Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η Ελλάς του 1910–1920/7

Από Βικιθήκη
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
Συγγραφέας:
Ἐξόρμησις


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

ΕΞΟΡΜΗΣΙΣ[1]

Ἐπὶ ὁλόκληρον αἰῶνα ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης διηυθύνετο ὑπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν συμμαχιῶν. Τὰς ἔκαμεν ἀπαραιτήτους ἡ ἐμφάνισις τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος. Διὰ τῆς «ἱερᾶς συμμαχίας» ἔγιναν ἀληθὲς σύστημα δημοσίου εὐρωπαϊκοῦ δικαίου.

Κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἡ Ἑλλὰς ἐζοῦσεν εἰς «λαμπρὰν ἀπομόνωσιν», χωρὶς νὰ εἶναι βέβαια Μεγάλη Βρεττανία.

Πλὴν τῶν ἄλλων, ἡ αἰτία πρέπει νὰ ζητηθῇ εἰς τὴν ἀθεράπευτον στρατιωτικὴν ἀδυναμίαν τοῦ τόπου. Ἐξ ἴσου ὅμως πρὸς αὐτὴν συνετέλει ὁ βυζαντινισμός, ὄχι πλέον ὡς πνευματικὴ παράδοσις ἀλλ’ ὡς ἀφετηρία συγχρόνου πολιτικῆς. Τὸ ἄθροισμα τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος εἶχε σταματήσει εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Νικηφόρου τοῦ Φωκᾶ. Τὸ οἰκουμενικὸν πατριαρχεῖον δὲν διέσωζεν ἁπλῶς τὴν κληρονομίαν τοῦ γένους. Ἐνέπνεε σημαντικὰ τὴν διπλωματίαν τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου. Ὅμοιος μὲ ὑποθηκοφύλακα, ὁ Ἑλληνισμὸς διετήρει ἐγγεγραμμένην προσημείωσιν ἐπάνω εἰς ὅλην τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον. Ἡ ἱστορία του ἦτο τίτλος καὶ ὅπλον μαζί.

Ἀλλ’ ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἐκράτουν σφικτὰ τὰς περγαμηνὰς τῶν «ἀπαραγράπτων δικαίων», ἡ ἐθνολογικὴ σύστασις τοῦ Αἵμου μετεβάλλετο ραγδαίως. Οἱ Σέρβοι κατέβαιναν εἰς τὸ Μοναστήρι, οἱ Βούλγαροι διεκδικούσαν τὸν Ἀλιάκμονα, οἱ Ἀλβανοὶ ἔσφιγγαν τὰ Γιάννενα. Αἱ εὐκαιρίαι διέφευγαν ἀπὸ τὰ χέρια τῆς Ἑλλάδος. Ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος ἐπέκρινε τὴν συνεννόησιν μὲ τὴν Σερβίαν ἕνεκα τῆς ἀμφισβητουμένης πεδιάδος τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ Ἑλλὰς κατήντησε σημεῖον νεκρὸν τῆς πολιτικῆς τῶν Βαλκανίων. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1909, ὁ Βούλγαρος πρέσβυς Ἀθηνῶν ἠρώτα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφον ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐπεθύμει νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Βουλγαρίαν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας.

«Ζωγράφος: Ποῖα ἀνταλλάγματα θὰ λάβῃ ἡ Ἑλλάς;»

«Ὁ Βούλγαρος: Τὴν διπλωματικήν μας ὑποστήριξιν διὰ νὰ σᾶς δοθῇ ἡ γραμμὴ τῆς Βερολινείου συνθήκης!».

Κατεδέχετο δηλαδὴ ἡ Βουλγαρία νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν Ἐλασσῶνα, ἐνῶ αὐτὴ θὰ ἔπαιρνε τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ Μοναστῆρι, τὴν Ἀνδριανούπολιν. Τὸ μάθημα οὐδένα ἐσυνέτιζεν. Ὀλίγους μῆνας κατόπιν ὁ Βενιζέλος ἤρχετο εἰς Ἀθήνας ὡς πληρεξούσιος τοῦ στρατιωτικοῦ Συνδέσμου. Τοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ συνομιλήσῃ μὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τοὺς ἔθεσε τὸ συγκεκριμένον ἐρώτημα:

«Ἕως ποὺ ἀκριβῶς φθάνουν αἱ ἑλληνικαὶ ἀξιώσεις; Ποίους διπλωματικοὺς συνδυασμοὺς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν πραγματοποίησίν των;». Κανεὶς δὲν κατώρθωσε νὰ ἀπαντήσῃ. Διηύθυναν εἴκοσι πέντε χρόνια μετὰ τὸν Τρικούπην τὴν ἐθνικήν διπλωματίαν τοῦ τόπου των καὶ δὲν ἤξευραν τί θέλουν. Τὰ ἐζήτουν φυσικὰ ὅλα. Δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πάρουν τίποτε!

