πως εντός μιας ώρας το θέμα θα φτάσει στην κορύφωση του. Εν τω μεταξύ κ. Μέριγουέδερ, πρέπει να τοποθετήσουμε το κάλυμμα πάνω από το φανάρι.»

«Και να καθίσουμε στο σκοτάδι;»

«Φοβάμαι πως ναι. Είχα φέρει μια τράπουλα στην τσέπη μου, και σκέφτηκα πως, καθώς κάνουμε καρέ, ίσως να είχατε τελικά την παρτίδα σας. Όμως βλέπω πως οι προετοιμασίες του εχθρού έχουν προχωρήσει πολύ ώστε δε μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την παρουσία φωτός. Και, πρώτα από όλα, πρέπει να επιλέξουμε τις θέσεις μας. Πρόκειται για επικίνδυνους ανθρώπους, και μολονότι θα τους έχουμε σε μειονέκτημα, ίσως να μας βλάψουν εκτός κι αν είμαστε προσεκτικοί. Θα σταθώ πίσω από αυτό το κιβώτιο, και εσείς καλυφθείτε πίσω από εκείνα. Κατόπιν, όταν ρίξω το φως πάνω τους, πλησιάστε γοργά. Αν πυροβολήσουν, Γουώτσον, μη διστάσεις να τους ρίξεις.»

Τοποθέτησα το περίστροφο μου, οπλισμένο, στο πάνω μέρος του ξύλινου κιβωτίου πίσω από το οποίο έσκυψα. Ο Χολμς τράβηξε το κάλυμμα μπροστά από το φανάρι του και μας άφησε στο απόλυτο σκοτάδι —ένα τόσο απόλυτο σκοτάδι που ποτέ ξανά δεν είχα βιώσει. Η μυρωδιά του ζεστού μέταλλου παρέμενε για να μας διαβεβαιώνει πως το φως βρισκόταν ακόμη εκεί, έτοιμο να λάμψει στη στιγμή. Για μένα, με τα νεύρα μου τεντωμένα στην κόψη της προσδοκίας, υπήρχε κάτι το καταθλιπτικό, και το κατασταλτικό στο αιφνίδιο μισοσκόταδο, και στην ψυχρή υγρή ατμόσφαιρα του θαλάμου.

«Δεν έχουν παρά μόνο μια έξοδο,» ψιθύρισε ο Χολμς. «Αυτή βρίσκεται πίσω στο σπίτι του τετραγώνου ΣαξΚόμπεργκ. Ελπίζω πως έκανες ότι σου ζήτησα, Τζόουνς;»

«Τοποθέτησα έναν επιθεωρητή και δυο αξιωματικούς να περιμένουν στην μπροστινή πόρτα.»

«Τότε κλείσαμε όλες τις τρύπες. Και τώρα θα πρέπει να παραμείνουμε σιωπηλοί και να περιμένουμε.»

Και πως δεν περνούσε η ώρα! Συγκρίνοντας τις γνώμες μας μετέπειτα δεν ήταν παρά μια ώρα και ένα τέταρτο, και όμως μου φάνηκε πως η νύχτα είχε σχεδόν τελειώσει και η αυγή χάραζε από πάνω μας. Τα άκρα μου ήταν κουρασμένα και παγωμένα, γιατί φοβόμουν να αλλάξω τη θέση μου· και όμως τα νεύρα μου λειτουργούσαν στο έπακρο της έντασης, και η ακοή ήταν τόσο οξυμένη που δεν άκουγα μονάχα την ήρεμη ανάσα των συντρόφων μου, αλλά ξεχώριζα τη βαθύτερη εισπνοή του ογκώδη Τζόουνς από τη λεπτή, σαν αναστεναγμό, ανάσα του τραπεζικού διευθυντή. Από τη θέση μου έβλεπα πάνω από το κιβώτιο στη μεριά του πατώματος. Ξάφνου τα μάτια έπιασαν ένα φωτεινό λαμπύρισμα.

Αρχικά ήταν μονάχα μια χλωμή αναλαμπή πάνω στο πέτρινο δάπεδο. Κατόπιν μάκρυνε μέχρι που έγινε μια κιτρινωπή γραμμή, και ύστερα, δίχως κάποια προειδοποίηση ή ήχο, μια σχισμή φάνηκε να ανοίγει και ένα χέρι εμφανίστηκε· ένα λευκό, σχεδόν γυναικείο χέρι, το οποίο ψηλάφισε ολόγυρα μέσα στην μικρή φωτισμένη περιοχή. Για ένα λεπτό ή κάτι παραπάνω το χέρι, με τα δάκτυλα που ψηλαφούσαν, προεξείχε στο πάτωμα. Κατόπιν αποτραβήχτηκε τόσο αιφνίδια όσο είχε εμφανισθεί, και όλα ήταν σκοτεινά και πάλι εκτός της μοναδικής χλωμής λάμψης η οποία επεσήμαινε μια χαραμάδα ανάμεσα στις πλάκες.

