Η Κάκια μας
| Ἡ Κάκια μας Συγγραφέας: |
Ἐκείνη ἦτο κόρη τοῦ ἀφέντη τοῦ κτήματος καὶ ἐγὼ υἱὸς ἑνὸς τῶν γεωργῶν, ἑνὸς τῶν ὑπηρετῶν τοῦ κτήματος. Μεγάλη ἡ μεταξύ μας ἀπόστασις, ἀλλὰ τὴν ἐξεμηδένιζεν ἡ ἡλικία μας ἢ μᾶλλον ἡ ἡλικία της.
Ἐγνωριζόμεθα ἀπὸ μικρά. Ὅταν ἤρχοντο εἰς τὸ κτῆμα, ἔτρεχε καὶ μ’ εὕρισκε, μόλις ἔφθανε, διὰ νὰ παίζωμεν, δεικνύουσα πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέραν προτίμησιν μεταξὺ τῶν κορασίων καὶ τῶν παιδίων τοῦ χωρίου. Καὶ ἐρρίπτετο εἰς τὸν τράχηλόν μου καὶ μὲ κατεφίλει, καὶ μ’ ἐθώπευε μὲ τ’ ἁβρά της χεράκια, ὡς ἀδελφόν. Ἐγὼ δὲ ᾔσθανόμην τὴν παιδικήν μου καρδίαν κατανυσσομένην ὑπὸ ἀνεκφράστου συγκινήσεως καὶ ὑπερηφανείας, διότι, καίτοι μικρὸς τὴν ηλικίαν, εἶχα συναίσθησιν τῆς ἀποστάσεως ἡ ὁποία μᾶς ἐχώριζε. Μὅλον ὅτι δὲ μ’ εὐχαρίστουν αἱ θωπεῖαι τῆς μικρᾶς ἀρχοντοπούλας καὶ μ’ ἐπλήρου ὑπερηφανείας ἡ φιλία της, συνεστελλόμην καὶ δὲν ἐτόλμων νὰ τῆς ἀποδώσω τὰς θωπείας της. Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐπροθυμοποιούμην νὰ τῆς γίνωμαι εὐχάριστος καὶ τὴν ἐβοήθουν, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν ἐσήκωνα διὰ νὰ περνᾶ τὰ δύσβατα μέρη, ἀνερριχώμην εἰς τοὺς βράχους διὰ νὰ κόψω ὡραῖον ἄνθος καὶ τῆς τὸ προσφέρω, συνελάμβανα πεταλούδες τῶν ὁποίων τὸ ποικίλον πτέρωμα τῆς ἐκίνει τὸν θαυμασμόν, ἐπεδίωκα εὐκαιρίας διὰ νὰ γίνωμαι ὁ μικρός της αφωσιωμένος. Καὶ ἐπλανώμεθα καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν ἡμέραν εἰς τοὺς ἀγρούς, τρέχοντες, γελώντες, παίζοντες μὲ τὴν ἠχὼ τῶν κλάδων.
Ἀλλ’ ἡμέραν τινά, ἐνῷ ἐπεστρέφαμεν ἐκ τῆς ἐκδρομής μας, συνηντήσαμεν πλησίον τῆς ἐπαύλεως τοὺς γονεῖς της, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν μεγάλως δυσαρεστηθέντες.
— Δὲν σοὖπα, Κάκια, νὰ μὴ πηγαίνῃς μ’ αὐτὸν πουθενά; εἶπεν ὁ πατὴρ σύνοφρυς. Ἀγόρι εἶσαι σὺ νὰ τρέχῃς μὲ τἀγόρια;
— Καὶ δὲν ’ντρέπεσαι, προσέθηκεν ἡ κυρία, νὰ πηγαίνῃς μὲ αὐτὸ τὸ χωριατόπαιδο, τὸν ὑπηρέτη σου;
Οἱ λόγοι οὗτοι μ’ ἐπλήγωσαν κατάκαρδα καὶ δάκρυα πικρά, δάκρυα πληβείου πρὸς τὸν ὁποῖον ρίπτουν κατάμουτρα τὴν εὐτέλειαν τῆς καταγωγῆς του, ἐπλήρωσαν τοὺς ὀφθαλμούς μου. Ἀλλ’ ἡ Κάκια ἔδραμε πλησίον μου, ὡς διὰ νὰ μὲ προστατεύσῃ, καὶ μὲ χάριεν χόλιασμα εἶπε πρὸς τοὺς γονεῖς της:
— Ἐγὼ μὲ τὸ Μῆτσο θέλω νὰ παίζω… ὁ Μῆτσος εἶνε καλός, δὲν εἶνε χωριατόπαιδο… Κι’ ἂν μ’ ἐμποδίσετε νὰ παίζω μαζῆ του, θἀρρωστήσω!
