Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νεκρικοί Διάλογοι/Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου/μετάφραση

Από Βικιθήκη
Ζηνοφάντου καὶ Καλλιδημίδου (μετάφραση) / πρωτότυπο
Συγγραφέας:
Νεκρικοὶ Διάλογοι/μετάφραση
Ιωάννης Κονδυλάκης, μετάφρασις, Λουκιανού άπαντα, τόμος δεύτερος, Εν Αθήναις Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, 1911 [1]


7. Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου.

ΖΗΝ. Συ δε, Καλλιδημίδη, πώς απέθανες; Εγώ ήμουν παράσιτος του Δεινίου και επνίγηκα διότι έφαγα πάρα πολύ• τα ξέρεις, διότι ήσουν εκεί όταν απέθανα.

ΚΑΛ. Ναι, Ζηνόφαντε. Ο δικός μου θάνατος συνέβη κατά τρόπον παράδοξον. Μήπως και συ έτυχε να γνώρισες τον γέροντα Πτοιόδωρον;

ΖΗΝ. Τον άκληρον και πλούσιον, με τον οποίον είχες πολλάς σχέσεις.

ΚΑΛ. Τον επεριποιούμην τακτικά, αυτός δε μου υπέσχετο ότι όταν μετ' ολίγον θ' απέθνησκε θα με άφινε κληρονόμον. Αλλ' επειδή το πράγμα ετράβα εις μάκρος και ο γέρων έζη περισσότερον από τον Τιθωνόν, ευρήκα ένα σύντομον δρόμον διά να φθάσω εις την κληρονομίαν• επρομηθεύθηκα δηλητήριον και έπεισα τον οινοχόον, μόλις ζητήση ο Πτοιόδωρος να πιή — πίνει δε αρκετά και άκρατον— να ρίψη εις το ποτήρι το φάρμακον, το οποίον να έχη ήδη έτοιμον• και εις αμοιβήν του υπεσχέθην με όρκον να του δώσω την ελευθερίαν του.

ΖΗΝ. Τι λοιπόν έγινε; Διότι μαντεύω ότι συνέβη κάτι πολύ παράδοξον.

ΚΑΛ. Αφού λοιπόν ελούσθημεν και εκαθήσαμεν εις το τραπέζι, ο υπηρέτης ο οποίος είχεν ήδη έτοιμα δύο ποτήρια έδωκε το μεν ένα το οποίον περιείχε το δηλητήριον εις τον Πτοιόδωρον, το δε άλλο εις εμέ. Αλλά δεν γνωρίζω πώς έγεινε το λάθος και εγώ μεν επήρα εκείνο το οποίον περιείχε το δηλητήριον, ο δε Πτοιόδωρος εκείνο το οποίον δεν είχε. Και ο μεν Πτοιόδωρος ήπιε χωρίς να πάθη τίποτε εγώ δε αμέσως έπεσα κάτω νεκρός αντί εκείνου. Πώς, γελάς, Ζηνόφαντε; Δεν κάνεις καλά να γελάς διά το δυστύχημα του φίλου σου.

ΖΗΝ. Τι να κάνω, Καλλιδημίδη; Αυτά που έπαθες είνε αστεία. Ο δε γέρων τι έκαμε;

ΚΑΛ. Κατ' αρχάς εταράχθη ολίγον διά το αιφνίδιον, έπειτα όμως εννοήσας, υποθέτω, τι συνέβη, εγέλα και αυτός διά το λάθος του οινοχόου.

ΖΗΝ. Αλλά δεν έπρεπε να πάρης το παράστρατον• από τον κανονικόν δρόμον θα ήρχετο ασφαλέστερον η κληρονομιά αν και ολίγον αργότερα.