Η Φανερωμένη

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Φανερωμένη
Συγγραφέας: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


«Κυρὰ Φανερωμένη μου, παρηγοριὰ τοῦ κόσμου,
βοήθαμε τὴν πανόρφανη! Τ' ἅγιο σου χέρι δός μου
γιὰ ν' ἀνεβῶ στὸ βράχο σου! Δὲν ἦλθες μὲς στὸ βράδυ
ὡσὰν αχτίδ' ἀνέλπιστη στὸ μαῦρό μου τὸν ἅδη,
κ' ἐσφόγγισες τὸ δάκρυ μου καὶ μοὖπες σύ, Κυρά μου,
νὰ πάρω τὸ παιδάκι μου στὴν ἔρημη ἀγκαλιά μου
καὶ νὰ τὸ φέρω νὰ τὸ δῇς;... Παρθένε, βόηθησέ με...

Τὰ γόνατά μου ἐδείλιασαν... κατέβα, πρόφθασέ με...
Μὤφαγ' ἡ θάλασσα ἡ σκληρὴ τὸ Λάμπρο μου στὰ ξένα...
Ἡ δυστυχιὰ μ' ἐμάρανε!... Μὴν ἀρνηθῇς κ' ἐμένα...
Δυνάμωσέ με, τὴ φτωχή... Γιὰ ἰδές με! Θερμασμένη,
τρεῖς μέρες θεονήστικη, νεκρή, ξεψυχισμένη,
νοιώθω τὴ ρῶγά μου στεγνὴ στὰ χείλη του, Κυρά μου,
ἐστρέφεψε τὸ γάλα μου... Ἐπάγωσ' ἡ καρδιά μου...
Σύντρεξε, μὰνα τοὐρανοῦ, σύντρεξε τὸ παιδί μου...
Παρθένε μου, ἐχιονίστηκε... Θὰ νὰ σβυστῇ μαζί μου...»
Καὶ ξαναγύρισε μὲ μιᾶς στὴ γῆ ξεστηθωμένη,
μὲ τὸ παιδί στὴν ἀγκαλιά, ἡ Δέσπω ἡ πικραμμένη.

Ἐπάνωθέ της τοῦ βορειᾶ τὰ σύγνεφα ἀρμενίζουν
κι' οὔτε δὲ στέκουν νὰ τὴν δοῦν. Τὸν κόρφο της φωτίζουν
κρύαις ἀχτῖδες φεγγαριοῦ, ποὺ ἐδῶ κ' ἐκεῖ προβαίνουν
σὰν ἀπὸ μάτι νεκρικό, χωρὶς νὰ τὴ θερμαίνουν.
Σιμά της τρέχει τὸ νερό, γοργό, γοργό, δροσᾶτο...
λαλοῦν τ' ἀηδόνια ξέγνοιαστα μὲς στὴ μυρτιά, στὸ βάτο...
τὰ δένδρα εἶν' ἀνθοστόλιστα... παντοῦ χαρὰ κ' ἐλπίδα,
σφιχταγκαλιάζεται ἡ ὀχειὰ μὲ τὴ μονομερίδα,
κι' ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρὶς ταφὴ καὶ δάκρυ,
μιὰ χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σὲ μιὰν ἄκρη!

Μέσα στοῦ κόσμου τὴ γλυκειά, τὴν ἄφθαρτη ἁρμονία,
ποιὰ θέληση καὶ ποιὰ καρδιά, ποιὰ παντοδυναμία
ἐσύμπλεξ', ἐζευγάρωσε τὸ σφύριγμα τἀστρίτη,
τοῦ καταρράχτη τὴ βοή, τοῦ λύκου, τοῦ πετρίτη,
καὶ τἀητοῦ τὸ ρυάσιμο, μὲ τὸ γλυκὸ τραγοῦδι,
ποὺ χύνει ἀπ' τὰ στήθια του τὸ μαῦρο στεφανοῦδι;
Καὶ ποιός, καὶ ποιός ἐπρόσταξε, μέσα σ' αὐτὴν τὴν πλάση
νὰ συναντιέται ἀδελφικά, χωρὶς νὰ τὴ χαλάσῃ,
τὸ περιστέρι, κι' ὁ σκορπιός, ὁ χαμελειὸς κι' ὁ κρίνος,
φιλὶ καὶ ψυχομάχημα, χαμόγελο καὶ θρῆνος;...
Κι' ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρὶς ταφὴ καὶ δάκρυ,
μιὰ χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σὲ μιὰν ἄκρη.

Μοσχοβολοῦσε ἡ ἄνοιξη κι' ὁλόγυρά τους χίλια
ἀνθίζουν ἀγριολούλουδα, χολᾶτα χαμομήλια.
Καὶ κἄπου κἄπου ἀμέτρηταις τρελλαῖς πυγολαμπίδες
φωτίζουν τὰ δυὸ λείψανα μὲ μυστικαῖς ἀχτῖδες.
Καὶ τοῦ παιδιοῦ τὸ μέτωπο καὶ τῆς φτωχῆς τὰ στήθια
φεγγοβολοῦν σὰν οὐρανοὶ πὤχουν ἀστέρια πλήθια.