Ἡ Κάκια ἔθιξε τὴν εὐαίσθητον χορδὴν τῶν γονέων της, γνωρίζουσα πόσον ἔτρεμαν, ὁσάκις ἠσθένει. Τῳόντι δὲ οἱ γονεῖς της, πρὸς οὓς οἱ ἰατροὶ εἶχαν συστήσει νὰ τὴν ἀφήνωσι νὰ μένῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον εἰς τὸ ὕπαιθρον, διότι ἦτο ὀλίγον φιλάσθενος, δὲν ἐπέμειναν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν.
Ἡ πικρία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐνεστάλαξεν εἰς τὴν παιδικήν μου καρδίαν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, ἐξητμίσθη ταχέως ὑπὸ τὰς θωπείας τῆς Κάκιας καὶ ταχέως ἐπανεῦρον τὴν ἀμεριμνησίαν τῆς ἡλικίας μου.
Τὰ ἔτη παρήρχοντο καὶ μετὰ τῆς ἡλικίας ηὔξανεν ἡ ζωηρότης τῆς μικρᾶς μου φίλης. Ὁ βίος τὸν ὁποῖον διῆγε καθ’ ἕκαστον θέρος εἰς τὴν ἐξοχὴν τὴν μεταμόρφωνεν εἰς εὔρωστον καὶ ροδοκόκκινον κοράσιον. Ἐπήδα ὡς ἐρίφιον, ἀνερριχᾶτο εἰς τὰ δένδρα ἢ εἰς τοὺς ὤμους μου διὰ νὰ κόπτῃ ὁπώρας ἢ ἄνθη, ἐπετροβόλει, ἀεικίνητος, γελαστή, θορυβοποιός, θεότρελλη, ἀλλὰ πάντοτε χαριτωμένη, πάντοτε πλήρης ἀγάπης πρὸς τὸν Μῆτσόν της, ὡς με ἀπεκάλει.
Καὶ ἐγὼ τὴν ἐλάτρευα. Δὲν λέγω ὑπερβολήν· τὴν ἐλάτρευα καὶ ἀπὸ συναίσθησιν τοῦ μεγέθους τῆς συγκαταβάσεώς της, καταδεχομένης νὰ θεωρῇ ὡς ἀδελφὸν ἐμὲ τὸν χωρικόν, τὸν ὑπηρέτην της.
Ἦμουν μεγαλείτερος αὐτῆς κατὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ Κάκια ὑπερέβη τὸ δωδέκατον ἔτος καὶ ἐγὼ τὸ δέκατον τέταρτον, ἡ αὐτὴ ἄδολος ἀγάπη μᾶς συνέδεεν. Ἐγὼ εἶχα ἀρχίσει νὰ βοηθῶ τὸν πατέρα μου εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ κτήματος, ἐνίοτε δὲ ἐπετήρουν καὶ μικρὸν ποίμνιον ἐξ αἰγῶν καὶ προβάτων. Ἀλλ’ ὅπου καὶ ἂν ἤμουν μ’ εὕρισκεν ἡ καλή μου Κάκια καὶ μὲ παρελάμβανε σύντροφον εἰς τὰς ἐκδρομάς της. Καὶ ἐγὼ ὅμως ᾔσθανόμην ὅτι δὲν ἠδυνάμην πλέον νὰ ζήσω χωρὶς νὰ τὴν βλέπω, χωρὶς ν’ ἀκούω τὴν εὔθυμον καὶ γλυκεῖαν φωνήν της νὰ μὲ ἀποκαλῇ «Μῆτσό μου». Καὶ ὅταν κατὰ τὸ φθινόπωρον ἀνεχώρησε κατελήφθην ὑπὸ μελαγχολίας ἀπεριγράπτου. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ μαρτύριον φοβερὸν καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν μὲ ὑπεστήριζεν ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ τὴν ἐπανέβλεπα, ἴσως θ’ ἀπέθνησκα. Μαντεύετε ἑπομένως τὴν χαράν μου ὅταν τὴν ἐπανεῖδα κατὰ τὸ ἔαρ.
