Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό χειρόγραφο/Κατά τον Ιωάνη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό χειρόγραφο
Μεταφραστής: Αλέξανδρος Πάλλης
Κατά τον Ιωάννη



   Στην αρχή 'ταν ο λόγος κι’ ο λόγος είτανε με το
   Θεό και Θεός είταν ο λόγος. Είταν εκείνος στην αρχή
   με το Θεό. Όλα τα πάντα μέσο του έγιναν, και χωρίς
   του τίποτα δεν έγινε που γίνηκε. Μέσα του είτανε ζωή
   κι’ η ζωή 'τανε το φως των ανθρώπων, και το φως
   μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν το κυρίεψε.

   2. Βγήκε ένας άνθρωπος σταλμένος από το Θεό•
   τ' όνομα του Ιωάνης. Αυτός ήρθε για κήρυγμα, για
   να κηρύξει το φως, που να κάνει κι’ όλοι να πιστέ-
   ψουν. Δεν είταν εκείνος το φως, παρά για να κηρύξει
   το φως. Το φως τ' αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο
   ερχότανε στον κόσμο• στον κόσμο είταν κι’ ο κόσμος
   μέσο του έγινε, κι’ ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα
   δικά του ήρθε, κι’ οι δικοί του δεν τον παραδέχτηκαν
   όμως όσοι τόνε δέχτηκαν, τους έδωκε εξουσία να γίνουν
   του Θεού παιδιά, σ' αυτούς που πίστεψαν τ' όνομά
   του, που όχι από αίματα μήτε από θέλημα σάρκας
   μήτε από θέλημα αντρός, μόνε από το Θεό γεννή-
   θηκαν.

   Κι' ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας
    — κι’ είδαμε τη δόξα του, δόξα σα μοναχογιού [δο-
   σμένη] από πατέρα — γιομάτος χάρη, αλήθια. Ο Ιωά-
   νης τον κηρύχνει και φωνάζει λέγοντας «Αυτός είναι
   » που είπα Αυτός που φτάνει πίσω μου έγινε προτύ-
   » τερά μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Γιατί από το πε-
   » ρίσσεμά του λάβαμε όλοι εμείς, και χάρη για χάρη.
   » Επειδής ο Νόμος μέσο του Μωυσή δόθηκε• η χάρη
   » κι’ η αλήθια ήρθε μέσο του Ιησού Χριστού».

   3. Το Θεό κανείς ποτές ακόμα δεν τον είδε• ο μο-
   ναχογιός Θεός πούναι στον κόρφο του πατέρα, εκείνος
   τον ξήγησε. Κι' αυτό 'ναι το κήρυγμα του Ιωάνη όταν
   έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα παπάδες και
   Λευείτες ναν τόνε ρωτήσουν «Εσύ πιος είσαι;» Κι'
   ομολόγησε και δεν αρνήθηκε• κι’ ομολόγησε πως «Εγώ
   » δεν είμαι ο Χριστός». Και τόνε ρώτησαν «Εσύ λοι-
   » πόν τι; Ο Ηλίας είσαι;» Και λέει «Δεν είμαι».
   « Ο Προφήτης είσαι εσύ;» Κι' αποκρίθηκε «Όχι».
   Τούπανε λοιπόν «Πιος είσαι; Για να δώκουμε απάν-
   » τηση σ' εκείνους που μας έστειλαν. Τι λες για σένα;»
   Είπε «  Εγώ φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο
   » Ίσιο κάντε το δρόμο του Κυρίου , καθώς είπε ο Η-
   » σαΐας ο προφήτης». Κι' είταν οι σταλμένοι Φαρι-
   σαίοι, και τόνε ρώτησαν και τούπαν «Τι λοιπόν βα-
   » φτίζεις αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ουδ' ο Ηλίας ουδ'
   » ο Προφήτης;» Τους αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε
   « Εγώ βαφτίζω με νερό• μεταξύ σας στέκει, δίχως ναν
   » τον ξέρετε, κι’ έρχεται πίσω μου αυτός που εγώ δεν
   » είμαι άξιος να λύσω το λουρί του σανταλιού του».
   Αυτά γίνανε στη Βηθανία αντίπερα του Ιορδάνη, όπου
   βάφτιζε ο Ιωάνης.

   4. Την κατόπι μέρα βλέπει τον Ιησού που πήγαινε
   κοντά του και λέει «Νά τ' αρνί του Θεού που βγάζει
   » την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι που σας είπα
   » Πίσω μου έρχεται άνθρωπος που γίνηκε προτύτερά
   » μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Κι' εγώ δεν τον ήξερα,
   » παρά για να φανερωθεί στον Ισραήλ για τούτο ήρθα
   » εγώ και βαφτίζω με νερό». Και κήρυξε ο Ιωάνης
   κι’ είπε πως «Είδα το Πνέμα που κατέβαινε σαν περι-
   » στέρι από τον ουρανό και κάθησε απάνου του. Κι'
   » εγώ δεν τον ήξερα• μα αυτός που μ' έστειλε να βα-
   » φτίζω με νερό, εκείνος μούπε Σ' όπιονε δεις να κατε-
   » βεί το Πνέμα και καθήσει απάνου του, αυτός βαφτί-
   » ζει με πνέμα άγιο. Κι' εγώ είδα και κήρυξα πως
   » αυτός είναι ο γιος του Θεού».

   5. Την κατόπι μέρα έστεκε πάλι ο Ιωάνης με διο
   του μαθητάδες, και τηρώντας τον Ιησού που περπα-
   τούσε λέει «Νά τ' αρνί του Θεού». Και τον ακούσανε
   οι διο του μαθητάδες που μιλούσε, κι’ ακολούθησαν
   τον Ιησού. Και γύρισε ο Ιησούς, και βλέποντάς τους
   που τον ακολουθούσανε τους λέει «Τι ζητάτε;» Κι'
   εκείνοι τούπανε «Ραββεί (που ξηγημένο θα πει Δάσκα-
   λε ), πού κάθεσαι;» Τους λέει «Ελάτε και θα δείτε»
   Πήγανε λοιπόν κι’ είδαν που κάθεται, και μείνανε μαζί
   του εκείνη την ημέρα. Είταν ως δέκα η ώρα. Είταν
   ο Αντρέας, ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου, ένας
   από τους διο π' ακούσανε από τον Ιωάνη και τον ακο-
   λούθησαν. Αυτός βρίσκει πρώτο τον αδερφό του το
   Σίμωνα και του λέει «Βρήκαμε το Μεσσία», που ξη-
   γημένο θα πει Χριστός. Τον πήγε στον Ιησού. Ο
   Ιησούς τον κοίταξε κι’ είπε «Εσύ 'σαι ο Σίμωνας, ο
   » γιος του Ιωνά• θα σε κράζουν εσένα Κηφά», που θα
   πει Πέτρος .

   6. Την κατόπι μέρα θέλησε να βγει στη Γαλιλαία.
   Και βρίσκει το Φίλιππο ο Ιησούς και του λέει «Ακο-
   » λούθα με». Κι' ο Φίλιππος είταν από τη Βηθσαϊδά,
   από την πατρίδα του Αντρέα και του Πέτρου. Βρί-
   σκει ο Φίλιππος το Ναθανιήλ και του λέει «Εκείνον
   »πούγραψε ο Μωυσής μέσα στο Νόμο κι’ οι Προφή-
   » τες, τον ηύραμε, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από
   » τη Ναζαρέτ». Κι' ο Ναθανιήλ τούπε «Από τη Να-
   » ζαρέτ μπορεί να γίνει τίποτα καλό;» Του λέει ο
   Φίλιππος «Έλα και δες». Είδε ο Ιησούς το Ναθα-
   νιήλ που πήγαινε κοντά του και λέει για αυτόν «Να
   » αληθινά Ισραηλίτης με δίχως πονηριά». Του λέει ο
   Ναθανιήλ «Πώς με ξέρεις;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς
   και τούπε «Πρι σε φωνάξει ο Φίλιππος, σ' είδα σαν
   » είσουνα στη συκιά από κάτου». Τ' αποκρίθηκε ο Να-
   θανιήλ «Ραββεί, εσύ 'σαι ο γιος του Θεού, εσύ 'σαι ο
   » βασιλέας του Ισραήλ». Αποκρίθηκε ο Ιησούς
   και τούπε «Γιατί σούπα πως σ' είδα στη συκιά από κά-
   » του, πιστεύεις• μεγαλύτερά τους θα δεις». Και του
   λέει «Αλήθια αλήθια σας λέω• θα δείτε τον ουρανό
   » ανοιχτό και τους αγγέλους του Θεού που θ' ανεβαί-
   » νουν και θα κατεβαίνουν απάνου στο γιο τ' ανθρώ-
   » που».

   7. Και τρεις μέρες κατόπι έγινε γάμος στην Κανά
   της Γαλιλαίας, κι’ είταν εκεί η μητέρα του Ιησού• και
   προσκάλεσαν και τον Ιησού και τους μαθητάδες του
   στο γάμο. Κι' έλειψε το κρασί, και λέει του Ιησού η
   μητέρα του «Δεν έχουν κρασί». Κι' ο Ιησούς της λέει
   « Τι θέλεις από μένα, [ω] γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η
   » ώρα μου». Λέει η μητέρα του στους δούλους «Ό,τι
   » σας λέει κάντε το». Κι' είταν εκεί έξη στάμνες πέτρι-
   νες, βαλμένες όπως συνειθίζεται για τον καθαρισμό των
   Ιουδαίων, που χωρούσαν από διο ή τρία μέτρα. Τους
   λέει ο Ιησούς «Γιομίστε τις στάμνες νερό». Και τις
   γιόμισαν ως απάνου. Και τους λέει «Βγάλτε τώρα και
   » πηγαίνετε τ' αρχιτράπεζου». Και του πήγαν. Και
   σα δοκίμασε ο αρχιτράπεζος το νερό το κανωμένο κρασί
   και δεν ήξερε από πού είταν — όμως οι δούλοι τόξεραν
   πούχανε βγάλει το νερό — , φωνάζει το γαμπρό ο αρχι-
   τράπεζος και του λέει «Κάθε άνθρωπος πρώτα δίνει
   » το καλό κρασί, και σα μεθύσουν, το χειρότερο• εσύ
   » φύλαξες ως τώρα το καλό κρασί». Από τούτο άρ-
   χισε τα θάματά του ο Ιησούς στην Κανά της Γαλι-
   λαίας και φανέρωσε τη δόξα του και τον πίστεψαν οι
   μαθητάδες του.

   8. Κατόπι κατέβηκε στην Καφαρναούμ αυτός κι’
   η μητέρα του και τ' αδέρφια κι’ οι μαθητάδες του• κι’
   έμειναν εκεί λίγες μέρες. Και κόντευε το πάσκα των
   Ιουδαίων, κι’ ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς. Και
   βρήκε καθισμένους μέσα στο ναό όσους πουλούσανε βό-
   δια και πρόβατα και περιστέρια, και τους σαράφηδες.
   Και κάνοντας βούρδουλα από σκοινιά τους έβγαλε ό-
   λους από το ναό, [καθώς] και τα πρόβατα και βόδια,
   και των σαράφηδων σκόρπισε όξω τα χρήματα κι’ α-
   ναποδογύρισε τα τραπέζια• κι’ είπε των περιστεράδων
   « Πάρτε τα αυτά από δω• μην κάνετε τον οίκο του
   » πατέρα μου αργαστήρι». Και θυμήθηκαν οι μαθη-
   τάδες του πως είναι γραμένο Ο ζήλος του οίκου σου
   θα με φάει . Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι λοιπόν και τού-
   παν «Τι σημάδι μας δείχνεις που κάνεις αυτά;» Α-
   ποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Γκρεμίστε ετούτον
   » το ναό και σε τρεις μέρες τόνε στήνω». Είπανε λοι-
   πόν οι Ιουδαίοι «Σε σαράντα έξη χρόνια χτίστηκε
   » ο ναός αυτός, κι’ εσύ τόνε στήνεις σε τρεις μέρες;»
   Εκείνος όμως έλεγε το ναό του κορμιού του. Σαν ανα-
   στήθηκε λοιπόν από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθη-
   τάδες του πως αυτό έλεγε και πίστεψαν τη Γραφή και
   το λόγο πούπε ο Ιησούς.

   9. Κι' ενόσω είτανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη
   του πάσκα, πολλοί πιστέψανε τ' όνομά του θωρώντας
   του τα σημάδια πούκανε. Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν
   τους φανερώνουνταν, έτσι που ναν τόνε μάθουν όλοι, τι
   κανενός δεν είχε ανάγκη να κηρύξει τον άνθρωπο, γιατί
   ο ίδιος τόξερε το τι 'τανε μέσα στον άνθρωπο.

   10. Κι' είταν ένας Φαρισαίος μ' όνομα Νικόδημος
   προεστός των Ιουδαίων. Αυτός πήγε νύχτα στον Ιησού
   και τούπε «Ραββεί, ξέρουμε πως από το Θεό ήρθες δά-
   » σκαλος, τι δε μπορεί κανείς να κάνει τα σημάδια αυ-
   » τά που κάνεις εσύ εξόν αν είναι ο Θεός μαζί του».
   Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Αλήθια αλήθια
   » σου λέω, αν κανείς δε γεννηθεί από πάνου, δε μπορεί
   » να δει τη βασιλεία του Θεού». Του λέει ο Νικόδη-
   μος «Πώς γίνεται άνθρωπος να γεννηθεί όντας γέρος;
   » Μήπως μπορεί να ξαναμπεί μέσα στην κοιλιά της
   » μητέρας του και να γεννηθεί;» Αποκρίθηκε ο Ιη-
   σούς «Αλήθια αλήθια σου λέω, α δε γεννηθεί κανείς
   » από νερό και πνέμα, αδύνατο να μπει στη βασιλεία
   » του Θεού. Το γεννημένο από τη σάρκα σάρκα είναι,
   » και το γεννημένο από το πνέμα πνέμα είναι. Μην
   » απορήσεις που σούπα Πρέπει να γεννηθείτε από πά-
   » νου. Η πνοή όπου θέλει πνέει και τη βουή της την
   » ακούς, όμως δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού
   » πηγαίνει• έτσι είναι ο κάθε γεννημένος από το πνέ-
   » μα». Αποκρίθηκε ο Νικόδημος και τούπε «Πώς
   » μπορούν αυτά να γίνουν;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και
   τούπε «Εσύ 'σαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι’ αυτά δεν
   » τα κατέχεις; Αλήθια αλήθια σου λέω, πως ό,τι ξέ-
   » ρουμε λέμε κι’ ότι είδαμε κηρύχνουμε, και το κήρυγ-
   » μά μας δεν το δέχεστε. Αν τα γήινα σας είπα και
   » δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψτε α σας πω τα ουρά-
   » νια; Και κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό εξόν όπιος
   » κατέβηκε από τον ουρανό, ο γιος τ' ανθρώπου. Και
   » καθώς ο Μωυσής έστησε ψηλά το φείδι μέσα στην
   » έρημο, έτσι πρέπει να στηθεί ψηλά [κι’] ο γιος τ' αν-
   » θρώπου, που όπιος τον πιστεύει νάχει ζωή παντο-
   » τινή. Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, που
   » και το γιο του έδωκε το μονογέννητο, π' όπιος τον
   » πιστεύει να μη χάσει παρά νάχει ζωή παντοτινή.
   » Γιατί δεν έστειλε ο Θεός το γιο του στον κόσμο να
   » καταδικάσει τον κόσμο, παρά για να κάνει κι’ ο κό-
   » σμος να σωθεί. Όπιος τον πιστεύει δεν καταδικάζε-
   » ται, κι’ όπιος δεν πιστεύει είναι κι’ όλας καταδικα-
   » σμένος γιατί δεν πίστεψε τ' όνομα του μονογέννητου
   » γιου του Θεού. Κι' είναι για τούτο η καταδίκη,
   » γιατί ήρθε το φως στον κόσμο και προτιμήσανε οι
   » ανθρώποι το σκοτάδι από το φως• γιατί είτανε κακά
   » τα έργα τους. Γιατί όπιος κάνει έργατα άσκημα,
   » μισεί το φως και δεν πάει κοντά στο φως για να μην
   » αποδειχτούν τα έργα του• μα όπιος κάνει την αλή-
   » θια, πάει κοντά στο φως για ναν του φανερωθούν τα
   » έργα, τι είναι κανωμένα με Θεό».

   11. Κατόπι πήγε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του
   στον τόπο της Ιουδαίας, κι’ έμενε εκεί μαζί τους και
   βάφτιζε. Και βάφτιζε κι’ ο Ιωάνης στην Αινών κοντά
   στο Σαλείμ — γιατί εκεί 'τανε νερά πολλά — και πή-
   γαινε ο κόσμος και βαφτίζουνταν, γιατί δεν είχε ακό-
   μα ο Ιωάνης φυλακιστεί. Λοιπόν φιλονεικήσανε οι μα-
   θητάδες του Ιωάνη μ' έναν Ιουδαίο για καθαρισμό.
   Και πήγαν κι’ είπανε του Ιωάνη «Ραββεί, εκείνος
   » πούτανε μαζί σου αντίπερα του Ιορδάνη, που εσύ
   » τον κήρυξες, κοίτα αυτός βαφτίζει κι όλοι σ' εκεί-
   » νον πάνε». Αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε «Τίποτα
   » δε μπορεί να λάβει ο άνθρωπος α δεν του δόθηκε από
   » τον ουρανό. Είστε μάρτυρες μου εσείς οι ίδιοι πως
   » εγώ είπα Δεν είμαι εγώ ο Χριστός παρά πως στάλ-
   » θηκα προτύτερά του. Όπιος έχει τη νύφη 'ναι γαμ-
   » πρός• κι’ ο φίλος του γαμπρού που στέκεται και τον
   » ακούει, χαρά χαίρεται με τη φωνή του γαμπρού.
   » Λοιπόν αυτή η χαρά η δική μου έγινε. Αυτός να
   » μεγαλώνει πρέπει και να μικραίνω εγώ. Όπιος έρχε-
   » ται από πάνου, απάνου απ' όλους είναι. Όπιος είναι
   » από τη γη, από τη γη 'ναι κι’ από τη γη λαλεί•
   » όπιος έρχεται από τον ουρανό, απάνου απ' όλους εί-
   » ναι. Ό,τι είδε κι’ άκουσε, εκείνο κηρύχνει, και το
   » κήρυγμά του κανείς δεν το δέχεται• όπιος δέχεται
   » το κήρυγμά του, έβαλε τη βούλα του πως είναι αλη-
   » θινός ο Θεός. Γιατί όπιον έστειλε ο Θεός, τα λόγια
   » του Θεού λαλεί, τι δίνει αμέτρητα το πνέμα. Ο
   » πατέρας αγαπά το γιο, κι’ όλα τα πάντα τάδωκε
   » στο χέρι του. Όπιος πιστεύει το γιο, έχει ζωή παν-
   » νοτινή• όπιος όμως παρακούει το γιο, δε θα δει ζωή
   » μόνε κάθεται απάνου του η οργή του Θεού».

