Νεκρικοί Διάλογοι/Σιμύλου και Πολυστράτου/μετάφραση
| ←Κνήμωνος καὶ Δαμνίππου/μετάφραση | Σιμύλου και Πολυστράτου (μετάφραση) / πρωτότυπο Συγγραφέας: Μεταφραστής: Ιωάννης Κονδυλάκης Νεκρικοὶ Διάλογοι/μετάφραση |
Χάρωνος καὶ Ἑρμοῦ καὶ Μενίππου καὶ Κράτωνος/μετάφραση→ |
| Ιωάννης Κονδυλάκης, μετάφρασις, Λουκιανού άπαντα, τόμος δεύτερος, Εν Αθήναις Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, 1911 [1] |
9. Σιμύλου και Πολυστράτου
ΣΙΜ. Επί τέλους έρχεσαι και συ, Πολύστρατε, εδώ κάτω αφού έζησες σχεδόν εκατό χρόνια;
ΠΟΛ. Ενεννήντα οκτώ, Σιμύλε.
ΣΙΜ. Και πώς επέρασες τα τριάντα τα οποία έζησες κατόπιν από εμέ; Διότι θα ήσουν εβδομήντα περίπου ετών όταν εγώ απέθανα.
ΠΟΛ. Λαμπρά, όσον παράδοξον και αν σου φαίνεται τούτο.
ΣΙΜ. Βέβαια παράδοξον μου φαίνεται ένας γέρων ασθενής και άτεκνος προσέτι να μπορέση να ζήση ευχάριστα.
ΠΟΛ. Εν πρώτοις έκανα ό,τι ήθελα• είχα δε εις την διάθεσίν μου πολλούς ωραίους παίδας και γυναίκας χαριτωμένας και αρώματα και οίνον ανθοσμίαν και τα τραπέζια μου ήσαν πλουσιώτερα από τα Σικελικά.
ΣΙΜ. Αυτά μου φαίνονται παράδοξα, διότι σε εγνώριζα πολύ φειδωλόν.
ΠΟΛ. Θα μ' εννοήσης, φίλε μου, άμα σου πω ότι οι άλλοι επλήρωναν. Από το πρωί άρχιζαν να κτυπούν την πόρτα μου οι ενδιαφερόμενοι δι' εμέ• έπειτα δε κατέφθαναν διάφορα δώρα προερχόμενα απ' όλα τα μέρη της γης.
ΣΙΜ. Μήπως εχρημάτισες τύραννος μετά τον θάνατον μου, Πολύστρατε;
ΠΟΛ. Όχι, αλλ' είχα πολυαρίθμους εραστάς.
ΣΙΜ. Με κάνεις να γελώ• εραστάς εις την ηλικίαν σου, που έχεις ακόμη μόνον τέσσαρα δόντια;
ΠΟΛ. Μα τον Δία είχα τους αρίστους της πόλεως. Μολονότι είμαι γέρων και φαλακρός, ως βλέπεις, και έχω τσιμπλιασμένα τα μάτια και η μύτη μου τρέχει, ετρελλαίνοντο να με περιποιούνται και ήτο ευτυχής εκείνος εξ αυτών, τον οποίον και μόνον ητένιζα.
ΣΙΜ. Μήπως και συ έκαμες εις κανένα εκδούλευσιν ομοίαν προς εκείνην που έκαμε ο Φάων προς την Αφροδίτην όταν εκ Χίου την επέρασε εις την απέναντι παραλίαν και εις αμοιβήν τον έκαμε εκ νέου νέον, ωραίον και αξιέραστον;
ΠΟΛ. Όχι, αλλ' όπως είμαι ήμουν περιπόθητος.
ΣΙΜ. Αυτά είνε ακατανόητα.
ΠΟΛ. Και όμως είνε γνωστός αυτός ο έρως προς τους πλουσίους και ατέκνους γέροντας.
ΣΙΜ. Α! τώρα εννοώ ότι το κάλλος σου, θαυμάσιε Πολύστρατε, προήρχετο από την χρυσήν Αφροδίτην.
ΠΟΛ. Λοιπόν, Σιμύλε, δεν απήλαυσα ολίγα από τους εραστάς, οι οποίοι σχεδόν μ' επροσκυνούσαν• έκανα δε και νάζια πολλάκις και απέπεμπα μερικούς εξ αυτών ενίοτε, αυτοί δε συνηγωνίζοντο και προσπαθούσαν ποίος να υπερβή τον άλλον εις τας προς εμέ περιποιήσεις των.
ΣΙΜ. Επί τέλους δε πώς διέθεσες την περιουσίαν σου;
ΠΟΛ. Εις μεν το φανερόν έλεγα εις έκαστον εξ αυτών ότι θα τον αφήσω κληρονόμον μου, αυτός δε επίστευε και εγίνετο κολακευτικώτερος, αλλ' εις την αληθινήν μου διαθήκην έλεγα εις όλους ότι τους έχω γραμμένους εκεί που ξέρεις.
ΣΙΜ. Και εις την αληθινήν σου διαθήκην ποίον αφήκες κληρονόμον ή μήπως κανένα συγγενή σου;
ΠΟΛ. Ά μπα ! κληρονόμον μου έκαμα ένα νεαρόν δούλον τον οποίον είχα προσφάτως αγοράσει, ένα ωραίον Φρύγα.
ΣΙΜ. Πόσον ετών, Πολύστρατε;
ΠΟΛ. Είκοσι περίπου.
ΣΙΜ. Εννοώ τίνος είδους υπηρεσίας σου παρείχεν αυτός.
ΠΟΛ. Άξιζε περισσότερον από αυτούς να κληρονομήση αν και ήτο βάρβαρος και διεφθαρμένος. Τώρα και οι επιφανέστεροι των συμπολιτών τον περιποιούνται και τον έχουν φίλον. Εκείνος λοιπόν μ' εκληρονόμησε και τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενών, ξυρίζει το πρόσωπον και βαρβαρίζει εις την γλώσσαν, αλλά θεωρείται ευγενέστερος του Κόδρου, ωραιότερος του Νιρέως και συνετώτερος του Οδυσσέως.
ΣΙΜ. Αδιάφορον• ας γείνη και αρχιστράτηγος της Ελλάδος, εάν θέλη, αρκεί ότι εκείνοι οι άλλοι δεν εκληρονόμησαν.