Κατόπιν τούτων ἐρωτᾶται:

Εἶναι ὁ Βενιζέλος ὑποκινητὴς τῆς βαλκανικῆς συμμαχίας τοῦ 1912; Ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος ἱστορικὴ φιλολογία στερεῖται πραγματικῆς σπουδαιότητος. Οὐδέποτε ἡ πρωτοβουλία ἑνὸς μόνον ἀνθρώπου δημιουργεῖ μεγάλα ἐθνικὰ γεγονότα. Παραμένει ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι: Χωρὶς τὸ Γουδὶ καὶ ἄνευ τοῦ Βενιζέλου, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν συνεννόησιν τῶν κρατῶν τοῦ Αἵμου.

Εἰκοσιπενταετὴς δικηγόρος ὁ Βενιζέλος ἔγραφεν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Λευκά Ὄρη» τῶν Χανίων ὑπὲρ τῆς συμπράξεως τῶν χριστιανῶν τῆς Βαλκανικῆς. Ἀργότερα συνεβούλευε τὸ πατριαρχεῖον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς σερβικὰς ἀπαιτήσεις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπισκόπων. Οἱ φίλοι του τὸν ἤκουαν εἰς τὸ Θέρισον νὰ λέγῃ ὅτι μόνον ὁ συνασπισμὸς τῶν βαλκανικῶν θὰ ἔλυε τὸ ἀνατολικὸν πρόβλημα.

Ἡ πρωθυπουργία τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἔδωκε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ ἡ φωτισμένη πρακτικὴ μερὶς τοῦ ἔθνους.

Ἡ πολεμικὴ προπαρασκευὴ ἐχώρει δραστηρίως. Ὅσον ἐν τούτοις καὶ ἂν ἐγίνετο ἰσχυρὰ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο νὰ μονομαχήσῃ μὲ τὴν Τουρκίαν. Ὤφειλε νὰ θυσιάσῃ μέρος τῶν ἐθνικῶν της βλέψεων ὑπὲρ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν κρατῶν τῆς χερσονήσου. Μόνον ἔτσι δὲν θὰ τὰς ἔβλεπε ματαιουμένας ἐξ ὁλοκλήρου.

Τὸ Πάσχα τοῦ 1911 ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος εἶχεν ἐκδράμει εἰς τὸ Πήλιον. Ἐφιλοξένει τὸν πολὺν Μπάουτσερ, τὸν βαλκανικὸν ἀνταποκριτὴν τῶν «Καιρῶν» τοῦ Λονδίνου. Συνωμίλησαν διά μακρῶν ἐπὶ τῆς βαλκανικῆς ὁμοσπονδίας. Ὁ Ἕλλην πρωθυπουργὸς ἐπεφόρτισε τὸν Μπάουτσερ νὰ εἴπῃ, ἐπανερχόμενος εἰς Σόφιαν, τὰ ἑξῆς πρὸς τὴν βουλγαρικὴν κυβέρνησιν:

«Ὅσον καὶ ἂν εἶναι σπουδαῖαι αἱ διαφοραὶ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας δὲν πρέπει νὰ νομίζωνται ἀνυπέρβλητοι. Οἱ εἰς Μακεδονίαν ὁμοεθνεῖς των διατρέχουν κίνδυνον ἐξοντώσεως ἀπὸ τοὺς Νεοτούρκους. Πρὸς τὸ κοινὸν αὐτῶν συμφέρον τὰ δύο κράτη ὀφείλουν νὰ συνεννοηθοῦν τὸ ταχύτερον».