   12. Σαν έμαθε λοιπόν ο Κύριος πως τ' άκουσαν οι
   Φαρισαίοι πως ο Ιησούς πιο πολλούς μαθητάδες κάνει
   και βαφτίζει από τον Ιωάνη (αν κι’ αλήθια ο Ιησούς
   δε βάφτιζε ο ίδιος, μόνε οι μαθητάδες του), άφισε την
   Ιουδαία κι’ έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. Κι' έπρεπε
   να περάσει από τη Σαμάρεια. Φτάνει λοιπόν σε χώρα
   της Σαμάρειας που τη λέγανε Σιχάρ κοντά στο μέρος
   το δοσμένο από τον Ιακώβ στον Ιωσήφ το γιο του•
   κι’ εκεί 'ταν ένα πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν
   κουρασμένος από το δρόμο κάθουνταν έτσι σιμά στο
   πηγάδι• η ώρα είταν ως έξη. Έρχεται γυναίκα από τη
   Σαμάρεια να βγάλει νερό. Της λέει ο Ιησούς «Δώσε
   » μου να πιώ», γιατί οι μαθητάδες του είχαν πάει
   στη χώρα να ψωνίσουν. Του λέει λοιπόν η γυναίκα
   η Σαμαρείτισσα «Πώς εσύ Ιουδαίος όντας ζητάς να
   » πιείς από μένα, γυναίκα Σαμαρείτισσα; Γιατί δε
   » συντροφιάζουν Ιουδαίοι με Σαμαρείτες». Αποκρί-
   θηκε ο Ιησούς και της είπε «Αν ήξερες το χάρισμα
   » του Θεού και πιος σου λέει Δώσε μου να πιώ, εσύ
   » θαν του ζητούσες και θα σούδινε νερό ζωντανό».
   Του λέει «Κύριε, μήτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι
   » 'ναι βαθύ• λοιπόν πώς έχεις το νερό το ζωντανό;
   » Μην είσαι μεγαλύτερος εσύ απ' τον πατέρα μας τον
   » Ιακώβ που μας έδωκε το πηγάδι κι’ ήπιε από το
   » πηγάδι ο ίδιος [καθώς] κι’ οι γιοί του και τα θρέμ-
   » ματά του;»

   Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε «Όπιος πίνει
   » από τούτο το νερό, θα διψάσει πάλι• μα όπιος πιεί
   » νερό που θαν του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώ-
   » να, μόνε το νερό που θαν του δώσω θενά γίνει μέσα
   » του πηγή νερού που θ' αναβρύζει ως σε ζωή παντο-
   » τινή». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, δώσε μου το
   » αυτό το νερό, για να μη διψώ μηδ' έρχουμαι ως εδώ
   » να βγάζω». Της λέει «Σήρε φώναξε τον άντρα σου•
   » και γύρισε εδώ». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του εί-
   πε «Δεν έχω άντρα». Της λέει ο Ιησούς• «Καλά εί-
   » πες πως Άντρα δεν έχω• γιατί είχες πέντε άντρες,
   » και τον άντρα πούχεις τώρα δεν είναι άντρας σου
   » Αλήθια αυτό το είπες». Του λέει η γυναίκα «Κύριε,
   » βλέπω πως προφήτης είσαι εσύ. Οι πατέρες μας σ' ε-
   » τούτο το βουνό προσκύνησαν, κι’ εσείς λέτε πως στην
   » Ιερουσαλήμ είναι το μέρος όπου πρέπει να προσκυ-
   » νούμε». Της λέει ο Ιησούς «Πίστευέ με, [ω] γυναί-
   » κα, πως φτάνει ώρα που μήτε σ' ετούτο το βουνό
   » μήτε στα Ιεροσόλυμα δε θα προσκυνάτε τον πατέρα.
   » Εσείς προσκυνάτε ό,τι δεν ξέρετε• εμείς προσκυνούμε
   » ό,τι ξέρουμε, το πως η σωτηρία από τους Ιουδαίους
   » είναι νάρθει. Όμως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν
   » οι αληθινοί προσκυνητάδες θα προσκυνήσουν τον πα-
   » τέρα με πνέμα και μ' αλήθια• γιατί κι’ ο πατέρας
   » έτσι τους θέλει όσους τον προσκυνούν. Πνέμα ο Θεός•
   » κι’ όσοι τον προσκυνούνε, με πνέμα και μ' αλήθια
   » πρέπει ναν τον προσκυνούν». Του λέει η γυναίκα
   « Ξέρω πως είναι νάρθει Μεσσίας (ο Χριστός που λένε)•
   » όταν έρθει εκείνος, θα μας πει τα πάντα». Της λέει
   ο Ιησούς «Εγώ 'μαι που σου μιλώ». Κι' εκείνη τη
   στιγμή έφτασαν οι μαθητάδες του κι’ απορούσαν που
   μιλούσε με γυναίκα• όμως κανείς δεν είπε «Τι θέλεις
   » ή γιατί μιλείς μαζί της;» Άφισε λοιπόν τη στάμνα
   της η γυναίκα και πήγε στη χώρα και λέει στους αν-
   θρώπους «Ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου τάπε όλα
   » όσα έκανα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» Βγή-
   καν από τη χώρα και πηγαίνανε στον Ιησού.

   13. Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητάδες
   και λέγανε «Ραββεί, φάγε». Κι' εκείνος τους είπε
   « Εγώ 'χω φαγητό να φάω που εσείς δεν το ξέρετε».
   Λέγανε λοιπόν οι μαθητάδες μεταξύ τους «Μήπως
   » τούφερε κανένας κι’ έφαγε;» Τους λέει ο Ιησούς
   « Δικό μου φαγητό 'ναι το 'να κάνω το θέλημα του
   » στάλτη μου και να τελειώσω τη δουλιά του. Εσείς δε
   » λέτε πως τέσσερεις μήνες ακόμα και φτάνει ο θέρος;
   » Νά σας λέω, σηκώστε τα μάτια σας, και κοιτάξτε
   » τα χωράφια πως ασπρολογούνε [έτοιμα] για θερισμό.
   » Τώρα παίρνει μεροδούλι ο θεριστής και συνάζει καρπό
   » ως σε ζωή παντοτινή, που να χαίρεται ο σπάρτης
   » μαζί κι’ ο θεριστής. Γιατί σε τούτο είναι αληθινός ο
   » λόγος, πως άλλος είναι ο σπάρτης κι’ άλλος ο θερι-
   » στής. Εγώ σας έστειλα να θερίστε σ' ό,τι εσείς δεν
   » κοπιάσατε• άλλοι έκαναν τον κόπο, κι’ εσείς μπή-
   » κατε στον κόπο τους».

   Κι' από τη χώρα εκείνη πολλοί τον πίστεψαν Σα-
   μαρείτες από τα λόγια της γυναικός που κήρυχνε πως
   « Μου τάπε όλα όσα έκανα». Σαν ήρθανε λοιπόν οι
   Σαμαρείτες, τον παρακαλούσανε να μείνει μαζί τους•
   κι’ έμεινε εκεί διο μέρες. Και πολύ πιότερους έκανε και
   πίστεψαν ο λόγος του, κι’ έλεγαν της γυναικός «Πια
   » δεν πιστεύουμε απ' όσα είπες• γιατί οι ίδιοι ακού-
   » σαμε, και ξέρουμε πως αυτός είναι αληθινά ο σωτή-
   » ρας του κόσμου».

  . Κι' ύστερ' από τις διο τις μέρες βγήκε από κει
   και πήγε στη Γαλιλαία. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς κή-
   ρυξε πως προφήτη στη δική του την πατρίδα δεν τι-
   μούν. Σαν έφτασε λοιπόν στη Γαλιλαία, τόνε δέχτη-
   καν οι Γαλιλαίοι, γιατί 'χανε δει όλα όσα έκανε στην
   Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη• γιατί είχαν πάει κι’ ε-
   κείνοι στη γιορτή. Πήγε λοιπόν πάλι στην Κανά της
   Γαλιλαίας όπου 'χε κάνει το νερό κρασί. Κι' είταν ένας
   βασιλικός υπάλληλος π' ο γιος του είταν άρρωστος
   στην Καφαρναούμ• αυτός σαν άκουσε πως έρχεται ο
   Ιησούς από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε και
   τον παρακαλούσε να κατεβεί και ναν του γιατρέψει το
   γιο του• γιατί είτανε να πεθάνει. Τούπε λοιπόν ο Ιη-
   σούς «Α δε δείτε σημάδια και τέρατα, δε θα πιστέ-
   » ψτε». Του λέει ο βασιλικός [υπάλληλος] «Κύριε, έλα
   » κάτου πριν πεθάνει το παιδί μου». Του λέει ο Ιη-
   σούς «Πήγαινε, ο γιος σου ζει». Πίστεψε ο άνθρω-
   πος το λόγο που τούπε ο Ιησούς, και πήγαινε. Κι'
   ενώ πια κατέβαινε απάντησε τους σκλάβους του και
   τούλεγαν πως «Το παιδί σου ζει». Ρώτησε λοιπόν
   πια ώρα καλιτέρεψε. Τούπανε λοιπόν πως εχτές στις
   εφτά η ώρα τον αφήκε η θέρμη• κατάλαβε λοιπόν ο
   πατέρας πως εκείνη την ώρα όταν τούπε ο Ιησούς «Ο
   » γιος σου ζει». Και πίστεψε, [κι’] αυτός κι’ όλο του
   το σπιτικό. Κι' αυτό πάλι έκανε δεύτερο σημάδι ο
   Ιησούς σαν πήγε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.

   15. Κατόπι είτανε σκόλη των Ιουδαίων, κι’ ανέ
   βηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Κι' είναι στα Ιερο-
   σόλυμα κοντά στην προβατινή μπασιά λουτρό που
   εβραίικα λέγεται Βηθσαϊδά με πέντε λιακωτά• εκεί
   μέσα κοίτουνταν πλήθος οι αρρωστημένοι — στραβοί,
   κουτσοί, πιασμένοι. Κι' είταν εκεί ένας άνθρωπος πού-
   χε τριάντα οχτώ χρόνια την αρρώστια του• αυτόνε
   όταν τον είδε ο Ιησούς πλαγιασμένο κάτου κι’ ένιωσε
   πως έχει από πολύν καιρό, του λέει «Θέλεις να για-
   » τρευτείς;» Του αποκρίθηκε ο αρρωστημένος «Κύ-
   » ριε, δεν έχω άνθρωπο, που σα σαλέψει το νερό να με
   » βάλει στο λουτρό& κι’ ενώ πηγαίνω εγώ, άλλος κα-
   » τεβαίνει πριν». Του λέει ο Ιησούς «Σήκω, πάρε
   » το κλινάρι σου και περπάτα». Κι' αμέσως έγινε ο
   άνθρωπος καλά, και πήρε το κλινάρι του και περπα-
   τούσε. Κι' είτανε σαββάτο εκείνη την ημέρα. Λέγανε
   λοιπόν του γιατρεμένου οι Ιουδαίοι «Σαββάτο είναι,
   » δεν πρέπει να σηκώνεις το κλινάρι». Κι' αυτός τους
   αποκρίθηκε «Εκείνος που με γιάτρεψε, εκείνος μούπε
   » Πάρε το κλινάρι σου και περπάτα». Τόνε ρωτού-
   σανε λοιπόν «Πιος σούπε Πάρ' το και περπάτα;»
   Κι' ο γιατρεμένος δεν ήξερε πιος είναι, γιατί ξέκοψε ο
   Ιησούς επειδή 'ταν πλήθος μέσα εκεί. Κατόπι τόνε
   βρίσκει ο Ιησούς μέσα στο ναό και τούπε «Νά έγινες
   » καλά• μην κάνεις πια αμαρτίες, μήπως πάθεις τί-
   » ποτα χειρότερο». Έφυγε ο άνθρωπος και πληροφό-
   ρησε τους Ιουδαίους πως ο Ιησούς τον έκανε καλά.
   Και για τούτο κατατρέχανε οι Ιουδαίοι τον Ιησού,
   γιατί αυτά τάκανε το σαββάτο. Και τους αποκρίθηκε
   « Ο πατέρας μου και τότε εργάζεται• εργάζουμαι κι’
   » εγώ».

   Για τούτο λοιπόν πιο πολύ ζητούσανε ναν τόνε θα-
   νατώσουν οι Ιουδαίοι, γιατί όχι μοναχά χαλνούσε το
   σαββάτο, παρά και πατέρα του έλεγε το Θεό κάνον-
   τας τον εαυτό του ίσο του Θεού. Αποκρίθη λοιπόν και
   τους έλεγε «Αλήθια αλήθια σας λέω, τίποτα δε μπο-
   » ρεί να κάνει μοναχός του ο γιος, εξόν α βλέπει τον
   » πατέρα που [το] κάνει• γιατί όσα κάνει εκείνος, αυτά
   » το ίδιο κάνει κι’ ο γιος. Γιατί ο πατέρας αγαπά το
   » γιο κι’ όλα του τα δείχνει όσα κάνει ο ίδιος, και
   » μεγαλύτερά τους θαν του δείξει έργα, που ν' απο-
   » ρείτε εσείς• γιατί όπως ο πατέρας ανασταίνει τους
   » νεκρούς και ζωντανεύει, έτσι κι’ ο γιος όσους θέ-
   » λει ζωντανεύει. Γιατί και δεν καταδικάζει ο πατέ-
   » μας κανένα, μόνε κάθε καταδίκη την έδωκε του γιου,
   » π' όλοι να τιμούν το γιο καθώς τιμούνε τον πατέρα.
   » Όπιος δεν τιμά το γιο, δεν τιμά τον πατέρα που
   » τον έστειλε. Αλήθια αλήθια σας λέω, πως όπιος α-
   » κούει το λόγο μου και πιστεύει το στάλτη μου, έχει
   » ζωή παντοτινή και δεν πάει σε καταδίκη, μονάχα
   » πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Αλήθια αλήθια σας
   » λέω, πως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν οι νεκροί
   » θ' ακούσουν τη φωνή του γιου του Θεού, κι’ όσοι α-
   » κούσουνε θα ζήσουν. Γιατί όπως ο πατέρας έχει μέσα
   » του ζωή, έτσι και του γιου τούδωκε κι’ έχει μέσα
   » του ζωή και τούδωκε εξουσία να καταδικάζει, γιατί
   » είναι γιος ανθρώπου. Μην απορείτε αυτό, το πως
   » φτάνει ώρα όταν όλοι μέσ' στα μνήματα θ' ακούσουν
   » τη φωνή του, και θα βγούνε οι εργάτες του καλού
   » σ' ανάσταση ζωής κι’ οι εργάτες του κακού σ' ανά-
   » σταση καταδίκης. Δε μπορώ από μένα εγώ να κάνω
   » τίποτα• καθώς ακούω καταδικάζω, κι’ η καταδίκη
   » μου είναι δίκια, γιατί δε γυρεύω το δικό μου θέλημα
   » παρά το θέλημα του στάλτη μου. Αν εγώ κηρύ-
   » χνουμαι ο ίδιος, δεν είναι αληθινό το κήρυγμά μου•
   » άλλος με κηρύχνει, και ξέρω πως είναι αληθινό το
   » κήρυγμά του που κηρύχνει για μένα. Εσείς στείλατε
   » στον Ιωάνη και κήρυξε την αλήθια• εγώ όμως δε
   » γυρεύω ανθρώπου κήρυγμα, παρά σας λέω αυτά για
   » να σωθείτε εσείς. Εκείνος είταν το λυχνάρι πούταν
   » αναμένο κι’ έφεγγε, κι’ εσείς θελήσατε στο φως του
   » να χαρείτε μια στιγμή. Εγώ όμως έχω κήρυγμα
   » μεγαλύτερο από του Ιωάνη• γιατί τα έργα που μού-
   » δωκε ο πατέρας να βγάλω πέρα, τα έργα αυτά που
   » κάνω είναι κηρυχτής μου πως ο πατέρας μ' έστειλε.
   » Κι' ο πατέρας που μ' έστειλε, εκείνος με κήρυξε.
   » Μήτε ποτές φωνή του ακόμα δεν ακούσατε μήτε εί-
   » δατε μορφή του, και το λόγο του δεν τον κρατάτε
   » μέσα σας, γιατί τον αποσταλμένο του, αυτόν εσείς
   » δεν τον πιστεύετε. Τις Γραφές τις ψάχνετε γιατί
   » θαρρείτε πως μ' αυτές λαβαίνετε ζωή παντοτινή• κι’
   » εκείνες είναι κηρυχτής μου, και δε θέλετε σ' εμένα
   » νάρθετε για νάχετε ζωή. Δόξα απ' ανθρώπους δε
   » ζητώ, παρά [σας τα λέω γιατί] σας ξέρω πως μέσα
   » σας δεν έχετε την αγάπη του Θεού. Εγώ ήρθα στ'
   » όνομα του πατέρα μου, και δε με δέχεστε• αν άλ-
   » λος έρθει σ' όνομα δικό του, εκείνον θα δεχτείτε.
   » Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψτε, που γυρεύετε ένας
   » δόξα από τον άλλον, και τη δόξα που δίνει ο μόνος
   » δε γυρεύετε; Μη νομίζετε πως θα σας κατηγορήσω
   » εγώ στον πατέρα• υπάρχει ο κατήγορος σας στον
   » πατέρα, ο Μωυσής που εσείς στηρίζεστε. Γιατί αν
   » πιστεύατε το Μωυσή, θα με πιστεύατε [κι’] εμένα•
   » γιατί εκείνος έγραψε για μένα. Αν όμως τα γραμένα
   » εκείνου δεν πιστεύετε, πώς πιστεύετε τα λόγια μου;»

   16. Κατόπι πήγε ο Ιησούς αντίπερα της λίμνης
   της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδας• και τον ακολουθούσε
   λαός πολύς, γιατί θωρούσαν τα σημάδια πούκανε με
   τους αρρώστους. Κι' ανέβη το βουνό ο Ιησούς και κά-
   θουνταν εκεί με τους μαθητάδες του. Και κόντευε το
   πάσκα, η σκόλη των Ιουδαίων. Σήκωσε λοιπόν τα
   μάτια ο Ιησούς, και θωρώντας πως έρχεται πολύς
   λαός ναν τόνε βρει, λέει του Φιλίππου «Πού θ' αγο-
   » ράσουμε ψωμιά για να φάνε αυτοί;» Κι' αυτό τό-
   λεγε δοκιμάζοντάς τον γιατί ο ίδιος ήξερε τι θα κάνει.
   Τ' αποκρίθη ο Φίλιππος «Διακόσα δηνάρια ψωμί δεν
   » τους φτάνει για να πάρουν όλοι λίγο». Του λέει ένας
   μαθητής του, ο Αντρέας ο αδερφός του Σίμωνα του
   Πέτρου «Είναι ένα παιδί εδώ κι’ έχει πέντε κριθαρό-
   » ψομα και διο ψάρια• μα τι είναι αυτά για τόσους;»
   Είπε ο Ιησούς «Βάλτε τους ανθρώπους να καθήσουν».
   Κι' είχε εκεί χορτάρια πολλά. Καθήσανε λοιπόν οι αν-
   θρώποι, αριθμός ως πέντε χιλιάδες. Πήρε λοιπόν τα
   ψωμιά ο Ιησούς, κι’ αφού δοξολόγησε μοίρασε στους
   καθισμένους• το ίδιο κι’ από τα ψάρια όσο ήθελαν.
   Κι' αφού χορτάσανε, λέει στους μαθητάδες του «Μα-
   » ζέψτε τα κομάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί
   » τίποτα». Μαζέψανε λοιπόν, και γιομίσανε δώδεκα
   καλάθια με κομάτια από τα πέντε κριθαρόψωμα που
   περίσσευαν απ' όσους έφαγαν. Οι ανθρώποι λοιπόν σαν
   είδαν τι σημάδια έκανε, έλεγαν πως «Αυτός είναι
   » αληθινά ο Προφήτης πούρχεται στον κόσμο».

   17. Ο Ιησούς λοιπόν όταν ένιωσε πως σκοπεύουνε
   ναρθούν και ναν τον αρπάξουν για ναν τον κάνουνε
   βασιλέα, έφυγε πάλι στο βουνό καταμόναχος. Και σα
   βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητάδες του στη λίμνη, και
   μπήκανε σε καράβι και πήγαιναν αντίπερα της λίμνης
   στην Καφαρναούμ. Κι' είχε σκοτεινιάσει πια κι’ ο Ιη-
   σούς δεν είχε φτάσει ακόμα, κι’ η λίμνη φυσώντας ά-
   νεμος μεγάλος φούσκωνε. Σαν τραβήξανε λοιπόν ως
   εικοσιπέντε στάδια ή τριάντα, βλέπουν τον Ιησού που
   περπατούσε στη λίμνη απάνου και σίμωνε στο καράβι,
   και φοβήθηκαν. Κι' εκείνος τους λέει «Εγώ είμαι, μη
   » φοβάστε». Θέλανε λοιπόν ναν τον πάρουνε στο κα-
   ράβι, κι’ αμέσως βρέθηκε το καράβι στην ξηρά [εκεί]
   που πήγαιναν.

