Με το ίδιο μέτρο
Εμφάνιση
| Με το ίδιο μέτρο Συγγραφέας: Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Καβάφης |
| Αποσπασματική μετάφραση από τον Καβάφη. Γραμμένο το 1891. Αποκηρυγμένο. |
- ΔΟΥΞ
- Ελπίζεις έτι να σοι απονε[ί]μη χάριν
- ο Άγγελος;
- ΚΛAΥΔΙΟΣ
- Το μόνον φάρμακον των δυστυχών
- είν’ η ελπίς. Ελπίζω όθεν έτι
- να ζήσω, κ’ είμαι έτοιμος διά
- τον θάνατον.
- ΔΟΥΞ
- Τον θάνατον μελέτα
- μόνον· και είτ’ αυτόν ή την ζωήν
- λάβης, αμφότερα θα σοι φανώσιν
- ηδύτερα. Την πλανεράν ζωήν
- όπως σοι λέγω προσαγόρευσον:
- Εάν σε χάσω, θέλω χάσει τι,
- όπερ ζητούσι να φυλάξωσιν
- άφρονες μόνον. Είσ’ αδύνατος
- πνοή (η δούλη των ελαφροτέρων
- μεταβολών της ατμοσφαίρας) ήτις
- την κατοικίαν εν η διαμένεις
- ως τύραννος ανηλεώς μαστίζεις.
- Είσαι ο γέλως του θανάτου, ον
- πάσαι σου αι προσπάθειαι κ’ οι κόποι
- συντείνουν ν’ αποφύγης, κ’ εν τοσούτω
- πάντοτε τρέχεις προς απάντησίν του.
- Ευγένειαν δεν έχεις· άπασαι
- αι ιδιότητές σου θεραπείας
- τυγχάνουσιν από απόλυτον
- ευτέλειαν. Aνδρείαν δεν κατέχεις
- διότι ερπετού ποταπωτάτου
- τρέμεις το δηλητήριον. Η μόνη
- ανάπαυσίς σου, ην ακαταπαύστως
- ζητείς και προκαλείς, είναι ο ύπνος,
- και εντοσούτ’ ο θάνατος σ’ εμπνέει
- φόβον δεινόν — ενώ δεν είναι άλλο
- ή το αυτό. Aτομικότητα
- δεν έχεις· συντηρείσ’ από μυρίας
- ύλας ας ο κονιορτός γεννά.
- Και θετική δεν είσαι, αλλαγάς
- λαμβάν’ η φυσιογνωμία σου
- με την σελήνην αλλοκότους. Πλούτον
- αν έχης, πάλιν πένης είσαι,
- διότι όπως όνος, ου η ράχις
- κύπτει υπό χρυσού φορτίον μέγα,
- φέρεις τους δυσκινήτους θησαυρούς σου
- μέχρι συντόμου διαστήματος
- και σ’ ελαφρώνει ο θάνατος. Ουδένα
- φίλον πιστόν ευρίσκεις· ως αυτά
- τα σπλάγχνα σου εισέτι, άτινα
- πατέρα σ’ ονομάζουσι, το πλάσμα
- αυτού του σώματός σου, καταρώνται
- τον αδρανή κατάρρουν, την αργήν
- ποδάγραν, διά την βραδύτητα
- μεθ’ ης σε τελειώνουν. Ούτε νέος,
- ούτε πρεσβύτης είσαι — χαυνωμένος
- αμφότερ’ ονειρεύεσ’ ως εν ύπνω
- απογευματινώ. Διότ’ η φίλη
- νεότης σου παρέρχεται ταχέως
- κ’ εις το παραλυμένον γήρας φθάνεις.
- Εάν δε τότε είσαι πλούσιος
- και γέρων, ούτε ζωτικότητα
- έχεις, ουδέ αισθήματα, ουδέ
- ρώμην, ουδ’ ωραιότητα δι’ ων
- να ήν’ ευχάριστος ο πλούτος σου.
- Λοιπόν τι έχει αύτη η ζωή
- όπερ σ’ ελκύει έτι; Και εν τούτοις
- κρύπτει ακόμη η ζωή μυρίους
- θανάτους, τον δε θάνατον φοβείσαι,
- όστις αυτούς άπαντας εξισοί.
- ΚΛAΥΔΙΟΣ
- Τας ταπεινάς ευχαριστίας μου
- δέχθητε. Την ζωήν ζητών, ως βλέπω,
- θηρεύω θάνατον, κ’ εν τω θανάτω
- ζωήν ευρίσκω. Το λοιπόν ελθέτω!
[.................................................................]
- ΚΛAΥΔΙΟΣ
- Φρικτός είναι ο θάνατος.
- ΙΣAΒΕΛΛA
- Και μυσαρά ζωή κατησχυμένη.
- ΚΛAΥΔΙΟΣ
- Aλλ’ όμως ν’ αποθάνη τις! και να
- υπάγη εις το άγνωστον, να κείται
- εν τη ψυχρά αναισθησία, και
- να σήπεται, και να μεταβληθή
- εις άμορφον πηλόν η ζώσα φύσις!
- Το πνεύμα να παραδοθή εις ρεύμα
- πύρινον, ή εις ύλην παγετώδη,
- σκληράν· ή εις ανέμους αοράτους
- να σπρώχνεται και να ταλαιπωρήται
- υπό τυφλής, αεικινήτου βίας,
- ολόγυρα της κρεμασμένης σφαίρας,
- ή, των χειρίστων χείριστον, να γίνη —
- ως φαντασία αχαλίνωτος
- και ύποπτος εικάζει κάποτε —
- σκιά τυραννουμένη, γοερώς
- θρηνούσα! Ω, την φρίκην υπερβαίνει!
- Η επιπονωτέρα ύπαρξις
- και η μυσαρωτέρα, ην πικραίνουν
- γήρας, πενία, φυλακή, και νόσος,
- είναι φαιδρός παράδεισος προς όσα
- από τον θάνατον φοβούμεθα.