Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οδύσσεια
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης
Ραψωδία ο


Κι ἡ Ἀθηνᾶ στὴ διάπλατη τὴ Λακεδαίμονα ἦρθε,
στὸν ἄξιο γιὸ τοῦ ἀντρόψυχου Ὀδυσσέα νὰ θυμίση
τὸ γυρισμό του νὰ νοιαστῆ, καὶ νά 'ρθη στὴν πατρίδα.
Τὸν βρῆκε μὲ τοῦ Νέστορα τὸ γιὸ τὸν παινεμένο
στὸ πρόσπιτο τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου πλαγιασμένο·
βαθιὰ γλυκοκοιμότανε τοῦ Νέστορα τὸ τέκνο,
ὄχι ὅμως κι ὁ Τηλέμαχος, ποὺ ἀκοίμητο τὸν κράτα
ἡ συλλογὴ τοῦ κύρη του στὴ θεία τὴ νύχτα μέσα.
Σιμά του στάθη κι εἶπε του ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·
     “ Τηλέμαχε, δὲν πρέπει πιὰ στὰ ξένα νὰ πλανιέσαι,    10
στὸ σπίτι βιὸς ἀφήνοντας κι ἀγέρωχους ἀνθρώπους,
μὴν τύχη αὐτοὶ καὶ μοιραστοῦν καὶ καταλύσουν ὅλους
τοὺς θησαυρούς σου, καὶ σοῦ βγη χαμένο τὸ ταξίδι.
Τρέχα πὲς στὸν τρανόφωνο Μενέλαο νὰ σὲ στείλη
στὸ σπίτι, ἀκόμα γιὰ νὰ βρῆς τὴν ἀκριβή σου μάνα,
ποὺ τώρα τὴν παρακινοῦν κι ὁ κύρης καὶ τ' ἀδέρφια
νὰ πάρη τὸν Εὐρύμαχο, ποὺ τοὺς μνηστῆρες ὅλους
καὶ στ' ἀντιπροίκια πέρασε καὶ στὰ περίσσια δῶρα.
Μὴν τύχη κι ἄθελά σου αὐτὴ πάρη τὸ βιὸς καὶ φύγη.
Τὶ τῆς γυναίκας τὴν ψυχὴ τὴν ξέρεις δὰ πῶς εἶναι·    20
θέλει ν' ἀξαίνη τὰ καλὰ τοῦ ἀντρὸς ποὺ θὰ τὴν πάρη,
μὰ τὰ προτερινὰ παιδιὰ καὶ τὸν ἀγαπημένο
τὸ σύγκοιτο ποὺ πέθανε, δὲ θέλει νὰ τοὺς ξέρη.
Πήγαινε τώρα, τὸ ἔχει σου νὰ μπιστευτῆς στὰ χέρια
τῆς παρακόρης ποὺ θὰ δῆς πιὸ τίμια ἀπὸ τὶς ἄλλες,
ὡσότου νύφη δοξαστὴ οἱ θεοὶ σοῦ φανερώσουν.
Κι ἄλλο ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ἐσὺ στὸ νοῦ σου βάλ' τον·
κρυφὸ καρτέρι σοῦ 'στησαν οἱ πρῶτοι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες,
μὲς στὸ στενὸ ποὺ ἀνάμεσο Θιάκι καὶ Σάμη πέφτει,
γιὰ νὰ σοῦ πάρουν τὴ ζωὴ στὸν τόπο σου πρὶν φτάσης.    30
Δὲν τὸ φοβᾶμαι αὐτό· θαρρῶ πὼς κάμποσους μνηστῆρες
θὰ φάη ἡ γῆς, ποὺ σήμερα τὸ βιός σου καταλοῦνε.
Ὡς τόσο βάστα ἀπ' τὰ νησιὰ μακριὰ τ' ὡριὸ καράβι,
κι ὅλο τὴ νύχτα ἀρμένιζε· καὶ πρύμο θὰ σοῦ στείλη
ἀγέρα ὅποιος ἀθάνατος σὲ διαφεντεύει πάντα.
Στὸ πρῶτο πρῶτο τοῦ Θιακιοῦ τ' ἀκρόγιαλο ποὺ φτάσης
στεῖλε μὲ τοὺς συντρόφους σου μαζὶ τὸ πλοῖο στὴ χώρα,
καὶ πρῶτα ἀπ' ὅλα ἐσὺ νὰ πᾶς νὰ βρῆς τὸ χοιροτρόφο,
ποὺ νοιάζεται τοὺς χοίρους σου, καὶ σὲ πονεῖ ἡ καρδιά του.
Ἐκεῖ τὴ νύχτα πέρασε, καὶ στεῖλ' τονε στὴ χώρα    40
τὴν εἴδηση τῆς γνωστικιᾶς νὰ φέρη Πηνελόπης,
πὼς γλύτωσες, κι εἶσ' ἄβλαβος, κι ἔφτασες ἀπ' τὴν Πύλο.”
     Εἶπε, καὶ τράβηξε ψηλὰ στὸν Ὄλυμπο ν' ἀνέβη.
Κι αὐτὸς τὸ γιὸ τοῦ Νέστορα σκουντώντας μὲ τὸ πόδι,
ἀπ' τὸ θεόγλυκο ὕπνο του τὸν ξύπνησε, καὶ τοῦ εἶπε·
     “ Πεισίστρατε τοῦ Νέστορα, σήκου, στ' ἁμάξι ζέψε
τ' ἄλογα τὰ μονόνυχα, νὰ πάρουμε τὸ δρόμο. ”
     Και τότε ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα τοῦ ἀντίσκοψε καὶ τοῦ εἶπε·
     “ Δὲ γίνεται, Τηλέμαχε, νὰ βγοῦμε μὲς στὴ νύχτα,
βιάση πολλὴ κι ἂν ἔχουμε· θὰ φέξη ὅπου καὶ νά 'ναι.    50
Περίμενε ὥσπου ὁ δοξαστὸς Μενέλαος τοῦ Ἀτρέα
φορτώση πᾶς στ' ἁμάξι σου τὰ δῶρα ποὺ σοῦ δίνει,
καὶ μὲ γλυκοὺς χαιρετισμοὺς σοῦ πῆ τὸ κατευόδιο·
τὶ ἀπ' ὅσους τὸν φιλοξενοῦν θυμᾶται ὁ ξενος πάντα
ἐκεῖνον ποὺ μὲ ξέχωρη τὸν καλοδέχτη ἀγάπη. ”
     Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνηκε εὐτὺς ἡ Αὐγούλα.
Κι ἔρχεται ὁ μεγαλόφωνος Μενέλαος σιμά τους,
ἅμα σηκώθη ἀπ' τὸ πλευρὸ τῆς ὥριας σύγκοιτής του.
Καὶ σὰν τὸν εἶδε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα,
ντύνεται ἀμέσως βιαστικὰ τὸ λαμπερὸ χιτώνα,    60
στοὺς ἀντρειωμένους ὤμους του ρίχνει βαρειὰ φλοκάτα,
καὶ βγαίνει καὶ προστέκεται· κι αὐτὰ τοῦ συντυχαίνει
τὸ παλληκάρι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα·
     “ Γιὲ τοῦ Ἀτρέα διόθρεφτε, Μενέλαε βασιλέα,
εἶναι ὥρα νὰ μὲ στείλης πιὰ στὴν ποθητὴ πατρίδα,
γιατ' ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ νὰ ξαναρθῶ στὸ σπίτι.”
     Καὶ τότε ὁ μεγαλόφωνος Μενέλαος τοῦ κρένει·
“Νὰ σὲ κρατήσω ἐδῶ πολὺ, Τηλέμαχε, δὲ θέλω,
τὸ γυρισμό σου ἀφοῦ ποθεῖς· ὅποιος περίσσια δείχνει.
