Νόμος 4336/2015/Τροποποίηση του Ν.Δ. 356/1974 (Α'90), 4152/2013 (Α'107), 4172/2013 (Α ' 167), 4174/2013 (Α'170), 4305/2014 (Α'237), 4321/2015 (Α'32)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νόμος 4336/2015
Συνταξιοδοτικές διατάξεις − Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης.
Μέρος B: Δ. Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών
Δ.1 Τροποποίηση του Ν.Δ. 356/1974 (Α'90), 4152/2013 (Α'107), 4172/2013 (Α ' 167), 4174/2013 (Α'170), 4305/2014 (Α'237), 4321/2015 (Α'32)


ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.1: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν.Δ. 356/1974 (Α΄90), 4152/2013 (Α΄107), 4172/2013 (Α΄167), 4174/2013 (Α΄170), 4305/2014 (Α΄237), 4321/2015 (Α΄32)

1. Στην περίπτωση α΄ της πρώτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ Α΄90) μετά τις λέξεις «οι έρευνες» προστίθενται οι λέξεις «με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης».

2. Στην ίδια ως άνω περίπτωση μετά τη λέξη «τρίτων» διαγράφεται το κόμμα και αντικαθίστανται οι λέξεις «ο έλεγχος της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας» με τις λέξεις «ή με διαδικασία εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης».

3. Στην ίδια ως άνω περίπτωση μετά τη λέξη «πτωχό» τίθεται τελεία και διαγράφονται οι λέξεις «ή ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφόσον πρόκειται για οφειλέτη υπό καθεστώς εκκαθάρισης».

4. Στην περίπτωση β΄ της πρώτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 μετά τη λέξη «δίωξης» και πριν από τη λέξη «κατά» διαγράφονται οι λέξεις «εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ».

5. Στην περίπτωση γ΄ της τρίτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 μετά τη λέξη «λογαριασμοί» προστίθενται οι λέξεις «και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα».

6. Στην ίδια ως άνω περίπτωση αντικαθίστανται οι λέξεις «του άρθρου 14 του ν. 2523/1997» με τις λέξεις «των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/ 2013 όπως ισχύει».

7. Στο άρθρο 30Β του ν.δ. 356/1974 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων δύναται να αποστέλλει ηλεκτρονικά στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας τα στοιχεία των οφειλετών του Δημοσίου, με συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή πάνω από εβδομήντα χιλιάδες ευρώ. Τα πιο πάνω ιδρύματα υποχρεούνται να προβαίνουν αυθημερόν στις ενέργειες που απαιτούνται για τη δέσμευση των χρημάτων, που ευρίσκονται ή κατατίθενται στους λογαριασμούς των οφειλετών, μέχρι του ύψους της συνολικής οφειλής. Μετά τη δέσμευση και εντός δύο ημερών, ενημερώνεται για το ύψος του δεσμευθέντος ποσού η Φορολογική Διοίκηση, η οποία οφείλει να επιβάλει κατάσχεση, κατά τις διατάξεις του πρώτου άρθρου του παρόντος, το αργότερο σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την ηλεκτρονική παραλαβή της ενημερωτικής απάντησης, άλλως το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει οίκοθεν στην άμεση άρση της επιβληθείσης δέσμευσης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζεται η αρμόδια υπηρεσία για τη συλλογή και αποστολή των στοιχείων, κατά το εδάφιο 1 ως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου. Με όμοια απόφαση μπορεί να μεταβάλλεται το ύψος της οφειλής του εδαφίου 1.»

8. α. Η περίπτωση ε΄της πρώτης παραγράφου του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) αντικαθίσταται ως εξής:

«ε) Οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του ½ του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ».

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως του χρόνου γένεσης των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και στις ήδη επιβληθείσες ενεργείς κατασχέσεις για τις απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του τρίτου που γεννώνται από την έναρξη ισχύος του. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ καταργούνται.

8β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 ΚΕΔΕ αντικαθίσταται ως εξής:

«Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.»

9. α) Στον τίτλο του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει, μετά τη λέξη «πτωχών» και πριν από τη λέξη «οφειλετών» προστίθενται οι λέξεις «και υπό εξυγίανση ή συνδιαλλαγή».

β) Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «καταβολή τους» και πριν από την τελεία προστίθενται κόμμα και λέξεις ως εξής:

«, οπότε επιβάλλεται επί του καθυστερούμενου ποσού προσαύξηση ίση με ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για κάθε μήνα καθυστέρησης».

γ) Η παρ. 6 του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών που υπάγονται σε αυτή. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αναστολή λήγει με την πάροδο της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης της ρύθμισης κατά τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος ή με την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή με την έγγραφη άρνηση αποδοχής της ρύθμισης ή με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρονικό σημείο λήξης της αναστολής.»

δ) Η παρ. 9 του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974 αναριθμείται σε 10 και προστίθεται νέα παράγραφος 9 ως εξής:

«9. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως για τη ρύθμιση χρεών οφειλετών που έχουν συνάψει συμφωνία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι τα χρέη δεν ρυθμίζονται από τη συμφωνία και γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δικαστική επικύρωσή της ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσης. Στην περίπτωση αυτή αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο για την εξέταση του αιτήματος ρύθμισης είναι η επιτροπή της παραγράφου 1 του παρόντος ανεξαρτήτως ύψους οφειλής.»