   18. Την κατόπι μέρα το πλήθος πούστεκε στ' αν-
   τικρυνά της λίμνης είδαν πως άλλη βάρκα εκεί δεν
   είταν εξόνε μια και πως δε μπήκε μαζί με τους μα-
   θητάδες του ο Ιησούς στο καράβι, παρά [πως] έφυγαν
   οι μαθητάδες μοναχοί (άλλα καράβια ήρθαν από την
   Τιβεριάδα κοντά στο μέρος πούφαγαν το ψωμί σα δο-
   ξολόγησε ο Κύριος)• ότα λοιπόν είδε ο λαός πως ο Ιη-
   σούς δεν είναι εκεί, μήτε οι μαθητάδες του, μπήκανε
   αυτοί στις βάρκες κι’ ήρθανε στην Καφαρναούμ ζη-
   τώντας τον Ιησού, κι’ όταν τον ηύρανε στ' αντικρυνά
   της λίμνης, τούπανε «Ραββεί, πότε έφτασες εδώ;»
   Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς κι’ είπε «Αλήθια αλήθια
   » σας λέω, με ζητάτε όχι γιατί είδατε σημάδια, μόνε
   » γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Εργά-
   » ζεστε όχι για τη θροφή που χάνεται, παρά για τη
   » θροφή που μένει ως σε ζωή παντοτινή, που θα σας
   » δώσει, ο γιος τ' ανθρώπου• γιατί εκείνον όρισε με τη
   » σφραγίδα του ο πατέρας, ο Θεός». Τούπανε λοιπόν
   « Τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα του
   » Θεού; » Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Αυτό
   » 'ναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε τον απόστολό
   » του». Τούπανε λοιπόν «Λοιπόν τι σημάδι κάνεις
   » εσύ που να δούμε και να σε πιστέψουμε; τι [έργο]
   » εργάζεσαι; Οι πατέρες μας φάγανε στην έρημο το
   » μάννα, καθώς είναι γραμένο Ψωμί τους έδωκε από
   » τον ουρανό να φάνε  ». Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς
   « Αλήθια αλήθια σας λέω, δε σας έδωκε ο Μωυσής το
   » ψωμί από τον ουρανό, μόνε ο πατέρας μου σας δίνει
   » από τον ουρανό το ψωμί τ' αληθινό• γιατί το ψωμί
   » του Θεού είναι όπιο κατεβαίνει από τον ουρανό δί-
   » νοντας ζωή του κόσμου». Τούπανε λοιπόν «Κύριε,
   » πάντα δίνε μας αυτό το ψωμί». Τους είπε ο Ιησούς
   « Εγώ είμαι το ψωμί της ζωής. Όπιος έρχεται σ' εμέ-
   » να δε θα πεινάσει, κι’ όπιος με πιστεύει δε θα διψά-
   » σει ποτές. Όμως σας είπα πώς Και μ' είδατε και δεν
   » πιστεύετε. Ό,τι δίνει μου ο πατέρας σ' εμένα θάρθει,
   » κι’ όπιος έρχεται σ' εμένα δε θαν τόνε βγάλω όξω,
   » γιατί κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το
   » θέλημα το δικό μου παρά το θέλημα του στάλτη
   » μου. Και το θέλημα του στάλτη μου είναι αυτό,
   » απ' ό,τι μούδωκε να μη χάσω τίποτα, μόνε ναν τ' α-
   » ναστήσω τη στερνή τη μέρα. Γιατί ετούτο 'ναι το
   » θέλημα του πατέρα μου, το όπιος θωρά το γιο και
   » τον πιστεύει νάχει ζωή παντοτινή και ναν τον ανα-
   » στήσω εγώ τη στερνή τη μέρα».

   19. Αγαναχτούσανε λοιπόν μαζί του οι Ιουδαίοι
   γιατί είπε «Εγώ 'μαι το ψωμί που κατέβηκε από τον
   » ουρανό», και λέγανε «Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο
   » γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα
   » του και τη μητέρα; Πώς τώρα λέει πως Κατέβηκα
   » από τον ουρανό;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους
   είπε «Μην αγαναχτείτε μεταξύ σας. Κανείς δε μπορεί
   » νάρθει σ' εμένα εξόν αν τόνε σήρει ο πατέρας που
   » μ' έστειλε, κι’ εγώ θαν τον αναστήσω τη στερνή τη
   » μέρα. Είναι γραμένο μέσα στους Προφήτες Και θα
   » γίνουν όλοι διδαχτοί του Θεού . Όπιος ακούσει από
   » τον πατέρα και μάθει, έρχεται σ' εμένα. Όχι πως
   » είδε κανείς τον πατέρα, εξόν όπιος έρχεται από το
   » Θεό• αυτός είδε τον πατέρα. Αλήθια αλήθια σας
   » λέω, όπιος πιστεύει έχει ζωή παντοτινή. Εγώ είμαι
   » το ψωμί της ζωής. Οι πατέρες σας φάγανε στην έ-
   » ρημο το μάννα και πέθαναν& αυτό 'ναι το ψωμί που
   » κατεβαίνει από τον ουρανό, το ναν το φάει κανείς
   » και να μην πεθαίνει. Εγώ είμαι το ψωμί το ζωντανό
   » που κατέβη από τον ουρανό• όπιος φάει αυτό το ψω-
   » μί θα ζήσει στον αιώνα. Και το ψωμί που δώσω
   » εγώ η σάρκα μου είναι για τη ζωή του κόσμου».

   20. Λογομαχούσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν
   « Πώς αυτός μπορεί να μας δώσει να φάμε τη σάρκα
   » του;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια
   » σας λέω, α δε φάτε τη σάρκα του γιου τ' ανθρώπου
   » και δεν πιείτε το αίμα του, μέσα σας ζωή δεν έχετε.
   » Όπιος μου τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αί-
   » μα, έχει ζωή παντοτινή και θαν τον αναστήσω εγώ
   » τη στερνή τη μέρα• γιατί η σάρκα μου είναι αληθι-
   » νή θροφή, και το αίμα μου αληθινό 'ναι πιόσιμο.
   » Όπιος τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αίμα,
   » μένει μέσα μου, κι’ εγώ μέσα του. Όπως μ' έστειλε
   » ο ζωντανός πατέρας κι’ εγώ ζω από τον πατέρα, [έ-
   » τσι] κι’ όπιος με τρώει θα ζήσει κι’ εκείνος από μένα.
   » Αυτό 'ναι το ψωμί που κατέβη από τον ουρανό, όχι
   » καθώς φάγανε οι πατέρες [σας] και πέθαναν• όπιος
   » τρώει αυτό το ψωμί θα ζήσει στον αιώνα».

   Αυτά είπε μέσα σε συναγώγι διδάσκοντας στην Κα-
   φαρναούμ. Πολλοί λοιπόν άκουσαν μαθητάδες του κι’
   είπανε «Τραχύς είναι αυτός ο λόγος' πιος μπορεί ναν
   » τον ακούει;» Και σαν ένιωσε μέσα του ο Ιησούς πως
   έκανε αυτό τους μαθητάδες του κι’ αγαναχτούσαν, τους
   είπε «Αυτό σας πειράζει; Α βλέπετε λοιπόν το γιο
   » τ' ανθρώπου κι’ ανεβαίνει όπου 'ταν πριν; Η πνοή
   » ζωντανεύει, η σάρκα τίποτα δεν ωφελεί• τα λόγια
   » που εγώ σας είπα, πνοή 'ναι και ζωή. Όμως μερικοί
   » σας δεν πιστεύουν». Γιατί ήξερε από την αρχή ο
   Ιησούς πιοι δεν πιστεύουν και πιος θαν τον παραδώ-
   σει. Κι' έλεγε «Για τούτο σας είπα πως δε μπορεί κα-
   » νείς νάρθει σ' εμένα α δεν του δόθηκε από τον πατέ-
   » ρα». Για τούτο πολλοί μαθητάδες του έφυγαν πίσω
   και δεν πήγαιναν πια μαζί του. Είπε λοιπόν ο Ιησούς
   στους δώδεκα «Μήπως θέλετε κι’ εσείς να πάτε;»
   Τ' αποκρίθηκε ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, σε πιόνε
   » να πάμε; Ζωής παντοτινής έχεις λόγια, κι’ εμείς πι-
   » στέψαμε και ξέρουμε πως εσύ 'σαι ο Άγιος του Θεού».
   Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δε σας διάλεξα εγώ εσάς
   » τους δώδεκα; Κι' ένας σας είναι διάβολος». Κι' έ-
   λεγε τον Ιούδα του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί εί-
   ταν αυτός ναν τον παραδώσει, ένας από τους δώδεκα.

   21. Και κατόπι γύριζε ο Ιησούς μέσα στη Γαλι-
   λαία, γιατί δεν ήθελε να γυρνά μέσα στην Ιουδαία
   επειδή ζητούσαν οι Ιουδαίοι ναν τόνε θανατώσουν.
   Και κόντευε η σκόλη των Ιουδαίων, το καλυβοστή-
   σιμο. Τούπανε λοιπόν οι αδερφοί του «Μη μένεις εδώ,
   » μον πήγαινε στην Ιουδαία, για να δουν κι’ οι μαθη-
   » τάδες τα έργα [σου] που κάνεις. Γιατί κανείς δεν
   » κάνει τίποτα κρυφά π' απαιτεί να γνωρίζεται. Αν
   » αυτά τα κάνεις, φανερώσου στον κόσμο». Γιατί
   μήτε οι αδερφοί του δεν τον πίστευαν. Τους λέει λοι-
   πόν ο Ιησούς «Η δική μου η ώρα ακόμα δεν έφτασε•
   » όμως η δική σας ώρα πάντα εδώ 'ναι έτοιμη. Εσάς
   » δεν μπορεί να σας μισεί ο κόσμος, μα εμένα με μισεί
   » γιατί εγώ κηρύχνω πως είναι τα έργα του κακά.
   » Πηγαίνετε εσείς απάνου στη σκόλη• σ' αυτή τη σκόλη
   » δεν πηγαίνω ακόμα εγώ, γιατί η ώρα μου ακόμα
   » δεν έφτασε». Κι' αφού τους τάπε αυτά, έμεινε στη
   Γαλιλαία.

   22. Κι' όταν ανέβηκαν τ' αδέρφια του στη σκόλη,
   τότε ανέβηκε κι’ αυτός, όχι φανερά, μόνε [έτσι] σαν
   κρυφά. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τόνε ζητούσανε στη σκόλη
   κι’ έλεγαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Κι' είταν κρυφομί-
   λημα πολύ για τον Ιησού μέσα στα πλήθη• άλλοι λέ-
   γανε πως είναι καλός, κι’ άλλοι λέγανε «Όχι, μόνε
   » παρασύρει το λαό». Κανείς όμως φανερά, δεν τόνε
   μελετούσε από το φόβο των Ιουδαίων.

   23. Κι' όταν είχε πια μισοπεράσει η σκόλη, ανέ-
   βηκε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε. Απορούσανε λοι-
   πόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν «Πώς αυτός γνωρίζει γράμ-
   » ματα χωρίς να μάθει;» Ο Ιησούς λοιπόν τους α-
   ποκρίθη κι’ είπε «Η δική μου η διδαχή δική μου δεν
   » είναι, παρά του στάλτη μου. Όπιος θέλει το θέλημά
   » του να κάνει, θα καταλάβει τη διδαχή πια είναι,
   » : από το Θεό ή εγώ δικά μου λαλώ. Όπιος δικά του
   » λαλεί, τη δόξα τη δική του ζητά• όπιος όμως ζητά
   » τη δόξα του στάλτη του, αυτός είναι αληθινός και
   » μέσα του δεν έχει κακοσύνη. Δε σας έδωκε ο Μωυ-
   » σής το Νόμο; και το Νόμο κανείς σας δεν τον κά-
   » νει. Τι ζητάτε να με θανατώστε;» Αποκρίθηκε το
   πλήθος «Δαιμονισμένος είσαι• πιος γυρεύει να σε θα-
   » νατώσει;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Ένα
   » έργο έκανα κι’ όλοι απορείτε. Ο Μωυσής σας έδωκε
   » την περιτομή (όχι πως είναι από το Μωυσή, μόνε
   » από τους προπατόρους), και περιτομίζετε άνθρωπο
   » σαββάτο. Αν ο άνθρωπος περιτομίζεται σαββάτο
   » για να μη χαλαστεί ο νόμος του Μωυσή, θυμώνετε
   » μαζί μου γιατί γιάτρεψα ολόκληρο άνθρωπο σαββά-
   » το; Μη δικάζετε απ' ό,τι φαίνεται, παρά τη σωστή
   » τη δίκη να δικάζετε». Μερικοί λοιπόν Ιεροσολυμεί-
   τες λέγανε «Δεν είναι αυτός που ζητούνε να σκοτώ-
   » σουν; Και νά λαλεί ανοιχτά και δεν του λένε τίπο-
   » τα. Μήπως αλήθια οι προεστοί γνωρίζουν πως αυτός
   » είναι ο Χριστός; Ως τόσο αυτόν τον ξέρουμε από
   » πού είναι• όμως ο Χριστός σαν είναι νάρθει, κανείς
   » δεν ξέρει από πού είναι». Έκραξε λοιπόν μέσα στο
   ναό ο Ιησούς διδάσκοντας και λέγοντας «Κι' εμένα
   » με ξέρετε, και ξέρετε από πού είμαι. Και μόνος μου
   » δεν ήρθα, μόνε είναι αληθινός ο στάλτης μου, που
   » εσείς δεν τον ξέρετε• εγώ τον ξέρω, γιατί από κείνον
   » είμαι κι’ εκείνος μ' έστειλε». Ζητούσανε λοιπόν ναν
   τον πιάσουν, και κανείς δεν έβαλε χέρι απάνου του
   γιατί δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα του.

   24. Κι' από το λαό πολλοί τον πίστευαν κι’ έλεγαν
   « Ο Χριστός σαν έρθει, μήπως θα κάνει περισσότερα
   » σημάδια απ' ό,τι έκανε αυτός;» Άκουσαν οι Φαρι-
   σαίοι το λαό που κρυφομιλούσε αυτά για τον Ιησού,
   και στείλανε οι αρχιπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι κλητή-
   ρες ναν τον πιάσουν. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Ακόμα
   » λίγο μένω μαζί σας και πηγαίνω στο στάλτη μου.
   » Θα με ζητάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι
   » εγώ εσείς να πάτε δε μπορείτε». Είπανε λοιπόν οι
   Ιουδαίοι μεταξύ τους «Πού 'ναι αυτός να πάει που
   » εμείς δε θαν τον βρούμε; Μήπως στο σκόρπισμα των
   » Ελλήνων σκοπεύει να πάει και να διδάσκει τους
   » Έλληνες; Τι 'ναι αυτός ο λόγος πούπε θα με ζη-
   » τάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι εγώ, εσείς
   » να πάτε δε μπορείτε;»

   25. Και την τελευταία μέρα τη μεγάλη της σκό-
   λης έστεκε ο Ιησούς κι’ έκραξε λέγοντας «Αν κανείς
   » διψά, σ' εμένα ας έρχεται κι’ ας πίνει. Όπιος με πι-
   » στεύει, καθώς είπε η Γραφή, ποτάμια ζωντανό νερό
   » θα τρέξουν από την κοιλιά του». Κι' αυτό τόπε για
   το πνέμα που θα λάβαιναν όσοι τον πιστέψανε• γιατί
   δεν είχε ακόμα δοθεί πνέμα άγιο, επειδής δεν είχε α-
   κόμα δοξαστεί ο Ιησούς. Από το λαό λοιπόν άκουσαν
   αυτά τα λόγια κι’ έλεγαν πως «Αυτός είναι αληθινά ο
   » Προφήτης» • άλλοι έλεγαν «Αυτός είναι ο Χριστός»•
   κι’ άλλοι έλεγαν «Τάχα από τη Γαλιλαία έρχεται ο
   » Χριστός; Η Γραφή δεν είπε πως από το σπέρμα
   » του Δαυείδ έρχεται ο Χριστός κι’ από τη Βηθλεέμ το
   » χωριό όπου γεννήθηκε ο Δαυείδ;» Διχόνια λοιπόν
   έγινε απ' αφορμή του στο λαό, και μερικοί τους θέλανε
   ναν τον πιάσουν, μα δεν έβαλε χέρι απάνου του κανείς.

   26. Πήγανε λοιπόν οι κλητήρες στους πρωτοπαπά-
   δες και τους Φαρισαίους, κι’ αυτοί τους είπανε «Γιατί
   » δεν τόνε φέρατε;» Αποκριθήκανε οι κλητήρες «Πο-
   » τές άνθρωπος δε μίλησε έτσι». Απάντησαν λοιπόν
   » Φαρισαίοι «Μήπως κι’ εσείς παρασυρθήκατε; Μή-
   πως τον πίστεψε κανένας προεστός ή Φαρισαίος;
   » Μόνε αυτός ο όχλος που δεν κατέχει το Νόμο κατα-
   » ραμένοι είναι». Τους λέει ο Νικόδημος, που πήγε
   πριν στον Ιησού, όντας ένας τους «Μήπως ο Νόμος
   » μας καταδικάζει τον άνθρωπο α δεν τον ακούσει
   » πρώτα και μάθει το τι κάνει;» Αποκρίθηκαν και
   τούπανε «Μήπως κι’ εσύ 'σαι από τη Γαλιλαία; Ξέ-
   » τασε και μάθε πως δε βγαίνει από τη Γαλιλαία προ-
   » φήτης».

   [Και πήγαν ο καθένας σπίτι του, κι’ ο Ιησούς πήγε
   στο Ελιοβούνι. Και το πρωί ήρθε πάλι στο ναό, κι’
   όλος ο λαός πήγαινε ναν τόνε βρει, και κάθησε και τους
   δίδασκε. Και φέρνουν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι
   γυναίκα πιασμένη σ' ατιμία, και στήνοντάς τη στη
   μέση του λένε «Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα πιάστηκε
   » την ώρα π' ατιμάζουνταν, κι’ ο Μωυσής μέσα στο
   » Νόμο μας προστάζει αυτές ναν τις πετροβολούμε•
   » εσύ λοιπόν τι λες;» Και τόλεγαν αυτό δοκιμάζον-
   τάς τον, για νάχουνε ναν τον κατηγορούν. Κι' έσκυψε
   κάτου ο Ιησούς κι’ έγραφε με το δάχτυλο στο χώμα
   χάμου. Και σαν επίμεναν και τόνε ρωτούσαν, σήκωσε
   το κεφάλι κι’ είπε «Ο αναμάρτητός σας πρώτος ας
   » την πετροβολήσει». Κι' έσκυψε πάλι κάτου κι’
   έγραφε στο χώμα. Κι' όταν τ' άκουσαν εκείνοι, βγαί-
   νανε ένας ένας αρχινώντας από τους δημογερόντους,
   κι’ έμεινε μονάχος, κι’ η γυναίκα εκεί στη μέση. Κι' ο
   Ιησούς σηκώνοντας την κεφαλή της είπε «Γυναίκα,
   » πoύ 'ναι τους; Κανένας δε σε καταδίκασε;» Κι' αυτή
   είπε «Κανένας, Κύριε». Κι' ο Ιησούς είπε «Μήτ'
   » εγώ δε σε καταδικάζω• πήγαινε, από τώρα μην κά-
   » νεις πια αμαρτία».]

