Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η αμφίβολος ζωή

Από Βικιθήκη
Η αμφίβολος ζωή
Συγγραφέας:
Αττικόν Ημερολόγιον του Έτους 1878


Ταξιδεύων προ δεκαπέντε περίπου ετών εις Γερμανίαν, ηναγκάσθην να σταματήσω ένεκα απροσδοκήτου κωλύματος επί τριήμερον εν Φραγκφούρτη. Αφού περιηργάσθην τα εν τη πόλει αξιοθέατα, εξήλθον το απόγευμα φθινοπωρινής ημέρας εις περίπατον μόνος και ασκόπως φερόμενος όπου οι πόδες μου με ήγον. Βαδίζων ούτως εις απόστασιν από της πόλεως όση η απ’ Αθηνών μέχρις Αμπελοκήπων, διέκρινα επί της κορυφής χαμηλού λόφου ακομψόν τι και βαρύ οικοδόμημα, φέρον επί του μετώπου λατινιστί τας λέξεις: “Asylum dubiae vitae”, ήτοι «Άσυλον της αμφιβόλου ζωής».

Η επιγραφή μού ενέβαλε μεγάλην απορίαν, μη δυναμένου μου να μαντεύσω τι ποτέ ηδύνατο να σημαίνει η «αμφίβολος αύτη ζωή». Ουδεμίαν έχων περί του πράγματος ιδέαν και κρίνοντας εκ της αναλογίας προς την γαλλικήν, ότε μεν υπέθετον ότι το κτίριον εκείνο ήτο δεσμωτήριον ανθρώπων, ων η ζωή, ήτοι η διαγωγή, ήτο αμφίβολος και επικίνδυνος τη κοινωνία· ότε δε ότι περιέκλειε γυναίκας αμφιβόλου σωφροσύνης.

Πλησιάσας εν τούτοις εις το αινιγματώδες εκείνο καταγώγιον, είδον την θύραν αυτού ανοικτήν και γέροντα απόμαχον ησύχως καπνίζοντα προ της φλογός, όστις άμα με είδεν ηγέρθη και, χαιρετίσας εν σιωπή, παρεμέρισεν ίνα περάσω. Ουδέ λέξιν γνωρίζων της γερμανικής, όπως απευθύνω οιανδήποτε ερώτησιν, εισήλθον μη γνωρίζων που εμπαίνω, τούτο δε μόνον δικαιούμενος να υποθέσω εκ της συμπεριφοράς του θυρωρού, ότι η είσοδος ήτο ελευθέρα εις τον βουλόμενον απληρωτεί.

Το εσωτερικόν του οικοδομήματος δεν ωμοίαζε ούτε δεσμωτήριον ούτε κλωβίον γυναικών. Ενώπιόν μου ηνοίγετο μακρός διάδρομος και εκατέρωθεν αυτού ήσαν θύραι, δι’ ων έβλεπον ευρύχωρα δωμάτια ερήμα κατοίκων και παντός σκεύους. Εις το πέρας του διαδρόμου εκείνου εξετείνετο έτερος τοιούτος, τέμνων τον πρώτον καθ’ ορθήν γωνίαν και φωτιζόμενος δι’ υαλοφράκτου θύρας, αγούσης εις κηπάριον ή μάλλον χορτοφυτον αυλήν, περιφρασσομένην υπό τεσσάρων τοίχων. Η θέσις μου, μη γνωρίζοντος που ευρίσκομαι, ώμοιαζε περιπλανωμένου τινός ήρωος ιπποτικού μυθιστορήματος. Ζωής όμως περί εμέ ούτε έβλεπον ούτε ήκουον το ελάχιστον ίχνος, ούτε αμφιβόλου ούτε βεβαίας.

Αφού διέβην την υγράν και ανήλιον εκείνην αυλήν, ευρέθην αντικρύ ετέρας θύρας, επί της οποίας ανεγινώσκετο η επιγραφή «Αίθουσα αγρυπνίας». Υπερβείς και ταύτην, εισήλθον εντός απεράντου αιθούσης, ήτις είχεν ως μόνα σκεύη γιγάντιον φανάριον, κρεμάμενον από της οροφής δια σιδηράς αλύσεως, και άνθρωπόν τινα, ή μάλλον μονόφθαλμον και χωλαίνον ερείπιον ανθρώπου, βραδέως διαβηματίζοντα από της μιας εις την άλλην άκραν της αιθούσης. Ο θυρωρός είχε τουλάχιστον χαιρετίσει, αλλ’ ο προέμου περιπατητικός φιλόσοφος εξηκολούθησε τον δρόμον του, ουδέ καν βλέμματος ηξίωσέ με. Αλλ’ τι εσήμαινεν ο ατελεύτητος ούτος περίπατος και επί τίνος πράγματος επηγρύπνει το ανθρωπάριον εκείνο εν αιθούση, όπου δεν υπήρχον ειμή τέσσαρες τοίχοι και επ’ αυτών ουδέ καν καρφίον ίνα κρεμασθή ο φύλαξ, αν τυχόν ανίαζε την ινώς αμφίβολον ζωήν του;

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αλύτων αποριών, ήρχισα κ’ εγώ να διαβηματίζω κατά μήκος της αιθούσης, ότε αίφνης εκατέρωθεν αυτής διέκρινα ανά τέσσαρας θυρίδας υαλοφράκτους, προς τας οποίας έσπευσα εν ταχεί, ελπίζων ν’ ανακαλύψω τελεώτερα τινά φωτός.