Η εξαφάνιση του, εντούτοις, δεν ήταν παρά στιγμιαία. Με ένα συρτό, ήχο σκισίματος, μιας από τις φαρδιές, λευκές πλάκες αναποδογύρισε και άφησε μια τετράγωνη τρύπα που έχασκε, μέσα από την οποία ξεχύθηκε το φως μιας λάμπας. Στην άκρη της εμφανίστηκε ένα καλοξυρισμένο, αγορίστικο πρόσωπο, το οποίο κοίταξε έντονα τριγύρω του, και κατόπιν, με ένα χέρι σε κάθε πλευρά του ανοίγματος, τραβήχτηκε μέχρι τους ώμους και τη μέση, ώσπου ένα γόνατο ακούμπησε στην άκρη. Μια στιγμή αργότερα στεκόταν στο πλάι της τρύπας και τραβούσε πίσω του έναν σύντροφο, λυγερό και μικρόσωμο σαν κι εκείνον, με ωχρό πρόσωπο και πυκνά κατακόκκινα μαλλιά.

«Όλα είναι εντάξει,» ψιθύρισε. «Έχεις το κοπίδι και τους σάκους. Μα το μεγάλο Σκότ! Πήδα, Άρτσι, πήδα, και σε ακολουθώ!»

Redh-10.jpg

Ο Σέρλοκ Χολμς είχε τιναχθεί και πιάσει τον εισβολέα από το γιακά. Ο άλλος βούτηξε μες στην τρύπα και άκουσα τον ήχο ρούχου που σχίζεται καθώς ο Τζόουνς τον άρπαξε από το πουκάμισο. Το φως άστραψε επί της κάνης ενός περιστρόφου, μα το κυνηγετικό μαστίγιο του Χολμς έπεσε στον καρπό του άντρα, και το πιστόλι χτύπησε στο πέτρινο δάπεδο.

«Είναι μάταιο, Τζων Κλέϊ,» είπε ο Χολμς ήρεμα. «Δεν έχεις την παραμικρή πιθανότητα.»

«Έτσι νομίζω,» απάντησε ο άλλος με τη μέγιστη δυνατή ψυχραιμία. «Φαντάζομαι πως το φιλαράκι μου είναι εντάξει, μολονότι βλέπω πως κρατάτε τις άκρες του σακακιού του.»

«Τρεις άντρες τον περιμένουν στην πόρτα,» είπε ο Χολμς.

«Ω, αλήθεια! Δείχνετε πως υπολογίσατε την κατάσταση απολύτως. Οφείλω να σας συγχαρώ.»

«Και εγώ εσάς,» απάντησε ο Χολμς. «Η ιδέα των κοκκινομάλληδων ήταν κατακαινούργια και αποτελεσματική.»

«Θα δεις ξανά το φιλαράκι σου αμέσως,» είπε ο Τζόουνς. «Είναι ταχύτερος στο να κατεβαίνει τρύπες από όσο εγώ. Περίμενε μόνο ενώ στήνω τους αγώνες.»

«Σας ικετεύω να μη τον αγγίξετε με τα βρωμερά σας χέρια,» σχολίασε ο κρατούμενος μας καθώς οι χειροπέδες κροτάλισαν στα χέρια του. «Ίσως να μην έχετε επίγνωση πως έχω βασιλικό αίμα στις φλέβες μου. Δείξτε την καλοσύνη, επίσης, όταν μου απευθύνεστε να λέτε ‘κύριε’ και ‘παρακαλώ.’»

«Καλώς,» είπε ο Τζόουνς με μια ματιά και ένα κοροϊδευτικό γέλιο. «Λοιπόν, θα θέλατε σας παρακαλώ, κύριε, να ανέβετε επάνω όπου θα πάρουμε μια άμαξα για να μεταφέρουμε την εξοχότητα σας στο αστυνομικό τμήμα;»

«Έτσι είναι καλύτερα,» είπε ο Τζων Κλέϊ γαλήνια. Έκανε μια σαρωτική υπόκλιση προς τους τρεις μας και απομακρύνθηκε ήσυχα υπό τη συνοδεία του ντετέκτιβ.