— Κάκια μου, τῆς εἶπα μὲ φωνὴν τρέμουσαν, ἂν ἔκανα ακόμη δέκα μέρες νὰ σὲ ’δῶ, δὲν θὰ μ’ εὕρισκες ζωντανό.
Καὶ οἱ ὀφθαλμοί μου ἐβούρκωσαν.
Ἡ Κάκια ἔλαβεν ἦθος σοβαρὸν καὶ μὲ ἠτένισε μὲ ὀξὺ ἐταστικὸν βλέμμα τελείας γυναικός, ἐννοησάσης τοὺς λόγους μου περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἐγὼ τοὺς ἐνόουν. Ἔπειτα ἐγέλασε καὶ μοῦ εἶπε, προσβλέπουσά με ἀτενῶς:
— Μ’ ἀγαπᾷς λοιπὸν πολύ, πολύ;
— Ναί, σ’ ἀγαπῶ πολύ… ὅσο δὲν ἀγαπῶ κανένα… δεν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ πόσο!
— Ἀνόητε! μοῦ εἶπε μὲ θελκτικὸν μειδίαμα καὶ μοῦ ἔδωκεν ἐλαφρὸν ράπισμα.
Ἐγὼ ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου δὲν ἐνόησα παρὰ μόνον ὅτι ἡ πρὸς τὴν Κάκιαν ἀγάπη μου ηὔξανε καὶ ὅτι ἡ Κάκια ἦτον ἀπαραίτητος εἰς τὴν ζωήν μου. Τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι ἡ πρὸς τὴν Κάκιαν ἀγάπη μου εἶχεν ἀλλοιωθῆ, εἶχε χάσει πολὺ ἐκ τῆς πρώτης ἀθῳότητος, ἀντ’ αὐτῆς δὲ εἶχε προσλάβει μίαν περιπάθειαν φλογεράν. Καὶ τώρα ὑπὸ τὰς θωπείας αὐτῆς ἐσκίρτων ὡς ἠλεκτριζόμενος καὶ φρικίασις ἀμυθήτου ἡδύτητος διέτρεχε τὰ νευρά μου.
Ἀλλὰ τὸ θέρος παρήρχετο καὶ μετὰ θλίψεως ἔβλεπα ὅτι ἔπλησίαζεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν θὰ ἐχωριζόμεθα. Ὑπὸ τῶν θλιβερῶν δὲ τούτων διαλογισμῶν κατεχόμενος, ἐκαθήμην μίαν φθινοπωρινὴν ἡμέραν εἰς τὸ ἄκρον μικροῦ ἄλσους, ὅτε αίφνης δύο μικραὶ χεῖρες ἐτέθησαν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν μου.
— Ἂν νοιώσῃς! μοῦ εἶπε φωνή, τὴν ὁποίαν συνώδευεν ὁ κρυστάλλινος γέλως τῆς Κάκιας.
— Κι’ ἂν νοιώσω, τί μοῦ δίδεις;
— Ἕνα… φιλάκι.
Ἐγερθεὶς διὰ μιᾶς τὴν ἐνηγκαλίσθην καὶ ἐκόλλησα τὰ χείλη μου ἐπὶ τῶν χειλέων της.
Ἀλλὰ μετὰ τὴν στιγμιαίαν αὐτὴν παραφοράν, κατελήφθημεν ἀμφότεροι ὑπὸ ἀμηχανίας καὶ ἐπὶ πολὺ ἐμείναμεν ἄφωνοι. Ἡ Κάκια ἔγεινε περιπόρφυρος καὶ ἔτιλλε τὰ πέταλα τοῦ ρόδου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἐν ἀμηχανίᾳ. Ἀγνοῶ δὲ πῶς μόνον τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρετήρησα ὅτι εἶχε πλέον ἀναπτυχθῆ εἰς τελείαν κόρην, ἀποκτήσασα ὅλην τὴν χάριν τῆς ἤβης, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀναστήματος καὶ τὴν θελκτικὴν τοῦ στήθους καμπύλωσιν.