Διά της πρώτης των θυρίδων τούτων διέκρινα είδος τι κελλίου, τριών περίπου μέτρων μήκους και ολιγωτέρου πλάτους, και εν μέσω αυτού μεγάλην εξ σιδήρου τράπεζαν, εφ’ ης ανεπαύετο υπό λευκόφαιον κάλυμμα παχύσαρκός τις άνθρωπος, τον οποίον εκ του στριμμένου μύστακος και ουλής τινος επί του μετώπου υπέθεσα αξιωματικόν. Το δε ις αλήθειαν παράδοξον ήτο ότι ο ούτω κατακείμενος είχεν υψωμένον τον βραχίονα και τους πέντε δακτύλους εντός ισαρίθμων χαλκίνων κρίκων, εις ους απέληγε το σχοινίον κώδωνος ανηρτημένου εκ του τοίχου. Το ημίφως προχωρούσης φθινοπωρινής εσπέρας δεν μοι επέτρεπε να διακρίνω ακριβώς τα χαρακτηριστικά του ούτω παραδόξως αναπαυομένου· αλλ’ η ακινησία και η ωχρότης του παρίστων αυτόν όμοιον μαρμαρίνη αγάλματι.

Μεταβας εις άλλην θυρίδα, το αυτό είδον θέαμα, πλην μόνης της διαφοράς ότι αντί ανδρός ανεπαύετο επί της τραπέζης του κελλίου ξανθή δέσποινα, έχουσα και εκείνη ανά χείρας το σχοινίον του κωδωνίου. Διά της τρίτης θυρίδος είδον γέροντα χωρικόν, του οποίου οι μέλανες και χονδροί δάκτυλοι δεν είχον δυνηθή πιθανώς να εισέλθωσιν εις τους κρίκους και, ως εκ τούτου, το σχοινίον του κώδωνος είχεν δεθή περί τον καρπόν της χειρός. Το τέταρτον κελλίον ήτο όλως κενόν· κάτωθεν δε της σιδηράς τραπέζης εφαίνετο λεκάνη πλήρης πηκτού τινος ερυθροπρασίνου ρευστού, βδελυρού την θέαν και την οσμήν.

Μεταβάς εις την απέναντι πλευράν της αιθούσης, ισαρίθμους έχουσαν θυρίδας, είδον δι’ αυτών δύο κυρίους, μίαν κυρίαν και ώσει οκταετές παιδίον, απαραλλάκτως αναπαυομένους επί σιδηράς τραπέζης και σφίγγοντας ομοίου κώδωνος το σχοινίον. Η αίθουσα εκείνη της αγρυπνίας ωμοίαζε πολύ μάλλον υπνωτήριον· καθότι, πλην του χωλού φύλακος, ουδείς άλλος εφαίνετο εκεί άγρυπνος· έργον δε αυτού ήτο πιθανώς να σπεύδη εις την πρόσκλησιν των εν τοις κελλίοις αναπαυομένων, αν τις τούτων εκρούε τον κώδωνα εξυπνήσας. Αλλ’ και πάλιν, τι παθόντες συνηθροίσθησαν ν’ αναπαυθώσιν εκεί, επί σιδηράς μάλιστα στρωμνής, ανθρώπινα όντα ούτω διάφορα την ηλικίαν, το φύλον και την κοινωνικήν θέσιν; Λύσιν του αινίγματος δεν ηδυνάμην να εύρω καμμίαν· ως δε ο ηγεμών εκείνος της Αγγλίας προσέφερε το βασίλειόν του δι’ ένα ίππο, ούτω κ’ εγώ κατ’ εκείνην την στιγμήν ήθελον δώσει παν ό,τι είχον αντί της γνώσεως ολίγων γερμανικών φράσεων, ίνα απευθύνω ερωτήσεις τινάς εις τον αταράχως εξακολουθούντα τον περίπατόν του μυστηριώδη θαλαμηπόλον.

Αλλ’ αίφνης εις την είσοδον της αιθούσης ενεφανίσθη μορφή τις ουδέν έχουσα κοινόν προς τα περικυκλούντα με απαίσια φαντάσματα, αλλά ζωηρά, ευπροσήγορος, φιλομειδής, αγαθωτάτη και ανήκουσα εις τον αξιότιμον κ. Όθωνα Ίνσχιον, διδάκτορα της ιατρικής, μέλος διαφόρων ακαδημιών, ιππότην του Αγ. Μιχαήλ, συγγραφέα βιολογικής πραγματείας, διευθυντήν του καταστήματος, εν ω ευρισκόμην, και εις πάντας τούτους τους τίτλους — ους έμαθον εκ του εξωφύλλου διατριβής, ην μοι επέμψεν την επιούσαν — συνενῶν το ανεκτίμητον δι’ εμέ προτέρημα να ομιλή οπωσδήποτε την γαλλικήν.