«Ειλικρινά, κ. Χολμς,» είπε ο κ. Μέρυγουέδερ καθώς τους ακολουθήσαμε έξω από το υπόγειο, «δεν έχω ιδέα πως η τράπεζα θα μπορέσει να σας ευχαριστήσει είτε να σας το ξεπληρώσει. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εντοπίσατε και κατατροπώσατε με τον πλέον απόλυτο τρόπο μια από τις πιο αποφασιστικές απόπειρες ληστείας τράπεζας που υπέπεσε ποτέ στην αντίληψη μου.»

«Είχα κάνα δυο δικούς μου λογαριασμούς να ξεκαθαρίσω με τον κ. Τζων Κλέϊ,» είπε ο Χολμς. «Υποχρεώθηκα σε ορισμένα μικροέξοδα σχετικά με το ζήτημα, τα οποία και αναμένω να αποζημιωθούν από την τράπεζα, όμως πέραν αυτών ανταμείφθηκα επαρκώς έχοντας μια εμπειρία η οποία κατά πολλούς τρόπους είναι μοναδική, και ακούγοντας την ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη αφήγηση σχετικά με την Ένωση των Κοκκινομάλληδων.»

«Βλέπεις, Γουώτσον,» εξήγησε τις μικρές ώρες του πρωινού καθώς καθόμασταν πίνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με σόδα στην οδό Μπέϊκερ, «ήταν απόλυτα προφανές εξ αρχής πως το μοναδικό αντικείμενο της μάλλον φανταστικής υπόθεσης της αγγελίας για την Ένωση, και της αντιγραφής της εγκυκλοπαίδειας, ήταν να βγάλει αυτόν τον όχι και τόσο έξυπνο ενεχυροδανειστή από την μέση για μερικές ώρες ημερησίως. Ήταν αρκετά παράδοξος ο τρόπος κατά τον οποίο επιτεύχθηκε, αλλά, ειλικρινά, δε θα μπορούσα να προτείνω καλύτερο. Η μέθοδος αναμφίβολα προτάθηκε από το πανούργο μυαλό του Κλέϊ χάρη στο χρώμα των μαλλιών του συνεργού του. Οι 4 λίρες εβδομαδιαίως ήταν απλά ένα δόλωμα το οποίο έπρεπε να τον προσελκύσει, και τι σήμαινε για αυτούς, που πλήρωναν για να κερδίσουν χιλιάδες; Έβαλαν την αγγελία, ο ένας κακούργος έχει το προσωρινό γραφείο, ο άλλος κακούργος παρακινεί τον άνθρωπο να κάνει αίτηση, και μαζί κατορθώνουν να εξασφαλίσουν την απουσία του κάθε πρωί της εβδομάδας. Από τη στιγμή που άκουσα πως ο υπάλληλος είχε πάει μόνο για το μισό μισθό, μου ήταν προφανές πως είχε κάποιο ισχυρό κίνητρο για να εξασφαλίσει την κατάσταση.»

«Μα πως κατόρθωσες να μαντέψεις ποιο ήταν το κίνητρο;»

«Αν υπήρχαν γυναίκες στο σπίτι, θα είχα υποπτευθεί μια απλή κοινή δολοπλοκία. Αυτό, ωστόσο, δεν υφίστατο. Η επιχείρηση του ανθρώπου ήταν μικρή, και δεν υπήρχε τίποτα στο σπίτι του το οποίο να μπορούσε να λογοδοτήσει για τις τόσο εξεζητημένες προετοιμασίες, και ένα τέτοιο εγχείρημα όπως αυτό στο οποίο σκόπευαν. Έπρεπε, λοιπόν, να είναι κάτι εκτός οικίας. Τι να ήταν; Σκέφτηκα την αγάπη του υπαλλήλου για τη φωτογραφία, και το κόλπο του να εξαφανίζεται στο υπόγειο. Το υπόγειο! Αυτή ήταν η άκρη του μπλεγμένου κουβαριού. Κατόπιν προέβηκα σε έρευνες σχετικά με το μυστηριώδη υπάλληλο και ανακάλυψα πως είχα να κάνω με ένα εκ των πλέον στυγνών και πλέον επικίνδυνων εγκληματιών του Λονδίνου. Έκανε κάτι στο υπόγειο —κάτι το οποίο ήθελε πολλές ώρες σε καθημερινή βάση για σειρά μηνών. Τι να ήταν, ξανά; Δε μπορούσα να σκεφθώ τίποτα άλλο εκτός από το ότι έσκαβε ένα τούνελ προς κάποιο άλλο κτίριο.