στὸν ξένο ἀγάπη γιά ὄχτρητα, τὸν κατακρίνω ἐτοῦτον·    70
σ' ὅλα τὸ μέτριο πιὸ καλό· κακό νὰ λὲς τοῦ ξένου
νὰ φύγη, ἂ δὲν τὸ θέλη αὐτός· κακό, καὶ νὰ κρατᾶς τον
στὴ βιάση του. Σὰ βρίσκεται σιμά σου, φίλευέ τον·
ἂν πάλε θέλη μισεμό, καλοπροβόδιζέ τον.
Μεῖνε ὅμως πρῶτα νὰ μὲ δῆς στ' ἁμάξι ν' ἀπιθώνω
τὰ ὥρια σου δῶρα, καὶ νὰ πῶ τῶ γυναικῶνε μέσα
μὲ τὰ πολλὰ βρισκούμενα τραπέζι νὰ μᾶς στρώσουν.
Δόξα περίλαμπρη γιὰ μᾶς, καὶ γιὰ τὰ σένα κέρδος,
ποὺ πᾶτε δρόμο μακρινό, νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε.
Καὶ στὴν Ἑλλάδα ἂν θὲς νὰ βγῆς, καὶ σ' ὅλο τὸ Ἄργος μέσα,    80
ἔρχουμαι ἀντάμα σου κι ἐγώ· τὸ ἁμάξι θὰ σοῦ ζέψω,
καὶ θὰ σὲ πάρω σὲ πολλὲς ἀνθρώπων πολιτεῖες·
κανένας τότες μ' ἀδειανὰ δὲ θὰ μᾶς στείλη χέρια,
παρὰ σ' ἐμᾶς ἢ τρίποδα καλόχαλκο, ἢ λεβέτι,
ἢ δυὸ μουλάρια, ἢ καὶ χρυσὸ ποτήρι θὰ χαρίση.”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Τοῦ Ἀτρέα γόνε διόθρεφτε, Μενέλαε βασιλέα,
θέλω νὰ πάω στὸν τόπο μου, τὶ δὲν ἀφῆκα πίσω
σὰν ἔφευγα κανένανε νὰ μοῦ φυλάη τὸ βιός μου·
μὴν τύχη ὁ ἴδιος μου χαθῶ τὸν κύρη μου ζητώντας,    90
ἢ χάσω πολυτίμητο στολίδι ἀπ' τὰ παλάτια.”
     Σὰν ἄκουσε ὁ τρανόφωνος Μενέλαος ἐτοῦτο,
παράγγειλε στὴ σύγκοιτη καὶ στὶς γυναῖκες μέσα
μὲ τὰ πολλὰ βρισκούμενα τραπέζι νὰ τοιμάσουν.
Μόλις σηκώθηκε, ἔφτασε κοντὰ κι ὁ Ἐτεωνέας,
ποὺ δὲν καθόταν μακριά· καὶ τοῦ 'πε ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα
ν' ἀνάψη ἀμέσως τὶς φωτιές, τὰ κρέατα νὰ ψήση,
κι ἄκουσ' αὐτὸς τὴν προσταγή. Κι ὁ ἴδιος πῆγε τότε
στὸ θάλαμο ὁ Μενέλαος τὸ μοσκομυρισμένο,
μὲ τὴν Ἑλένη ἀντάμα του καὶ μὲ τὸ Μεγαπένθη.    100
Κι ἐκεῖ ποὺ φυλαγόντουσαν οἱ θησαυροὶ σὰ φτάσαν,
πῆρε στὸ χέρι ὁ βασιλιὰς διπλόκουπο ποτήρι,
κι εἶπε του γιοῦ του εν' ἀργυρὸ κροντηρι νἀ σηκώση·
κι ἡ Ἑλένη στὰ σεντούκια της ζυγώνει, ποὺ εἶχε μέσα
ὡριόπλουμα φορέματα, δουλειὰ δική της ὅλα.
Ἕν' ἀπὸ κεῖνα σήκωσε καὶ πῆρε η ὥρια Ἑλένη,
ἀπ' ὅλα τὸ πλατύτερο καὶ πιὸ ὄμορφο στὸ ξόμπλι,
ποὺ σὰν ἀστέρι ἦταν λαμπρό, καὶ κάτω ἀπ' ὅλα τό 'χε.
Καὶ στὸν Τηλέμαχο ἤρθανε περνώντας τὰ παλάτια,
κι ὁ ξανθομάλλης βασιλιὰς τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε·       110   
     “ Τὸ γυρισμὸ ποὺ λαχταρᾶς, Τηλέμαχε, ἂς σοῦ δώση
ὁ Δίας ὁ πολύβροντος, ὁ σύγκοιτος τῆς Ἥρας.
Κι ἀπ' ὅσα δῶρα σπίτι μου φυλάω θησαυρισμένα,
σοῦ δίνω τ' ὀμορφότερο, τὸ πιὸ βαριότιμό μου.
Σοῦ δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, ὅλο ἀσήμι,
κι ἀπάνωθε τὰ χείλη του μὲ μάλαμα σμιγμένα·
δουλειὰ τοῦ Ἡφαίστου· ὁ Φαίδιμος ὁ ἥρωας τό 'χει δώσει,
ὁ ρήγας τῶ Σιδωνιτῶν, τότες ποὺ ἐδῶ γυρνώντας
στ' ἀρχοντικό του κόνεψα· δικό σου θέλω νά 'ναι.”
     Εἶπε καὶ τὸ διπλόκουπο τοῦ πρόσφερε ποτήρι    120
τοῦ Ἀτρέα ὁ γιὸς ὁ ἥρωας· καὶ τότε ὁ ἀντρειωμένος
ὁ Μεγαπένθης ἔφερε κι ἀπίθωσε ὀμπροστά του
τ' ἀστραφτερὸ κροντήρι του τ' ἀσημοδουλεμένο·
Κατόπι ἡ κρινομάγουλη στάθη ὀμπροστά του Ἑλένη σηκώνοντας τὸ φόρεμα, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·
     “Τοῦτο κι ἐγώ, παιδάκι μου, τὸ δῶρο σοῦ χαρίζω,
ἀπ' τὴν Ἑλένη θύμημα γιὰ τὴ χρυσὴ τὴν ὥρα
τοῦ γάμου σου, νὰ τὸ φορῆ ἡ καλή σου, κι ὡς τὰ τότες,
ἂς τὸ φυλάη ἡ ἀγαπητὴ μανούλα σου στὸ σπίτι.
Τώρα μὲ γειὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ τ' ἀξιωθῆς νὰ φτάσης στ' ἀρχοντικὸ παλάτι σου, στὴν ποθητή πατρίδα.”
     Εἶπε, καὶ τοῦ τὸ πρόσφερε, κι αὐτὸς τὸ καλοδέχτη.    130
Παίρνοντας τότες ὁ ἥρωας Πεισίστρατος, τὰ δῶρα,
τὰ θάμασε καὶ τά 'βαλε μὲς στ' ἁμαξιοῦ τὴν κόφα.
Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος τοὺς ἔφερε στὸν πύργο,
κι ἐκεῖνοι ἀράδα στὰ θρονιὰ καθίσαν καὶ στὶς ἕδρες.
Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια,
ὥριο χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη
γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους τὸ γυαλιστὸ τραπέζι.
Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει,
κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια.
Κι ὁ Ἐτεωνέας ἔκοβε καὶ μοίραζε τὸ κρέας,    140
καθὼς κρασὶ τοὺς κέρνα ὁ γιὸς τοῦ δοξασμένου ρήγα.
Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους.
Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους,
πᾶνε ὁ Τηλέμαχος κι ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα καὶ ζεύουν,
καὶ μὲς στ' ἁμάξι μπαίνουνε τ' ὀμορφοπλουμισμένο,
καὶ βγαίνουν ἀπ' τὰ πρόθυρα κι ἀπ' τὸν πολύβοο πύργο.
Τότες τοὺς ἦρθε ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος τοῦ Ἀτρέα,
χρυσὸ ποτήρι μὲ κρασὶ θεόγλυκο κρατώντας
στὸ δεξὶ χέρι, στάξιμο νὰ κάμουν πρὶν κινήσουν.
Καὶ στάθηκε ὀμπρὸς στ' ἄλογα, καὶ χαιρετώντας εἶπε·    150     
     “Γειά σας, παιδιά, καὶ πῆτε του τοῦ Νέστορα τοῦ ρήγα
παρόμοια εὐκή· σὰν ἀγαθὸς μοῦ στάθηκε πατέρας
ὅσον καιρὸ μαχόμασταν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν Τροία.”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Σὰ φτάσουμε, ὦ διόθρεφτε, θὰ τοῦ τὰ ποῦμε ἐκείνου
ὅλα καθὼς ἐσὺ τὰ λὲς· μακάρι καὶ στὸ Θιάκι
ἔτσι νὰ φτάσω, καὶ νὰ βρῶ τὸν Ὀδυσσέα στὸ σπίτι,
καὶ πόση ἀγάπη μοῦ 'δειξες νὰ πῶ, καὶ πῶς γυρίζω
μαζί μου φέρνοντας λαμπρὰ καὶ πάμπολλα σου δῶρα.”
     Κι αὐτὰ σὰν εἶπε, πέταξε πουλὶ πρὸς τὰ δεξά του,    160
ἀϊτός, κι εἶχε στὰ νύχια του λευκὴ πελώρια χήνα,
ἥμερη, μέσ' ἀπ' τὴν αὐλή· καὶ τρέχανε κατόπι
γυναῖκες κι ἄντρες κράζοντας· καὶ τὸ πουλὶ κοντά τους
ἦρθε καὶ χούμηξε δεξὰ στ 'ἄλογα ὀμπρὸς πετώντας·
κι εἶδαν αὐτοὶ καὶ χάρηκαν κι ἀναγαλλιάσαν ὅλοι.
Καὶ τότες ὁ Πεισίστρατος τοῦ Νέστορα αὐτὰ εἶπε·
     “ Στοχάσου τώρα, διόθρεφτε Μενέλαε, βασιλέα,
ἂν τὸ σημάδι αὐτὸ ὁ θεὸς τὸ δείχνη ἐμᾶς ἢ ἐσένα.”
     Εἶπε, κι ὁ πολεμόχαρος Μενέλαος συλλογιόταν
νὰ βρῆ τὸ νόημα καὶ σωστὰ νὰ τοῦ τὸ ξεδιαλύνη.    170
Μὰ ἡ λαμπροφόρα πρόλαβε ἡ Ἑλένη καὶ τοὺς εἶπε·
     “Ἀκοῦτε, ἐγὼ σᾶς τὸ ξηγῶ καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα
οἱ ἀθάνατοι τὸ βάζουνε, καὶ λέω πὼς ἔτσι θά 'βγη.
Σὰν πού 'ρθε ὁ ἀϊτὸς ἀπ' τὸ βουνό, ποὺ ἔχει γενιὰ καὶ φύτρα,
κι ἀπ' τὴν αὐλή της ἅρπαξε τὴ φυλαγμένη χήνα,
ἔτσι ὁ Δυσσέας στὸ σπίτι του, σὰν πλανηθῆ καὶ πάθη,
θένα 'ρθη καὶ θὰ γδικιωθῆ· μπορεῖ καὶ νά 'ρθε κιόλας,
καὶ νὰ σκαρώνη φοβερὰ δεινὰ γιὰ τοὺς μνηστῆρες. ”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Νὰ δώση ὁ Δίας ὁ βροντηχτής, ὁ σύγκοιτος τῆς Ἥρας,    180
κι ἀπὸ κεῖ πέρα τότ' ἐγὼ σᾶ θεὰ θὰ σὲ δοξάζω. ”
     Καὶ τ' ἄλογα μαστίγωσε, καὶ κεῖνα πῆραν δρόμο,
κι ἀπὸ τὴ χώρα διάβηκαν καὶ χύθηκαν στὸν κάμπο·
Πὰς στὰ λαιμά τους ὁ ζυγὸς ὁλημερὶς κουνοῦσε,
μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιωσαν οἱ δρόμοι,
στὶς Φῆρες σταματήσανε, στοὺς πύργους τοῦ Διοκλέα,
ποὺ ἤτανε γιὸς τοῦ Ὀρσίλοχου, καὶ τ' Ἀλφειοῦ ἦταν 'γγόνι.
Ἐκεῖ ξενύχτισαν, κι αὐτὸς φιλόξενα τοὺς δέχτη.
     Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα,
ζέψανε κι ἀνεβήκανε στὸ πλουμισμένο ἁμάξι,    190
καὶ βγῆκαν ἀπ' τὰ πρόθυρα κι ἀπ' τὸν πολύβοο πύργο·
δίνει βιτσιὰ στ' ἀλόγατα, κι αὐτὰ γοργοπετάξαν.
Γλήγορα φτάνουν στ' ἁψηλὰ τῆς Πύλος κατατόπια,
καὶ τότε εἶπε ὁ Τηλέμαχος στοῦ Νέστορα τὸ τέκνο·
     “ Καλέ μου, τάχα θά 'στεργες ὅ,τι σοῦ πῶ νὰ κάνης ;
Παινιόμαστε πὼς ἄπειρη μᾶς ἔφερε φιλία
ἡ ἀγάπη τῶν πατέρων μας, κι ὁμήλικους μᾶς δένει·
μὰ πιὸ βαθιὰ ἑνωθήκαμε μὲ τὸ ταξίδι ἐτοῦτο.
Μὴν προσπεράσης, διόθρεφτε, τὸ πλοῖο, μόν' ἄφησέ με
ἐδῶ, μὴν τύχη σπίτι του καὶ μὲ κρατήση ὁ γέρος    200
νὰ μὲ φιλέψη, ὅσο πολὺ κι ἂ βιάζουμαι νὰ φτάσω.”
     Εἶπε, κι ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα στοχάστη μὲς στὸ νοῦ του
πὼς κάλλιο στοῦ Τηλέμαχου τὸ θέλημα νὰ στέρξη.
Καὶ νά, τί συλλογίστηκε πὼς εἶναι πιὸ συφέρο·
κατὰ τὸ πλοῖο στὸ γιαλὸ τ' ἀλόγατα γυρίζει,
κι ὅλα τὰ δῶρα τὰ λαμπρὰ στὴν πρύμνη μέσα ἀδειάζει,
ποὺ τοῦ 'δωσε ὁ Μενέλαος, φόρεμα καὶ χρυσάφι·
καὶ τότες τὸν παρακινεῖ μὲ λόγια φτερωμένα·
     “ Τρέξε κι ἀνέβα τώρα ἐσὺ, πὲς νά 'ρθουν κι οἱ συντρόφοι,
πρὶν φτάσω ἐγὼ στὸν πύργο μας, καὶ πρὶν τ' ἀκούση ὁ γέρος.    210
Γιατὶ καλὰ κατέχω το στὰ φρένα καὶ στὸ νοῦ μου,
πὼς ὄντας δυνατόγνωμος, δὲ θὰ σ' ἀφήση, θά 'ρθη
νὰ σὲ φωνάξη, κι ἄπραγος θαρρῶ δὲ θὰ γυρίση,
τὶ τὴν ψυχή του ἀκράτητος θυμὸς θά 'χη πιασμένη. ”
     Καὶ τὰ λαμπρότριχα ἄλογα χτυπάει μὲ τὸ μαστίγι,
κατὰ τὴν Πύλο, καὶ γοργὰ στ' ἀρχοντικό τους φτάνει.