Ουδένα έτυχεν ποτέ να γνωρίσω φιλολογώτερον τούτου άνθρωπον· αλλ’ η πολυλογία αύτη επέπτεν επί της πυρεσσούσης περιεργείας μου ως ευεργετική βροχή επί διψώντος λιβαδίου. Η πρώτη προς αυτόν ερώτησίς μου απετέλει αληθή ερωτήσεων αρμαθόν: «Τι είναι η αίθουσα αύτη; Τι πράττουσιν οι επί των σιδηρών τούτων πλακών εξηπλωμένοι — ο παχύς ούτος αξιωματικός, η ξανθή δέσποινα, ο χωρικός, η άλλη γυνή και το παιδίον; Διατί κρατούσι σχοινίον κώδωνος ανά χείρας; Ζώντες είναι ή νεκροί;». Εις μόνην την τελευταίαν ταύτην ερώτησιν απεκρίθη μειδιών ο αγαθός Ίνσχιος: «Δεν ηξεύρω». Η εξήγησις όμως της αγνοίας του διήρκεσε δύο ολοκλήρους ώρας, δαπανηθείσας εις το να μοι αποδείξη επιστημονικώς ότι, προ της παρελεύσεως τεσσάρων τουλάχιστον ημερών, αδύνατον ήτο αυτώ ν’ αποφανθή μετά θετικότητος αν οι ενώπιον ημών κατακείμενοι ήσαν ζώντες ή νεκροί.

Τας εξηγήσεις ταύτας συνεπλήρωσεν η ανάγνωσις της διατριβής De Necrophania, και ετέρα μετ’ αυτού συνδιάλεξις, ότε μετέβην την επιούσαν να τον ευχαριστήσω δια το πολύτιμον δώρον του. Δεκαπέντε έκτοτε παρήλθον έτη και αι πλείσται των προτάσεων του αγαθού διδάκτορος εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου, ως και η διατριβή αυτού εχάθη εκ της βιβλιοθήκης μου. Προχείρους όμως έχων επί της τραπέζης τον Ορφίλαν, τον Bichat, τον Bouchardat, τον Δυράνδον και τον Θωμασίνον, θέλω προσπαθήσει να εξηγήσω διατί εν Φραγκφούρτη, εν Βεζάρη και εν πάση σχεδόν τη Γερμανία μεταξύ του βίου και του τάφου ηγέρθησαν σταθμοί, καλούμενοι «Άσυλα της αμφιβόλου ζωής».

Αλλά προ πάντων πρέπει να εξετάσωμεν τι είναι ζωή — ουχί η αμφίβολος, αλλά η βεβαία. Ορισμούς ταύτης τοσούτους ανέγνων και ούτω ποικίλους, ώστε αμήχανος να εκλέξω μεταξύ αυτών, προτιμώ να υποβάλω τον εξής εις την εκτίμησιν των κυρίων φυσιολόγων: «Ζωή είναι ανεξήγητός τις επανάστασις της αποτελούσης τα οργανικά όντα ύλης κατά των νόμων της χημείας». Τούτου τεθέντος, θάνατος πρέπει να ονομασθή η καταστολή της επαναστάσεως ταύτης και ο θρίαμβος των νόμων των διεπόντων το οξυγόνον, το υδρογόνον, τον άνθρακα, το θείον, τον φωσφόρον, τον τίτανον και τα άλλα πράγματα, ων η ένωσις απαρτίζει άνθρωπον, λάχανον ή κτήνος. Γνωστόν είναι ότι, όσάκις τας ουσίας ταύτας δεν συνδέει προς αλλήλας η άλυσις της χημικής ελξεως, αύται τείνουσιν αδιαλείπτως ν’ αποχωρισθώσιν· εις δε τα οργανικά όντα την άλυσιν ταύτην αντικαθιστά έτερός τις σύνδεσμος, καλούμενος «ζωή». Αυτή εκδηλούται μεν διά πλήθους άλλων φαινομένων, ήτοι κινήσεως, θερμότητος, αναπνοής, κυκλοφορίας υγρών και των τοιούτων, αλλ’ πάντα ταύτα δύνανται και να εκλείψωσι, και εν τούτοις η ζωή να παραμένη εν ψυχρώ και ακινήτω όγκω, εφ’ όσον τα αποτελούντα τον όγκον τούτον στοιχεία στέργουσι να μένωσι ηνωμένα.

Γνωστοί είναι οι κόκκοι εκείνοι σίτου, οι επί αιώνας τεθαμμένοι υπό τας πυραμίδας της Αιγύπτου και, έπειτα, αποδόντες χρυσούς στάχυας άμα εχορηγήθη αυτοίς φως και υγρασία· γνωστά δε και τα έντομα εκείνα, τα μένοντα ολόκληρα μεν ακίνητα, συνεσταλμένα και ξηρά, και έπειτα αναβιώντα. Μετά μείζονος δε θαυμασμού βλέπομεν αναφερόμενα και παραδείγματα τετραπόδων ζώων, άτινα, οιονεί απολιθωθέντα υπό του ψύχους, διέμειναν ούτως πολλάς ημέρας εν μέσω των πάγων του Βορρά και ανέζησαν έπειτα, τυχόντα καταλλήλου περιθάλψεως. Αλλ’ ουδέ ο άνθρωπος αποτελεί εξαίρεσιν του κανόνος. Ως παρά τη φυτείᾳ, τοις εντόμοις και τοις τετραπόδοις, ούτω και παρ’ αυτώ δύναται η ζωή να λανθάνη εν τω σώματι ως εν τάφω, υπό ουδεμιάς προδιδομένη εξωτερικής εκδηλώσεως. Κατά τον Bichat: «Ο άνθρωπος ζη ενίοτε επί πολλάς ημέρας εσωτερικώς, αφού παύση πάσα αυτού σχέσις προς τον έξω κόσμον. Η διακοπή των εξωτερικών φαινομένων της ζωής είναι σχεδόν πάντοτε επισφαλέστατον γνώρισμα της πραγματικότητος του θανάτου, περί ου δεν δύναται τις ν’ αποφανθή θετικώς, ειμή μετά την οριστικήν κατάπαυσιν των φαινομένων της εσωτερικής ζωής».