   27. Πάλι λοιπόν τους μίλησε ο Ιησούς κι’ είπε
   « Εγώ είμαι το φως του κόσμου• όπιος μ' ακολουθά,
   » δε θα περπατήσει μέσα στο σκοτάδι, παρά θα λάβει
   » το φως της ζωής». Τούπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι
   « Εσύ κηρύχνεσαι μονάχος σου• το κήρυγμά σου δεν
   » είναι αληθινό». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε
   « Κι' αν εγώ κηρύχνουμαι μονάχος μου, το κήρυγμά
   » μου είναι αληθινό, τι ξέρω από πού ήρθα και πού
   » πηγαίνω, μα εσείς δεν ξέρετε από πού έρχουμαι και
   » πού πηγαίνω. Εσείς κατά τη σάρκα καταδικάζετε,
   » εγώ δεν καταδικάζω κανέναν κι’ αν κι’ εγώ καταδι-
   » κάζω, η καταδίκη μου είναι αληθινή, τι δεν είμαι
   » μόνος παρά εγώ κι’ ο πατέρας που μ' έστειλε. Κι'
   » είναι και μέσα στο Νόμο σας γραμένο πως η μαρτυ-
   » ρία διο ανθρώπων είναι αληθινή• εγώ 'μαι μάρτυράς
   » μου και μάρτυράς μου ο πατέρας που μ' έστειλε».
   Του λέγανε λοιπόν «Πού 'ναι ο πατέρας σου;» Απο-
   κρίθηκε ο Ιησούς «Μήτ' εμένα ξέρετε μήτε τον πα-
   » τέρα μου• αν εμένα ξέρατε, και τον πατέρα μου θα
   » ξέρατε». Αυτά τα μίλησε ο Ιησούς κοντά στο τα-
   μείο [του ναού] διδάσκοντας μέσα στο ναό, και κανείς
   δεν τον έπιασε γιατί δεν είχε ακόμα φτάσει η ώρα του.

   28. Τους είπε λοιπόν πάλι «Εγώ πηγαίνω και θα
   » με ζητήστε, κι’ από την αμαρτία σας θα θανατω-
   » θείτε. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε δε μπορεί-
   » τε». Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Μήπως θα σκο-
   » τωθεί; Γιατί λέει Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε
   » δε μπορείτε». Και τους έλεγε «Εσείς από τα κά-
   » του είστε, εγώ 'μαι από τα πάνου• εσείς είστε απ'
   » αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυ-
   » τόν. Σας είπα λοιπόν πως θα θανατωθείτε από τις
   » αμαρτίες σας, γιατί α δεν πιστέψτε πως είμαι εγώ,
   » θα θανατωθείτε από τις αμαρτίες σας». Του λέγανε
   λοιπόν «Πιος είσαι εσύ;» Τους είπε ο Ιησούς «Γιατί
   » πρώτα σας μιλώ; Πολλά έχω για σας να πω και να
   » καταδικάσω• όμως ο στάλτης μου είναι αληθινός,
   » κι’ εγώ όσα άκουσα από κείνον, αυτά λέω [εδώ] στον
   » κόσμο». Δεν ένιωσαν πως τον πατέρα τους έλεγε.
   Είπε λοιπόν ο Ιησούς πως «Όταν ανεβάστε το γιο
   » τ' ανθρώπου, τότες θα μάθετε πως εγώ είμαι και
   » δικό μου τίποτα δεν κάνω, παρά καθώς με δίδαξε
   » ο πατέρας μου, αυτά μιλώ. Κι' είναι μαζί μου ο
   » στάλτης μου• μονάχο δε μ' αφήκε, τι εγώ τους ορι-
   » σμούς του κάνω πάντα». Και λέγοντας αυτά ο Ιη-
   σούς, πολλοί τον πίστεψαν.

   29. Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς στους Ιουδαίους που
   τον πίστεψαν «Αν εσείς μείνετε στο λόγο μου, αλη-
   » θινά 'στε μαθητάδες μου και θα μάθετε την αλήθια
   » κι’ η αλήθια θα σας λευτερώσει». Τ' αποκρίθηκαν
   « Του Αβραάμ είμαστε σπέρμα και κανενός ποτές δε
   » γίναμε ακόμα σκλάβοι• πως εσύ λες πως θα λευτε-
   » ρωθείτε;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Αλήθια α-
   » λήθια σας λέω, πως όπιος κάνει την αμαρτία, σκλά-
   » βος είναι της αμαρτίας• κι’ ο σκλάβος δε μένει στο
   » σπίτι αιώνια, ο γιος μένει αιώνια. Α λοιπόν ο γιος
   » σας λευτερώσει, αληθινά θα λευτερωθείτε. Ξέρω πως
   » είστε σπέρμα του Αβραάμ• όμως ζητάτε να με θα-
   » νατώστε, γιατί ο λόγος μου δε χωρεί μέσα σας. Όσα
   » εγώ είδα στου πατέρα, αυτά μιλώ• κι’ εσείς λοι-
   » πόν όσα ακούσατε από τον πατέρα [σας], [αυτά] κά-
   » νετε». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Πατέρας μας είναι
   » ο Αβραάμ». Τους λέει ο Ιησούς «Αν είστε παιδιά
   » του Αβραάμ τα έργα του Αβραάμ θα κάνατε• τώ-
   » ρα όμως θέτε να με θανατώστε, άνθρωπο που σας
   » είπα την αλήθια π' άκουσα από το Θεό. Αυτό δεν
   » τόκανε ο Αβραάμ• εσείς τα έργα του πατέρα σας
   » κάνετε». Τούπαν «Εμείς απ' ατιμιά δε γεννηθήκα-
   » με• έναν πατέρα έχουμε, το Θεό». Τους είπε ο Ιησούς
   « Αν ο Θεός είταν ο πατέρας σας, εμένα θα μ' α-
   » γαπούσατε, τι εγώ από το Θεό βγήκα κι’ έρχουμαι•
   » γιατί και μόνος μου δεν ήρθα, μόνε εκείνος μ' έστει-
   » λε. Γιατί δε νιώθετε ό,τι σας μιλώ; Επειδή δε μπο-
   » ρείτε ν' ακούστε τα λόγια μου. Εσείς είστε από πα-
   » τέρα το Διάβολο, και τους ορισμούς του πατέρα σας
   » θέλετε να κάντε• εκείνος φονιάς ανθρώπων είταν από
   » την αρχή, και με την αλήθια δεν πηγαίνει γιατί
   » μέσα του δεν έχει αλήθια. Όταν ψέματα λαλεί, δικά
   » του λαλεί, γιατί ψεύτης είναι [καθώς] κι’ ο πατέρας
   » του. Εγώ όμως γιατί λέω την αλήθια, δε με πιστεύ-
   » ετε. Πιος σας με βγάζει αμαρτωλό; Α λέω αλήθια,
   » εσείς γιατί δε με πιστεύετε; Όπιος είναι από το Θεό,
   » τα λόγια του Θεού τ' άκουες• για τούτο εσείς δεν
   » τ' ακούτε, γιατί από το Θεό δεν είστε». Απάντησαν
   οι Ιουδαίοι και τούπαν «Καλά εμείς δε λέμε πως εσύ
   » είσαι Σαμαρείτης κι’ έχεις δαιμόνιο;» Αποκρίθηκε ο
   Ιησούς «Εγώ δαιμόνιο δεν έχω παρά τιμώ τον πα-
   » τέρα μου, κι’ εσείς δε με τιμάτε. Κι' εγώ δε ζητώ τη
   » δόξα μου• υπάρχει αυτός που τη ζητά κι’ αποφασί-
   » ζει. Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος φυλάξει τα λό-
   » για μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα». Τούπαν οι
   Ιουδαίοι «Τώρα ξέρουμε πως έχεις δαιμόνιο. Ο Α-
   » βραάμ πέθανε κι’ οι προφήτες, κι’ εσύ λες Όπιος φυ-
   » λάξει τα λόγια μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα;
   » Εσύ 'σαι τάχα μεγαλύτερος του πατέρα μας του Α-
   » βραάμ που πέθανε κι’ οι προφήτες πέθαναν; Τι λέει
   » πως είσαι;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μόνος μου
   » εγώ δοξαστώ, η δόξα μου δεν είναι τίποτα. Υπάρ-
   » χει ο πατέρας μου που με δοξάζει, που λέτε εσείς
   » πως είναι Θεός σας, και δεν τόνε γνωρίζετε, μα εγώ
   » τον ξέρω• κι’ αν πω πως δεν τον ξέρω, θα γενώ ό-
   » μιος σας, ψεύτης. Όμως τον ξέρω και φυλάω τα λό-
   » για του. Ο Αβραάμ ο πατέρας σας αναγάλλιασε με
   » το να δει τη μέρα μου, και την είδε και χάρηκε».
   Τούπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Πενήντα χρονών δεν εί-
   » σαι ακόμα και τον Αβραάμ είδες;» Τους είπε ο
   Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, πρι γεννηθεί ο Α-
   » βραάμ υπάρχω εγώ». Πήρανε λοιπόν πέτρες ναν του
   ρήξουν• ο Ιησούς κρύφτηκε και βγήκε από το ναό.

   30. Και περνώντας είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλό.
   Και τόνε ρώτησαν οι μαθητάδες του κι’ είπανε «Ραβ-
   » βεί, πιος έκανε αμαρτία, αυτός ή οι γονιοί του, για
   » να γεννηθεί τυφλός;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μήτε
   » αυτός έκανε αμαρτία μήτε οι γονιοί του, παρά για
   » να φανερωθούνε μέσο του τα έργα του Θεού. Πρέπει
   » εμείς να δουλεύουμε τα έργα του στάλτη μου όσο
   » είναι μέρα• έρχεται η νύχτα όταν κανείς δε μπορεί
   » να δουλέψει. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είναι του
   » κόσμου». Όταν είπε αυτά, έφτυσε χάμου κι’ έκανε
   λάσπη από το φτύσιμο, και τούβαλε τη λάσπη στα
   μάτια απάνου και τούπε «Πήγαινε πλύσου στο λου-
   » τρό του Σιλωάμ (που θα πει απόστολος )». Έφυγε
   βλέποντας. Οι γειτόνοι λοιπόν κι’ όσοι πριν τον έβλε-
   παν πως είτανε ζητιάνος, λέγανε «Δεν είναι αυτός που
   » κάθεται και ζητιανεύει;» Άλλοι λέγανε πως «Αυ-
   » τός είναι»• άλλοι λέγανε «Όχι, παρά του μιάζει» •
   εκείνος έλεγε πως «Εγώ είμαι». Του λέγανε λοιπόν
   « Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» Αποκρίθη εκείνος «Ο
   » άνθρωπος που τόνε λεν Ιησού έκανε λάσπη και μ' ά-
   » λειψε τα μάτια, και μούπε πως Πήγαινε στο Σιλωάμ
   » και πλύσου. Πήγα λοιπόν, κι’ άμα πλύθηκα είδα».
   Και τούπαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Λέει «Δεν ξέ-
   » ρω». Τον πηγαίνουνε στους Φαρισαίους τον άλλοτες
   τυφλό. Κι' είτανε σαββάτο η μέρα όταν έκανε ο Ιησούς
   τη λάσπη και τ' άνοιξε τα μάτια. Πάλι λοιπόν τόνε
   ρωτούσανε κι οι Φαρισαίοι πώς είδε. Κι' εκείνος τους
   είπε «Λάσπη μούβαλε στα μάτια απάνου, και πλύθηκα
   » και βλέπω». Λέγανε λοιπόν από τους Φαρισαίους
   μερικοί «Δεν είναι αυτός από το Θεό ο άνθρωπος, τι δε
   » φυλάει το σαββάτο». Κι' άλλοι λέγανε «Πώς μπορεί
   » άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτια σημάδια;» Κι'
   είχανε διχόνια μεταξύ τους. Λέγανε λοιπόν πάλι του
   τυφλού «Εσύ τι λες γι' αυτόν; γιατί σ' άνοιξε τα μά-
   » τια;» Κι' εκείνος είπε «Γιατί είναι προφήτης». Δεν
   πιστέψανε λοιπόν οι Ιουδαίοι πως τυφλός είταν εκεί-
   νος κι’ είδε ως που φώναξαν τους γονιούς τ' ανθρώπου
   πούδε και τους ρωτήσανε λέγοντας «Είναι αυτός ο γιος
   » σας που λέτε εσείς πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοι-
   » πόν βλέπει τώρα;» Απαντήσανε λοιπόν οι γονιοί
   του κι’ είπαν «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας
   » και πως γεννήθηκε τυφλός, μα πώς τώρα βλέπει
   » δεν ξέρουμε• ή πιος τ' άνοιξε τα μάτια εμείς δεν
   » ξέρουμε. Τον ίδιονε ρωτήστε• ηλικία έχει, αυτός
   » ας μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γο-
   νιοί του γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή είχα-
   νε συφωνήσει πριν οι Ιουδαίοι πως αν κανείς τον κη-
   ρύξει Χριστό, ν' αφοριστεί από το συναγώγι. Για τούτο
   οι γονιοί του είπαν πως «Ηλικία έχει, ρωτήστε τον
   » τον ίδιο». 31. Φωνάξανε λοιπόν τον άνθρωπο ξανά
   τον πριν τυφλό και τούπανε «Δόξασε το Θεό. Εμείς
   » ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός».
   Αποκρίθηκε λοιπόν εκείνος «Αν είναι αμαρτωλός
   » δεν ξέρω• ένα ξέρω, πως είμουνα τυφλός και τώρα
   » βλέπω». Τούπανε λοιπόν «Τι σούκανε; πώς σ' ά-
   » νοιξε τα μάτια;» Τους αποκρίθηκε «Σας τόπα τώρα
   » και δεν ακούσατε; τι λοιπόν θέτε να ξανακούστε;
   » Μήπως θέλετε κι’ εσείς να γίνετε μαθητάδες του;»
   Και τον έβρισαν κι’ είπαν «Εσύ 'σαι εκείνου μαθητής,
   » μα εμείς είμαστε του Μωυσή μαθητάδες. Εμείς ξέ-
   » ρουμε πως του Μωυσή μίλησε ο Θεός• αυτόν δεν τον
   » ξέρουμε από πού είναι». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος
   και τους είπε «Εδώ ναι είναι το παράξενο, πως ε-
   » σείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μ' άνοιξε τα μά-
   » τια. Ξέρουμε πως ο Θεός αμαρτωλούς δε συνακούει•
   » παρά αν είναι κανείς θεοφοβούμενος και κάνει το θέ-
   » λημά του, αυτόνε συνακούει. Στον αιώνα δεν ακού-
   » στη πως άνοιξε κανείς μάτια τυφλού γεννημένου. Αν
   » αυτός δεν είταν από το Θεό, δε μπορούσε τίποτα
   » να κάνει». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Μ' αμαρτίες
   » εσύ ολόκληρος γεννήθηκες κι’ εσύ μας μαθαίνεις ε-
   » μάς;» Και τόνε βγάλανε όξω.

   Άκουσε ο Ιησούς πως τόνε βγάλανε όξω, και τον
   ηύρε κι’ είπε «Εσύ πιστεύεις το γιο τ' ανθρώπου;»
   « Και πιος είναι» είπε «Κύριε, για ναν τον πιστέψω;»
   Τούπε ο Ιησούς «Και τον είδες, κι’ αυτός είναι που
   » μιλά μαζί σου». Κι' εκείνος είπε «Πιστεύω, Κύ-
   » ριε,» και τον προσκύνησε. Κι' είπε ο Ιησούς «Για
   » δίκασμα ήρθα εγώ σ' αυτόν τον κόσμο που όσοι δε
   » βλέπουνε να βλέπουν, κι’ όσοι βλέπουνε να τυφλω-
   » θούν». Τ' άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι όσοι είτανε
   μαζί του, και τούπαν «Μήπως κι’ εμείς είμαστε τυ-
   » φλοί;» Τους είπε ο Ιησούς «Αν είσαστε τυφλοί, δε
   » θάχατε αμαρτία. Μα τώρα λέτε πως Βλέπουμε• η
   » αμαρτία σας μένει.

   » Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος δε μπαίνει από
   » τη μπασιά στη μάντρα των προβάτων, μόνε απ'
   » αλλού ανεβαίνει, εκείνος είναι κλέφτης και κακούρ-
   » γος• μα όπιος μπαίνει από τη μπασιά, βοσκός είναι
   » των προβάτων. Σ' αυτόνε ο θυρωρός ανοίγει και τη
   » φωνή του ακούνε τα πρόβατα, και τα πρόβατά του
   » με τ' όνομά τους τα φωνάζει, και τα βγάζει [στη
   » βοσκή]. Όταν όλα βγάλει τα δικά του, ομπρός τους
   » περπατεί, και τα πρόβατα τον ακολουθούνε τι γνω-
   » ρίζουν τη φωνή του• μα ξένο δε θ' ακολουθήσουνε,
   » μόνε θα φύγουνε, τι δε γνωρίζουν τη φωνή των ξέ-
   » νων». Αυτή την παροιμία τούς είπε ο Ιησούς, μα
   εκείνοι δεν ένιωσαν τι τους έλεγε. 32. Είπε λοιπόν πάλι
   ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, εγώ 'μαι η μπα
   » σιά των προβάτων. Όλοι όσοι ήρθαν προτύτερά μου,
   » κλέφτες είναι και κακούργοι• μα δεν τους άκουσαν
   » τα πρόβατα [πως μπαίνουνε]. Εγώ 'μαι η μπα-
   » σιά• αν από μένα μπει κανείς, θα σωθεί και θάμπει
   » και θα βγει και θα βρει βοσκή. Ο κλέφτης δεν έρ-
   » χεται παρά να κλέψει και να θύσει κι’ απολέσει• εγώ
   » ήρθα για νάχουνε θροφή και περισσεύουν. Εγώ 'μαι
   » ο βοσκός ο καλός. Ο βοσκός ο καλός δίνει τη ζωή
   » του για τα πρόβατα• ο πλερωμένος και βοσκός μην
   » όντας, που δεν είναι τα πρόβατα δικά του, βλέπει
   » το λύκο πούρχεται κι’ αφίνει τα πρόβατα και φεύγει,
   » κι’ ο λύκος τ' αρπάζει και σκορπά, γιατί είναι πλε-
   » ρωμένος και δεν πονάει τα πρόβατα.