Ἀλλὰ κατόπιν ἐπανεύρομεν τὴν ἀφελῆ μας οἰκειότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ἀμεριμνησίαν ἠρχίσαμεν νὰ διατρέχωμεν τοὺς ἀγρούς. Ὅταν δ’ ἐφθάσαμεν ὑπὸ μίαν γηραιὰν καρυάν, ἡ Κάκια σταματήσασα καὶ δεικνύουσα αἰώραν δεμένην εἰς πλάγιον κλάδον τῆς καρυᾶς, μοῦ εἶπε, σκιρτῶσα ἐκ χαρᾶς:
— Τί ὡραῖα! νὰ μιὰ κούνια! Νἀνέβω νὰ μὲ κουνήσῃς;
Τὴν ἐβοήθησα καὶ ἀνέβη εἰς τὴν αἰώραν. Ἐνῷ δὲ τὴν ἀνύψωνα, τὰ χείλη μας ἦλθον εἰς ἐπαφὴν καὶ ἡνώθησαν εἰς ἓν ταχὺ φίλημα. Ἀφοῦ δ’ ἐκάθησεν ἐπὶ τῆς αἰώρας, ἔλαβα τὸ σχοινίον καὶ τοῦ ἔδωκα ἰσχυρὰν ὤθησιν. Καὶ ἡ Κάκια ἤρχισε νὰ διαγράφῃ μακρὰ ἡμικύκλια εἰς τὸν ἀέρα, εἰς τὸν ὁποῖον διέχυνε τὰ κρύσταλλα τοῦ δροσεροῦ της γέλωτος καὶ ὅπως ἐφέρετο ἐσχημάτιζεν ὡς γραμμὴν διάττοντος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαμπεν ἡ χάρις τῆς δροσερᾶς της νεότητος. Καὶ ἐνῷ διήρχετο ὡς μετάρσιος μουσική, μοῦ ἔρριπτε βλέμματα τόσον γοητευτικά, ὥστε ἐμέθυα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐπὶ τέλους δὲ ἔδωκα εἰς τὸ σχοινίον τόσῳ ἰσχυρὰν ὤθησιν, ὥστε ἡ αἰώρα ἔχασε τὴν κανονικήν της τροχιὰν καὶ εἰς τὴν ἐπιστροφὴν ἤρχετο οὕτως ὥστε οἱ πόδες τῆς κόρης, προτεταμένοι ὅπως ἦσαν, διηθύνοντο κατὰ τοῦ στήθους μου καὶ θὰ μὲ ἀνέτρέπεν, ἂν ἡ καλὴ Κάκια δὲν ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν νὰ τοὺς διαστείλῃ. Οὕτω δὲ ἡ κεφαλή μου ἐνέπεσεν εἰς τὸν στρόβιλον τῶν μεσοφορίων… καὶ ἀμφότεροι ἐκ τῆς συγκρούσεως ἐπέσαμεν ἐπὶ τῆς παχείας χλόης, ἀγκαλιασμένοι καὶ συμπεπλεγμένοι· Καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη κατόπιν. Τοῦτο μόνον παραμένει εἰς τὴν μνήμην μου, ὅτι ἡ Κάκια ἔφυγεν αἰφνιδίως καὶ ὅτι δὲν τὴν ἐπανεῖδα, διότι τὴν ἐπιοῦσαν ἀνεχώρησαν εἰς Ἀθήνας.
Παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπανῆλθεν ἡ Κάκια εἰς τὴν ἔπαυλιν. Δὲν δύναμαι νὰ διηγηθῶ τί ὑπέφερα κατὰ τὰ τρία ἐκεῖνα ἔτη, διότι εἶνε ἀνεκδιήγητα. Τί ἀπέγεινεν ἡ Κάκια; διατί δὲν ἤρχετο εἰς τὸ κτῆμα; Δὲν ἠδυνάμην νὰ μάθω τίποτε ἀκριβές. Οἱ μὲν ἔλεγαν ὅτι ἐταξείδευε μετὰ τῶν γονέων της κατὰ θέρος εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄλλοι δὲ ὅτι οἱ γονεῖς τῆς ἡτοιμάζοντο νὰ τὴν ὑπανδρεύουν, κατὰ δὲ τὸ τρίτον ἔτος μάλιστα ἔμαθα ὅτι εἶχεν ἤδη ἀρραβωνισθῆ μετά τινος νέου πλουσίου.
Ἐγὼ εἶχα γείνει ὁριστικῶς ὁ ποιμὴν τῆς ἐπαύλεως καὶ διηρχόμην τὰς ἡμέρας μου κατάμονος εἰς τὰ λαγκάδια καὶ τὰ βουνά, ὅπου πάντοτε ἐσυλλογιζόμην τὴν καλήν, τὴν ὡραίαν μας Κάκιαν. Ἡ ἰδέα ὅτι ἠρραβωνίσθη, ὅτι θὰ ὑπανδρεύετο δὲν μὲ ἐπλήγωνε πολύ, διότι τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφαίνετο φυσικόν, τὸ ἐπερίμενα. Μίαν ἡμέραν θὰ ὑπανδρεύετο, καὶ ὁ σύζυγος τὸν ὁποῖον θὰ τῆς ἐξέλεγαν οἱ γονεῖς τῆς ἢ καὶ ἡ ἰδία δὲν θὰ ἦτο βεβαίως χωρικὸς καὶ πτωχός, ὡς ἐγώ, ἀλλὰ πλούσιος καὶ μορφωμένος, ὡς αὐτή. Ἀλλ’ ἐφοβούμην ὅτι θὰ μ’ ἐλησμόνει, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐπανέβλεπα πλέον συχνά ὡς πρίν, ὅτι δὲν θὰ μ’ ἔλεγε πλέον μὲ τὴν γλυκεῖαν φωνήν της «Μῆτσό μου».
Ἦμουν πλέον ἀπηλπισμένος, ὅτε κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἔμαθα μετ’ ἀνεκφράστου χαρᾶς ὅτι ἦλθεν ἡ Κάκια. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἐπέστρεφα ἐκ τῶν ἀγρῶν· καὶ ἐνῷ ἐπλησίαζα εἰς τὴν ἔπαυλιν εἶδα τὴν Κάκιαν ἐξερχομένην, ἀλλ’ οὐχὶ μόνην ὡς ἄλλοτε· ἐστηρίζετο εἰς τὸν βραχίονα ἑνὸς νέου ξανθοῦ, λίαν λεπτοφυοῦς καὶ ὠχροῦ, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο ὡς πρὸ ὀλίγου ἀναρρώσσας ἐκ μακρᾶς ἀσθενείας. Ἐσκίρτησα ἐκ χαρᾶς καὶ ἔσπευσα τὸ βῆμα, ἕτοιμος νὰ τὴν φωνάξω: Κάκια μου!
Ἀλλ’ ἡ Κάκια μας δὲν ἦτο πλέον ἡ ἰδία· εἶχε γείνει μεγάλη καὶ σοβαρὰ κυρία καὶ δι’ ἑνὸς βλέμματος παγεροῦ μὲ ἐμαρμάρωσεν εἰς ἀπόστασιν.
— Εἶνε ὁ τσοπάνος μας, εἶπε πρὸς τὸν νεανίαν ὁ ὁποῖος τὴν συνώδευε.
Καὶ ἀφοῦ ἀπεμακρύνθησαν ὀλίγα βήματα, τοῦ εἶπε κάτι τι ἄλλο εἰς τὸ οὖς, γελῶσα βεβιασμένον γέλωτα. Ὁ δὲ νέος ἐστράφη καὶ ἀφοῦ μὲ παρετήρησεν ἐπὶ στιγμὴν μετὰ περιφρονητικῆς ἐκπλήξεως, ἐγέλασε καὶ αὐτός. Ἐγὼ εἶχα ἴσως μεγαλείτερον δικαίωμα νὰ γελάσω· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γελάσω ἔκλαυσα καὶ κλαίω ἀκόμη.