Της οριστικής όμως καταπαύσεως της εσωτερικής ζωής σημεία πολλά μεν προετάθησαν κατά καιρούς και προτείνονται καθ’ εκάστην υπό των επιστημόνων, αλλ’ εκ αυτού του πλήθους των προτεινομένων προκύπτει ότι ασφαλές και βέβαιον ουδέν μέχρι σήμερον ανευρέθη. Παραλείποντες τα πασίγνωστα παρ’ Ιπποκράτει σημεία θανάτου, ων μόνον το σπανίως απαντώμενον ανελλιπές άθροισμα καθιστά αναμφισβήτητον την απόσβεσιν της ζωικής φλογός, πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι εκ των μετα ταύτα προταθέντων ουδέν αντέσχεν εις την βάσανον της συζητήσεως και της πείρας· ούτε των μελών η ακαμψία, ήτις εν πολλαίς νευροπαθείαις παρετηρήθη επί ζώντων· ούτε της χειρός η προ φλόγος λαμπάδος έλλειψις διαφανείας· ούτε η έλλειψις αναπνοής και κυκλοφορίας, αιτινες πολλάκις επανήλθον μετά πολυώρου διακοπής· ούτε η καταπτωσις και θόλωσις του οφθαλμού, ήτις πολλάκις επερχομένη μετά τις πρώτες ώρες του υποτιθεμένου θανάτου, παρέρχεται έπειτα αφ’ εαυτής, ενώ αφ’ ετέρου άλλων όντως νεκρών οι οφθαλμοί παρίστανται εξογκωμένοι και ζωηρότατοι ένεκα της συμφόρησης του αίματος εις την κεφαλήν, μετά τη διάσταση του στομάχου υπό των εκ της σήψεως αναπτυσσομένων αερίων.

Τα ανωτέρω λοιπόν και ίσα άλλα προετάθησαν κατά καιρούς σημεία· ενδείξεις μόνον παρέχουσι, κατά το μάλλον και ήττον επισφαλείς· απόλυτη δε βεβαιότητα ότι ανεπιστρεπτί απήλθεν η παρά τους νόμους της χημείας συνέχουσα το άθροισμα στοιχείων που αποτελούν το οργανικό όν επαναστατική δύναμις της ζωής, εν μόνον σύμπτωμα παρέχει: η εκ νέου επικράτηση των χημικών νόμων, ήτοι του σώματος η αποσύνθεση, η σήψις και η δυσωδία. Κατά τον Θωμασίνον, «η τέχνη του διακρίνειν τον ζώντα από του νεκρού είναι εισέτι πλήρης αβεβαιότητος. Κήρυγμα θα ήταν να το είπη τις, αλλά εν τούτοις αληθέστατον, ότι πάσαι αι περί τούτου μελέται των επιστημόνων ουδόλως ασφαλίζουσιν ημάς από του κινδύνου να ταφώμεν ζώντες».

Αδύνατον είναι να μη καταληφθεί τις υπό φρίκης και ρίγους, αναλογιζόμενος ότι ενδέχεται να διαφυλάττη ακέραιη πάσαν αυτού τη διάνοια και την εσωτερικήν ευαισθησίαν, να έχει πλήρη συνείδησιν των διατρεχόντων, και εν τούτοις να αδυνατή να εκδηλώσει δι’ οιουδήποτε σημείου ότι ζη ακόμη, ομοιάζων πτώμα ούτως ακριβώς, ώστε ουδ’ ο εμπειρότερος ιατρός να διακρίνη το ελάχιστον ίχνος της εν αυτώ παραμενούσης ζωής. Μεταξύ των νεκραναστάντων πολλοί διηγήθησαν ότι ήκουον τα πέριξ αυτών λεγόμενα, τας οδυρτικάς κραυγάς των θρηνούντων αυτούς συγγενών και φίλων, τον ήχον των κωδώνων, την ψαλμωδίαν των ιερέων, τον επί του μετώπου αυτών ύστατον ασπασμόν και το χώμα καταπίπτον επί των σανίδων του φερέτρου. Αλλ’ εν τούτοις αδύνατον ήτο αυτοίς να ανακράξωσι: «Μη με θάπτετε ζωντανό!».