Συνάμα κι ὁ Τηλέμαχος προστάζει τοὺς συντρόφους·
     “ Γιὰ συγυρίστε τ' ἄρμενα, παιδιὰ, στὸ μαῦρο πλοῖο,
κι ἂς ἀνεβαίνουμε κι ἐμεῖς ν' ἀρχίζουμε τὸ δρόμο. ”
     Εἶπε, κι ἐκεῖνοι πρόθυμα τὴν προσταγή του ἀκοῦσαν,    220
καὶ μπῆκαν καὶ καθίσανε στοῦ καραβιοῦ τοὺς πάγκους.
Αὐτὰ νοιαζόταν, κι ἔκανε σιμὰ στὴν πρύμνη στάξες
καὶ προσευκὲς στὴν Ἀθηνᾶ· κι ἦρθε σιμά του ξένος
μάντης ποὺ σκότωσε ἄνθρωπο, καὶ νὰ ξεφύγη ζήτα·
ἀπ' τὸν Μελάμποδα ἔρχονταν ἡ φύτρα κι ἡ γενιά του,
ποὺ μιὰ φορὰ ζοῦσε κι αὐτὸς στὴν ἀρνοθρέφτρα Πύλο,
κι εἶχε ἐκεῖ πλούτια ἀρίφνητα κι ἀρχοντικὰ παλάτια·
κατόπι ξενιτεύτηκε κι ἀφῆκε τὸ Νηλέα,
τὸ ρήγα τὸν τρανόψυχο, τοῦ κόσμου τὸ καμάρι,
ποὺ χρόνο κράταε ἁλάκερο τὸ βιός του μὲ τὴ βία,    230
ὅταν ἐκεῖνος κλειότανε στοὺς πύργους τοῦ Φυλάκου,
δεμένος μὲ τὶς ἅλυσες, καὶ βάσανα τραβώντας
γιὰ τοῦ Νηλέα τὴν κορασιά, κι ἀπ' τὴν βαρειὰ τὴν τρέλλα
ποὺ ἡ Ἐρινύα ἡ φοβερὴ θεὰ τοῦ 'ριξε ἀπάνω.
Ὡς τόσο τότες γλύτωσε, καὶ μπόρεσε νὰ φέρη
τὰ βόδια τὰ μουγγρόφωνα στὴν Πύλο ἀπ' τὴ Φυλάκη,
γδικιώνοντας τὴν ἄνομη πράξη τοῦ θείου Νηλέα,
κι ἔτσι ἔφερε τὴν κορασιὰ στ' ἀδέρφι του στεφάνι.
Κατόπι ξενιτεύτηκε στ' ἀλογοβόσκητο Ἄργος,
γιατ' ἤτανε γραφτό του ἐκεῖ νὰ ζήση καὶ νὰ γίνη    240
ρήγας περίσσιων Ἀργιτῶν. Καὶ πῆρ' ἐκεῖ γυναίκα,
κι ἔστησε σπίτι ἀρχοντικό, καὶ γέννησε δυὸ τέκνα,
δυὸ δυνατοὺς λεβέντηδες, τὸ Μάντιο κι Ἀντιφάτη.
Καὶ τὸν τρανόψυχο Ὀϊκλῆ γέννησε ὁ Ἀντιφάτης,
κι ὁ Ὀϊκλῆς τὸν Ἀμφιάραο, τῆς λεβεντιᾶς τὸν πύργο,
ποὺ τοῦ 'χε ἀγάπη περισσὴ κι ὁ αἰγιδοφόρος Δίας,
κι ὁ Φοῖβος· μὰ δὲν ἔφτασε στῶ γερατειῶν τὴ θύρα, παρὰ στὴ Θήβα χάθηκε ἀπ' τὰ δῶρα τῆς γυναίκας.
Δυὸ γιοὺς αὐτός, Ἀμφίλοχο κι Ἀλκμαίωνα, εἶχε κάμει.
Ὁ Μάντιος πάλι γέννησε Κλεῖτο καὶ Πολυφείδη·
τὸν Κλεῖτο στοὺς ἀθάνατους ἡ Αὐγὴ ἡ χρυσοθρονοῦσα    250
τὸν πῆρε γιὰ τὰ κάλλη του· τὸν Πολυφείδη ὁ Φοῖβος
Ἀπόλλωνας τὸν ὅρισε τοῦ κόσμου πρῶτο μάντη
σὰν πέθαν' ὁ Ἀμφιάραος· μὰ στὴν Ὑπερησία,
σὰ μάλωσε μὲ τὸ γονιό, νὰ κατοικήση πῆγε,
καὶ σ' ὅλους τοὺς θνητοὺς τῆς γῆς προφήτευε ἀποκεῖθε.
     Ἐκείνου ὁ γιός, Θεοκλύμενο τὸν ἔλεγαν, τότε ἦρθε
καὶ στάθη στὸν Τηλέμαχο κοντά, στὴν ὥρα ἀπάνω
ποὺ προσευκόταν κι ἔσταζε σιμὰ στὸ μαῦρο πλοῖο,
καὶ φώναξέ τον, κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·
     “Ὦ φίλε, ἀφοῦ σὲ βρῆκα ἐδῶ στὴν ὥρα τῆς θυσίας,    260
παρακαλῶ σε, γιὰ τὸ θεό, γι' αὐτὰ ποὺ θυσιάζεις,
μὰ καὶ γιὰ ἐσένα, καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ ἐδῶ σὲ συντροφεύουν,
λέγε μου αὐτὸ ποὺ σὲ ρωτῶ, καὶ τίποτα μὴν κρύβης·
ποιός εἶσαι ; ποιά 'ναι ἡ φύτρα σου, κι ἡ χώρα κι οἱ γονιοί σου ;”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Μὲ ἀλήθεια ἐγὼ θὰ σοῦ τὰ πῶ τὰ πού ρωτᾶς, ὦ ξένε·
τὸ Θιάκι ἐμένα ὁ τόπος μου, Ὀδυσσέας ὁ γονιός μου,
σὰ ζοῦσε κι ἦταν· τώρ' αὐτὸν κακὸ τὸν βρῆκε τέλος.
Γι' αὐτὸ δὰ πῆρα συντροφιά, καὶ βγῆκα μὲ καράβι,
νὰ μάθω γιὰ τὸν κύρη μου, τὸν πολυπλανεμένο. ”    270
     Κι ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Κι ἐγὼ ἀπ' τὸν τόπο μου ἔφυγα, τὶ σκότωσα πατριώτη,
ποὺ ἦταν πολλὰ κι ἀρίθμητα τ' ἀδέρφια κι οἱ γενιές του,
στ' Ἄργος τ' ἀλογοβόσκητο, τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι.
Μιὰς κι ἀπ' ἐκείνους μπόρεσα τὸ χάρο νὰ γλυτώσω
φεύγω μακριά, κι εἶναι γραφτὸ στὸν κόσμο νὰ πλανιέμαι.