Ὁ Ἕλλην πρεσβευτὴς Σόφιας Πανᾶς ἔκαμνε βολιδοσκοπήσεις ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα. Οἱ Βούλγαροι ἀπήντων ἀορίστως. Ἀμφέβαλλαν διὰ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος. Εἶχαν ἄλλωστε τὴν ἀξίωσιν νὰ αὐτονομήσουν, δηλαδὴ νὰ ἐκβουλγαρίσουν ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν. Ὅταν ἐν τούτοις ἐξερράγη ἡ ἀλβανικὴ ἐπανάστασις καὶ μετ’ ὀλίγον ὁ Ἰταλοτουρκικὸς πόλεμος, ὁ Βούλγαρος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε πρὸς τὸν Πανᾶν:

«Ἡ Βουλγαρία δὲν θὰ μείνῃ ἀδιάφορος ἂν ἡ Τουρκία ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος».

«Πανᾶς: Ὥστε ὀφείλομεν νὰ ὑπολογίζωμεν εἰς σᾶς μόνον ἐὰν ἡ Τουρκία κινηθῇ πρώτη ἐξ ἑαυτῆς;»

«Τοντορώφ: Ἡ Βουλγαρία δὲν θὰ σᾶς ἐγκαταλείψῃ ὅπως εἰς τὰ 1897».

Βῆμα σημαντικόν, ὄχι ὅμως συμμαχία.

Ἀντιθέτως αἱ συνεννοήσεις Σερβίας καὶ Βουλγαρίας προώδευαν διαρκῶς. Ἤρχισαν εἰς Παρισίους κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1911 μεταξὺ τοῦ Σέρβου πρωθυπουργοῦ Μιλοβάνοβιτς καὶ τοῦ Βουλγάρου πρεσβευτοῦ Βιέννης Ριζώφ. Ἡ συνθήκη ὑπεγράφη τὴν 22αν Φεβρουαρίου 1912 εἰς Σόφιαν. Παρενέβη ἡ Ρωσσία. Ὁ μέγας δοὺξ Ἀνδρέας ἔφερεν ἔγγραφον μήνυμα τοῦ τσάρου πρὸς τὸν Φερδινάνδον μὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ λήξουν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἡ συμμαχία ἠσφάλιζε τὰ δύο κράτη ἀπὸ τὴν Τουρκίαν. Ἀπόρρητον ἄρθρον ὥριζεν ὅτι ἡ Βουλγαρία ὑπεχρεώνετο νὰ βοηθήσῃ τὴν Σερβίαν ἐναντίον καὶ τῆς Αὐστρίας. Τὸ γεγονὸς ἦτο τεραστίας σημασίας. Ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Ρωσσίας οἱ Σλαῦοι τοῦ Αἵμου συνησπίζοντο κατὰ μεγάλης εὐρωπαϊκῆς δυνάμεως. Ὁ Γάλλος πρόεδρος Πουανκαρὲ εἶπε:

«Ἡ σερβοβουλγαρικὴ συνθήκη περιέχει δύο πολέμους. Ἕνα κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἕνα ἄλλον ἐναντίον τῆς Αὐστρίας».

Ἡ Ἑλλὰς ἔμεινεν ἔξω τοῦ συνασπισμοῦ. Ὁ πρεσβευτὴς Πανᾶς ἐτήρει ἐνήμερον τὴν κυβέρνησιν τῶν Ἀθηνῶν μετὰ σπανίας ἀκριβείας. Σερβία καὶ Βουλγαρία δὲν ἐκράτουν μυστικὴν τὴν συμμαχίαν των ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσσίας Νικόλαος εἶπεν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς βουλγαρικῆς Βουλῆς Δάνεφ:

«Θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ συμπλήρωσις τῆς συμμαχίας διὰ τῆς Ἑλλάδος» [2].

Ἀνήκει ἑπομένως εἰς τοὺς μύθους τὸ λεγόμενον ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη αἰφνιδίως πρὸ τῆς σερβοβουλγαρικῆς συμμαχίας καὶ ὅτι ὁ Βενιζέλος, σπεύδων, ἔλαβε μέρος εἰς αὐτὴν ὅπως-ὅπως.