   33.» Εγώ 'μαι ο βοσκός ο καλός, και γνωρίζω
   » τα δικά μου και τα δικά μου με γνωρίζουν — καθώς
   » με γνωρίζει ο πατέρας κι’ εγώ γνωρίζω τον πατέρα-
   » και δίνω τη ζωή μου για τα πρόβατα. Έχω κι’
   » άλλα πρόβατα που δεν είναι αυτής της στάνης• κι’
   » εκείνα πρέπει ναν τα φέρω, και θ' ακούσουν τη φωνή
   » μου, και θα γενούνε ένα κοπάδι, ένας βοσκός. Για
   » τούτο μ' αγαπά ο πατέρας, γιατί εγώ δίνω τη ζωή
   » μου για ναν τη λάβω πίσω. Κανείς δε μου την πήρε,
   » μόνε εγώ τη δίνω μόνος μου. Εξουσία έχω ναν τη
   » δώσω, κι’ εξουσία έχω ναν την πάρω πάλι• αυτή την
   » προσταγή έλαβα από τον πατέρα μου». Διαιρέθη-
   καν πάλι οι Ιουδαίοι γι' αυτούς τους λόγους. Και πολ-
   λοί τους λέγανε «Δαιμονισμένος είναι και παραλαλεί•
   » τι τον ακούτε;»• άλλοι λέγανε «Τα λόγια αυτά δεν
   » είναι δαιμονισμένου• μήπως μπορεί δαιμόνιο ν' ανοί-
   » ξει μάτια τυφλών;»

   34. Είταν τότες τα εγκαίνια στα Ιεροσόλυμα. Εί-
   τανε χειμώνας, και περπατούσε ο Ιησούς μέσα στο ναό
   στο λιακωτό του Σολομώνα. Τον τριγυρίσανε λοιπόν οι
   Ιουδαίοι και τούλεγαν «Ως πότε θα μας βγάζεις την
   » ψυχή; Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες μας το ανοι-
   » χτά». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας είπα και
   » δεν πιστέψατε. Τα έργα που κάνω εγώ με τ' όνο-
   » μα του πατέρα μου, αυτά 'ναι κηρυχτής μου• όμως
   » εσείς δεν πιστεύετε γιατί δεν είστε από τα πρόβατά
   » μου. Τα πρόβατά μου ακούν τη φωνή μου κι’ εγώ τα
   » γνωρίζω• και μ' ακολουθούν κι’ εγώ τους δίνω ζωή
   » παντοτινή, και δε θα χαθούνε στον αιώνα και κανείς
   » δε θαν τ' αρπάξει από το χέρι μου. Ο πατέρας μου
   » που μου τάδωκε είναι απ' όλους μεγαλύτερος, και
   » κανείς δε μπορεί ν' αρπάξει από το χέρι του πατέρα.
   » Ένα είμαστε, εγώ κι’ ο πατέρας». Σήκωσαν πάλε
   πέτρες οι Ιουδαίοι ναν τον πετροβολήσουν. Τους απο-
   κρίθηκε ο Ιησούς «Πολλά έργα σας έδειξα καλά από
   » τον πατέρα• για πιο τους έργο με πετροβολάτε;»
   Τ' αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι «Για καλό έργο δε σε πε-
   » τροβολάμε, παρά για ασέβεια και γιατί εσύ όντας
   » άνθρωπος γίνεσαι Θεός». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς
   « Δεν είναι γραμένο μέσα στο Νόμο σας πως
   » Εγώ είπα Είστε θεοί; Αν εκείνους είπε θεούς που
   » λάβανε το λόγο του Θεού, και δε μπορεί να χα-
   » λαστεί η Γραφή, εκείνονε π' άγιασε ο πατέρας κι’
   » έστειλε στον κόσμο, εσείς του λέτε πως Ασεβείς,
   » γιατί είπε Είμαι γιος του Θεού; Α δεν κάνω τα
   » έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε• αν όμως κά-
   » νω, [τότες] κι’ εμένα α δεν πιστεύετε, πιστέψτε τα
   » έργα, για να μάθετε και γνωρίζετε πως μαζί μου ο
   » πατέρας κι’ εγώ με τον πατέρα». Ζητούσαν πάλι
   ναν τον πιάσουν• και βγήκε από τα χέρια τους, κι’ έ-
   φυγε πάλι αντίπερα του Ιορδάνη, στο μέρος που βά-
   φτιζε πριν ο Ιωάνης, κι’ έμενε εκεί. Και πολλοί ήρθαν
   εκεί κι’ έλεγαν πως «Ο Ιωάνης ναι μεν δεν έκανε κα-
   » νένα σημάδι, όμως όλα όσα είπε γι' αυτόν ο Ιωάνης
   » είταν αληθινά», Και πολλοί τον πίστεψαν εκεί.

   35. Κι' είταν ένας άρρωστος, ο Λάζαρος από τη
   Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας
   της αδερφής της. Κι' η Μαριάμ εκείνη π' άλειψε τον
   Κύριο μυρουδικό και με τα μαλλιά της σφούγγισε τα
   πόδια του, αυτή 'τανε που ο Λάζαρος ο αδερφός της
   είταν άρρωστος. Του μήνησαν λοιπόν οι αδερφάδες κι’
   είπαν «Κύριε, νά είναι άρρωστος εκείνος π' αγαπάς».
   Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς είπε «Αυτή η αρρώστια
   » δεν είναι για θάνατο μόνε για τη δόξα του Θεού, για
   » να κάνει και να δοξαστεί ο γιος του Θεού». Κι' ο
   Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της και
   το Λάζαρο. Όταν άκουσε λοιπόν πως είναι άρρωστος,
   τότ' έμεινε διο μέρες στο μέρος που βρίσκουνταν έπει-
   τα κατόπι λέει στους μαθητάδες «Πάμε στην Ιου-
   » δαία πάλι». Του λένε οι μαθητάδες «Ραββεί, ό,τι
   » ζητούσανε να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και
   » πάλι πας εκεί;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δεν είναι
   » δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Όπιος περπατά την
   » ημέρα, δε σκουντάφτει γιατί βλέπει το φως του κό-
   » σμου τούτου• όπιος όμως περπατά τη νύχτα, σκουν-
   » τάφτει γιατί δεν έχει μέσα του το φως». Είπε αυτά
   και κατόπι τους λέει «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμή-
   » θηκε• μόνε πάω ναν τον ξυπνήσω». Τούπανε λοιπόν
   οι μαθητάδες «Κύριε, αν κοιμήθηκε, ο ύπνος του θα
   » σωθεί». Κι' ο Ιησούς είχε πει για το θάνατο του•
   μα εκείνοι νόμισαν πως το κοίμισμα του ύπνου λέει.
   Τότες λοιπόν τους είπε ο Ιησούς ανοιχτά «Ο Λάζα-
   » ρος πέθανε, και χαίρουμαι για σας, για να πιστέψτε,
   » αφού δεν είμουν εκεί• μόνε πάμε στο Λάζαρο». Είπε
   λοιπόν ο Θωμάς που τόνε λέγανε Δίδυμο στους συμμα-
   θητάδες του «Πάμε κι’ εμείς να μας σκοτώσουνε μαζί
   » του». Σαν ήρθε λοιπόν ο Ιησούς, τον ηύρε πούχε
   τότες τέσσερεις μέρες μέσα στον τάφο.

   Κι' είταν η Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα, ως
   δεκαπέντε στάδια μακριά. 36. Και πολλοί Ιουδαίοι
   είχαν ερθεί στης Μάρθας και Μαρίας, ναν τις παρη-
   γορήσουνε για τον αδερφό. Λοιπόν η Μάρθα όταν ά-
   κουσε πως έρχεται ο Ιησούς, βγήκε ναν τον προδεχτεί•
   η Μαρία όμως έμενε σπίτι. Είπε λοιπόν η Μάρθα στον
   Ιησού «Αν είσουν εδώ, δεν πέθαινε ο αδερφός μου•
   » και τώρα ξέρω πως ό,τι ζητήσεις του Θεού θα σ' το
   » δώσει ο Θεός». Της λέει ο Ιησούς «Θ' αναστηθεί ο
   » αδερφός σου». Του λέει η Μάρθα «Ξέρω πως θ' α-
   » ναστηθεί κατά την ανάσταση τη στερνή τη μέρα».
   Της είπε ο Ιησούς «Εγώ 'μαι η ανάσταση κι’ η ζωή.
   » Όπιος με πιστεύει, κι’ αν πεθάνει θα ζήσει• κι’ όπιος
   » ζει και με πιστεύει, δε θα πεθάνει στον αιώνα. Το
   » πιστεύεις αυτό;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εγώ πι-
   » στεύω πως εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του Θεού πού-
   » ναι νάρθει στον κόσμο». Και σαν τόπε αυτό, έφυγε
   και φώναξε κρυφά τη Μαριάμ την αδερφή της κι’ είπε
   « Ο δάσκαλος ήρθε και σε φωνάζει». Κι' εκείνη σαν
   τάκουσε, σηκώθη γλήγορα και πήγαινε στον Ιησού•
   κι’ ο Ιησούς δεν είχε ακόμα φτάσει στο χωριό, μόνε
   είταν ακόμα στο μέρος όπου τον προδέχτηκε η Μάρθα.
   Οι Ιουδαίοι λοιπόν πούτανε μαζί της σπίτι και την
   παρηγορούσαν, σαν είδαν τη Μαριάμ πως γλήγορα ση-
   κώθηκε και βγήκε, την ακολουθήσανε θαρρώντας πως
   πάει στον τάφο για να κλάψει εκεί. Η Μαριάμ λοιπόν
   σαν έφτασε στο μέρος πούταν ο Ιησούς, μόλις τον είδε
   και τούπεσε στα πόδια λέγοντάς του «Κύριε, αν είσουν
   » εδώ, δε μου πέθαινε ο αδερφός [μου]». Ο Ιησούς
   λοιπόν, όταν την είδε πούκλαιγε και πούκλαιγαν [κι’]
   οι Ιουδαίοι όσοι ήρθανε μαζί της, στέναξε η καρδιά
   του και συγκινήθη κι’ είπε «Πού τόνε θάψατε;» Του
   λένε «Κύριε, έλα να δεις». Δάκρυσε ο Ιησούς. Λέγανε
   λοιπόν οι Ιουδαίοι «Κοίτα πώς τον αγαπούσε». Και
   μερικοί τους είπανε «Δε μπορούσε αυτός π' άνοιξε τα
   » μάτια του τυφλού να κάνει που κι’ αυτός να μην
   » πεθάνει;» Ο Ιησούς λοιπόν πάλι στενάζοντας μέσα
   του έρχεται στον τάφο• κι’ είτανε βραχότρυπα κι’ α-
   πάνου της βαλμένη πέτρα. Λέει ο Ιησούς «βγάλτε
   » την πέτρα». Του λέει η αδερφή του πεθαμένου η
   Μάρθα «Κύριε, μυρίζει τώρα• γιατί είναι τέσσερων με-
   » ρών». Της λέει ο Ιησούς «Δε σου είπα πως αν ίσως
   » πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;» Βγάλανε
   λοιπόν την πέτρα• κι’ ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια κι’
   είπε «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που μ' άκουσες. Εγώ όμως
   » ήξερα πως πάντα μ' ακούς• μόνε τόπα για το λαό
   » τριγύρω, για να πιστέψουν πως εσύ μ' έστειλες».
   Κι' όταν τάπε αυτά, φώναξε με φωνή μεγάλη «Λά-
   » ζαρε, έλα όξω». Και βγήκε ο νεκρός σαβανωμένος
   χεροπόδαρα, κι’ είτανε το πρόσωπό του δεμένο γύρω με
   προσόψι. Τους λέει ο Ιησούς «Λύστε τον κι’ αφίστε
   » τον να σήρει». Πολλοί λοιπόν Ιουδαίοι, πούχαν ερ-
   θεί στης Μαριάμ κι’ είδαν όσα έκανε, τον πίστεψαν
   μερικοί τους όμως πήγανε στους Φαρισαίους και τους
   είπαν όσα έκανε ο Ιησούς.

   37. Μαζεύανε οι ποωτοπαπάδες λοιπόν κι’ οι Φα-
   ρισαίοι συβούλιο κι’ έλεγαν «Τι κάνουμε, γιατί αυτός
   » ο άνθρωπος κάνει πολλά σημάδια. Αν τον αφίσουμε
   » έτσι, όλοι θαν τον πιστέψουν, και θάρθουν οι Ρω-
   » μαίοι και θα μας καταστρέψουν πατρίδα κι’ έθνος».
   Κι' ένας τους κάπιος Καϊάφας, αρχιπαπάς όντας του
   χρόνου εκείνου, τους είπε «Εσείς δεν ξέρετε τίποτα,
   » μηδέ στοχάζεστε πώς μας συφέρνει ένας άνθρωπος
   » να πάει για το καλό του λαού κι’ όχι να χαθεί ολό-
   » κληρο το έθνος». Κι' αυτός δεν είτανε δικός του
   λόγος, μόνε αρχιπαπάς όντας εκείνου του χρόνου προ-
   φήτεψε πως είτανε να πεθάνει ο Ιησούς για το καλό
   του έθνους, κι’ όχι για το καλό του έθνους μοναχά
   παρά και για να συνάξει σ' ένα τα παιδιά του Θεού
   τα σκορπισμένα.

   38. Από κείνη λοιπόν τη μέρα αποφασίσανε ναν
   τόνε θανατώσουν. Ο Ιησούς λοιπόν δεν περπατούσε
   πια ανάμεσα στους Ιουδαίους φανερά, μον έφυγε από
   κει [και πήγε] σε μέρος κοντά στην έρημο, σε χώρα
   που τη λεν Εφραίμ κι’ έμενε εκεί μαζί με τους μα-
   θητάδες. Και σίμωνε το πάσκα των Ιουδαίων, και
   πριν το πάσκα ανέβηκαν πολλοί από τα ξώχωρα στα
   Ιεροσόλυμα για να καθαριστούν. Ζητούσανε λοιπόν
   τον Ιησού και λέγανε μεταξύ τους στέκοντας μέσα
   στο ναό «Τι λέτε; πως δε θαρθεί στη σκόλη;» Κι'
   είχανε δώσει οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι προ-
   σταγές, πως αν κανένας μάθει πούναι, να μηνήσει για
   ναν τον πιάσουν.

   39. Ο Ιησούς λοιπόν έξη μέρες πριν το πάσκα
   πήγε στη Βηθανία όπου βρίσκουνταν ο Λάζαρος π' α-
   νάστησε από τους νεκρούς ο Ιησούς. Τούκαναν εκεί λοι-
   πόν τραπέζι, κι’ η Μάρθα υπερετούσε κι’ ο Λάζαρος εί-
   ταν ένας από τους καθισμένους μαζί του. Η Μαριάμ
   λοιπόν πήρε μια λάτρα μυρουδικό από ναρδόσταμο πο-
   λύτιμο κι’ άλειψε τα πόδια του Ιησού, και του σφούγ-
   γισε με τα μαλλιά της τα ποδάρια• και το σπίτι γιό-
   μισε από την ευωδιά του μυρουδικού. Και λέει ο Ιού-
   δας ο Ισκαριώτης, ένας μαθητής του, πούτανε ναν
   τον παραδώσει «Γιατί αυτό το μυρουδικό δεν πουλή-
   » θηκε τρακόσα δηνάρια και δε δόθηκε σε φτωχούς;»
   Και τόπε αυτό όχι γιατί τον έμελε για τους φτωχούς,
   μόνε γιατί είταν κλέφτης κι’ έχοντας το κουτί βα-
   στούσε τις συνεισφορές. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Άφισέ
   » την κι’ ας το φυλάξει για τη μέρα της θαφής μου•
   » γιατί πάντα τους φτωχούς τους έχετε μαζί σας, μα
   » εμένα πάντα δε μ' έχετε». Έμαθε λοιπόν πλήθος
   πολύ των Ιουδαίων πως είναι εκεί, κι’ ήρθαν όχι μο-
   ναχά για τον Ιησού, παρά για να δούνε και το Λά-
   ζαρο π' ανάστησε από τους νεκρούς. Κι' αποφασίσανε
   οι πρωτοπαπάδες να θανατώσουν και το Λάζαρο, γιατί
   απ' αφορμή του πήγανε πολλοί Ιουδαίοι και πίστεψαν
   τον Ιησού.

   40. Την κατόπι μέρα το μεγάλο πλήθος πούχε έρθει
   στη σκόλη, σαν άκουσαν πως έρχεται ο Ιησούς στα
   Ιεροσόλυμα, πήραν τα χουρμαδόκλαδα και βγήκανε
   ναν τον προδεχτούν, κι’ έκραξαν «Ωσαννά. Βλογητός
   » αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου» κι’ «Ο
   » βασιλέας του Ισραήλ». Κι' ο Ιησούς βρήκε ένα ονάρι
   και κάθησε απάνου, καθώς είναι γραμένο Μη φοβάσαι,
   κόρη της Σιών νά έρχεταί σου ο βασιλέας σου καθι-
   σμένος σ' όνισσας πουλάρι . Αυτά δεν τάνιωσαν οι μα-
   θητάδες του πρώτα, όμως σα δοξάστηκε ο Ιησούς, τό-
   τες θυμήθηκαν πως αυτά για κείνον είτανε γραμένα κι’
   αυτά τούκαναν. Κήρυχνε λοιπόν ο κόσμος πούτανε μα-
   ζί του ότα φώναξε από τον τάφο το Λάζαρο και τον
   ανάστησε από τους νεκρούς• για τούτο και βγήκε ναν
   τον προδεχτεί κι’ ο λαός, γιατί άκουσαν πως έκανε ο
   Ιησούς εκείνο το σημάδι. Είπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι
   μεταξύ τους «Βλέπετε πως τίποτα καλό δεν κάνετε;
   » Νά πήγε ο κόσμος ξοπίσω του».

   41. Κι' είτανε μερικοί Έλληνες απ' αυτούς π' ανέ-
   βαιναν να προσκυνήσουνε στη σκόλη. Αυτοί λοιπόν πή-
   γανε στο Φίλιππο, εκείνον από τη Βηθσαϊδά της Γα-
   λιλαίας, και τον παρακαλούσαν κι’ έλεγαν «Αφέντη,
   » θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Πάει ο Φίλιππος και
   το λέει τ' Αντρέα• πάει ο Αντρέας κι’ ο Φίλιππος και
   το λένε του Ιησού. Κι' ο Ιησούς τους αποκρίνεται και
   λέει «Ήρθε η ώρα που θα δοξαστεί ο γιος τ' ανθρώπου.
   » Αλήθια αλήθια σας λέω, αν το σταρόσπυρο πέσει
   » κατά γης και δεν πεθάνει, αυτό μονάχα μένει• αν
   » όμως πεθάνει, βγάζει καρπό πολύ. Όπιος αγαπά τη
   » ζωή του, τη χάνει• κι’ όπιος μισεί τη ζωή του σ' ε-
   » τούτον τον κόσμο, θαν τη φυλάξει ως σ' ύπαρξη παν-
   » τοτινή.

   42.»Όπιος με δουλεύει ας ακολουθά, κι’ οπού 'μαι
   » εγώ εκεί κι’ ο δουλευτής μου θάναι. Αν κανένας, με
   » δουλεύει, θαν τον τιμήσει ο πατέρας. Τώρα συγκινή-
   » θηκε η ψυχή μου και τι να πω; Πατέρα, σώσε με
   » απ' αυτή την ώρα; Όμως για τούτο ήρθα σ' αυτή
   » την ώρα. Πατέρα, δόξασέ μου τ' όνομα». Βγήκε
   λοιπόν φωνή από τον ουρανό «Και δόξασα και πάλι
   » θα δοξάσω». Το πλήθος εκεί που [την] άκουσε έλεγε
   πως έγινε βροντή• άλλοι λέγανε «Άγγελος του λά-
   » λησε». Αποκρίθηκε κι’ είπε ο Ιησούς «Δε βγήκε για
   » μένα αυτή η φωνή παρά για σας. Τώρα καταδικά-
   » ζεται αυτός ο κόσμος• τώρα όξω θα βγαλθεί ο αρ-
   » χηγός του κόσμου ετούτου. Κι' εγώ αν ανυψωθώ από
   » τη γη, όλους θαν τους σήρω κοντά μου». Και τό-
   λεγε αυτό σημαίνοντας με τι θάνατο θα πέθαινε. Τ' α-
   ποκρίθηκε λοιπόν ο λαός «Εμείς ακούσαμε από το Νό-
   » μο πως ο Χριστός μένει στον αιώνα, και πώς λες εσύ
   » πως πρέπει ν' ανυψωθεί ο γιος τ' ανθρώπου: Πιος
   » είναι αυτός ο γιος τ' ανθρώπου;» Τους είπε λοιπόν
   ο Ιησούς «Λιγάκι μένει ακόμα το φως μαζί σας. Περ-
   » πατάτε όσο έχετε το φως, μήπως σας προφτάσει το
   » σκοτάδι• κι’ όπιος στο σκοτάδι περπατά, δεν ξέρει
   » πού πηγαίνει. Όσο έχετε το φως, πιστεύετε το φως
   » για να γίνετε γιοι του φωτός». Αυτά μίλησε ο Ιη-
   σούς, κι’ έφυγε και κρύφτηκε από κοντά τους.