Προσπέφτω σου, καὶ πάρε με στὸ πλοῖο, γιατὶ κιόλα
θαρρῶ μὲ κυνηγοῦν αὐτοὶ γιὰ νὰ μὲ θανατώσουν. ”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ἀπ' τὸ καλόφτιαστό μου ἐγὼ καράβι δὲ σὲ διώχνω·    280
ἀνέβα, κι ὅ,τι βρίσκεται στὸ πλοῖο θὰ σὲ φιλέψω. ”
     Εἶπε, κι ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ χάλκινο κοντάρι
πῆρε, καὶ δίπλα τό 'θεσε μὲς στὸ γερτὸ καράβι·
ἀπάνω στὸ πλεούμενο κι ὁ ἴδιος του ἀνεβαίνει,
καὶ παίρνει τὸ Θεοκλύμενο στὴν πρύμνη καὶ σιμά του.
Ὡς τόσο τὰ πρυμόσκοινα ξελῦσαν οἱ συντρόφοι,
καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τους νὰ πιάσουν
νὰ βάλουν τ' ἄρμενα· κι αὐτοὶ μὲ βιάση τὸν ἀκοῦσαν.
Σηκώσανε καὶ στήσανε τὸ ἐλάτινο κατάρτι
στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια,    290
καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ' ἄσπρα πανιὰ τραβῆξαν.
Τότες ἡ δέσποινα Ἀθηνᾶ πρύμο ἄνεμο τοὺς στέλνει,
ποὺ ἀπ' τὸν αἰθέρα χύνονταν, γοργὰ γιὰ ν' ἀρμενίση
πὰς στὶς ἁρμυροθάλασσες τὸ πλοῖο. Καὶ πέρασαν
ἀπόξω ἀπ' τοὺς Κρουνοὺς κι ἀπ' τὴν καλόνερη Χαλκίδα.
     Κι ὁ γήλιος σὰ βασίλευε, κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι,
μὲ τοῦ Διὸς τὸν ἄνεμο γιὰ τὶς Φεὲς τραβοῦσε,
καὶ γιὰ τὴ θεία τὴν Ἤλιδα, ποὺ Ἐπειῶτες τὴν ὁρίζουν·
καὶ στὰ βραχόσπαρτα νησιὰ πλώρη ἔβαλε ἀποκεῖθε,
ἂν θὰ γλυτώση ἢ θὰ χαθῆ στὸ νοῦ του μελετώντας.       300   
     Ὡς τόσο στὴν καλύβα ἐκεῖ δειπνοῦσε ὁ Ὀδυσσέας
μὲ τὸ χοιροβοσκό· σιμὰ δειπνούσανε κι οἱ ἄλλοι.
Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους,
ρωτάει ὁ Δυσσέας τὸν καλὸ βοσκό, νὰ δοκιμάση
ἂν τὸν πονάη εἰλικρικὰ κι ἂν θᾶ τοῦ πῆ νὰ μείνη
ἐκεῖ στὴ στάνη, ἢ θὰ τοῦ πῆ στὴ χώρα νὰ κινήση·
     “Ἄκουσε τώρα, ὦ γέροντα, κι οἱ ἄλλοι ἐσεῖς συντρόφοι,
στὴ χώρα θέλω τὸ ταχὺ νὰ πάω νὰ διακονεύω,
νὰ μὴ σᾶς γίνω βαρετὸς κι ἐσὲ καὶ στοὺς συντρόφους.
Τὴ συμβουλή σου δῶσε μου, καὶ βάλε μου κανέναν    310
νὰ μ' ὁδηγήση ἐκεῖ· κι ἐγὼ μονάχος θὰ γυρίζω
ἴσως καὶ κάποιος φέρη μου κανάτα καὶ κάρβέλι.
Καὶ στὰ παλάτια θά 'φτανα τοῦ θείου τοῦ Ὀδυσσέα,
τῆς Πηνελόπης τῆς καλῆς νὰ δώσω τὰ μαντάτα·
ἐκεῖ καὶ τοὺς ἀγέρωχους θένα 'σμιγα μνηστῆρες,
καὶ δεῖπνο ἀπὸ τ' ἀμέτρητα θὰ μοῦ 'διναν καλά τους,
τὶ θὰ στεκόμουν πρόθυμος σ' ὅ,τι δουλειὰ γυρεῦαν,
Ἄκουσ' ἐδῶ καὶ πρόσεξε τὸ τί σοῦ συντυχαίνω·
μὲ τοῦ μαντάτορα τοῦ Ἑρμῆ τὴ συνεργειά, ποὺ σὲ ὅλων
αὐτὸς τὰ ἔργα τῶν θνητῶν χάρη καὶ δόξα δίνει,    320
κανένας νὰ μοῦ παραβγῆ στὴ μαστοριὰ δὲν εἶναι,
νὰ καλοανάβω τὶς φωτιές, ξερὰ νὰ σκίζω ξύλα,
νὰ καλοψήνω, νὰ κερνῶ, τὰ κρέατα νὰ μοιράζω,
κι ὅσ' ἄλλα στοὺς ἀφεντικοὺς οἱ δοῦλοι πάντα φτιάνουν.”
     Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, βαριὰ πονώντας τοῦ εἶπες·
“Ἀλλοί, πῶς τέτοιος στοχασμὸς ἦρθε στὸ νοῦ σου, ὦ ξένε ;
Τέλος κακὸ νὰ σοῦ 'ρθη ἐκεῖ γυρεύεις χωρὶς ἄλλο,
καὶ μὲς στὴ συντροφιὰ ζητᾶς νὰ πέσης τῶ μνηστήρων,
ποὺ τ' ἄχτι τους κι ἡ ἀδιαντροπιὰ στὰ οὐράνια φτάνει ἀπάνω.
Κι οἱ δοῦλοι ποὺ τοὺς νοιάζουνται δὲ μοιάζουνε μ' ἐσένα,    330
παρὰ εἶναι νέοι μ' ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένοι,
μὲ μυρωμένα τὰ μαλλιὰ μὲ πρόσωπα πανώρια·
κι ἀπάνω σὲ καλόφτιαστα τραπέζια ὁλοτριγύρω,
ψωμιὰ καὶ κρέατα ὅσα θές, καὶ τὸ κρασὶ περίσσιο.
Μεῖνε μαζί μας, κανενὸς ἐδῶ, μὰ μήτ' ἐμένα
μήτ' ἀλλονοῦ συντρόφου μου δὲ θένα δώσης βάρος.
Καὶ σὰ γυρίση ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ ἀφέντη τοῦ Ὀδυσσέα,
τότε θὰ σοῦ φορέση αὐτὸς χλαμύδα καὶ χιτώνα,
κι ὅπου ἡ καρδιά σου λαχταρεῖ θὰ σὲ ξεπροβοδήση.”
     Κι ἀπολογήθηκε ὁ λαμπρός, πολύπαθος Δυσσέας·    340
“Ἄμποτε ὅσο σ' ἀγάπησα νὰ σ' ἀγαπάη κι ὁ Δίας,
ποὺ ἀπ' τὴ βαρειὰ τοῦ ζήτουλα κακομοιριὰ μὲ σώζεις.
Ἕρμος στὰ ξένα σὰ γυρνᾶς, χειρότερο δὲν εἶναι·
μόνε γιὰ μιὰ παλιοκοιλιὰ τόσα τραβοῦν οἱ ἀνθρῶποι,
σὰν τοὺς πλακώνη ἡ ρήμαξη κι ἡ συφορὰ κι ὁ πόνος.
Καὶ τώρα ποὺ κρατᾶς με ἐσὺ νὰ μείνω ὡς νά 'ρθη ἐκεῖνος,
ἔλα καὶ πὲς γιὰ τοῦ θεϊκοῦ τοῦ Ὀδυσσέα τὴ μάνα,
καὶ τὸ γονιό, ποὺ ἀφῆκε τον στῶ γερατειῶν τὶς θύρες,
ἂν εἶναι ἀκόμα ζωντανοί, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἂ βλέπουν,
ἢ ἀπέθαναν καὶ βρίσκουνται στοῦ Ἅδη τὰ κατατόπια.”       350   
     Κι ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Μὲ ἀλήθεια καὶ γιὰ δαῦτα ἐγὼ θὰ σοῦ μιλήσω, ὦ ξένε.