Μετὰ τὴν ἐπίσημον παρὰ τοῦ Δ. Πανᾶ πληροφόρησιν τοῦ γεγονότος, ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος Α. Κορομηλᾶς τοῦ ἔστειλεν ὁδηγίας νὰ ἐπαναλάβῃ τακτικὴν διαπραγμάτευσιν μὲ τὸν πρωθυπουργὸν Γκέσωφ. Ὁ τελευταῖος ἐζήτησε σχέδιον συνθήκης. Ὁ Κορομηλᾶς τὸ συνέταξε μαζὶ μὲ τὸν Βενιζέλον καὶ τὸ διεβίβασε. Τὸ συνώδευε μὲ μακρὰν ἐπιστολήν. Εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ἑλληνοβουλγαρικῆς συμμαχίας. Τὸ ἔγγραφον ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας στροφὰς τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας. Ἡ Ἑλλὰς ἄφηνεν ἀποφασιστικὰ μίαν μακροχρόνιον παράδοσιν διὰ νὰ ριφθῇ μὲ θάρρος εἰς τοὺς νέους δρόμους τῆς βαλκανικῆς πραγματικότητος. Ὁ πρόλογος τοῦ κειμένου ἔχει οὕτω:

«Ἀθῆναι 7/20 Ἀπριλίου 1912. Ἀριθμὸς 25. Πρὸς τὸν κ. Δ. Πανᾶν κλπ., Σόφιαν. Κύριε πρεσβευτά. Ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς δηλωθείσῃ ἐπιθυμίᾳ τοῦ προέδρου τῆς βουλγαρικῆς κυβερνήσεως, καθ’ ἃ ἀναφέρετε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 239 ἐνεστῶτος ἔτους ὑμετέρας ἐκθέσεως καὶ τῶν σχετικῶν ἡμῶν τηλεγραφημάτων, ἀποστέλλω ὑμῖν συνημμένως τὸ σχέδιον συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας συνοψίζον ἐπὶ τῶν κατ’ ἀρχὴν ἀμφοτέρωθεν γενομένων δεκτῶν ὅρων, τὰς ἀνταλλαγείσας σκέψεις περὶ καταρτισμοῦ ἀμυντικῆς συμμαχίας μεταξὺ τῶν δύο κρατῶν».

Αἱ συνεννοήσεις προσέκοπταν εἰς τὸ ἴδιον πάντοτε ἐμπόδιον: Οἱ Βούλγαροι ἐζήτουν τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Ἡ Ἑλλὰς ἤθελε νὰ καθορισθοῦν ζῶναι ἐπιρροῶν καὶ ἐνδεχομένως ἡ διανομή. Ὁ Βενιζέλος εἶδεν ὅτι ἡ συμφωνία θὰ ἐματαιώνετο ἂν δὲν ἐξεύρισκε μέσην λύσιν. Τὴν 8ην καὶ τὴν 9ην Ἀπριλίου ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Ὁ Κορομηλᾶς ἀνέγνωσε τὸ σχέδιον τῆς συμμαχίας. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλος ἠρώτησε:

«Θὰ καθορισθοῦν τελικῶς ζῶναι ἐπιρροῶν;»

Ὁ Βενιζέλος ἐπενέβη. Εἶχεν εὑρῆ τὴν λύσιν. Θὰ ἐπρότεινεν εἰς τοὺς Βουλγάρους νὰ μὴ γίνῃ λόγος περὶ διανομής. Ἀπέρριπτε τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας, χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴν συννενόησιν. Ἡ τύχη τῆς Μακεδονίας θὰ ἐκρίνετο ὑπὸ τῶν ὅπλων:

«Οἱ Βούλγαροι λησμονοῦν, εἶπεν ὁ Βενιζέλος, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀξιόμαχος. Θὰ καταλάβῃ ἐγκαίρως τὰ ἐδάφη τῶν ἀμέσων ἐν Μακεδονίᾳ ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Αἱ μέλλουσαι κατὰ τῆς Τουρκίας ἐπιχειρήσεις θὰ ἔχουν πιθανώτατα τὴν ἑξῆς μορφήν: Οἱ Βούλγαροι θὰ στρέψουν τὰς δυνάμεις των πρὸς τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ τὸν Ἕβρον. Οἱ Σέρβοι θὰ διευθυνθοῦν εἰς τὰ Σκόπια. Ἡμεῖς θὰ βαδίσωμεν κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῶν Σερρῶν. Θὰ εὑρεθῶμεν ἐκεῖ ἐγκαίρως. Ἡ διανομὴ θὰ γίνῃ κατόπιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς».

