Μεσημεριάτικα
| Μεσημεριάτικα Συγγραφέας: Τραγούδια της ερημιάς |
| Εκδόθηκε στη συλλογή Τραγούδια της ερημιάς το 1898, από τις εκδόσεις Εστία. |
…ΝΑ φύγουμε, ξανθή μου, ακόμα δεν είν’ ώρα,
Είναι ψηλά ο ήλιος στον ουρανόν απάνου·
Για ιδές και το κοπάδι κι αυτό κοιμάται τώρα
Στης ρεματιάς την άκρη, στον ήσκιο του πλατάνου.
—Είναι γλυκός ο ύπνος εδώ στη σιγαλιά
Και πιο γλυκός ακόμα στην άσπρη σου αγκαλιά.
Ιδές τι βαθιά ησυχία που απλώνεται στην πλάση
Και το αγεράκι ακόμα κοιμάται στο βουνό
Και τα πουλιά λαγιάζουν κρυμμένα μες στα δάση
Και καρτερούν κι εκείνα να ‘ρθεί το δειλινό.
—Γύρε στην αγκαλιά μου και θα σ’ αποκοιμίσει
Με το νανούρισμά της της λαγκαδιάς η βρύση.
Κι η λίμνη, ιδές κι εκείνη στου λόγγου την αγκάλη
Κοιμάται κι όλος ζήλιαν απάνου της απλώνει
Ο ήλιος για να κρύψει τα ολόγυμνά της κάλλη
Αραχνοϋφαμένο, τρεμουλιαστό σεντόνι,
—Λιμνούλα μου γαλάζια κι αφροκυματισμένη
Γύρε στην αγκαλιά μου και συ ολονειρεμένη!
∗
Είναι γλυκός ο ύπνος εδώ στη σιγαλιά
Και μες στην αγκαλιά σου γλυκότερος ακόμα,
Μα πιο γλυκά είναι ακόμα τα ολόευωδα φιλιά
Όπου σκορπάει με τρέλα το ρόδινό σου στόμα.
—Με δυο φιλάκια ω! έλα και πάλι μέθυσέ με
Και μες στην αγκαλιά σου γλυκά αποκοίμισέ με.
Γλυκιά δροσιά η βρυσούλα σκορπάει στη λαγκαδιά
Και το τραγούδημά της γλυκά πώς νανουρίζει,
Μα πιο γλυκά η λαλιά σου δροσίζει την καρδιά
Και μέσα εκεί καθένα καημόν αποκοιμίζει.
—Με το νανούρισμά σου διώξε μακριά την έννοια
Απ’ τη βαριά καρδιά μου, βρυσούλα κρουσταλλένια.
Kι έχει η ζωή πιο χάρην εδώ στην έξοχη
Στην άσωστη δροσούλα, στην άπειρη ησυχία
Και μες στην αγκαλιά σου κι η δόλια μου ψυχή
Ζωντανεμένη βρίσκει της γης την ευτυχία.
—Μη λες, μη λες να φύγεις, ξανθούλα, από σιμά μου
Μην άπονα ρημάζεις την άμοιρη καρδιά μου!
∗
Μη φύγεις τρελή κόρη!… Φοβάμαι τέτοιαν ώρα
Να ξέρω πως μονάχη μες στις ερμιές γυρνάς·
Βγαίνουν κακές νεράιδες το μεσημέρι τώρα
Που αν τύχει και σε ιδούνε μονάχη να περνάς
Θα πουν κι είσαι αδερφή τους που χάθηκε στα δάση
Κι οϊμένα η αγκαλιά μου για πάντα θα σε χάσει.
Κι αν δεν πιστεύεις άκου βαθιά στα δάση πέρα
Κάτι τρελές φωνούλες που την ηχώ ξυπνούνε,
Ποιος ξέρει ποιος τσοπάνης να παίζει τη φλογέρα
Και στο χορό οι Νεράιδες πιασμένες τραγουδούνε.
—Κι είναι να μην τον κλάψεις τον άμοιρον τσοπάνη
Που άδικο την καρδιά του για τις Νεράιδες χάνει!
Κι είναι να μη με κλάψεις ωσάν κι αυτόν κι εμένα
Που τόσα εδώ τραγούδια κι εγώ για σένα χάνω,
Τι τάχα αν με φιλάκια μου τα ‘χεις πλερωμένα,
Τι κι αν τα τραγουδάω στα γόνατά σου απάνω,
Αφού με το καθένα σιγά σιγά, ξανθή μου
Νιώθω να λιώνει μέσα, να σώνεται η ψυχή μου!
∗
Μα αγροίκα το σκοπό του τι πόνο που σκορπάει
Κι ολόγυρα απομένουν τα δάση μαγεμένα
Και τ’ αποκοιμισμένα πουλάκια τα ξυπνάει
Κι αρχίζουν το τραγούδι κι εκείνα ξαφνισμένα.
—Ω! λάλει στη φλογέρα με τα δικά σου χείλια
Νεράιδες και, πουλάκια να σκάσουν από ζήλια.
Ή κάλλιο πες μου μόνο με λυγερή φωνούλα
Το τραγουδάκι εκείνο που ξέρεις π’ αγαπώ,
Που σ’ το ‘χει μάθει κάποια μικρή χωριατοπούλα
Κι έχει πολύ θλιμμένο μα ολόγλυκο σκοπό,
Που λέει για κάποια Μάρω π’ αγάπησε ένα Γιάννη
Και τώρα δεν τον θέλει και πάει ναν τον πεθάνει…
Ω! πες το ναν τ’ ακούσω να κλάψω λίγο αλήθεια,
—Κλαίει και φοβάται πάντα κανείς σαν αγαπά —
Να γύρω το κεφάλι στα ολόφλογά σου στήθια
Ν’ ακούσω την καρδιά σου στ’ αυτιά μου να χτυπά.
Κι εκεί έτσι ακουμπημένον σε τέτοιο προσκεφάλι
Φέρε μου τη γαλήνη με δυο φιλάκια πάλι!