10. α. Η ισχύς της υποπερίπτωσης γ΄ της περίπτωσης 6 της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), όπως ισχύει, ως προς τις προϋποθέσεις πιστοποίησης από ανεξάρτητο εκτιμητή, παροχής εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας, καθώς και της βιωσιμότητας του διακανονισμού αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις, διασφαλίσεις ή εμπράγματες ασφάλειες που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν.

β. Οι λέξεις «οκτώ εκατοστιαίων μονάδων» της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), όπως ισχύει, αντικαθίστανται με τις λέξεις «πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων».

γ. Η περίπτωση β΄ ισχύει μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, για τις νέες ρυθμίσεις και για τις ανεξόφλητες δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων.

11. α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) καταργείται.

β. Η παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«2. Το ποσοστό της παραγράφου 1 ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων β΄, γ΄ , ε΄ και στ΄ μόνο για τις κοινοπραξίες των προσωπικών εταιρειών του άρθρου 45.»

γ. H παρ. 36 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως προστέθηκε με την περίπτωση β΄ της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4334/2015 (Α΄ 80), αντικαθίσταται ως εξής:

«36. Το ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος της παραγράφου 1 του άρθρου 71 εφαρμόζεται για τα κέρδη που προκύπτουν σε φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. Ειδικά, για τα κέρδη που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 71 στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, το ποσοστό της προκαταβολής φόρου ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) και για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους το ποσοστό αυτό ορίζεται σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%).»

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με το εκατό τοις εκατό (100%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους.»

ε. Στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 38 που έχει ως εξής:

«38. Το ποσοστό της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.».

στ.i. Στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 39 ως εξής:

«39. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες με φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2014 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους η καταβολή του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 68 γίνεται σε πέντε (5) ισόποσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την 21η Αυγούστου 2015 και η καθεμία από τις επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2015.»

ii. Η ισχύς της περίπτωσης i αρχίζει από την επομένη ημέρα της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αφορά δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

ζ. Η παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) καταργείται από τότε που ίσχυσε.

η. Η παράγραφος 8 του άρθρου 26, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 67 και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 68 του ν. 4172/ 2013 (Α΄ 167), όπως προστέθηκαν με τις παραγράφους 2, 4 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4328/2015 (Α΄ 51), καταργούνται για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2015 και μετά.

θ. Η παρ. 34 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 4328/ 2015, καταργείται για εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο φορολογικό έτος 2014.

12. α. Στο άρθρο 48 του ν. 4174/2013 (Α΄170) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.»

β. Στο τέλος του άρθρου 9 του ν.δ. 356/1974 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.»

13. α. Η ισχύς της περίπτωσης γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις ή εμπράγματα βάρη που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω υποπερίπτωσης γγ΄ εξακολουθούν να ισχύουν.

β. Στην παρ. 6 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο τόκος του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο.»

γ. Η περίπτωση β΄ ισχύει μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, για τις νέες ρυθμίσεις και για τις ανεξόφλητες δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων.

14.α. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α΄237) οι λέξεις «Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης έχει ως συνέπειες:» αντικαθίστανται ως εξής:

«Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, καθώς και η μη τακτοποίηση κατά νόμιμο τρόπο από τον οφειλέτη των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ατομικών καθώς και αυτές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) και του άρθρου 7 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν, κατά περίπτωση, έχει ως συνέπειες:».

β. Στην παρ. 15 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο δ΄ ως εξής:

«δ) Να μειώνει τη διάρκεια της ήδη χορηγηθείσας ρύθμισης εάν ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να πληρώνει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.»

15.α. H παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«Βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης των άρθρων 1-17 του παρόντος αντί των κατά ΚΕΔΕ και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την υπαγωγή τους σε ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

αα. ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα,

ββ. η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, όπως προκύπτει από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ και γγ. η υπαγόμενη στη ρύθμιση βασική οφειλή υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη.»

β. Στο άρθρο 12 του ν. 4321/2015 προστίθεται εδάφιο δ΄ ως εξής:

«δ) δεν έχει τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ατομικές, καθώς και αυτών για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) και του άρθρου 7 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν κατά περίπτωση.»

γ. Η περίπτωση α΄ ισχύει για τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος.

δ. Στο άρθρο 8 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«δ) δεν έχει τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ατομικές καθώς και αυτές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά και το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.»

16. Για την αύξηση της αποτελεσματικότητας στην είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, είναι δυνατόν, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Οικονομικών ως προς το ύψος της δαπάνης, να επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία προμηθειών του Δημοσίου, η προμήθεια της παροχής υπηρεσίας για την ανάπτυξη ειδικού λογισμικού διενέργειας ηλεκτρονικών κατασχέσεων εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω ενός πλήρως αυτοματοποιημένου συστήματος κεντρικής επεξεργασίας, με απευθείας ανάθεση.