«Μέχρι εκεί είχα φτάσει όταν πήγαμε να επισκεφτούμε την σκηνή της δράσης. Σε ξάφνιασα χτυπώντας το πεζοδρόμιο με το ραβδί μου. Εξακρίβωνα αν το υπόγειο εκτεινόταν εμπρός ή πίσω. Δεν ήταν μπροστά. Κατόπιν χτύπησα το κουδούνι, και, όπως έλπιζα, ο υπάλληλος άνοιξε. Είχα μερικές αψιμαχίες, αλλά ποτέ δεν είχαμε αντικρίσει ο ένας τον άλλο πριν. Ελάχιστα κοίταξα το πρόσωπο του. Τα γόνατα του ήταν εκείνα τα οποία ήθελα να δω. Θα πρέπει και ο ίδιος να παρατήρησες πόσο φθαρμένα, τσαλακωμένα, και λεκιασμένα ήταν. Φανέρωναν πολλές ώρες σκαψίματος. Το μοναδικό εναπομείναν μέρος ήταν εκείνο προς το οποίο έσκαβαν. Έστριψα την γωνία, αντιλήφθηκα πως η Τράπεζα Πρωτευούσης και Προαστίων γειτνίαζε με το κτίριο του φίλου μας, και αισθάνθηκα πως είχα λύσει το μυστήριο μου. Όταν επέστρεψα σπίτι μετά το κονσέρτο επισκέφτηκα τη Σκότλαντ Γιαρντ και τον πρόεδρο των διοικητών της τράπεζας, με το αποτέλεσμα το οποίο είδες.»

«Και πως μπόρεσες να καταλάβεις πως θα έκαναν την απόπειρα τους απόψε;» ρώτησα.

«Βασικά, όταν έκλεισαν τα γραφεία της Ένωσης ήταν σημάδι πως δε νοιάζονταν πλέον για την παρουσία του κ. Τζαμπέζ Γουίλσον —με άλλα λόγια, πως είχαν ολοκληρώσει το τούνελ τους. Ωστόσο κρινόταν αναγκαίο να το χρησιμοποιήσουν σύντομα, καθώς ενδέχετω να ανακαλυφθεί, ή ίσως τα ναπολεόνια να απομακρύνονταν. Το Σάββατο θα τους έκανε καλύτερα από κάθε άλλη μέρα, καθώς θα τους προσέφερε δυο μέρες για την απόδραση τους. Για όλους αυτούς τους λόγους ανέμενα να κινηθούν απόψε.»

«Το συλλογίστηκες υπέροχα,» αναφώνησα με πηγαίο θαυμασμό. «Πρόκειται για μια ιδιαίτερα μακριά αλυσίδα, και όμως κάθε κρίκος ηχεί σωστά.»

«Με έσωσε από την ανία,» απάντησε, με ένα χασμουρητό. «Αλίμονο! Την νοιώθω ήδη να με πλησιάζει. Η ζωή χάνεται σε μια διαρκή προσπάθεια να ξεφύγω από τις κοινοτοπίες της ύπαρξης. Αυτά τα προβληματάκια με βοηθούν να το επιτυγχάνω.»

«Και είσαι ευεργέτης του γένους,» είπα εγώ.

Ανασήκωσε τους ώμους του. «Καλά, ίσως, σε τελική ανάλυση, να έχει κάποιο μικρό όφελος,» σχολίασε. «'L'homme c'est rien—l'oeuvre c'est tout[2],’ όπως ο Γουστάβος Φλωμπέρ έγραψε στη Γεωργία Σανδή.»

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. (Σ.τ.Μ.) Abbots και Archery (Τοξοβολία) και Armour (Πανοπλία) – Για να μην είναι εντελώς ασύνδετο αλλάζονται σε θέματα του Ελληνικού Α, την Αρχιτεκτονική, την Άρπα, την Αττική
  2. (Σ.τ..Μ.) Ο Χολμς εδώ αναφέρει μέρος από μια επιστολή του Gustave Flaubert προς την George Sand. Το πρωτότυπο κείμενο είναι "l'Homme n'est Rien l'Oeuvre Tout" (Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα, το έργο έχει σημασία), όμως ο Χολμς λανθασμένα το αποδίδει ως "l'Homme c'est rien l'Oeuvre c'est tout."