Συνήθως παρηγορούμεθα, αναλογιζόμενοι ότι σπάνια και όλως εξαιρετικά είναι τα τοιαύτα παραδείγματα. Από τινων όμως ετών και η σπανιότης αύτη απεδείχθη απλή δημώδης πρόληψις. Απόδειξιν τούτου ευρίσκει τις ανελίσσων —πλην πολλών άλλων— τα πρακτικά της Γαλλικής Γερουσίας κατά την συνεδρίασιν της 27 Φεβρουαρίου 1866, καταναλωθείσαν ολόκληρον εις την συζήτησιν στατιστικής των προώρων ενταφιασμών και των ληπτέων μέτρων προς αποφυγήν τοιούτων. Εκ των αγορεύσεων τούτων αποσπώμεν τας εξής περικοπάς. Κατά τον καρδινάλιον Donnet, «τα θύματα του προώρου ενταφιασμού είναι πλείον απ’ ό,τι κοινώς πιστεύεται· εγώ δε ο ίδιος εν μόνη τη επισκοπή μου παρέστην μάρτυς τεσσάρων τοιούτων». Αφού δε διηγήθη τούτους, ο ρήτωρ επέθηκε τέλος εις τον λόγον του διά των εξής: «Άλλοτε πάλιν, εν έτει 1826, νέος τις ιερεύς έπεσεν αίφνης απόπληκτος ενώ εκήρυττε από του άμβωνος. Εξετασθείς υπό των ιατρών εκηρύχθη νεκρός και ως τοιούτος εσαβανώθη και μετεκομίσθη εις την εκκλησίαν. Εν τούτοις ο εν τω φερέτρω κατακείμενος ήκουε πάντα τα περί αυτού λεγόμενα, τον θρήνον των κωδώνων και την νεκρώσιμον ακολουθίαν, αδυνατών επί πολλάς ώρας να κινηθή ή να αρθρώση την ελαχίστην λέξιν, μέχρι της κρισίμου στιγμής καθ’ ην ηγέρθη, εις το χείλος ήδη ευρισκόμενος του τάφου. Ο ούτω εκ νεκρών αναστάς είμι αυτός εγώ ο καρδινάλιος Donnet, ο ερχόμενος να ζητήσω παρά της Γερουσίας ου μόνον την ακριβή τήρησιν των κειμένων περί ενταφιασμού διατάξεων του νόμου, αλλά και νέας εγγυήσεις κατά τοιούτων απαίσιων συμβάντων». Μετά τον καρδινάλιον έλαβε τον λόγον ο Tourangin, πολλά τοιαύτα σύγχρονα παραδείγματα μνημονεύσας, ων προσήγαγε τα αποδεικτικά έγγραφα. Τούτον διεδέξατο εις το βήμα ο γερουσιαστής Βαρράλ, πολλά κ’ εκείνος διηγηθείς παραπλήσια αναντίρρητα γεγονότα, μεταξύ δε των άλλων και τα εξής, ων υπήρξεν αυτόπτης: «Προ τινων ετών παιδαγωγός υποληφθείσα νεκρά ετάφη μετά την τεταγμένην προθεσμίαν εν τω κοιμητηρίω, συνορεύοντι τη κατοικία του ιερέως. Περί μέσην την νύκτα ο εφημέριος εξυπνεί ακούσας γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ του νεοσκάπτου μνήματος. Πάντες σπεύδουσι να εκθάψωσι την δυστυχή, ήτις όμως απέθανεν ολίγας τινας στιγμάς αφού εξήχθη εκ του τάφου. Το έτερον παράδειγμα είναι ξυλουργού τινος, όστις ελάκτισεν τας σανίδας του φερέτρου καθ’ ην ακριβώς στιγμήν ερρίπτετο το χώμα εις τον λάκκον». Εν δε τη αγορεύσει του Λαγερονιέρου ευρίσκομεν την κατωτέρω όντως φοβεράν περικοπήν: «Κατά τας γινομένας εσχάτως ανασκαφάς καταργηθέντων νεκροταφείων ευρέθησαν εν τοις φερέτροις σκελετοί εις θέσιν προσίδουσαν φρικώδη απελπισίαν. Τα διάσπαρτα αυτών μέλη εμαρτύρουν τον ύστατον εν τω τάφω αγώνα της ζωής, πάλην κατά του θανάτου όντως φοβεράν, σπαρακτικάς κραυγάς και στεναγμούς μη αντηχήσαντας εις τα ώτα των επί της γης. Τοιαύτα αποκαλύπτουσιν ημίν μυστήρια αι ανασκαφαί».

Ότε δε εγένοντο αι εκ του εν Παρισίοις νεκροταφείου, του λεγομένου των Αθώων, μετακομίσεις λειψάνων, ο προϊστάμενος τούτων, κοσμήτωρ της Ιατρικής Σχολής Touret, επείσθη εκ της εν τω τάφω θέσεως πλείστων πτωμάτων ότι ούτοι είχον ενταφιασθή ζώντες, και τοσούτον εκ της ανακαλύψεως εταράχθη, ώστε, προσκαλέσας αυθημερόν συμβολαιογράφον, συνέταξε διαθήκην περιέχουσαν διατάξεις ασφαλίζουσας αυτόν από παντός τοιούτου κινδύνου.

Μεταβαίνοντες από των αγορεύσεων εις την εξέτασιν των προς κύρωσιν αυτών μαρτυριών, ευρίσκομεν εν αυταίς αναντίρρητα γεγονότα ούτω πολυάριθμα, ώστε ηδύναντο εξ αυτών να πληρωθώσιν ολόκληροι τόμοι. Εκ τούτων προκύπτει ότι πολλάκις εν τοις νοσοκομείοις πολλοί δήθεν νεκροί εξέπεμψαν φρικώδεις κραυγάς υπό την μάχαιραν σπουδαστών ανατομίας. Κατ’ άλλας πάλιν αποδείξεις, περιβεβλημένας πάσαν αυθεντίαν, πιστοποιείται ότι δήθεν νεκροί ου μόνον μετεκινήθησαν εν τω φερέτρω, αλλά και κατώρθωσαν να σχίσωσι την νεκρικήν σινδόνα. Τινές τούτων ευρέθησαν εις ολίγην απόστασιν από του φερέτρου, εκπνεύσαντες επί των βαθμίδων του νεκρικού υπογείου. Το πράγμα φαίνεται απίστευτον, αλλ’ εν τούτοις και τούτο μαρτυρείται: ότι έγκυοι γυναίκες εγέννησαν εν τω τάφω!