Τὸ σχέδιον τῆς συμμαχίας δὲν ἔκαμνε λόγον περὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος. Τοὐναντίον οἱ Βούλγαροι καθώρισαν ὅτι ἡ Κρήτη θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ δι’ αὐτοὺς ἀφορμὴν πολέμου μὲ τὴν Τουρκίαν. Οἱ ὑπουργοὶ τὸ παρετήρησαν. Ὁ Βενιζέλος εἶπε:

«Δὲν θὰ προκαλέσωμεν τοὺς Τούρκους μὲ τὸ κρητικὸν ζήτημα. Ἡ νῆσος εἶναι ουσιαστικῶς ἐλευθέρα καὶ πρῶτος ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὴν κάμω ἀντικείμενον συζητήσεων καὶ ἀνταλλαγμάτων πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἐὰν γίνῃ πόλεμος, ἡ ἕνωσις Κρήτης καὶ Ἑλλάδος θὰ ἐπέλθῃ αὐτομάτως, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος» [3].

Καὶ ὅμως αἱ συζητήσεις δὲν ἐτελείωναν. Ἡ Βουλγαρία ὑπωπτεύετο ὅτι ἡ ὀργάνωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἦτο ἐπιφανειακή. Εἶχεν ἄδικον. Περὶ τὰ τέλη Ἀπριλίου ἔγιναν μεγάλαι στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις εἰς τὴν πεδιάδα τῶν Θηβῶν. Μετέσχον δύο μεραρχίαι. Παρευρίσκοντο ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ διάδοχος Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Βενιζέλος. Οἱ Βούλγαροι ἔστειλαν ἐπὶ τούτῳ ἐκ Σόφιας ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ ἐπιτελείου. Δὲν ἀπέκρυψε τὴν ἱκανοποίησίν του. Δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὁ πρωθυπουργὸς Γκέσωφ ἐδήλωσε πρὸς τὸν Πανᾶν ὅτι ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ κυβέρνησις ἦσαν ἕτοιμοι νὰ κλείσουν συμμαχίαν μὲ τὴν Ἑλλάδα.

Ἡ πρότασις τοῦ Βενιζέλου ὑπερίσχυσε. Οὐδεὶς λόγος ἐγίνετο εἰς τὴν συνθήκην περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας. Ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ἔδωκε τὴν συγκατάθεσίν του.

Τὴν 17/30 Μαΐου 1912 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Σόφιας ὑπεγράφησαν ἐκ μέρους τῶν Πανᾶ καὶ Γκέσωφ τὰ κείμενα τῆς τριετοῦς ἀμυντικῆς συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδος–Βουλγαρίας ἀπὸ ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας. Αἱ κυρώσεις ἀντηλλάγησαν τὴν 15ην Ἰουνίου ἰδίου ἔτους παρὰ τοῦ βασιλέως Φερδινάνδου καὶ τοῦ ἀντιβασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Διαδόχου.

Οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ τοῦ Αἵμου ἦσαν ἐφεξῆς ἡνωμένοι ἀπέναντι τοῦ Τούρκου κατακτητοῦ. Ἡ ἑλληνοβουλγαρικὴ συμφωνία ήδύνατο νὰ εἶναι πληρεστέρα. Δὲν προῆλθαν ὅμως αἱ ἀτέλειαί της ἀπὸ σπουδὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ κυβέρνησις Βενιζέλου εἶχε ζυγίσει καλὰ καὶ τοὺς κινδύνους καὶ τὰ ὠφελήματα ἐκ τῆς ἀσαφείας τῆς συνθήκης. Ὁ Βενιζέλος ἐτόλμα μὲ ὑπολογισμόν.

Ἡ μέχρι τοῦ πρώτου βαλκανικοῦ πολέμου περίοδος παρῆλθεν ἐν τῷ μέσῳ δεινῶν περιπετειῶν. Ὁ πόλεμος Ἰταλίας καὶ Τουρκίας ἐσυνεχίζετο. Οἱ Κρῆτες ἐθεώρησαν τὸ γεγονὸς ὡς εὐκαιρίαν ἑνώσεως. Τὴν 15ην Ἀπριλίου 1912 δέκα ἐννέα βουλευταὶ τῆς νήσου ἐπεβιβάζοντο διὰ τὸν Πειραιᾶ. Συνελήφθησαν ὑπὸ ἀγγλικοῦ καταδρομικοῦ ὀλίγον ἔξω τῆς Σούδας. Ἡ θέσις τοῦ Βενιζέλου ἦτο αὐτόχρημα τραγική. Ὁ λαὸς ἠγνόει τὴν ὕπαρξιν τῆς βαλκανικῆς συμμαχίας. Ἠγνόει ὅτι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία τῆς Κρήτης ἀπήτει νὰ μὴ γίνουν ἐνέργειαι πρόωροι. Ἐπιτήδειοι παλαιοκομματικοὶ τὸν ἠρέθιζαν παριστάνοντες τὸν Βενιζέλον ὡς προδίδοντα τὴν Κρήτην χάριν τῶν μεγάλων Δυνάμεων.

Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐστάθη ἀπτόητος καὶ ἄκαμπτος. Εἰς τοὺς Κρῆτας ἔγραφε διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ ἀντιπροσώπου Χανίων Ραγκαβῆ:

«Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θυσιασθοῦν τὰ κεκτημένα διὰ τῆς σπουδῆς. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ διὰ τὴν μικρὰν Κρήτην νὰ μιμηθῇ μέγιστα ἔθνη καὶ νὰ ὑπομείνη. Οὐδεὶς γνωρίζει τί ἐκπλήξεις θὰ προκύψουν ἐκ τοῦ ἰταλοτουρκικοῦ πολέμου. Οἱ Κρῆτες λησμονοῦν ὅτι τίθενται ἀντιμέτωποι ὄχι μόνον τῆς Τουρκίας καὶ τῶν μεγάλων δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου, τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ κρητικὸν πραξικόπημα καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ἄκαιρον ρῆξιν μὲ τὴν Τουρκίαν.

Συντόνως καὶ ἄνευ ἀπωλείας μιᾶς ἡμέρας ἀσχολουμένη μὲ τὴν στρατιωτικὴν συγκρότησιν τῆς χώρας, ἡ κυβέρνησις ἀξιοῖ ὅπως εἰς τὴν γνώμην της προσαρμοθῇ ἡ γνώμη τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν τῆς Κρήτης».

Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλον, δηλώσαντα ὅτι διαφωνεῖ ἐπὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ. Τὸν ἀντικατέστησε διὰ τοῦ προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν Κ. Ρακτιβάν. Ἡ ἀστυνομία καὶ ὁ στρατὸς ἠμπόδισαν ὁμάδα Κρητῶν βουλευτῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.

Ὁ Βενιζέλος ἐδέχθη ἰδιαιτέρως ἐπιτροπὴν Κρητῶν. Τοὺς ὁμίλησε μὲ αὐστηρότητα καὶ συγκίνησιν. Αὐτοὶ ἐνοοῦσαν τὴν θέσιν του. Ἡ ἔνωσις ἐτοποθετεῖτο ἐντὸς τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ προγράμματος. Εἶχαν χρέος νὰ δείξουν πειθαρχικότητα καὶ καρτερίαν.

Δὲν θὰ ἀνέμεναν ἐπὶ πολύ.

Αἱ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1912 σφαγαὶ τῶν Κοτσάνων, ὀργανωθεῖσαι παρὰ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν ἐναντίον τῶν Σλαύων, ἐπροκάλεσαν ἀκράτητον ρεῦμα πολέμου εἰς Σερβίαν καὶ Βουλγαρίαν. Ὁ Γκέσωφ ἔλεγε πρὸς τὸν Πανᾶν:

«Ἡ Τουρκία εἶναι ἐξησθενημένη. Ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς δράσεως. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δεχθῇ τοὺς Κρῆτας; Ἰδοὺ λαμπρά ἀφορμὴ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας».

«Πανᾶς: Τὴν ἀφορμὴν αὐτὴν δὲν θὰ τὴν δώσῃ ἡ Ἑλλάς, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν καλύπτεται ὑπὸ συμμαχικῆς συνθήκης».