Ὁ Λαέρτης ζῆ, μὰ ἀνέπαυα παρακαλεῖ τὸν Δία
νὰ τόνε σβήση ὁ θάνατος στὴν κατοικιά του μέσα.
Μοιρολογάει καὶ δέρνεται γιὰ τὸ χαμένο γιό του,
καὶ τὴν καλή του σύγκοιτη, καὶ κλαίει τὸ θάνατό της,
ποὺ τοῦ 'φερε τὰ γερατειὰ πριχοῦ νὰ ρθῆ ὁ καιρός του.
Ὁ πόνος τήνε μάρανε τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ της,
κι ἀπέθανε· ποὺ θάνατος παρόμοιος νὰ μὴν πάρη
κανένα μας συγκάτοικο καὶ καλοπράχτη φίλο.    360
Ἐκείνη ὅσο βρισκότανε, βαρὺ καημὸ κι ἂν εἶχε,
πάντ' ἀγαποῦσα νὰ ρωτῶ γι' αὐτὴ καὶ νὰ μαθαίνω,
γιατὶ μ' ἀνάθρεψε μαζὶ μὲ τὴν καλὴ Χτιμένη,
τὴ ζουλεμένη κόρη της, τὸ πιὸ στερνὸ παιδί της·
μαζὶ μ' αὐτὴ ἀναθράφηκα, καὶ μὲ τιμοῦσαν ὄχι
πολὺ λιγώτερο ἐκεινῆς. Κι ἡ ὥρα μας σὰν ἦρθε,
καὶ γλυκανθοῦσε ἀπάνω μας χαριτωμένη νιότη, στὴ Σάμη τήνε στείλανε καὶ μύρια δῶρα πῆραν.
Κι ἐμένα σὰ μὲ στόλισε μὲ χλαίνα καὶ χιτώνα,
καὶ μοῦ 'δωκε ποδήματα στὰ πόδια νὰ φορέσω,
μ' ἔστειλ' ἐδῶ στὴν ἐξοχή, καὶ πάντα μ' ἀγαποῦσε.    370
Ἐκεῖνα τώρα λείπουνε· μὰ αὐτὸ μοῦ τὸ ἔργο μνήσκω
ἀκόμα, κι οἱ μακαριστοὶ θεοὶ μοῦ τὸ βλογᾶνε·
ἔφαγα κι ἤπια ἀπ' ὅλ' αὐτά, καὶ μοίρασα καὶ σὲ ἄλλους.
Μὰ λόγο ἢ ἔργο τῆς κυρᾶς γλυκὸ πιὰ δὲν ἀκοῦμε,
ἀφότου ἐκεῖ στὸ σπίτι της ἡ συφορὰ κατέβη
μὲ τοὺς ἀπόκοτους αὐτούς. Κι οἱ δοῦλοι ἔχουν ἀνάγκη
νὰ τῆς μιλᾶνε τῆς κυρᾶς, νὰ τῆ ρωτᾶνε γιὰ ὅλα,
νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουνε, νὰ παίρνουνε καὶ κάτι
μαζί τους ὄξω, ἀπ' τὰ καλὰ ποὺ λαχταρεῖ ἡ ψυχή τους. ”
     Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·    380
“Ἀλλοίμονο, πόσο μικρός, καλὲ χοιροβοσκέ μου,
ἀπὸ πατρίδα καὶ γονιοὺς στὰ ξένα πῆρες δρόμο.
Μὰ πές μας τώρα ξάστερα καὶ ξήγησέ μου ἐτοῦτο·
τάχα πλατύδρομη θνητῶν ρημώθη πολιτεία,
ποὺ μέσα κατοικούτανε κι ἡ μάνα σου κι ὁ κύρης,
ἢ μοναχὸ σὲ βρήκανε μὲ πρόβατα καὶ βόδια
δύστροποι ἀνθρῶποι, κι ἄξαφνα σὲ ρίξαν στὸ καράβι,
καὶ σ' ἔφεραν σὲ πούλησαν σ' αὐτοῦ τοῦ ἀντρὸς τὰ σπίτια;”
     Κι ὁ πρῶτος τῶν χοιροβοσκῶν ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Ξένε, σὰ μὲ ρωτᾶς κι αὐτὰ, καὶ θέλεις νὰ τὰ μάθης,    390
σώπα, ἄκουγε, καὶ γλέντιζε, καὶ πίνε τὸ κρασί σου
καθούμενος· ἀπέραντες οἱ νύχτες τώρα· κι ἔχεις
καιρὸ καὶ γιὰ νὰ κοιμηθῆς, καιρὸ καὶ γιὰ ν' ἀκούγης
καὶ νὰ γλεντᾶς· νὰ κοιμηθῆς δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀκόμα
κι ὁ πολὺς ὕπνος βαρετός. Ὅποιου τραβάει ἡ καρδιά του,
ἂς ἔβγη κι ἂς πλαγιάση αὐτός· καὶ σὰ χαράξη ἡ μέρα,
ἂς φάη, καὶ τοῦ ἀφεντικοῦ τοὺς χοίρους ἂς βοσκήση.
Ἐμεῖς μὲς στὴν καλύβα μας ἐδῶ φαγοποτώντας
γλεντοῦμε τὰ μεγάλα μας ἀνιστορώντας πάθια
ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου· γλέντι του τοῦ καταντοῦν οἱ πόνοι    400
τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔπαθε πολλά, καὶ ποὺ πολυπλανήθη.
Καὶ τώρα τοῦτο θὰ σοῦ πῶ ποὺ μὲ ρωτᾶς νὰ μάθης.
     Νησί 'ναι, ἂν τό 'χης ἀκουστά, Συρία τ' ὄνομά του,
ἀπὸ τὴν Ὀρτυγία, ψηλά, πού 'ναι οἱ τροπὲς τοῦ ἥλιου·
κόσμο δὲν ἔχει καὶ πολύ, μὰ καρπερὸ καὶ πλούσιο
σὲ πρόβατα καὶ σὲ βοσκές, σὲ ἀμπέλια καὶ σιτάρι.
Ἡ πεῖνα ἐκεῖ δὲν ἔρχεται, μήτ' ἄλλη μαύρη ἀρρώστια
δὲν πέφτει τοὺς κακόμοιρους ἀνθρώπους νὰ θερίζη·
παρὰ στὴν πολιτεία τους οἱ ἀνθρῶποι σὰ γεράσουν,
ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος κι ἡ Ἄρτεμη μὲ σαΐτες    410
ἀνέπονες πηγαίνουνε καὶ τοὺς γλυκοκοιμίζουν.
Δυὸ πολιτεῖες εἶν' ἐκεῖ, καὶ τά 'χουν μοιρασμένα·
ἕνα γνωρίζουν βασιλιά, τὸν κύρη μου κι οἱ δυό τους,
ἄντρα θεόμοιαστο πολύ, τὸ Χτήσιο τοῦ Ὀρμένου.
     Κι ἤρθανε τότες Φοίνικες θαλασσοξακουσμένοι,
ἁρπάχτες, καὶ μ' ἀρίθμητα στολίδια στὸ καράβι.
Εἶχε ὁ γονιός μου Φοίνισσα στὸ σπίτι του γυναίκα,
ὥρια καὶ μεγαλόκορμη, σ' ἔργα λαμπρὰ τεχνίτρα·
αὐτὴ τήνε ξελόγιασαν οἱ Φοίνικες οἱ πλάνοι,
καὶ καθὼς ἔπλενε σιμὰ στὸ μελανὸ καράβι,    420
κάποιος τὴν πρωταγκάλιασε καὶ τὸ φιλὶ τῆς πῆρε,
ποὺ τὴ γυναίκα ξεπλανάει ὅσο καλή κι ἂν εἶναι.