Εν τω πλήθει των τοιούτων φοβερών αφηγήσεων υπάρχουν πιθανώς και τινες υπερβολικαί ή μη ακριβείς. Πλείσται όμως τούτων, συνταχθείσαι υπό επιστημόνων, παρέχουσι πάσαν εγγύηση αξιοπιστίας και εις αυτόν τον σκεπτικώτατον ανακριτήν. Δεν πρέπει δε και να λησμονούμεν ότι αντί ενός ανακαλυπτομένου τοιούτου φρικώδους δράματος, δέκα άλλα τουλάχιστον παρέρχονται απαρατήρητα υπό την πλάκα του τάφου. Ανελίσσοντες το πόνημα του Bruhier περί αβεβαιότητος των συμπτωμάτων του θανάτου, ευρίσκομεν εν αυτώ εκατόν ογδοήκοντα τοιαύτα παραδείγματα: εν οις πεντήκοντα ανθρώπων ταφέντων ζώντων, ισαρίθμων περίπου αναβιωσάντων αφού εκλείσθησαν εντός των φερέτρων, εβδομήκοντα πέντε νομισθέντων νεκρών, οίτινες εξύπνησαν είτε ενώ ερράπτοντο εν τη σινδόνη, είτε εν καιρώ επιδημίας ευρισκόμενοι ήδη εν μέσω σωρού πτωμάτων επί της νεκροφόρου αμάξης, και τέσσαρες ενώ ανετέμνοντο εν τω αμφιθεάτρω.

Ο Πλίνιος εν τη Φυσική αυτού Ιστορία αφιερώνει ολόκληρον κεφάλαιον εις τους αναστάντας κατ’ επιτέλεσιν της κηδείας, διηγούμενος μεταξύ άλλων τίνι τρόπω ο υπατεύσας Ακίλιος Αβίολος ήρξατο κραυγάζων επί της νεκρικής πυράς, ην δεν εφθασαν να σβέσωσιν εγκαίρως οι παρεστώτες, και ούτω εκάη ζων και ολολύζων. Επί της πυράς επίσης εξηγέρθη εκ νεκροφανούς ληθάργου ο πραίτωρ Λούκιος Λαμίας και, μη τυχών εγκαιρου βοηθείας, εγένετο κ’ εκείνος παρανάλωμα των φλογών. Ευτυχέστερος όμως τούτων υπήρξεν ο Κέλιος Τυβέρων, ον οι οικέται ηδυνήθησαν να εξαγάγωσι ζώντα έτι εκ του πυρός. Πασίγνωστα εισι και τα παρά Πλουτάρχω περί του καταπεσόντος από τινος ύψωματος, λιποθυμήσαντος και μετά τριήμερον νεκροφάνεια αναγερθέντος εκ νεκρών. Κατά πάντα όμοιον συμβάν διηγείται ο ιατρός Cury περί παιδός ριφθέντος από του παραθύρου διωρόφου οικίας, υποληφθέντος νεκρού μετά τετραήμερον ακινησίαν και έπειτα αναζήσαντος διά του ηλεκτρισμού. Κατά δε τον Durande, η τοιαύτη λιποθυμία δύναται και μέχρι οκτώ ημερών να παραταθή. Τοιαύτης οκταημέρου παρατάσεως της νεκροφανείας παράδειγμα μνημονεύεται το εν έτει 1746 της λαίδης Ράσσελ, ην κηρυχθείσαν νεκράν υπό των ιατρών ο παραφόρως αγαπών αυτήν σύζυγος εις ουδένα επέτρεπε να εγγίση, καθήμενος παρά το προσκεφάλαιον του «λειψάνου» μετά πυροβόλου ανά χείρας. Η ένοπλος αύτη αγρυπνία διήρκεσεν οκτώ ολόκληρα ημερονύκτια, μέχρις ου περί τας αρχάς της ενάτης νυκτός η δήθεν μακαρίτισσα έκρινε εύλογον να κινηθή και να αποτείνη τον λόγον εις τον ακύμητον αυτής φύλακα.

Άξιον μνείας, ως αποδεικνύον την αμηχανίαν εις ην ευρίσκεται πολλάκις ο έχων να αποφανθή περί ζωής ή θανάτου, φαίνεται ημίν και το εξής γεγονός, ιστορούμενον υπό του εν Βελγίω ακαδημαϊκού ιατρού Φραγκίσκου: «Εν έτει 1832, ενώ ενέμοντο την πόλιν κακοήθεις πυρετοί, προσεκλήθην παρά τινι κυρία Lemoine, ην εύρον έχουσαν ως ακολούθως: Ο σφυγμός ήτο ανεπαίσθητος· αι κόραι των οφθαλμών έμενον ακίνητοι όταν ανυψούντο τα βλέφαρα και προσεφέρετο φως· τα χείλη και πάσα του σώματος η επιφάνεια πελιδνά· το δέρμα κρύον και ξηρόν· αναπνοής ουδ’ ίχνος, ούτε επί προσφερομένου εις το στόμα κατόπτρου ούτε διά της δονήσεως του φωτός λαμπάδος· η δε καρδία ήτο καθ’ ολοκλήριαν σιωπηλή. Μη αρκεσθείς εις ταύτα, έθεσα φιαλήν κηυστικής αμμωνίας υπό την ρίνα της γυναικός ταύτης, έπειτα δε κατέφυγον εις δριμυτάτους σιναπισμούς, αμμωνιώδεις εκδορές και επιθέσεις λειοτριβημένου σκόρδου επί ματαίω. Προς άρσιν και της ελαχίστης αμφιβολίας επυράκτωσα το σιδηρούν πτύον της εστίας και, άπαξ γενόμενον ερυθρόν, επέθεσα τούτο εις το έσω των κνημών, χωρίς να παρατηρήσω το ελάχιστον ίχνος ευαισθησίας εις το προ εμού κατακείμενον ψυχρόν και ακίνητον σώμα, το οποίον μετά τας δοκιμάς ταύτας εδικαιούμην να κηρύξω ώριμον προς ταφήν. Αλλ’ εν τούτοις η κυρία Λεμουάν ανήψισε εκ του ληθάργου την επαύριον· έζησεν ακόμη τριάκοντα έτη».

