Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μανία καταδιώξεως

Από Βικιθήκη
Μανία καταδιώξεως
Συγγραφέας:


Σπανίως τὸν ἔβλεπε κανεὶς νὰ κάθεται. Ἔτρεχε πάντοτε, ἐξημμένος, ἱδρωμένος, πάντοτε μὲ νέφη φροντίδων ἐπὶ τοῦ μετώπου.

— Μὰ γιατὶ τρέχεις ἔτσι αἰωνίως; τοῦ εἶπα μίαν ἡμέραν. Ἐσένα θὰ σὲ ἀφανίζουν οἱ παπουτσῆδες.

— Τί θέλεις νὰ κάμω; μοῦ εἶπεν ἀσθμαίνων. Εἶμαι δυστυχὴς ἄνθρωπος. Ἔχω εἰκοσιοκτὼ δίκες.

— Εἰκοσιοκτὼ δίκες! Δὲ σέ ’ξερα για δικηγόρο.

— Δικές μου. Δίκες ἐδῶ, στὴν Πάτρα, στὸ Ναύπλιο, στὴ Σπάρτη, στὴ Σύρα. Κύτταξ’ ἐδῶ!

Καὶ μοῦ ἔδειξεν ὑπερμεγέθη δέσμην χαρτοσήμων εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ ἐπανωφορίου του. Ἐγὼ δὲ καταληφθεὶς ὑπὸ φρίκης τοῦ εἶπα:

— Μὰ τέλος πάντων πῶς κατώρθωσες νὰ πέσῃς σὲ τόσες μπλεξιές;

— Πῶς κατώρθωσα! μοῦ ἀπήντησε μὲ θλιβερὸν μειδίαμα.

Πῶς κατώρθωσαν νὰ μὲ μπλέξουν νὰ μοῦ λές.

Μὲ ἔξαψιν δὲ καὶ ταχυγλωσσίαν καταπληκτικὴν ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται καταπατήσεις οἰκοπέδων, χρηματικὰς διενέξεις, ἀγρῶν ἀμφισβητήσεις, διαφορὰς μὲ τὸν δῆμον, δίκας μὲ τὸ δημόσιον, διενέξεις μὲ τοὺς γείτονας, μὲ ὅλον τὸν κόσμον, παντοῖα ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἦτο τὸ θῦμα, τὸ ἀξιοθρήνητον θῦμα. Καὶ ἐκραύγαζεν ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅτι ἡ Ἀθήνα κατήντησε λημέρι, ὅτι ὁ μόνος του πόθος ἦτο νὰ ξεκαθαρίσῃ ὅπως ὅπως τὶς δουλειές του, νὰ ξεπουλήσῃ καὶ νὰ φύγῃ, νὰ ρίξῃ πέτρα πίσω του.

Ἐνῷ δὲ ὡμίλει, μοῦ ἔκαμεν ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν ἡ ἀκινησία καὶ ἀπάθεια τῆς ἰσχνῆς καὶ ἐπιμήκους μορφῆς του, μὲ τὰ μισόψαρα γένεια, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ζέσιν καὶ τὴν νευρικότητα τῆς φωνῆς του καὶ τὴν μεγάλην ζωηρότητα τῶν μικρῶν ὀφθαλμῶν του, οἵτινες δὲν εὕρισκον ἡσυχίαν εἰς τὰ βαθειά των κοιλώματα. Καὶ ὡμίλει ὡς δικηγόρος, παραγεμίζων τὰ παράπονά του με δικονομικοὺς ὅρους, ἐνῷ οὔτε νομικὰ εἶχε σπουδάσει οὔτε μόρφωσιν καλὰ καλὰ εἶχε.

— Δὲν μπορεῖ κανεὶς ἐδῶ νὰ ἔχῃ περιουσίαν, ἐξηκολούθησε, δὲν μπορεῖ νὰ κάμῃ καλό, δὲν μπορεῖ νὰ εἶνε καλῆς πίστεως. Εἶσαι εὐτυχὴς ἐσὺ ποῦ δὲν βρῆκες τίποτε, ποῦ κυττάζεις νὰ ζήσῃς μὲ τὸν κόπο σου μόνον. Μὰ γιατὶ δὲν γράφετε, βρὲ ἀδελφέ, γιατὶ δὲν γράφετε κατ’ αὐτῶν τῶν ἀχρείων δικαστῶν; Δὲν τὶς βλέπει ὁ τύπος τὶς ἀδικίες ποῦ γίνονται, δὲν βλέπει τὴ βρῶμα καὶ τὴ δυσωδία ποῦ εἶνε στὰ δικαστήρια ὅλα ἀπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἐγὼ θὰ βγάλω ἐφημερίδα μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ πῶ μερικὰ πράγματα. Μ’ ἔπνιξαν, ἀδελφέ. Ἔχω τώρα ἱστορίες καὶ μὲ τὴ γυναῖκα μου, μὴν τὰ ρωτᾷς!