Καὶ τήνε ρώταγε ὕστερα ποιά νά 'ταν κι ἀποποῦθε·
κι ἐκείνη ἀμέσως τοῦ 'δειξε τὸν πύργο τοῦ γονιοῦ μου·
“Ἀπ' τὴν πολύχαλκη ἔρχουμαι Σιδώνα, κι εἶμαι κόρη
τοῦ Ἀρύβαντα, ποὺ ὁ πύργος του βιὸς ἤτανε γεμάτος·
μὰ ἐμένα κλέφτες Ταφινοὶ μὲ βρῆκαν καὶ μ' ἁρπάξαν
ἐρχάμενη ἀπ' τὴν ἐξοχὴ, καὶ πέρα ἐκεῖ μὲ φέραν,
στοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τ' ἀρχοντικό, κι ἀγόρασέ με ἐκεῖνος.”
     Κι ὁ ἄντρας ποὺ τῆς ἔδωσε κρυφὸ φιλὶ τῆς κρένει·    430
“Δὲν ἔρχεσαι στὸν τόπο σου μαζί μας τώρα πίσω,
νὰ ξαναδῆς τὸ σπίτι σου, τὸν κύρη, τὴ μανούλα ;
τὶ ζοῦν ἀκόμα, καὶ μὲ βιὸς πολὺ τοὺς λογαριάζουν. ”
     Κι ἐκείνη τότες μίλησε κι ἀπάντησε του κι εἶπε·
“ Κι αὐτὸ θὰ γίνη ἂ δέχεστε νὰ μ' ὁρκιστῆτε, ὦ ναῦτες,
πὼς ἄβλαβη στὸν τόπο μου πίσω θενὰ μὲ πᾶτε. ”
     Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι ὁρκίστηκαν καθὼς ζητοῦσε ἐκείνη.
Κι οἱ ναῦτες σὰν ἀμώσανε καὶ τέλειωσαν τὸν ὅρκο,
πάλε τοὺς ξαναμίλησε καὶ τοὺς ξανάειπε ἐκείνη·
     “ Σωπᾶτε τώρα· καὶ κανεὶς ἀπ' ὅλους τοὺς συντρόφους    440
ἂς μὴ μιλάη σὰ μ' ἀπαντάη στὸ δρόμο ἢ καὶ στὴ βρύση,
μὴν πάη κανένας καὶ τὰ πῆ τοῦ γέρου στὸ παλάτι,
καὶ νιώση, καὶ σὲ φοβερὰ μέσα δεσμὰ μὲ ρίξη,
φέρη ξολοθρεμὸ κι ἐσᾶς· μόνε στὸ νοῦ φυλᾶτε
τὸ μυστικό, καὶ γλήγορα ψουνίστε τὴν πραμάτεια·
καὶ σὰ γεμίση βιὸς πολὺ τὸ μελανὸ καράβι,
στὸν πύργο ἂς μοῦ 'ρθη μήνυμα, κι ἐγὼ σᾶς φέρνω τότες
κι ἀπὸ χρυσάφι ὅσο μπορεῖ στὰ χέρια μου νὰ πέση.
Μὰ κι ἄλλο θὰ σὰς πλέρωνα μὲ τὴν καρδιά μου ναῦλο.
Ἐγώ 'χω τοῦ ἀρχοντόπουλου τὴν ἔννοια στὸ παλάτι·    450
ξυπνὸ παιδάκι, ποὺ ὅπου βγῶ κι αὐτὸ μαζί μου τρέχει
ἂ σᾶς τὸ φέρω, ἀρίθμητα θένα σᾶς δώση κέρδη,
ὅπου τὸ πᾶτε, ἀνάμεσα σὲ ἀλλόγλωσσους ἀνθρώπους. ”
     Σὰν εἶπε αὐτὰ, ξεκίνησε πρὸς τὰ λαμπρὰ παλάτια.
Ὅλο τὸ χρόνο μείνανε στὰ μέρη μας ἐκεῖνοι,
μὲ βιὸς πολὺ γεμίζοντας τὸ βαθουλὸ καράβι.
Μὰ σὰν τὸ καλοφόρτωσαν κι ἦταν καιρὸς νὰ σύρουν,
στείλανε τότες μήνυσαν τῆς ὄμορφης γυναίκας.
Κι ἦρθε ἄνθρωπος πολύξερος στὸν πύργο τοῦ γονιοῦ μου,
ποὺ εἶχε ἀλυσίδα μάλαμα πλεκτὴ μὲ κεχριμπάρι,    460
κι ἡ μάνα ἡ πολυσέβαστη κι οἱ παρακόρες ὅλες
τὴν ἔψαχναν τὴν κοίταζαν ζητώντας ν' ἀγοράσουν.
Τῆς κρυφογνέφει τότε αὐτὸς καὶ φεύγει στὸ καράβι,
Ἀπὸ τὸ χέρι παίρνει με κι ὄξω μὲ βγάζει ἐκείνη,
καὶ βρίσκει μὲς στὸ πρόσπιτο ποτήρια καὶ τραπέζια,
τὶ ἐκεῖ σὰν καλοφάγανε τοῦ γέρου καλεσμένοι,
κινήσανε στὴ συντυχιὰ τοῦ δήμου νὰ καθίσουν.
Παίρνει καὶ κρύβει γλήγορα στὸν κόρφο τρία ποτήρια,
καὶ βγαίνει· ἀστόχαστα κι ἐγὼ κατόπι ἀκολουθοῦσα.
Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλευε κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι,    470
τρεχάτοι κατεβήκαμε στὸν ὄμορφο λιμιώνα,
ποὺ τὸ γοργὸ περίμενε καράβι τῶ Φοινίκων.
Μᾶς πήρανε καὶ μπήκανε καὶ τράβηξαν πελάγου,
καὶ πρύμο ἔστελν' ἄνεμο τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς ὁ Δίας.
Ἑξάμερο ἀρμενίζαμε νύχτα καὶ μέρα τὸ ἴδιο,
μὰ ὅταν ὁ Δίας ἔφερε τὴν ἕβδομη τὴ μέρα,
μιὰ σαϊτιὰ τῆς Ἄρτεμης βαραίνει τὴ γυναίκα,
κι αὐτὴ βροντώντας ἔπεσε στοῦ καραβιοῦ τ' ἀμπάρι,
καθὼς μέσα στὴ θάλασσα βουτάει τὸ βουτηστάρι.
Τὴ ρίξανε ξεφάντωμα στὶς φῶκες καὶ στὰ ψάρια, καὶ μοναχός μου ἀπόμεινα μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη.    480
Στὸ Θιάκι ἐδῶ τοὺς ἔφεραν οἱ θάλασσες κι οἱ ἀνέμοι,
καὶ μὲ τὰ πλούτια ποὺ ὅριζε μ' ἀγόρασε ὁ Λαέρτης.
Ἔτσι τὰ μάτια μου τὴ γῆς αὐτὴ πρωτογνωρίσαν.”
     Καὶ τότε ὁ διογέννητος τοῦ ἀπάντησε Ὀδυσσέας·
“Πολὺ βαθιὰ τὴν ἄγγιξες, ὦ φίλε, τὴν καρδιά μου,
ἕνα πρὸς ἕνα λέγοντας τὰ πάθια τῆς ψυχῆς σου.