Ανοίγοντες κατά τύχην τους επί της τραπέζης ημών τόμους, αποσπώμεν μόνον τα χρησιμότερα τι παράδοξα εκ των εν αυτοίς απειραρίθμων παραδειγμάτων προώρου ταφής. Κατά τον Μιχαήλαν, τον Μιχαέλσσην, τον Πάγην και τους άλλους χρονογράφους, ο αυτοκράτωρ Ζήνων ο Ισχυρός αναισθητήσας εκ της μέθης και υποληφθείς νεκρός εκλείσθη εν τω τάφω. Τη νυκτί όμως αι ψυχές (οι υπηρέτες) ήσαν αγρυπνούσες, ακούουσαι γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ του υπογείου· ότε δε ανεώχθη την επαύριον το μνημείον, ο δυστυχής αυτοκράτωρ ευρέθη χιμοστιγγής (ασφυκτιών), κατασπαράξας εν τη απελπισία του τας σάρκας διά των οδόντων.

Ο συγγραφεύς του γνωστού παρ’ ημίν μυθιστορήματος «Μανόν Λεσκώ», αββάς Prevost, διερχόμενος εν ώρα θέρους το δάσος του Chantilly, έπαθεν εξ αποπληξίας. Ανευρεθείς την επαύριον ακίνητος και άπνους εκηρύχθη νεκρός και, μετά την παρέλευσιν της νομίμου προθεσμίας, το σώμα αυτού παρεδόθη εις χειρουργόν τινα, ίνα εξιχνιάση την αιτίαν του θανάτου. Αλλ’ άμα εσχίσθη η κοιλία του αββά και ευθύς ανεπήδησε χείμαρρος θερμού αίματος, ενώ γοεραί κραυγαί εξήρχοντο του στόματος του ανατεμνομένου. Και ο μεν «νεκρός» απέθανεν εκ της πληγής, ο δε ιατρός ελιποθύμησεν εκ του φόβου.

Ο καρδινάλιος Σπινόζας —ουχί ο φιλόσοφος, αλλ’ ο υπουργός του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας— υποληφθείς νεκρός και ανατεμνόμενος, εδάγκωσε την χείρα του μαχαιροφόρου ασκληπιάδου.

Ο περιώνυμος Βεζάλε, ιατρός του Καρόλου του Πέμπτου, δις έτυχε να επιχειρήση την τομήν νεκροφανών, οίτινες διεμαρτυρήθησαν εντόνως διά κραυγών. Προς άγνισμα του εξ απροσεξίας αμαρτήματος κατεδικάσθη να αποδημήση προσκυνητής εις Ιεροσόλυμα.

Ο Φραγκίσκος Κιβίλης, αγράμματος ων, ως οι πλείστοι ευπατρίδαι της αυλής του Καρόλου ΙΒ΄, μετεχειρίζετο αντί υπογραφής σφραγίδα φέρουσαν την επιγραφήν: «Τρις αποθανών, τρις ενταφιασθείς και τρις εγερθείς θεία χάριτι εκ νεκρών». Και τω όντι, η μήτηρ αυτού εγκυμονούσα απέθανε και ενεταφιάσθη άνευ προηγουμένης καισαρικής εγχειρήσεως προς σωτηρίαν του παιδίου, το οποίον εξήχθη μετά διήμερον εκ των σπλάγχνων της εκταφείσης μητρός. Ο ούτω ιδών το φως Κιβίλης, βαρέως πληγωθείς τριάκοντα μετά ταύτα έτη κατά την πολιορκίαν της Ρουέννης, ετάφη μετά σωρού άλλων νεκρών και διέμεινε πάλιν υπό την γην επί ολόκληρον ημέραν, μέχρις ου ο αναζητών το πτώμα του πιστός υπηρέτης εξέθαψεν αυτόν ζώντα ακόμη και μέλλοντα να αποδυθή εις νέους μετ’ ολίγον αγώνας. Υποληφθείς και πάλιν ως νεκρός επί του πεδίου της μάχης, εγυμνώθη υπό νυκτοκλεπτών και ετάφη υπό σωρόν αχύρων, όπου διέμεινε τρεις ολόκληρες ημέρας, μέχρις ου ανευρέθη υπό των αναζητούντων το σώμα του, ίνα αποδώσωσιν αυτώ τας προσηκούσας επικηδείους τιμάς.