Καὶ πρὶν λάβω καιρὸν νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἔφυγε τρέχων πρὸς ἕνα νεαρὸν δικηγόρον, τὸν ὁποῖον εἶδε διερχόμενον.

— Ἄλλου εἴδους μανία πάλι αυτή! μοῦ εἶπε κάποιος, ὁ ὁποῖος φαίνεται τὸν ἐγνώριζε κάλλιον ἐμοῦ. Μανία μὲ δίκες, δὲν λείπει μέρα ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἀφῆκε τὴ δουλειά του καὶ θὰ τοῦ φᾶν οἱ δικηγόροι τὴν ὀλίγη περιουσία ποῦ ἔχει. Κίχ! νὰ τοῦ κάμῃς σὲ καταγγέλλει, κάνει ἀγωγάς, ζητεῖ ἀποζημιώσεις. Τοῦ φταῖν τὰ ροῦχα του. Καὶ ἀφοῦ τὰ ἔβαλε μὲ ὅλον τὸν κόσμον, τώρα ζητεῖ διαζύγιον ἀπὸ τὴ γυναῖκά του μόνο και μόνο διὰ νὰ προσθέσῃ μίαν δίκην εἰς τὰ πινάκια. Ἀλλ’ ἀντὶ μιᾶς προέκυψαν καὶ ἄλλαι, διότι τὸν ἔδειρεν ὁ γυναικάδελφός του, μὴ ἀρκεσθεὶς δὲ νὰ καταγγείλῃ τοῦτον, κατεμήνυσεν ὁλόκληρον τὸ συγγενολόγιον, τοὺς μὲν ὡς συνεργούς, τοὺς δὲ ὡς ἀπειλήσαντας τὴν ζωήν του· καὶ αὐτὸν τὸν παραλυτικὸν πενθερόν του ὡς ἠθικὸν αὐτουργόν.

Μετά τινας ἡμέρας λαμβάνω μίαν ἐφημερίδα νεοφανῆ μὲ τὸν τίτλον «Ὁ Πέλεκυς» καὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ δικομανοῦς ὡς διευθυντοῦ καὶ συντάκτου. Καὶ ἦτον ὅλη γεμάτη, πλάκα ἀπὸ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμούς του κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀντιδίκων του.

Ἔπειτα ἀπουσίασα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἔτη. Ἐπανελθὼν δὲ τὸν συνήντησα μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου καὶ ἐδυσκολεύθηκα νὰ τὸν ἀναγνωρίσω. Κακοντυμένος, κουρελιασμένος σχεδόν, παληωμένος κατά τε τὰ ἐνδύματα καὶ τὸ σῶμα, ἐλεεινός· Μόνον τὰ βαθουλά του μάτια διετήρουν τὴν νευρικὴν λάμψιν καὶ ἀνησυχίαν ποῦ εἶχαν ἄλλοτε.

— Βλέπεις πῶς μ’ ἔκαμαν· οἱ δικηγόροι καὶ τὰ δικαστήρια, μοῦ εἶπε μὲ στεναγμὸν βαθύν. Δὲν μ’ ἀφῆκαν παρὰ τὸ σάλιο ’ς τὸ στόμα.

— Γιὰ νὰ τοὺς φτύνῃς τοὐλάχιστον.

— Τί βγαίνει; εἶπε μὲ ἀποθάρρυνσιν.

Ἐπάνω εἰς αὐτὰ ἐπέρασε μία ἅμαξα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγαυρία ἕνας καλοθρεμμένος καὶ καλοντυμένος ἄνθρωπος. Ὁ δικομανὴς τὸν ἔδειξε καὶ τοῦ εἶπε:

— Ὁ δικηγόρος μου. Τί μοὔχει φάει! Αὐτὸς τώρα φορεῖ ψηλό καπέλλο κ' ἐγώ…

— Καὶ σὺ θέλεις καπελλιές, βλάκα!

Ἐπερίμενα ὅτι θὰ μὲ κατήγγελε ἐπὶ ἐξυβρίσει, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε πλέον ν’ ἀγοράσῃ χαρτόσημον.