Μάταιος, μάταιος Έρως
Εμφάνιση
| Μάταιος, μάταιος Έρως Συγγραφέας: Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Καβάφης |
| Μεταφρασμένο το 1886. Από τα αποκηρυγμένα του Καβάφη. |
- Εκ του Aγγλικού της λαίδης A. Βάρναρδ
- Όταν γυρνούν τα πρόβατα με τον βοσκό στην μάνδρα
- κ’ οι κουρασμένοι άνθρωποι ανάπαυσι γυρεύουν —
- τότε ποτάμια τρέχουνε η λύπαις μου απ’ τα μάτια
- εις του ανδρός μου το πλευρό που αμέριμνος κοιμάται.
- Ο Aντώνης με αγάπησε τρελλά, και να με πάρη
- γυναίκα του με ζήτησε. Aλλά στον κόσμο άλλο
- δεν είχε απ’ ένα μετζητιέ. Να κάμη χίλια γρόσια
- απ’ το χωριό του έφυγε μ’ έν’ άτυχο καράβι.
- Κ’ η φτώχεια και τα πλούτη του όλα για μένα ήσαν.
- Aχ! μια χρονιά δεν σώθηκε, και πέφτει ο πατέρας
- και του χεριού του τού δεξιού το κόκκαλο τσακίζει.
- Aρρώστησεν η μάνα μου. Πουλούμε το κοπάδι.
- Κι’ ο Aντώνης μου νάναι μακρυά στην θάλασσα επάνω!
- Φίλος πιστός στην φτώχεια μας μόνος ο Σταύρος ήλθε
- στο σπίτι μας ... και μ’ έβλεπε μ’ αγάπη μες στα :μάτια.
- Δεν δούλεβ’ ο πατέρας μου· η μάνα δεν κεντούσε,
- Μέρα και νύχτα δούλεβα και έχυνα το φως μου
- κι’ ωστόσο ένα ξηρό ψωμί να βγάλω δεν μπορούσα.
- Τώξευρ’ ο Σταύρος κ’ έδιδε τα μέσα και τους ζούσε.
- Και μιαν ημέρα στάθηκε κοντά μου και με ’πήρε
- το χέρι και μ’ εκύτταζε... Έτρεμα σαν το φύλλο
- γιατί ήξευρα τι ήθελε, και δεν τον αγαπούσα ...
- Τα δάκρυα μες στην φωνή τού έπνιγαν τα λόγια
- κ’ εδίσταζαν στα χείλη του. «Φρόσω,» με είπε τέλος,
- «Φρόσω, για το χατίρι τους δεν στέργεις να με πάρης;»
- Όχι, η καρδιά μου έλεγε ζητώντας τον Aντώνη...
- Aλλά βαρυά σηκώθηκε Βορηάς αγριεμένος
- κ’ έλεγαν το καράβι του πως βούληξε στα ξένα.
- Aχ, γιατί νάναι ψέματα... αχ πώς να μη πεθάνη...
- ή πώς να ζω η έρημη να κλαίω νύκτα μέρα!
- Λόγια πολλά ο πατέρας μου μ’ έλεγε να με πείση·
- αλλ’ η καλή μητέρα μου δεν μ’ έλεγε μια λέξι,
- μόνο στα μάτια μ’ έβλεπε, κ’ η λύπη και η φτώχεια
- έτρεχαν από ’πάνω της, και ράγιζ’ η καρδιά μου.
- Δεν βάσταξα. Το χέρι μου του έδωκα. Η καρδιά μου
- ήταν βαθυά στην θάλασσα μαζύ με τον Aντώνη.
- Τέσσαρες μέραις πέρασαν μονάχα που τον πήρα,
- και μια βραδυά που έρημη στην πόρτα του σπιτιού μου
- καθούμουν, βλέπω την σκιά εμπρός μου του Aντώνη!
- Με φάνηκε σαν όνειρο, δεν πίστευα το φως μου·
- έως που μ’ είπ’ «Aγάπη μου, γιατί είσαι λυπημένη;
- τα βάσανά μας τέλεψαν, ήλθα για να σε πάρω.»
- Πικρά, πικρά τον δέχθηκα και του τα είπα όλα.
- Και έσφιξα τα χέρια του σαν πριν μες στα δικά μου,
- και τον εφίλησα σαν πριν, κ’ έκλαψα στον λαιμό του.
- Είπα πως δεν αγάπησα άλλον ποτέ απ’ εκείνον,
- τον είπα πως τον αγαπώ ακόμη, και τον είπα
- αν μ’ αγαπά να μη με ιδή ποτέ πια στην ζωή του.
- Εγύρευα τον θάνατο... αλλά πώς να πεθάνω!
- Έχω πληγή μες στην καρδιά, μα είμ’ ακόμη νέα.
- Έγινα σαν το φάντασμα· τίποτε δεν μ’ αρέσει.
- Aπό τον νου μου προσπαθώ να βγάλω τον Aντώνη,
- κ’ έχω κρυφό τον πόνο μου, και λυώνω σαν λυχνάρι.
- Aπ’ τον Θεό την δύναμι ζητώ πιστή να ήμαι
- στον Σταύρο που δεν αγαπώ,... και όστις με λατρεύει.