Η Κόρη του Βορρά

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Κόρη του Βορρά
Συγγραφέας: Ζαν Μορεάς
Aπό την συλλογή "Τρυγόνες και έχιδναι".


Ξένος ἐρώτων καὶ δακρύων,
χωρὶς οὐδὲν νὰ μὲ κινῇ,
γελῶν διήνυον τὸν βίον,
ψυχρὸς ὡς φίλαυτος γυνή·
ὁπότε εἶδον εἰς τὰ σκότη
ἀκτὶς νὰ λάμψῃ ἱλαρά,
ἦτον ἡ φίλη μου ἡ πρώτη,
ἦτον ἡ κόρη τοῦ βορρᾶ.

Ἀνθῶν ἐστόλιζε στεφάνη
τὸ μέτωπόν της τὸ λευκόν,
ἀρχαία νύμφη μοὶ ἐφάνη,
τῆς Ἥβης, ζωντανὴ εἰκών.
Κόμη ξανθίζουσα, ἠρέμα
εἰς στήθη ἔπιπτεν ἁβρὰ,
ζωὴν μ' ἐδώρησε μ' ἓν βλέμμα
ἡ φίλη κόρη τοῦ βορρᾶ.

Ἰδέ· ἐπίχαρις προβαίνει,
νομίζεις ὅτι δὲν πατεῖ,
τὰς παρειάς της δρόσος ῥαίνει,
ἄχ! τρέμω μήπως ἀποπτῇ.
Ἐλπὶς εἰς λέξις της ἑκάστην
ἐπανατέλλει ἱερά,
θνητοί, θαυμάσετε τὸν Πλάστην·
ἰδοὺ ἡ κόρη τοῦ βορρᾶ.

Πόσον τὸ χεῖλός της ῥοδίζει
ὤ, πόσον εἶναι ῥαδινή!
Γλυκὺ τοὺς πόνους μου κοιμίζει
ἡ θεσπεσία της φωνή.
Χθὲς εἶχον θλίψιν ἀσυνήθη
ἡ γῆ μ' ἐφάνη ζοφερά·
εὐθὺς μ' ἓν νεῦμα διελύθη
τῆς φίλης κόρης τοῦ βορρᾶ.