   43. Κι' ενώ έκανε τόσα σημάδια μπροστά τους, δεν
   τον πιστέψανε για ν' αληθέψει ο λόγος του Ησαΐα του
   προφήτη, που είπε Κύριε, πιος πίστεψε το μήνημά
   μας και σε πιόνε φανερώθη το βραχιόνι του Κυρίου;
   Για τούτο δε μπορούσανε να πιστέψουν, γιατί είπε ο
   Ησαΐας πάλι Τους τύφλωσε τα μάτια και τους πέ-
   τρωσε την καρδιά, μην τυχόνε δούνε με τα μάτια και
   με την καρδιά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους
   γιατρέψω . Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα
   του και λάλησε γι' αυτόν. Ως τόσο και προεστοί πολ-
   λοί τον πίστευαν, μα για τους Φαρισαίους δεν τ' ομο-
   λογούσανε μήπως αφοριστούν από το συναγώγι• για-
   τί προτίμησαν τη δόξα των ανθρώπων κάλια παρά τη
   δόξα του Θεού.

   44. Κι' ο Ιησούς φώναξε κι’ είπε «Όπιος με πι-
   » στεύει, δεν πιστεύει εμένα παρά το στάλτη μου• κι’
   » όπιος με θωρεί, θωρεί το στάλτη μου. Εγώ φως ήρθα
   » στον κόσμο, που όπιος με πιστεύει να μη μένει στο
   » σκοτάδι. Κι' αν κανείς ακούσει μου τα λόγια και δεν
   » τα φυλάξει, εγώ δε θαν τον καταδικάσω• γιατί δεν
   » ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο, μόνε να σώσω τον
   » κόσμο. Όπιος με παρακούει και δε δέχεται τα λό-
   » για μου, έχει τον καταδικαστή του• ο λόγος που λά-
   » λησα, αυτός θαν τον καταδικάσει τη στερνή τη μέ-
   » ρα. Γιατί εγώ δικά μου δε λάλησα, μόνε ο πατέρας
   » που μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε τι να πω και τι
   » λαλήσω. Και ξέρω πως η προσταγή του ζωή θα πει
   » παντοτινή. Όσα λοιπόν εγώ λαλώ, καθώς είπε μου ο
   » πατέρας έτσι λαλώ».

   45. Και πριν τη σκόλη του πάσκα, όταν ένιωσε ο
   Ιησούς πως ήρθε η ώρα του να μισέψει απ' αυτόν τον
   κόσμο στον πατέρα, τους δικούς του [εδώ] στον κόσμο
   όπως τους αγάπησε, ως στο τέλος τους αγάπησε. Κι'
   ενώ τρώγανε — όταν πια τόχε βάλει ο Διάβολος στο νου
   του το ναν τον παραδώσει ο Ιούδας ο γιος του Σίμω-
   να ο Ισκαριώτης — γνωρίζοντας πως τα πάντα τούδωκε
   στα χέρια [του] ο πατέρας και πως από το Θεό βγήκε
   και στο Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και
   βγάζοντας το φόρεμά του πήρε ποδιά και τη ζώστηκε•
   έπειτα βάζοντας νερό στη λεκάνη, αρχίνησε κι έπλενε
   τα πόδια των μαθητάδων και τα σφούγγιζε με την
   ποδιά πούτανε ζωσμένος. Έρχεται λοιπόν στο Σίμω-
   να τον Πέτρο. Του λέει «Κύριε, εσύ μου πλένεις τα
   » πόδια;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Ό,τι
   » κάνω εγώ, εσύ τώρα δεν το ξέρεις, μα θαν το μά-
   » θεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Ποτές δε θα μου
   » πλύνεις τα πόδια». Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α δε
   » σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου». Του λέει ο
   Πέτρος ο Σίμωνας «Κύριε, όχι τα πόδια μου μονάχα,
   » παρά και τα χέρια [μου] και το κεφάλι». Του λέει ο
   Ιησούς «Ο λουσμένος δε χρειάζεται παρά τα πόδια
   » του να πλύνει, κι’ είναι όλος καθαρός• κι’ εσείς είστε
   » καθαροί, Όμως όχι όλοι». Γιατί ήξερε τον παραδότη
   του• για τούτο είπε πως «Όλοι δεν είστε καθαροί».

   46. Ότα λοιπόν τους έπλυνε τα πόδια και πήρε τα
   ρούχα του και κάθησε πάλι, τους είπε «Ξέρετε τι σας
   » έκανα; Εσείς με κράζετε Δάσκαλε και Κύριε, και
   » καλά λέτε, γιατί είμαι. Α λοιπόν εγώ σας έπλυνα
   » τα πόδια, ο Κύριος κι’ ο δάσκαλος, πρέπει κι’ εσείς
   » να πλένετε ο ένας τ' αλλουνού τα πόδια• γιατί σας
   » έδωκα παράδειγμα να κάνετε κι’ εσείς καθώς εγώ
   » σας έκανα. Αλήθια αλήθια σας λέω, δεν έχει σκλά-
   » βο ανώτερο από τον αφέντη του μηδ' αποσταλμένο
   » ανώτερο απ' το στάλτη του. Αν αυτά τα ξέρετε, κα-
   » λότυχοί 'στε αν τα κάνετε. Για όλους σας δε μιλώ•
   » εγώ ξέρω πιους διάλεξα• παρά για ν' αληθέψει η
   » Γραφή Εκείνος πούτρωγε το ψωμί μου σήκωσε απά-
   » νου μου τη φτέρνα του . Από τώρα σας το λέω, πρι
   » γίνει, για να πιστέψτε σα γίνει πως εγώ είμαι. Αλή-
   » θια αλήθια σας λέω, όπιος δέχεται, α στείλω κανέ-
   » ναν, εμένα δέχεται• κι’ όπιος εμένα δέχεται, δέχεται
   » το στάλτη μου».

   47. Σαν είπε αυτά ο Ιησούς, του συγκινήθηκε η
   καρδιά και κήρυξε κι’ είπε «Αλήθια αλήθια σας λέω,
   » πως ένας σας θα με παραδώσει». Κοιτάζανε ένας
   τον άλλο οι μαθητάδες, κι’ απορούσαν πιόνε λέει. Εί-
   ταν ένας μαθητής του γηρμένος στον κόρφο του Ιη-
   σού, που τον αγαπούσε ο Ιησούς• του νεύει λοιπόν ο
   Σίμωνας ο Πέτρος και του λέει «Πες πιόνε λέει».
   Έπεσε εκείνος στα στήθια του Ιησού και του λέει
   « Κύριε, πιος είναι;» Αποκρίνεται λοιπόν ο Ιησούς
   « Εκείνος είναι που βουτήσω εγώ το ψωμί •και του το
   » δώσω». Βουτώντας λοιπόν το ψωμί παίρνει και [το]
   δίνει στον Ιούδα το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη.
   Κι' ύστερα από το ψωμί, τότ' εκεινού του μπήκε μέσα
   του ο Σατανάς. Του λέει λοιπόν ο Ιησούς «Ό,τι κά-
   » νεις κάνε γλήγορα». Αυτό κανείς δεν τόνιωσε από
   τους καθισμένους με τι νόημα του τόπε• γιατί μερι-
   κοί θαρρούσαν, επειδή είχε το κουτί ο Ιούδας, πως του
   λέει ο Ιησούς «Αγόρασε ό,τι μας χρειάζεται για τη
   » σκόλη», ή στους φτωχούς να δώσει κάτι. Πήρε λοι-
   πόν εκείνος το ψωμί και βγήκε ευτύς. Κι' είτανε νύχτα.

   48. Σα βγήκε λοιπόν, λέει ο Ιησούς «Τώρα δοξά-
   » στηκε ο γιος τ' ανθρώπου και μέσο του δοξάστηκε
   » ο Θεός, κι’ ο Θεός θαν τόνε δοξάσει εκείνον κι’ ευτύς
   » θαν τόνε δοξάσει. Παιδιά [μου], λίγο ακόμα βρίσκου-
   » μαι μαζί σας. Θα με ζητάτε, κι’ όπως είπα στους
   » Ιουδαίους, πως όπου εγώ πηγαίνω εσείς να πάτε δε
   » μπορείτε, τώρα και σ' εσάς το λέω. Καινούρια εντο-
   » λή σας δίνω, ν' αγαπάστε• καθώς σας αγάπησα, κι’
   » εσείς ν' αγαπάστε. Έτσι θα μάθουν όλοι πως είστε
   » μαθητάδες μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Του
   λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, πού πας;» Απο-
   κρίθηκε ο Ιησούς «Όπου πάω δε μπορείς να μ' ακο-
   » λουθήσεις τώρα• θα μ' ακολουθήσεις έπειτα». Του
   λέει ο Πέτρος «Κύριε, γιατί δε μπορώ να σ' ακολου-
   » θήσω τώρα; τη ζωή μου δίνω για σένα.». Αποκρί-
   θηκε ο Ιησούς «Τη ζωή σου δίνεις για μένα; Αλήθια
   » αλήθια σου λέω, πρι λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές
   » θα μ' αρνηθείς.

   49.» Μη σας κλονίζεται η καρδιά• πιστεύετε το
   » Θεό και πιστεύετε κι’ εμένα. Στου πατέρα μου έχει
   » μέρη να μείνετε πολλά• ειδεμή, θα σας έλεγα πως
   » πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Κι' α σήρω και
   » σας ετοιμάσω τόπο, πάλι γυρίζω και σας παίρνω
   » κοντά μου, έτσι όπου 'μαι εγώ, για να είστε κι’ ε-
   » σείς. Και πού πηγαίνω εγώ, ξέρετε το δρόμο». Του
   λέει ο Θωμάς «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πας• πώς
   » ξέρουμε το δρόμο;» Του λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι
   » ο δρόμος κι’ η αλήθια κι’ η ζωή• κανείς δεν πάει
   » στον πατέρα εξόν από μένα. Α με γνωρίζατε, θα
   » ξέρατε και τον πατέρα μου. Από τώρα τον ξέρε-
   » τε και τον είδατε». Του λέει ο Φίλιππος «Κύριε
   » δείξε μας τον πατέρα και μας φτάνει». Του λέει ο
   Ιησούς «Τόσον καιρό μαζί σας είμαι, και δε με γνω-
   » ρίζεις, Φίλιππε; Όπιος μ' είδε εμένα, είδε τον πα-
   » τέρα• πώς εσύ λες Δείξε μας τον πατέρα; Δεν πι-
   » στεύεις πως εγώ με τον πατέρα, κι’ ο πατέρας πως
   » είναι μαζί μου; Τα λόγια εγώ που σας λέω, δικά
   » μου δε λαλώ, μόνε ο πατέρας που μένει μαζί μου
   » κάνει τα έργα του. Πιστεύετέ με, πως εγώ με τον
   » πατέρα κι’ ο πατέρας μαζί μου• ειδεμή, από τα έργα
   » μου πιστεύετέ με.

   50.» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος με πιστεύει,
   » τα έργα εγώ που κάνω θα κάνει κι’ εκείνος, και με-
   » γαλύτερά τους θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον
   » πατέρα κι’ ό,τι ζητά στ' όνομά μου θαν το κάνω,
   » για να δοξαστεί μέσο του γιου ο πατέρας. Ό,τι ζη-
   » τήστε στ' όνομά μου θαν το κάνω, Α μ' αγαπάτε,
   » φυλάξτε τα παραγγέλματά μου, και θα παρακαλέσω
   » εγώ τον πατέρα, κι’ άλλον παρήγορο θα σας δώσει
   » που αιώνια να μένει μαζί σας, το πνέμα της αλή-
   » θιας, που δε μπορεί να λάβει ο κόσμος, τι δεν το
   » θωρά μήτε το ξέρει• εσείς το ξέρετε, γιατί κοντά σας
   » μένει κι’ είναι μέσα σας. Ορφανούς δε θα σας αφή-
   » κω• θα γυρίσω κοντά σας. Ακόμα λίγο, κι’ ο κό-
   » σμος δε με βλέπει πια• μα εσείς με βλέπετε, τι εγώ
   » ζω και θα ζήστε κι’ εσείς. Εκείνη τη μέρα εσείς θα
   » μάθετε πως εγώ με τον πατέρα μου κι’ εσείς μαζί
   » μου κι’ εγώ μαζί σας. Όπιος κατέχει τα παραγγέλ-
   » ματά μου και τα φυλάει, εκείνος μ' αγαπά• κι’ όπιος
   » μ' αγαπά, θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και θαν
   » τον αγαπήσω κι’ εγώ και θαν του φανερωθώ».

   51. Του λέει ο Ιούδας — όχι ο Ισκαριώτης — «Κύ-
   » ριε, πώς γίνεται να φανερωθείς σ' εμάς κι’ όχι στον
   » κόσμο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Όπιος
   » μ' αγαπά, θα φυλάξει τα λόγια μου, κι’ ο πατέρας
   » μου θαν τον αγαπήσει, και θα πάμε και θα μείνου-
   » με μαζί του• όπιος δε μ' αγαπά, τα λόγια μου δεν
   » τα φυλάει. Κι' ο λόγος π' ακούτε δεν είναι δικός
   » μου, παρά του πατέρα μου που μ' έστειλε. Αυτά
   » σας είπα μένοντας μαζί σας• ο παρήγορος όμως, το
   » πνέμα τ' άγιο, που στ' όνομά μου θα σταλθεί από
   » τον πατέρα, εκείνος τα πάντα θα σας μάθει κι’ όλα
   » θα σας τα θυμίσει που σας είπα.

   52.» Εγώ ειρήνη σας αφίνω, την ειρήνη σας δί-
   » νω τη δική μου• καθώς σας δίνει ο κόσμος δε σας
   » δίνω εγώ. Μη σας κλονίζεται η καρδιά μήτ' ας σας
   » δειλιά. Τ' ακούσατε πως εγώ σας είπα Πηγαίνω
   » και γυρνώ κοντά σας. Α μ' αγαπούσατε, θα χαιρό-
   » σαστε που πάω στον πατέρα, γιατί ο πατέρας είναι
   » μεγαλύτερός μου. Και τώρα, πρι γενεί, σας τόπα για
   » να πιστέψτε σα γενεί. Πολλά δε θα μιλήσω πια
   » μαζί σας γιατί έρχεται του κόσμου ο αρχηγός. Κι'
   » όχι [πως] έχει εξουσία απάνου μου καμιά, παρά για
   » να μάθει ο κόσμος πως αγαπώ τον πατέρα και
   » [πως] καθώς με πρόσταξε ο πατέρας έτσι κάνω. 53.
   » Σηκωθείτε, πάμε.

  » Εγώ είμαι τ' αμπέλι τ' αληθινό, κι’ ο πατέρας
   » μου είναι ο γεωργός. Κάθε κλήμα μου άκαρπο το
   » βγάζει, και κάθε καρπερό το καθαρίζει για να γίνει
   » καρπερώτερο. Εσείς πια είστε τώρα καθαροί χάρη
   » στο λόγο που σας λάλησα. Μείνετε μαζί μου, [κα-
   » θώς] κι’ εγώ μαζί σας. Καθώς το κλήμα δεν καρ-
   » πίζει μόνο του — α δε μένει μέσα στ' αμπέλι — , έτσι
   » μήτ' εσείς α δε μείνετε μαζί μου. Εγώ είμαι τ' αμ-
   » πέλι, εσείς τα κλήματα. Όπιος μένει μαζί μου κι’
   » εγώ μαζί του, αυτός καρποφορεί πολύ, τι δίχως μου
   » δε μπορείτε τίποτα να κάνετε• όπιος δε μένει μαζί
   » μου, τον πετάξανε όξω σαν το κλήμα και ξεράθηκε,
   » και τα μαζεύουν και τα βάζουνε στη φωτιά και
   » καίγουνται. Α μείνετε μαζί μου και μείνουν και τα
   » λόγια μου μαζί σας, ό,τι θέλετε ζητήστε και θαν το
   » λάβετε. Μ' αυτό δοξάστηκε ο πατέρας μου, με το
   » να δίνετε πολύν καρπό και να γενείτε μαθητάδες μου.
   » Καθώς μ' αγάπησε ο πατέρας σας αγάπησα κι’ εγώ•
   » μείνετε με την αγάπη μου. Α φυλάξτε τις εντολές
   » μου, θα μείνετε με την αγάπη μου, καθώς εγώ φύ-
   » λαξα τις εντολές του πατέρα και μένω με την α-
   » γάπη του.

   54. » Αυτά σας τάπα για να μένει μαζί σας η χα-
   » ρά η δική μου κι’ η χαρά σας να ξετελιωθεί. Αυτή
   » είναι η εντολή μου, ν' αγαπάστε όπως σας αγάπησα.
   » Αγάπη μεγαλύτερη κανείς δεν έχει παρά τούτο, το
   » να δώσει τη ζωή του για τους αγαπητούς του. Ε-
   » σείς είστε αγαπητοί μου αν κάνετε ό,τι εγώ σας πα-
   » ραγγέλνω. Σκλάβους δε σας λέω πια, γιατί ο σκλά-
   » βος δε γνωρίζει το τι κάνει ο αφέντης του• μόνε σας
   » είπα αγαπητούς, γιατί σας τάμαθα όλα π' άκουσα
   » από τον πατέρα μου. Εσείς δε με διαλέξατε, παρά
   » εγώ σας διάλεξα και διόρισα, για να πάτε εσείς και
   » να καρποφοράτε κι’ ο καρπός σας για να μένει, που
   » ό,τι ζητάτε του πατέρα μου στ' όνομά μου να σας
   » το δώσει.

   55. » Αυτό σας παραγγέλνω, ν' αγαπάστε. Αν ο
   » κόσμος σας μισεί, μάθετε πως εμένα μίσησε προτύ-
   » τερά σας. Αν είσαστε από τον κόσμο, ο κόσμος θ'
   » αγαπούσε το δικό του• μα γιατί δεν είστε από τον
   » κόσμο παρά εγώ σας διάλεξα από τον κόσμο, για
   » τούτο ο κόσμος σας μισεί. Μην ξεχνάτε το λόγο που
   » εγώ σας είπα, δεν έχει σκλάβο ανώτερο από τον α-
   » φέντη του. Αν εμένα με κατάτρεξαν, κι’ εσάς θα κα-
   » τατρέξουν• α φύλαξαν το λόγο μου, και το δικό σας
   » θα φυλάξουν. Όμως όλα αυτά θα σας τα κάνουνε
   » για τ' όνομά μου, τι δεν ξέρουνε το στάλτη μου. Α
   » δεν ερχόμουν και δεν τους μιλούσα, δε θάχανε αμαρ-
   » τία• μα τώρα δεν έχουν πρόφαση της αμαρτίας
   » τους. Όπιος εμένα μισεί, μισεί και τον πατέρα μου.
   » Α δεν τους έκανα τα έργα που κανείς δεν έκανε
   » άλλος, δε θάχανε αμαρτία• μα τώρα κι’ είδαν και
   » με μίσησαν, κι’ εμένα και τον πατέρα μου. Όμως
   » για ν' αληθέψει ο λόγος ο γραμένος μέσα στο Νόμο
   » τους, πως Δίχως αφορμή με μίσησαν .

   56. »Όταν έρθει ο παρήγορος που εγώ θα σας
   » στείλω από τον πατέρα — το πνέμα της αλήθιας που
   » βγαίνει από τον πατέρα — εκείνο θα με κηρύξει• ό-
   » μως κι’ εσείς κηρύχνετέ με, γιατί είστε από την
   » αρχή μαζί μου.