Ὅμως μαζὶ μὲ τὸ κακὸ σοῦ 'δωκ' ἐσένα ὁ Δίας
καὶ τὸ καλό· πολλά 'παθες, μὰ νά, ποὺ βρῆκες ἄντρα
καλὸ, ποὺ πρόθυμα νὰ τρῶς σοῦ δίνει καὶ νὰ πίνης,
καὶ καλοζῆς· μὰ ἐγὼ πολλὲς μὲς στὰ πλανέματά μου    490
χῶρες ἀνθρώπων πέρασα, καὶ τώρα ἐδῶ ξεπέφτω. ”
     Τέτοια μιλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσο τους,
κι ὕστερα πλάγιασαν· πολὺ δὲ μεῖναν πλαγιασμένοι,
τὶ γλήγορα γλυκόφεξε ἡ χρυσόθρονη ἡ Αὐγούλα.
Ὡς τόσο τοῦ Τηλέμαχου στ' ἀκρόγιαλο οἱ συντρόφοι
γοργὰ ξελῦναν τὰ σκοινιὰ καὶ βγάζαν τὸ κατάρτι,
καὶ στ' ἄραγμα σὰ φέρανε μὲ τὰ κουπιὰ τὸ πλοῖο,
φουντάρανε τὴν ἄγκουρα, καὶ δέσαν τὶς πρυμάτσες. Κατόπι βγῆκαν κι ἴδιοι τους στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη,
φαῒ τοιμάσαν κι ἔσμιξαν τὸ φλογερὸ κρασί τους.
Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σᾶ φράνθηκε ἡ καρδιά τους,    500
ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος μ' αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζει·
     “ Τώρα στὴ χώρα φέρτε ἐσεῖς τὸ μαῦρο μας καράβι,
κι ἐγὼ πρὸς τὰ χωράφια μου καὶ τοὺς βοσκοὺς πηγαίνω,
καὶ σὰν τὰ δῶ τὰ κτήματα, στὴ χώρα θᾶ κατέβω
τὸ βράδυ· στὸ ξημέρωμα γιὰ πλερωμὴ θὰ στρώσω
τραπέζι μὲ γλυκὸ κρασί, μὲ κρέατα περίσσια. ”
     Καὶ τότες ὁ θεόμοιαστος Θεοκλύμενος τοῦ κρένει·
“Καὶ ποῦ νὰ πάω, ὦ γιέ μου, ἐγώ ; σὲ τίνος νά 'ρθω σπίτι
ἀπ' ὅσους ἄντρες κυβερνοῦν τὸ πετρωτὸ τὸ Θιάκι;
Ἢ λὲς νὰ πάω στὴ μάνα σου καὶ στὸ παλάτι σου ἴσια ; ”    510
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“ Σ' ἄλλους καιροὺς στὸν πύργο μας θὰ σὲ καλοῦσα νά 'ρθης·
δὲν ἀψηφοῦν τὸν ξένο ἐκεῖ· μὰ γιὰ κακό σου θά 'ναι,
τὶ ἐγὼ θὰ λείπω, καὶ νὰ δῆς τὴ μάνα δὲ θὰ μπόρειες·
στὸν πύργο ἐκείνη τοὺς γαμπροὺς συχνὰ δὲν ἀντικρύζει,
μόνε στ' ἀνώγι κάθεται καὶ τὸ πανὶ της φαίνει.
Σὲ κάποιον ἄλλον θὰ σοῦ πῶ νὰ πᾶς, κι ἐτοῦτος εἶναι
ὁ Εὐρύμαχος, ὁ ὡραῖος γιὸς τοῦ φρόνιμου Πολύβου,
ποὺ σὰ θεὸ τόνε θωροῦν ὅλοι στὸ Θιάκι μέσα·
πρῶτος τους εἶναι, καὶ ζητάει μὲ περισσὴ λαχτάρα    520
νὰ πάρη καὶ τὴ μάνα μου καὶ τοῦ γονιοῦ τὶς δόξες.
Μὰ αὐτὰ μονάχα ὁ κάτοικος τοῦ Ὀλύμπου, ὁ Δίας, τὰ ξέρει,
ἂν θὰ τοὺς φέρη τὴν κακὴ τὴ μέρα πρὶν τὸ γάμο. ”
     Τέτοια καθὼς τοῦ μίλησε, πετάει πουλὶ δεξά του,
τοῦ Ἀπόλλωνα μαντάτορας γοργόφτερος πετρίτης·
εἶχε ἀγριοπερίστερο στὰ νύχια καὶ μαδοῦσε,
κι ἀνάμεσα Τηλέμαχου καὶ καραβιοῦ σκορποῦσε
φτερὰ. Κι ὁ Θεοκλύμενος τὸν πῆρε ἀπὸ τοὺς ἄλλους
μακριά, τὸ χέρι τοῦ 'σφιξε, καὶ μίλησε του κι εἶπε· 
     “Ἀπὸ θεό 'ναι τὸ πουλὶ, Τηλέμαχε, ποὺ φάνη    530
δεξά σου· τό εἰδα, κι ἔνιωσα πὼς μαντικὸ πουλί 'ναι.
Βασιλικώτερη γενιὰ δὲν ἔχει ἀπ' τὴ δική σας
τὸ Θιάκι, καὶ μεγάλοι ἐσεῖς θὰ ζῆτε ἐδῶ γιὰ πάντα.”
     Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Μακάρι αὐτὸς ὁ λόγος σου νὰ βγῆ, καλέ μου ξένε·
ἀγάπες καὶ χαρίσματα πολλὰ θὰ σοῦ 'χα τότες,
ποὺ ὅλοι ἐδῶ θὰ σ' ἔβλεπαν καὶ θὰ σὲ μακαρίζαν. ”
     Καῖ στὸν πιστό του σύντροφο τὸν Πείραιο τότες εἶπε·
“ Γιὲ τοῦ Κλυτίου, ποὺ ἀπ' τὰ παιδιὰ ποὺ μ' ἔφεραν στὴν Πύλο,
ἐσὺ πολὺ πιὸ πρόθυμα τὰ λόγια μου ἀγρικοῦσες,    540
καὶ τώρα τοῦτον πάρε μου στὸ σπίτι σου τὸν ξένο,
καὶ φίλευε καὶ τίμα τον ὁλόψυχα ὥσπου νά 'ρθω.”
     Κι ὁ ξακουστὸς κονταριστὴς ὁ Πείραιος τοῦ ἀπαντοῦσε·
“Κι ἂν ἔμνησκες πολὺν καιρό, Τηλέμαχε, ἐδῶ πέρα,
καλὰ τὸν ξένο θὰ δεχτῶ, καὶ θά 'χη τὸ ὅ,τι ὁρίζει.”
     Καὶ στὸ καράβι ἀνέβηκε, καὶ φώναξε τοὺς ἄλλους
νὰ λύσουν τὰ πρυμόσκοινα καὶ ν' ἀνεβοῦν κι ἐκεῖνοι.
Καὶ μπῆκαν καὶ καθίσανε στοῦ καραβιοῦ στοὺς πάγκους.
Καὶ φόρεσε ὁ Τηλέμαχος τὰ σάνταλα τὰ ὡραῖα,
καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ κάσαρο βασταγερὸ κοντάρι    550
μὲ μύτη χάλκινη· κι αὐτοὶ ξελῦσαν τὶς πρυμάτσες·
κινῆσαν καὶ τραβούσανε κατὰ τὴ χώρα τότες,
καθὼς τοὺς εἶπε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.
Κι αὐτὸς γοργὰ περπάτηξε ὥσπου ἦρθε στὴν αὐλή του,
ποὺ ἤτανε χοῖροι ἀρίθμητοι δικοί του, καὶ σιμά τους
ξενύχταε ὁ χοιροβοσκὸς ποὺ ἀγάπαε τοὺς ἀφέντες.