Εκ της απεράντου προ ημών πληθύος, τελευταίον παραθέτομεν γεγονός το οποίον έδωκεν εσχάτως αφορμήν εις όντως περίεργον δίκην: «Δύο έμποροι Παρισίων, συνδεόμενοι προς αλλήλους διά στενωτάτης φιλίας, είχον ο μεν υιόν ο δε θυγάτριον, και τα τέκνα των ταύτα εμνήστευσαν προς αλλήλα άμα απογαλακτισθέντα. Ο παίς και η παιδίσκη νηπιόθεν συναναστρεφόμενοι, εν καθημερινή οικειότητι, αισθάνθησαν προϊόντων των ετών την φιλίαν αυτών μεταβαλλομένην εις έρωτα διακαή, μέλλοντα μετ’ ου πολύ να καθιερωθή διά του γάμου. Τα σχέδια όμως ταύτα ήλθον να ανατρέψωσι μετ’ ολίγον οικονομικαί δυσχέρειαι, προς αποσόβησιν των οποίων ο πατήρ της νεάνιδος ηναγκάσθη να θυσιάση την θυγατέρα, εκδίδων αυτήν άκουσαν εις γάμον πλουσίω τραπεζίτη ερασθέντι αυτής. Η άχρηστος (δυστυχήσασα) νεάνις, τηκομένη υπό φοβεράς ανίας, κατελήφθη υπό μαρασμού, εξ ου και απέθανε μετά τινας μήνας. Ο δε και μετά τον γάμον διαμείνας πιστός πρώτος μνηστήρ, αφ’ ενός μεν θέλων να επανίδη έτι άπαξ την νεκράν φίλην του, αφ’ ετέρου δε ενθυμούμενος ότι αύτη παιδιόθεν υπέκειτο εις μακράς λιποθυμίας, εδωροδόκησε τον νεκροθάπτην και απεκόμισεν οίκαδε το νύκτωρ εκταφέν σώμα. Αι κατά το φαινόμενον χιμαιρικαί αυτού ελπίδες εστέφθησαν υπό ανέλπιστου επιτυχίας. Η “νεκρά” ανέζησε διά των φροντίδων του και μετά τινας ημέρας το ερωτευμένον ζεύγος μετέβη να κρύψη την ευτυχίαν του εις Αγγλίαν, όπου διέμεινε δέκα ολόκληρα έτη. Το μακρόν τούτο διάστημα χρόνου νομίζοντες ικανόν προς τελείαν λήθην, επανήλθον οι δύο ερασταί μετά την παρέλευσιν αυτού εις Γαλλίαν. Παρά πάσαν όμως προσδοκίαν, ο τραπεζίτης ανεγνώρισεν εν περιπάτω την πρώην σύζυγόν του και, αρνουμένης ταύτης να επανέλθη υπό την συζυγικήν του προστασίαν, απήτησε τούτο δικαστικώς και εκέρδισε την δίκην· ότε όμως έφθασαν οι κλητήρες να εκτελέσωσι την απόφασιν, εύρον κενήν την φωλεάν και πάσαι αι καταβληθείσαι υπό της αστυνομίας προσπάθειαι προς ανεύρεσιν των αποπτανόντων πτηνών απέβησαν μέχρι τούδε άνωφελείς».

Μετά την ανάγνωσιν των ανωτέρω, ων —κατά την ομολογίαν πάντων των επιστημόνων— προκύπτει ότι, πλην της αρχομένης σήψεως, ουδέν άλλο υπάρχει βέβαιον θανάτου σημείον, πας τις απορεί τίνι τρόπω δεν έσπευσαν και τα λοιπά έθνη να μιμηθώσι το παράδειγμα της Γερμανίας ιδρύοντα «Άσυλον αμφιβόλου ζωής». Περιοριζόμενοι εις μόνην την Γαλλίαν παρατηρούμεν ότι της αναβολής το αίτιον υπήρξεν αφ’ ενός μεν οικονομικόν —πολλών δήμων μη ωντων ικανών να επαρκέσωσιν εις την δαπάνην τοιούτων ασύλων—, αφ’ ετέρου η πολλάκις μεν ψευσθείσα, αλλ’ επιμένουσα έτι, ελπίς ανακαλύψεως βεβαίου τινός του θανάτου σημείου. Ως τοιαύτα προτείνονται σήμερον: το «δυναμοσκόπιον» του δόκτορος Collongue, διά του οποίου, επιθετομένου επί του στήθους του νεκροφανούς, διακρίνεται —κατά τας διαβεβαιώσεις του ευρέτου— υπόκωφός τις ζωικός ψίθυρος εφ’ όσον ενυπάρχει εν αυτώ ο ελάχιστος λανθανούσης ζωής σπινθήρ· ώστε η έλλειψις παντός τοιούτου ακούσματος πρέπει να θεωρείται ως ασφαλές θανάτου τεκμήριον. Άλλοι πάλιν, εν οίς ο Josat, ο Nysten και ο Marc, θεωρούντες ως δύσχρηστον και επισφαλές το ακουστικόν τούτο εργαλείον, προτείνουσιν αντ’ αυτού ηλεκτρικήν τινα μηχανήν, ούτω απλοποιηθείσαν ώστε και εν αυτοίς τοις χωρίοις να δύναται ο ιερεύς ή η τυχούσα νοσοκόμος να αποφασίση αν επηρεάζονται υπ’ αυτής οι ευρισκόμενοι εν καταστάσει αμφιβόλου ζωής.