   » Αυτά σας είπα για να μην πέστε σε πειρασμό.
   » Θα σας αφορίσουν από συναγώγια• κι’ έρχεται μά-
   » λιστα ώρα που όπιος θανατώνει θα θαρρεί προσφέρ-
   » νει του Θεού λατρεία. Κι' αυτά θαν τα κάνουνε για-
   » τί δε γνώρισαν τον πατέρα μήτ' εμένα. Κι' αυτά
   » σας τα μίλησα που σαν έρθει η ώρα τους ναν τα θυ-
   » μάστε πώς σας τα είπα. Όμως από την αρχή δε
   » σας τα είπα γιατί είμουνα μαζί σας• όμως τώρα
   » πάω στο στάλτη μου. Και δε μ' ερωτά κανείς σας
   » Πού πηγαίνεις, μόνε γιατί σας τα είπα γιόμισε η
   » καρδιά σας λύπη; Μα εγώ σας λέω την αλήθια, σας
   » συφέρνει να μισέψω εγώ. Γιατί α δε μισέψω, δε σας
   » έρχεται ο παρήγορος• όμως α μισέψω, θα σας τόνε
   » στείλω. Και σαν έρθει εκείνος, του κόσμου θ' απο-
   » δείξει αμαρτία κι’ αγιοσύνη και καταδίκη• αμαρτία,
   » που δε με πιστεύουν• κι’ αγιοσύνη, που πηγαίνω
   » στον πατέρα μου και δε με θωράτε πια• και κατα-
   » δίκη, που καταδικάστηκε του κόσμου ετούτου ο αρ-
   » χηγός.

   57. » Πολλά έχω ακόμα να σας πω, μα να νιώστε
   » δε μπορείτε τώρα• όταν όμως έρθει εκείνος, το πνέ-
   » μα της αλήθιας, θα σας οδηγήσει σ' όλη την αλή-
   » θια• τι δε θα πει δικά του, μόνε όσα ακούσει θα λα-
   » λήσει και θα σας μηνήσει τα μελλούμενα. Αυτός θα
   » με δοξάσει εμένα, τι δικά μου θενά πάρει και θα
   » σας μηνήσει. Όλα όσα έχει ο πατέρας δικά μου εί-
   » ναι• για αυτό σας είπα πως δικά μου παίρνει και
   » θα σας μηνήσει. Λίγο και δε με θωράτε πια• και
   » πάλι λίγο και θενά με δείτε».

   Είπανε λοιπόν μερικοί του μαθητάδες μεταξύ τους
   « Τι 'ναι τούτο που μας λέει Λίγο και δε με θωράτε
   » και πάλι λίγο και θενά με δείτε, και πως Πηγαίνω
   » στον πατέρα;» Λέγανε λοιπόν «Τι 'ναι αυτό που
   » λέει, [το] λίγο; Δεν κατέχουμε». 58. Ένιωσε ο
   Ιησούς πως θέλανε ναν τόνε ρωτήσουν και τους είπε
   « Αυτό συζητάτε μεταξύ σας, πως είπα Λίγο και δε
   » με θωράτε, και πάλι λίγο και θενά με δείτε. Αλή-
   » θια αλήθια σας λέω, πως θα κλάψτε εσείς και θα
   » θρηνήστε, κι’ ο κόσμος θα χαρεί• θα λυπηθείτε εσείς,
   » κι’ η λύπη σας χαρά θα γίνει. Η γυναίκα, σα γεν-
   » νά, λυπάται, γιατί ήρθε η ώρα της• μα σα γεννήσει
   » το παιδί, δεν τη θυμάται πια τη στεναχώρια, από
   » τη χαρά που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Κι'
   » εσείς λοιπόν λυπάστε τώρα• μα πάλι θα σας δω, και
   » θα σας χαρεί η καρδιά και κανείς δε θα σας πάρει
   » τη χαρά σας. Κι' εκείνη την ημέρα δε θα με παρα-
   » καλέστε εμένα τίποτα. Αλήθια αλήθια σας λέω, Ό,τι
   » ζητήστε του πατέρα, θα σας [το] δώσει στ' όνομά
   » μου. Ως τώρα τίποτα δε ζητήσατε στ' όνομά μου•
   » ζητάτε και θα λάβετε το να ξετελιωθεί η χαρά σας.

   59.» Αυτά σας τάπα με παροιμίες• έρχεται ώρα
   » που δε θα σας μιλώ πια με παροιμίες, παρά ανοιχτά
   » για τον πατέρα θα σας πληροφορώ. Τότες στ' όνο-
   » μά μου θα ζητήστε, και δε σας λέω πως εγώ για
   » σας θα παρακαλέσω τον πατέρα• τι ο ίδιος σας α-
   » γαπά ο πατέρας, γιατί μ' αγαπήσατε εμένα και πι-
   » στέψατε πως εγώ από τον πατέρα βγήκα. Από τον
   » πατέρα βγήκα κι’ ήρθα στον κόσμο• πάλι αφίνω τον
   » κόσμο και πηγαίνω στον πατέρα». Λένε οι μαθη-
   τάδες του «Νά τώρα ανοιχτά μιλείς και δε λες κα-
   » μιά παροιμία• τώρα ξέρουμε πως ξέρεις τα πάντα
   » κι’ ανάγκη δεν έχεις να σ' ερωτά κανείς. Μ' αυτό
   » πιστεύουμε πως από το Θεό βγήκες». Τους αποκρί-
   θηκε ο Ιησούς «Τώρα πιστεύετε; Νά έρχεται ώρα
   » κι’ ήρθε που θα σκορπιστεί ο καθείς σας σπίτι του
   » κι’ εμένα θα μ' αφίστε μοναχό• και δεν είμαι μο-
   » ναχός, γιατί είναι μαζί μου ο πατέρας. Αυτά σας
   » τάπα για νάχετε [του νου] ησυχία μέσο μου. Στον
   » κόσμο πίκρες έχετε• μα θάρρος, εγώ νίκησα τον κό-
   » σμο».

  . Μίλησε αυτά ο Ιησούς, και σηκώνοντας τα
   μάτια κατά τον ουρανό είπε «Πατέρα, ήρθε η ώρα•
   » δόξασε το γιο σου, για να σε δοξάσει ο γιος, [έτσι]
   » καθώς τούδωκες εξουσία κάθε σάρκας για να δώσει
   » σ' όλους όσους τούδωκες ζωή παντοτινή. Κι' αυτή
   » είναι η ζωή η παντοτινή, το να σε γνωρίζουν εσένα
   » το μόνο αληθινό Θεό, [καθώς] και τον αποσταλμένο
   » σου, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα στη γη τε-
   » λιώνοντας το έργο που μούδωκες να κάνω• και τώρα
   » δόξασέ με εσύ, πατέρα, κοντά σου με τη δόξα πού-
   » χα κοντά σου πρι να γίνει ο κόσμος. Φανέρωσά σου
   » τ' όνομα στους ανθρώπους που μούδωκες από τον
   » κόσμο. Δικοί σου είταν κι εμένα μου τους έδωκες,
   » και το λόγο σου φυλάξανε. Τώρα νιώσανε πως όλα
   » όσα μούδωκες από σένα είναι, πως τα λόγια που
   » μούδωκες τους έδωκα, κι’ αυτοί τα πήραν κι’ ένιωσαν
   » αληθινά πως από σένα βγήκαν, και πίστεψαν εσύ πως
   » μ' έστειλες. Εγώ για αυτούς παρακαλάω• για τον κό-
   » σμο δεν παρακαλώ, παρά για όσους μούδωκες γιατί
   » δικοί σου είναι, και τα δικά μου όλα δικά σου είναι και
   » τα δικά σου δικά μου, και με δόξασαν. Και δεν είμαι
   » πια στον κόσμο, κι’ αυτοί 'ναι στον κόσμο, κι’ εγώ έρ-
   » χουμαι σ' εσένα. Πατέρα άγιε, βάσταξε τους [πιστούς]
   » στ' όνομά σου που μούδωκες, για να είναι ένα καθώς
   » κι’ εμείς. Όταν είμουνα μαζί τους, εγώ τους βαστού-
   » σα [πιστούς] στ' όνομά σου που μούδωκες, και τους
   » φύλαξα και κανείς τους δε χάθηκε, εξόν ο γιος του
   » χαμού για ν' αληθέψει η Γραφή.. Και τώρα έρ-
   » χουμαι σ' εσένα, κι’ αυτά τα λέω εδώ στον κόσμο,
   » έτσι που νάχουν τη χαρά μου ξετελιωμένη μέσα τους.
   » Εγώ τους έδωκα το λόγο σου, κι’ ο κόσμος τους μί-
   » σησε, γιατί δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι] εγώ
   » δεν είμαι από τον κόσμο. Δε γυρεύω ναν τους πά-
   » ρεις από τον κόσμο, [μόνε ναν τους φυλάξεις] από
   » τον Κακό. Δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι’] εγώ
   » δεν είμαι από τον κόσμο. Άγιασε τους μ' αλήθια•
   » ο λόγος ο δικός σου είναι η αλήθια. Καθώς εμένα μ'
   » έστειλες στον κόσμο, κι’ εγώ τους έστειλα στον κό-
   » σμο. Κι' εγώ για το καλό τους αγιάζουμαι, για ν' α-
   » γιαστούν κι’ αυτοί μ' αλήθια. Και δεν παρακαλώ για
   » αυτούς μονάχα, παρά και για όσους κάνει ο λόγος
   » τους και με πιστεύουν, για να γίνουν όλοι ένα• κα-
   » θώς, πατέρα, εσύ μαζί μου κι’ εγώ μαζί σου, [έτσι] κι’
   » αυτοί μαζί μας νάναι, που ο κόσμος να πιστεύει εσύ
   » πως μ' έστειλες. Κι' εγώ τους έδωκα τη δόξα αυτή
   » που μούδωκες, έτσι να γίνουν ένα όπως ένα εμείς,
   » εγώ μαζί τους κι’ εσύ μαζί μου, για να καταντήσουν
   » ένα, που να ξέρει ο κόσμος το πως μ' έστειλες εσύ και
   » τους αγάπησες καθώς μ' αγάπησες [κι’] εμένα. Πα-
   » τέρα, αυτούς που μούδωκες θέλω οπού 'μαι εγώ νά-
   » ναι κι’ αυτοί μαζί μου, για να θωρούν τη δόξα μου
   » που μούδωκες, γιατί μ' αγάπησες πρι να θεμελιωθεί
   » ο κόσμος, πατέρα άγιε. Κι' ο κόσμος δε σε γνώρισε,
   » μα εγώ σε γνώρισα, και γνώρισαν κι’ αυτοί εσύ πως
   » μ' έστειλες, και τ' όνομά σου τους φανέρωσα και θαν
   » τους φανερώσω, έτσι μαζί τους νάναι η αγάπη που
   » μ' αγάπησες, [καθώς] κι’ εγώ μαζί τους».

   62. Είπε αυτά ο Ιησούς, και βγήκε με τους μα-
   θητάδες του πέρα από το ξεροπόταμο των κέδρων, κι’
   εκεί 'ταν περιβόλι που μπήκε μέσα αυτός κι’ οι μαθη-
   τάδες του. Και τόξερε το μέρος κι’ ο Ιούδας ο παρα-
   δότης του, γιατί πολλές φορές συνάχτηκε με τους μα-
   θητάδες του εκεί ο Ιησούς. Πήρε λοιπόν ο Ιούδας το
   λόγο, και κλητήρες από τους πρωτοπαπάδες και τους
   Φαρισαίους, κι’ έρχεται εκεί με φανάρια και με φώτα
   κι’ άρματα. Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίζοντας όλα τα
   μελλούμενά του βγήκε και τους λέει «Πιόνε γυρεύετε;»
   Τ' αποκρίθηκαν «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους
   λέει «Εγώ είμαι ο Ιησούς». Κι' είτανε μαζί τους κι’ ο
   Ιούδας ο παραδότης του. Άμα λοιπόν τους είπε «Εγώ
   » είμαι», πήγαν πίσω και πέσανε χάμου. Πάλι λοιπόν
   τους ρώτησε «Πιόνε γυρεύετε;» Κι' εκείνοι είπαν «Τον
   » Ιησού το Ναζωραίο». Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας
   » είπα πως εγώ είμαι. Α λοιπόν εμένα γυρεύετε, αφί-
   » στε τους αυτούς να φύγουνε για ν' αληθέψει ο λόγος
   » πούπα, πως όσους μούδωκες δεν έχασα κανένα τους».
   Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος έχοντας σπαθί το τρά-
   βηξε και χτύπησε το σκλάβο του αρχιπαπά κι’ έκοψε
   τ' αυτί του το δεξύ• κι’ είταν τ' όνομα του σκλάβου
   Μάλχος. Είπε λοιπόν ο Ιησούς του Πέτρου «Βάλε το
   » σπαθί στη θήκη. Το ποτήρι που μούδωκε ο πατέρας
   » να μην το πιώ;»

   63. Ο λόχος λοιπόν κι’ ο χιλίαρχος κι’ οι κλητήρες
   των Ιουδαίων σύλλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν και
   τον πήγανε στον Άννα πρώτα• γιατί είταν πεθερός του
   Καϊάφα, πούταν αρχιπαππάς του χρόνου εκείνου. Κι'
   είταν ο Καϊάφας εκείνος που συβούλεψε τους Ιουδαίους
   πως συφέρνει να πεθάνει ένας άνθρωπος για το καλό
   του λαού. Κι' ακολουθούσε τον Ιησού ο Σίμωνας ο
   Πέτρος κι’ ένας άλλος μαθητής. Κι' ο μαθητής εκείνος
   είτανε γνώριμος του αρχιπαπά, και μπήκε μαζί με τον
   Ιησού στην αυλή του αρχιπαπά.

   64. Κι' ο Πέτρος έστεκε κοντά στην ξώπορτα όξω.
   Βγήκε λοιπόν ο μαθητής ο άλλος ο γνώριμος του αρ-
   χιπαπά, κι’ είπε της θυρωρής κι’ έμπασε τον Πέτρο.
   Λέει λοιπόν του Πέτρου η δούλα η θυρωρή «Μήπως
   » κι’ εσύ είσαι από τους μαθητάδες του αυτού τ' αν-
   » θρώπου;» Λέει εκείνος «Δεν είμαι». Κι' είταν οι
   σκλάβοι εκεί κι’ οι κλητήρες έχοντας κανωμένη αθρα-
   κιά, γιατί είταν κρύο και ζεσταίνουνταν• κι’ είταν εκεί
   μαζί μ' αυτούς κι’ ο Πέτρος και ζεσταίνουνταν. Ρώ-
   τησε λοιπόν τον Ιησού ο αρχιπαπάς για τους μαθητά-
   δες του και για τη διδαχή του. Τ' αποκρίθηκε ο Ιη-
   σούς «Εγώ ανοιχτά μίλησα του κόσμου• εγώ πάντα
   » δίδαξα μέσα στο συναγώγι και ναό όπου μαζεύουν-
   » ται όλοι τους οι Ιουδαίοι, και κρυφά, δεν είπα τί-
   » ποτα. Τι με ρωτάς; Ρώτησε όσους άκουσαν τι τους
   » είπα• να, αυτοί ξέρουν όσα είπα εγώ». Κι' άμα τάπε
   αυτά, ένας εκεί κοντά κλητήρας τούδωκε ένα χτύπημα
   του Ιησού κι’ είπε «Έτσι απαντάς στον αρχιπαπά;»
   Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μίλησα κακά, δείξε το
   » κακό• αν όμως καλά, τι με χτυπάς;»

   65. Τον έστειλε λοιπόν ο Άννας δεμένο στον Καϊ-
   άφα τον αρχιπαπά. Κι' ο Σίμωνας ο Πέτρος έστεκε
   και ζεσταίνουνταν. Τούπανε λοιπόν «Μήπως κι’ εσύ
   » είσαι από τους μαθητάδες του;» Αρνήθηκε εκείνος
   κι’ είπε «Δεν είμαι». Λέει ένας σκλάβος του αρχιπα-
   πά, όντας συγγενής εκείνου που τούκοψε τ' αυτί του
   ο Πέτρος, «Δε σε είδα εγώ στο περιβόλι μαζί του;»
   Πάλι λοιπόν αρνήθη ο Πέτρος, κι’ αμέσως λάλησε πε-
   τεινός.

   66. Λοιπόν πηγαίνουνε στ' αρχηγείο τον Ιησού από
   του Καϊάφα. Κι' είτανε πρωί. Κι' αυτοί δε μπήκανε
   μέσα στ' αρχηγείο, για να μη λερωθούν παρά να φαν
   το πάσκα. Βγήκε λοιπόν ο Πειλάτος όξω και τους λέει
   « Τι του κατηγοράτε αυτού τ' ανθρώπου;» Αποκρί-
   θηκαν και τούπαν «Αν αυτός δεν είτανε κακούργος,
   » δε σου τον παραδίναμε». Τους είπε λοιπόν ο Πει-
   λάτος «Πάρτε τον εσείς και κατά το Νόμο σας δικά-
   » στε τον». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Εμάς μας αμπο-
   » δίζεται να θανατώσουμε κανένα», για ν' αληθέψει ο
   λόγος του Ιησού, που είπε σημαίνοντας τι θάνατο εί-
   τανε να πεθάνει.

   67. Μπήκε λοιπόν πάλι στ' αρχηγείο ο Πειλάτος
   και φώναξε τον Ιησού και τούπε «Εσύ 'σαι ο βασι-
   » λέας των Ιουδαίων;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μόνος
   » σου εσύ το λες αυτό ή άλλοι σούπανε για μένα;» Α-
   ποκρίθηκε ο Πειλάτος «Μήπως εγώ 'μαι Ιουδαίος; Το
   » δικό σου έθνος κι’ οι πρωτοπαπάδες σε παραδώκανε
   » σ' εμένα• τι έκανες;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Η
   » δική μου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο ετού-
   »τον. Αν είταν απ' αυτόν τον κόσμο η βασιλεία μου,
   » οι υπερέτες μου θα πολεμούσανε να μην παραδοθώ
   » στους Ιουδαίους• μα τώρα η βασιλεία μου δεν είναι
   » από δω». Τούπε λοιπόν ο Πειλάτος «Λοιπόν βα-
   » σιλέας είσαι εσύ;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εσύ λες
   » πως εγώ 'μαι βασιλέας. Για αυτό γεννήθηκα και για
   » αυτό ήρθα στον κόσμο, για να κηρύξω την αλήθια•
   » όπιος είναι από την αλήθια μ' ακούει τη φωνή».
   Του λέει ο Πειλάτος «Τι είναι αλήθια;» Κι' αφού
   τόπε αυτό, πάλι βγήκε στους Ιουδαίους και τους λέει
   « Εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο. Κι' είναι σύστημά
   » σας να σας λευτερώνω ένανε το πάσκα• θέλετε λοι-
   » πόν να σας λευτερώσω το βασιλέα των Ιουδαίων;»
   Φώναξαν ξανά λοιπόν και λέγανε «Όχι αυτόν παρά
   » το Βαραββά». Κι' είταν ο Βαραββάς κακούργος.