Χαμογελᾷ ἡ ἀνατολὴ καὶ ροδοκοκκινίζει
ὀλίγ' ὀλίγο ἡ καταχνιά, ποὺ τὰ βουνὰ στολίζει.
Λαλεῖ τὠρνίθι τῆς αὐγῆς, τὸ πρόβατο βελάζει...
Ξυπνοῦν στὰ πλάγια ἡ πέρδικαις, ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κράζει...
Ξυπνᾷ κι' ὁ γέρο Γούμενος, τὸν ὄρθρο του σημαίνει
καὶ μουρμουρίζοντας σιγὰ στὴν ἐκκλησιὰ πηγαίνει
τὴν ἅγια εἰκόνα τῆς Κυρᾶς σκυφτὰ νὰ προσκυνήσῃ...
Κ' ἐκεῖ ποὺ ἐτέντων' ὁ παπᾶς τὰ χείλη νὰ φιλήσῃ,
τοῦ 'κάστηκε πὼς ἔλειπε – παράδοξη ἱστορία! -
ἀπ' τὸ θρονί της τὸ χρυσὸ ἡ Δέσποινα Μαρία...
Ἐτρόμαξ' ὁ καλόγερος... Στὴν πλάκα γονατίζει,
χτυπᾷ τὸ μέτωπο στὴ γῆ, παρακαλεῖ, δακρύζει...

Μὲ μιᾶς ἀστράφτ' ἡ ἐκκλησιά, κ' αἰσθάνετ' ἕνα χέρι
ὁποὺ τὸν ἀνεσήκωνε... Μοσχοβολάει τ' ἀγέρι...
Τὰ μάτια του ἄνοιξ' ὁ παπᾶς... Στὸ κάτασπρό του γένι
τὸ δάκρυ του ἔσταζε βροχή... Κυττάζει... Καθισμένη
στὸ θρόνο βλέπει τὴν Κυρά, ποὺ τοῦ χαμογελοῦσε,
καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἐχαίρετο καὶ ποὺ τὸν εὐλογοῦσε.

Σὲ ποιό καλύβι ἀγνώριστο, σὲ ποιά καρδιὰ θλιμμένη
νὰ πέρασες τὴ νύχτα σου, Κυρὰ Φανερωμένη;
Ποιό μαραμμένο λούλουδο ἡ χάρη σου, Κυροῦλα,
κρυφά, κρυφά ν' ἀνάστησε, σὰν τ' οὐρανοῦ δροσοῦλα;...

Ἡ μάνα ἡ δύστυχη ξυπνᾷ καὶ βλέπει τὸ μωρό της
νὰ παίζῃ μὲ τὰ λούλουδα, χορτᾶτο στὸ πλευρό της·
κ' ἀπ' τὸ φτωχὸ τὸ στῆθός της δροσᾶτο, τυλωμένο,
νὰ ρέῃ ἀδιάκοπα στὴ γῆ τὸ γάλα εὐλογημένο.

Τὴν εἶχε κράξει μιὰ φωνὴ καὶ μιὰ Κυρὰ Μεγάλη
τῆς φάνηκε ὅτι ἐμάλαζε τὸ ἔρμο της κεφάλι
καὶ μὲ γλυκάδ' ἀνέκφραστη ὅτι ἔταζε στὴ χήρα
νὰ στεῖλῃ χρυσῆ μοῖρα.

Κυττάζει ὁλόγυρα... Ψυχή!... Τὶ τάχα νὰ συνέβη
κ' ἐκεῖ δὲ φαίνεται κανείς; Στὸ μοναστῆρι ἀνέβη...
Στὰ πόδια πέφτει τῆς Κυρᾶς καὶ μὲ τὰ δάκρυά της
βρέχει τὸ κόνισμά της.

Τὸ δρόμο παίρνει γιὰ νἀλθῇ γοργὰ στὸ φτωχικό της
κ' ἔχει μαζί της συντροφιὰ τὤμορφο τὤνειρό της.
Σὰν νὰ τῆς ἔδινε φτερὰ, τόσο τρεχάτη ἐπέρνα,
ποὺ αἱμάτωνε τὴ φτέρνα.

Τὴ θύρα βλέπει διάπλατη... Σπρώχνει σκιαχτὰ τὸ μάρι
μὲς στὸ κατῶγί της νὰ ἰδῇ... Στὸ τίμιο της κρεββάτι
ἕνας λεβέντης σιωπηλὸς μὲς στὰ χρυσᾶ ντυμένος
προσμένει καθισμένος.

Ἐγνώρισε τὸ Λάμπρο της... πετᾷ στὴν ἀγκαλιά του...
Τοῦ δείχνει τὸ παιδάκι του... χορταίνει τὰ φιλιά του.
Καὶ σὺ τοὺς ἐπαράστεκες, ἐκεῖ σιμὰ κρυμμένη,
Κυρὰ Φανερωμένη.