   68. Τότες λοιπόν πήρε τον Ιησού ο Πειλάτος και
   τόνε βουρδούλισε. Κι' οι στρατιώτες πλέξανε στεφάνι
   απ' αγκάθια και του το φορέσανε στην κεφαλή, και
   βάζοντάς του βυσσινιά στολή πήγαιναν και του λέ-
   γανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των Ιουδαίων», και
   τόνε χτυπούσαν. Και βγήκε πάλι όξω ο Πειλάτος και
   τους λέει «Νά, σας τόνε φέρνω όξω για να δείτε πως
   » δεν του βρίσκω φταίξιμο». Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς
   όξω φορώντας τ' αγκαθένιο το στεφάνι και τη βυσσι-
   νιά στολή. Και τους λέει [ο Πειλάτος] «Νά [ο] άνθρω-
   » πος». Σαν τον είδανε λοιπόν οι πρωτοπαπάδες κι’
   οι κλητήρες κράξανε λέγοντας «Σταύρωσε, σταύρωσε».
   Τους λέει ο Πειλάτος «Πάρτε τον εσείς και σταυρώ-
   » στε τον, γιατί εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο». Τ' α-
   ποκριθήκανε οι Ιουδαίοι «Εμείς έχουμε νόμο, και κατά
   » το νόμο πρέπει να θανατωθεί, γιατί έγινε γιος του
   » Θεού». Σαν άκουσε λοιπόν το λόγο αυτό ο Πειλά-
   τος, πιο πολύ φοβήθηκε, και μπήκε στ' αρχηγείο πάλι
   και λέει του Ιησού «Από πού είσαι εσύ;» Κι' ο Ιη-
   σούς δεν τούδωκε απάντηση. Του λέει λοιπόν ο Πει-
   λάτος «Δε μου μιλείς; Δεν ξέρεις πως εξουσία έχω να
   » σ' αφίσω κι’ εξουσία έχω να σε σταυρώσω;» Τ' απο-
   κρίθηκε ο Ιησούς «Δε θάχες εξουσία απάνου μου κα-
   » μιά α δε σούτανε δοσμένη από πάνου• για τούτο αυ-
   » τός που με παράδωκε σ' εσένα έχει μεγαλύτερη α-
   » μαρτία». Για κείνο ο Πειλάτος ζήταε ναν τόνε λευ-
   τερώσει• μα οι Ιουδαίοι φώναξαν και λέγανε «Αν τον
   » λευτερώσεις, δεν αγαπάς τον Καίσαρα• όπιος γίνε-
   » ται βασιλέας, πολεμά τον Καίσαρα». Σαν άκουσε
   λοιπόν τα λόγια αυτά ο Πειλάτος, έφερε όξω τον Ιη-
   σού και κάθησε σε βήμα, σε μέρος που το λέγανε Λι-
   θόστρωτο , κι’ οβραίικα Γαββαθά . Κι' είταν η παραμονή
   του πάσκα, η ώρα ως έξη. Και λέει στους Ιουδαίους
   « Νά ο βασιλέας σας». Κράξανε λοιπόν εκείνοι «Πάρ'
   » τον, πάρ' τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πειλάτος
   « Το βασιλέα σας να σταυρώσω;» Αποκριθήκανε οι
   πρωτοπαπάδες «Δεν έχουμε βασιλέα εξόν τον Καί-
   » σαρα».

   69. Τότες λοιπόν τους τον παράδωκε να σταυρωθεί.
   Πήρανε λοιπόν τον Ιησού, και κουβαλώντας το σταυ-
   ρό του πήγε όξω στο μέρος που λέγεται Κάρας μέρος,
   που το λεν οβραίικα Γολγόθ , όπου τόνε σταύρωσαν,
   και μαζί του άλλους διο δεξιά κι’ αριστερά, και στη
   μέση τον Ιησού. Κι' έγραψε κι’ επιγραφή ο Πειλάτος
   και την έβαλε απάνου στο σταυρό• κι’ είτανε γραμέ-
   νο Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλέας των Ιουδαίων .
   Αυτή λοιπόν την επιγραφή πολλοί τήνε διαβάσανε
   Ιουδαίοι, γιατί είτανε σιμά στη χώρα το μέρος που
   σταυρώθηκε ο Ιησούς• κι’ είτανε γραμένο οβραίικα, λα-
   τινικά, ελληνικά. Λέγανε λοιπόν του Πειλάτου οι πρω-
   τοπαπάδες των Ιουδαίων «Μη γράφεις Ο βασιλέας
   » των Ιουδαίων, παρά πως είπε εκείνος Είμαι βασι-
   » λέας των Ιουδαίων «Αποκρίθηκε ο Πειλάτος «Ό,τι
   » έγραψα έγραψα».

   70. Οι στρατιώτες λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Ιη-
   σού, πήραν τα φορέματά του και τα μοίρασαν σε τέσ-
   σερα, του καθενός στρατιώτη ένα μέρος, [καθώς] και
   το πουκάμισο. Κι' είταν το πουκάμισο άρραφο, φα-
   σμένο από τα πάνου ως στην άκρη. Είπανε λοιπόν
   μεταξύ τους «Ας μην το σκίσουμε, μόνε ας βάλουμε
   » λαχνό πιος ναν το πάρει», για ν' αληθέψει η Γραφή
    Μοίρασαν τα φορέματά μου και για τη φορεσιά μου
   βάλανε λαχνό .

   71. Αυτά λοιπόν κάνανε οι στρατιώτες. Κι' έστεκαν
   κοντά στο σταυρό του Ιησού η μητέρα του, κι η α-
   δερφή της μητέρας του Μαρία η γυναίκα του Κλωπά,
   κι’ η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο Ιησούς λοιπόν σαν είδε
   τη μητέρα του και το μαθητή εκεί κοντά π' αγάπαε,
   λέει της μητέρας του «Μητέρα, να ο γιος σου»• έπει-
   τα λέει του μαθητή «Νά η μητέρα σου». Κι' από
   κείνη την ώρα την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του.
   Ύστερα ο Ιησούς σαν ένιωσε πως όλα τέλιωσαν, για
   ν' αληθέψει η Γραφή, λέει «Διψώ». Έστεκε λαγήνι
   γιομάτο ξύδι• στήσανε λοιπόν σε ύσσωπο σφουγγάρι
   γιομισμένο ξύδι και του το προσφέρανε στο στόμα.
   Λοιπόν σαν πήρε ο Ιησούς το ξύδι, είπε «Τέλιωσε»,
   και γαίρνοντας την κεφαλή του παράδωκε την ψυχή.

   72. Οι Ιουδαίοι λοιπόν, επειδή είτανε παρασκευή
   για να μη μείνουν το σάββατο απάνου στο σταυρό τα
   λείψανα (γιατί είτανε μεγάλη η μέρα εκείνη του σαβ-
   βάτου) παρακάλεσαν τον Πειλάτο ναν τους σπάσουνε
   τα σκέλια και ναν τους σηκώσουν. Ήρθανε λοιπόν οι
   στρατιώτες, και του πρώτου τούσπασαν τα σκέλια,
   [καθώς] και τ' αλλουνού του σταυρωμένου μαζί του
   σαν ήρθαν όμως στον Ιησού και πια τον είδαν πεθα-
   μένο, δεν τούσπασαν τα σκέλια, μόνε ένας στρατιώτης
   του κάρφωσε μ' ένα κοντάρι το πλευρό, και βγήκε αμέ-
   σως αίμα και νερό. Κι' ο μάρτυρας το λέει (κι’ αληθινή
   'ναι η μαρτυρία του κι’ εκείνος ξέρει πως αλήθια λέει)
   για να πιστεύετε κι’ εσείς. Γιατί έγιναν αυτά για ν' α-
   ληθέψει η Γραφή Κόκκαλο δε θαν του σπάσουν • και
   πάλε άλλη γραφή λέει Θαν τον κοιτάξουν αυτόν π' α-
   κόντισαν.

   73. Κατόπι παρακάλεσε τον Πειλάτο ο Ιωσήφ από
   την Αριμαθαία — όντας μαθητής του Ιησού, κρυφός
   όμως από φόβο των Ιουδαίων — να πάρει του Ιησού
   το λείψανο• και τον άφισε ο Πειλάτος. Ήρθε λοιπόν
   και πήρε το λείψανό του• κι’ ήρθε κι’ ο Νικόδημος-
   πούχε πάει πριν νύχτα στον Ιησού — φέρνοντας μίγμα
   μύρρων κι’ αλόης ως λίτρες εκατό. Πήρανε λοιπόν του
   Ιησού το λείψανο και το σαβάνωσαν με τα μυρουδικά
   μαζί, καθώς συνειθίζουνε να θάφτουν οι Ιουδαίοι. Κι'
   είτανε στο μέρος που σταυρώθη περιβόλι, και στο πε-
   ριβόλι μέσα μνήμα καινούριο όπου κανείς ακόμα δεν
   είχε θαφτεί• εκεί λοιπόν αφορμή η παρασκευή των Ιου-
   δαίων (γιατί είτανε σιμά το μνήμα) θάψανε τον Ιησού.

   74. Και τα πρωτοβδόμαδα η Μαρία η Μαγδαλη-
   νή έρχεται πρωί, σκοτάδι ακόμα, στο μνήμα, και θω-
   ρά την πέτρα σηκωμένη από το μνήμα. Τρέχει λοιπόν
   και πάει στο Σίμωνα τον Πέτρο και στον άλλο μαθητή
   π' αγάπαε ο Ιησούς και τους λέει «Πήραν από το
   » μνήμα τον Κύριο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν».
   Βγήκε λοιπόν ο Πέτρος κι’ ο άλλος μαθητής και πη-
   γαίνανε στο μνήμα. Κι' έτρεχαν κι’ οι διο μαζί, μα
   ο άλλος μαθητής πρότρεξε γοργότερα από τον Πέτρο
   κι’ έφτασε στο μνήμα πρώτος, και σκύβοντας βλέπει
   κατά γης τα σάβανα• όμως δε μπήκε μέσα. Έρχεται
   λοιπόν κι’ ο Σίμωνας ο Πέτρος πίσω του, και μπήκε
   μέσα στο μνήμα και θωρά κατά γης τα σάβανα, και
   το προσόψι (πούτανε στην κεφαλή του απάνου) πως
   δεν είταν κάτου με τα σάβανα, παρά κάπου εκεί τυ=
   λιγμένο χωριστά. Μπήκε λοιπόν τότες κι’ ο άλλος μα-
   θητής πούχε φτάσει πρώτος στο μνήμα, κι’ είδε και
   πίστεψε• γιατί δεν κάτεχαν ακόμα τη Γραφή, πως
   πρέπει ν' αναστηθεί από τους νεκρούς. Γυρίσανε λοιπόν
   πάλι σπίτι οι μαθητάδες.

   75. Κι' η Μαρία έστεκε κοντά στο μνήμα όξω κι’
   έκλαιγε. Καθώς έκλαιγε λοιπόν έσκυψε να δει στο μνή-
   μα, και βλέπει διο αγγέλους μέσα στ' άσπρα, καθι-
   σμένους τον ένα σιμά στην κεφαλή και τον άλλο σιμά
   στα πόδια εκεί πούχανε βάλει του Ιησού το λείψανο.
   Κι' αυτοί της λεν «Γυναίκα, τι κλαις;» Και τους λέει
   « Γιατί πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον
   » έβαλαν». Και σαν είπε αυτά, γύρισε πίσω και κοι-
   τάζει τον Ιησού που στέκουνταν, μα δεν ήξερε πως
   είναι ο Ιησούς. Της λέει ο Ιησούς «Γυναίκα, τι κλαις;
   » πιόνε γυρεύεις;» Κι' αυτή νομίζοντας πως είναι ο
   κηπουρός του λέει «Κύριε, αν εσύ τον πήρες, πες μου
   » πού τον έβαλες κι’ εγώ τον παίρνω». Της λέει ο Ιη-
   σούς «Μαριάμ». Γύρισε εκείνη και του λέει οβραίικα
   «  Ραββουνεί  », που θα πει Δάσκαλε . Της λέει ο Ιη-
   σούς «Μη μ' αγγίζεις γιατί ακόμα δεν ανέβηκα στον
   » πατέρα• μόνε πήγαινε στους αδερφούς μου και πες
   » τους Ανεβαίνω στον πατέρα μου και πατέρα σας και
   » Θεό μου και Θεό σας». Πηγαίνει η Μαριάμ η Μαγ-
   δαληνή και πληροφορεί τους μαθητάδες πως «Είδα
   » τον Κύριο» και πως «Αυτά μου είπε».

   76. Όντας λοιπόν βράδυ τότες κατά τα πρωτο-
   βδόμαδα κι’ η πόρτα κλειστή εκεί που βρίσκουνταν οι
   μαθητάδες από το φόβο των Ιουδαίων, ήρθε ο Ιη-
   σούς και στάθηκε στη μέση και τους είπε «Ειρήνη
   » σας»• κι’ αυτό σαν τόπε, τους έδειξε και τα χέρια
   [του] και το πλευρό. Χαρήκανε λοιπόν οι μαθητάδες
   όταν είδαν τον Ιησού. Πάλι λοιπόν τους είπε ο Ιησούς
   « Ειρήνη σας. Καθώς μ' έστειλε ο πατέρας, σας στέλ-
   » νω κι’ εγώ». Κι' ειπόντας αυτό φύσηξε μέσα [τους]
   και τους λέει «Πάρτε πνέμα άγιο. Όπιου συχωρέστε
   » τις αμαρτίες, συχωρεμένες τους• όπιου τις κρατήστε,
   » κρατημένες».

   77. Ο Θωμάς ως τόσο, ένας από τους δώδεκα, ο
   δίδυμος καθώς τον έλεγαν, δεν είτανε μαζί τους όταν
   ήρθε ο Ιησούς. Του λέγανε λοιπόν οι άλλοι μαθητάδες
   « Είδαμε τον Κύριο». Κι' εκείνος τους είπε «Α δε δω
   » στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δε βάλω
   » το δάχτυλό μου στα σημάδι των καρφιών και το
   » χέρι μου δε βάλω στα πλευρό του, δεν πιστεύω».

   78. Κι' οχτώ μέρες κατόπι είταν πάλι μέσα οι μαθη-
   τάδες του, κι’ ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Ιησούς
   όντας κλεισμένη η πόρτα, και στάθηκε στη μέση κι’
   είπε «Ειρήνη σας». Έπειτα λέει του Θωμά «Φέρε το
   » δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, και φέρε το
   » χέρι σου και βάλε στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι
   » άπιστος μόνε πιστός». Αποκρίθηκε ο Θωμάς και
   τούπε «Ο Κύριος μου κι’ ο Θεός μου». Του λέει ο
   Ιησούς «Γιατί μ' είδες πίστεψες• μακαρισμένοι που
   » δε δούνε και πιστέψουν».

   Πολλά λοιπόν κι’ άλλα σημάδια έκανε ο Ιησούς
   μπροστά στους μαθητάδες που δεν είναι μέσα στο βι-
   βλίο αυτό γραμένα. Όμως αυτά γραφτήκανε για να
   πιστεύετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο γιος του
   Θεού, και πιστεύοντας με τ' όνομά του νάχετε ζωή.

   79. Κατόπι φανερώθη πάλι ο Ιησούς στους μαθη
   τάδες απάνου στη λίμνη την Τιβεριάδα, και φανερώ-
   θηκε έτσι. Είτανε μαζί ο Σίμωνας ο Πέτρος κι’ ο Θωμάς
   ο δίδυμος καθώς τον έλεγαν, κι’ ο Ναθανιήλ από την
   Κανά της Γαλιλαίας, κι’ οι γιοι του Ζεβεδαίου κι’ άλ-
   λοι διο του μαθητάδες. Τους λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος
   « Πηγαίνω να ψαρέψω». Του λεν «Ερχόμαστε κι’ ε-
   » μείς μαζί σου». Βγήκαν και πήγανε μέσα στο κα-
   ράβι, κι’ εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτα• κι’ όταν
   πια ξημέρωνε, παρουσιάστηκε ο Ιησούς στην ακρο-
   λιμνιά, μα δεν ένιωσαν οι μαθητάδες πως είναι ο Ιη-
   σούς. Τους λέει λοιπόν ο Ιησούς «Παιδιά, μήπως έχετε
   » κανένα ψάρι;» Τ' αποκριθήκανε «Όχι». Κι' εκείνος
   τους είπε «Ρήξτε το δίχτυ δεξιά του καραβιού και
   » θα βρείτε». Ρήξανε λοιπόν και δε μπορούσαν πια
   ναν το τραβήξουν από το πολύ το ψάρι. Λέει λοιπόν
   ο μαθητής εκείνος π' αγαπούσε ο Ιησούς του Πέτρου
   « Ο Κύριος είναι». Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος,
   όταν άκουσε πως είναι ο Κύριος, ζώστηκε το πανω-
   φόρι (γιατί είτανε γυμνός) και ρήχτηκε μέσα στη λίμνη•
   κι’ ήρθανε με το καράβι οι άλλοι μαθητάδες (γιατί
   δεν είτανε μακριά από την ξηρά, μόνε ως διακόσες
   πήχες) σαίρνοντας το δίχτυ των ψαριών. Ότα βγή-
   κανε λοιπόν στην ξηρά, βλέπουν αθρακιά στρωμένη
   με ψάρι απάνου της βαλμένο, και ψωμί. Τους λέει ο
   Ιησούς «Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε». Βγήκε
   λοιπόν τότε ο Σίμωνας ο Πέτρος και τράβηξε το δίχτυ
   στην ξηρά γιομάτο ψάρια μεγάλα εκατόν πενήντα τρία•
   κι’ αν κι’ είταν τόσα, το δίχτυ δε σκίστηκε. Τους λέει
   ο Ιησούς «Ελάτε φάτε». Κανένας μαθητής δεν τόλ-
   μαε ναν τόνε ρωτήσει «Εσύ πιος είσαι;», γνωρίζον-
   τας πως είναι ο Κύριος. Πηγαίνει ο Ιησούς και παίρνει
   το ψωμί και τους δίνει, και το ψάρι το ίδιο. Αυτή 'ναι
   ως τότε η τρίτη φορά που φανερώθηκε ο Ιησούς στους
   μαθητάδες απ' όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς.

   80. Και σα φάγανε, λέει του Σίμωνα του Πέτρου
   ο Ιησούς «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγαπάς πιο
   » πολύ τους;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις
   » πως σ' αγαπώ». Του λέει «Βόσκε τ' αρνιά μου».
   Του λέει πάλι δεύτερη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη,
   » μ' αγαπάς;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις πως
   » σ' αγαπώ». Του λέει «Οδήγα τα προβατάκια μου».
   Του λέει τρίτη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγα-
   » πάς;» Λυπήθηκε ο Πέτρος πως τούπε τρίτη φορά
   « μ' αγαπάς», κι’ είπε «Κύριε, εσύ τα πάντα κατέ-
   » χεις• εσύ το ξέρεις πως σ' αγαπώ». Του λέει ο Ιη-
   σούς «Βόσκε τα προβατάκια μου. Αλήθια αλήθια σου
   » λέω, όταν είσουνα πιο νιος, ζώννουσουν ο ίδιος και
   » περπάταες όπου ήθελες• μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις
   » τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου
   » δε θέλεις». Και τόπε αυτό σημαίνοντας με τι θά-
   νατο θενά δοξάσει το Θεό. Κι' αυτό σαν τόπε, του λέει
   « Ακολούθα με». Γύρισε ο Πέτρος και θωρά π' ακο-
   λουθούσε ο μαθητής π' αγάπαε ο Ιησούς, αυτός που
   κι’ έπεσε κατά το δείπνο στα στήθια του κι’ είπε «Κύ-
   » ριε, πιος είναι ο παραδότης σου»• αυτόν λοιπόν όταν
   τον είδε ο Πέτρος, λέει του Ιησού «Κύριε, κι’ αυτός
   » τι;» Του λέει ο Ιησούς «Α θέλω αυτόν να μείνει ως
   » να γυρίσω, τι σε μέλει; Εσύ ακολούθα με». Βγή-
   κε λοιπόν στους αδερφούς αυτός ο λόγος πως ο μαθη-
   τής εκείνος δεν πεθαίνει. Όμως δεν τούπε ο Ιησούς
   πως δεν πεθαίνει, παρά «Α θέλω αυτόν να μείνει ως
   » να γυρίσω, τι σε μέλει;» Αυτός είναι ο μαθητής που
   κι’ είναι μάρτυρας αυτών [των περιστατικών] και τά-
   γραψε, και ξέρουμε πως είναι αληθινή η μαρτυρία του.

   Κι' είναι και πολλά άλλα πούκανε ο Ιησούς, που
   α γράφουνται ένα ένα, κι’ αυτός νομίζω ο κόσμος πως
   δε θα χωρέσει τα βιβλία τα γραμένα.
                                        ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