Ὁ γενικὸς ἐπιτελάρχης τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ Φίφτσεφ, συνομιλῶν μὲ τὸν Δ. Πανᾶν, ἀπεκάλυψεν ὅτι ὁ πόλεμος Βουλγαρίας, Σερβίας καὶ Μαυροβουνίου ἐναντίον τῆς Τουρκίας ἦτο ἀποφασισμένος καὶ χωρὶς τὴν Ἑλλάδα:

«Φίφτσεφ: Δὲν γίνεται σοβαρὸς λόγος περὶ μεταρρυθμίσεων. Ἡ Βουλγαρία θὰ πολεμήσῃ τοὺς Τούρκους μὲ τὴν βοήθειαν τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου. Θὰ παρατάξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου 500.000 ἀνδρῶν καὶ 1.500 τηλεβόλα, ἐνῷ εἶναι ζήτημα ἐὰν οἱ Τοῦρκοι συγκεντρώσουν ἐγκαίρως 300.000 μαχητῶν καὶ 850 πυροβόλα. Θὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρον τὸν βουλγαρικὸν στρατὸν εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἕβρου καὶ θὰ κτυπήσω καιρίως τὴν Τουρκίαν. Εἶμαι βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μετεῖχε καὶ ἡ Ἑλλάς. Δυνάμεθα νὰ κλείσωμεν τάχιστα τὴν στρατιωτικὴν σύμβασιν» [4].

Μετά τινας ἡμέρας ἀπετύγχανεν ἡ ρωσσικὴ ἐπέμβασις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Προσπάθεια ἐπίσης τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως πρὸς ἀναβολὴν τουλάχιστον τῆς ρήξεως διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμίαν εὕρισκεν ἠχὼ εἰς Σόφιαν καὶ Βελιγράδι. Τὴν 27 Αὐγούστου 1912, ὁ Δ. Πανᾶς ἐτηλεγράφει εἰς Αθήνας:

«Συνωμίλησα ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἡ ρωσσικὴ πρότασις δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία εἶναι ἀμετακλήτως ἀποφασισμέναι νὰ πολεμήσουν κατὰ τῆς Τουρκίας. Ὁ Γκέσωφ μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ Σερβία ἐπισπεύδει τὴν ρῆξιν».

Ὁ Γκέσωφ συνιστᾷ εἰς τὸν Πανᾶν νὰ σταλῇ τὸ ταχύτερον Ἕλλην ἀξιωματικὸς εἰς Σόφιαν διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύμβασιν. Ὁ Βενιζέλος συνεννοεῖται μὲ τὸν ἀντιβασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ τὴν νύκτα τῆς 31 Αὐγούστου, ὁ λοχαγὸς τοῦ Μηχανικοῦ Ἰω. Μεταξᾶς ἀνεχώρει εἰς Σόφιαν [5].

Παρὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Μεταξᾶ, ἡ κυβέρνησις ἐμελέτα ἀκόμη ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον. Τὴν ἀπησχόλει ἡ ἔλλειψις συνθήκης διανομῆς τῆς Μακεδονίας. Ὁ Βενιζέλος ἐβασάνιζεν ἐπὶ ἡμέρας τὸ πρόβλημα. Ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Κορομηλᾶς ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς δράσεως. Ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως συνεκάλεσε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐκφρασθεὶς οὕτω:

«Ἡ συνθήκη μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν εἶναι ἀμυντική. Δὲν εἴμεθα ἑπομένως ὑπόχρεοι νὰ πολεμήσωμεν. Ἀλλ’ ἡ Βουλγαρία μὲ τὴν Σερβίαν ἀπεφάσισαν τὸν πόλεμον καὶ μᾶς ἐκάλεσαν νὰ λάβωμεν μέρος. Ἂν μείνωμεν οὐδέτεροι, θὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύο: Ἢ θὰ νικήσουν τὰ σλαυϊκὰ κράτη καὶ ἡ Ἑλλὰς μένει ἐσαεὶ εἰς τὴν Μελούναν. Ἢ νικᾷ ἡ Τουρκία καὶ χάνεται διὰ παντὸς ὁ Ἑλληνισμός. Ἂς ἀφήσωμεν ὅτι εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἡ Ρωσσία θὰ μᾶς θεωρήσῃ προδότας τῆς χριστιανικῆς ἰδέας.

Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δράσωμεν καὶ χωρὶς συμφωνίαν διανομῆς» [6].

Ὁ ἀντιβασιλεὺς καὶ ἡ κυβέρνησις ἐνέκριναν τὴν γνώμην τοῦ πρωθυπουργοῦ.

Κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου χρόνον, ὁ Βενιζέλος ἔγραφεν ιδιοχείρως πρὸς τὸν Πανᾶν:

«Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον ὅπως, συναφῶς μὲ τὴν στρατιωτικὴν σύμβασιν διαπραγματευθώμεν ἐδαφικὰ ζητήματα καὶ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστον κράτος θὰ ζητήσῃ μετὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τοῦ ἐντελῶς λεπτοῦ, πιθανὸν νὰ ματαιωθῇ πᾶσα συνεννόησις, ἂν μάλιστα αἱ διαπραγματεύσεις διεξαχθοῦν μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ γίνουν ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις. Ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων θὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Βουλγαρίαν νὰ δράσῃ πρὸς τὴν Ἀδριανούπολιν, θὰ ἀφήσῃ δὲ ὡς πεδίον δράσεως εἰς τὴν Σερβίαν τὸ βιλαέτιον τοῦ Κοσόβου. Ἡ Βουλγαρία θὰ κάμῃ εἰς τὴν Σερβίαν παραχωρήσεις μέχρι Σκοπίων. Μᾶς εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μάθωμεν τὰς παραχωρήσεις ταύτας ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο. Ἡ αὐτὴ δύναμις τῶν πραγμάτων θὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν Θεσσαλονίκην, Μοναστήριον καὶ Σέρρας. Ἡ Βουλγαρία θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὅπως ὑποχωρήσωμεν εἰς τὰ ζητήματα Θράκης, Ἀδριανουπόλεως καὶ τῆς ἀκτῆς, τῆς ἀνατολικῶς τῆς Καβάλλας, ὥστε νὰ μὴ ἀντιτάξῃ ἀπόλυτον ἄρνησιν πρὸς παραχώρησιν ἡμῖν τῆς Φλωρίνης, Βοδενῶν, Θεσσαλονίκης καὶ τοῦ διαμερίσματος Σερρῶν. Οὕτω τὰ τμήματα τὰ κατοικούμενα ὑπὸ συμπαγοῦς ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, δηλαδὴ μετὰ τὴν μεγάλην καμπὴν τοῦ Ἕβρου πρὸς δυσμάς, θὰ ἐξαιρεθοῦν τῶν βουλγαρικῶν κτήσεων. Δὲν θὰ ἀνακοινώσετε ταῦτα τῇ βουλγαρικῇ κυβερνήσει» [7].

Καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου Δαγκλῆν ἐπανελάμβανε:

«Τρεῖς ἑβδομάδας μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου θὰ ἔχωμεν φθάσει εἰς τὴν γραμμὴν Μοναστηρίου–Σερρῶν» [8].

Ὁ στρατηγὸς ἐξέφραζεν εὐλόγους ἀμφιβολίας. Ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς δὲν ἐπροφήτευε. Παρώρμα πρὸς δρᾶσιν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεώνετο νὰ πολεμήσῃ, εἶχε χρέος καὶ νὰ νικήσῃ. Τὸ θὰ φθάσωμεν, ἐσήμαινε «πρέπει νὰ φθάσωμεν». Ἀπὸ τὸ ζύγισμα τῶν περιστάσεων ἐξήρχετο σάλπισμα ραγδαίας ἐνεργείας. Μόνον δι’ αὐτῆς θὰ κατελάμβανεν ὁ Ἑλληνισμὸς ὅσα ἡ ζωτικότης του θὰ κατέκτα.


Μελούνα!

Τεῖχος πελώριον, πρὸ τοῦ ὁποίου ἐθραύοντο ἐλπίδες, πόθοι καὶ ἡ ὁρμὴ δύο γενεῶν Ἑλλήνων. Μετὰ τὴν Κούτραν, κατόπιν ἀπὸ τὸ Ἐνενῆντα Ἑπτά, ὑψώνετο εἰς τὸ τέρμα τῶν θεσσαλικῶν πεδιάδων ὡς ὁρόσημον αἴσχους, ὡς μορμολύκειον ἀπειλῆς. Ὁ χλωμὸς Πηνειὸς ἐσύρετο ταπεινὰ εἰς τὰ πόδια της, ἔμβλημα αὐτὸς ὑποταγῆς ἐνώπιον τοῦ κατακτητοῦ.

Ἡ Μελούνα δὲν παρίστανε τὴν τουρκικὴν δύναμιν. Δὲν ἀπετέλει σύμπλεγμα σοφῶν ὀχυρώσεων ἐναντίον ἐπιθέσεως. Ἦτο θρῦλος. Σύμβολον τῆς ἑλληνικῆς ἀδυναμίας. Μῦθος εἰς βάρος ἑνὸς λαοῦ, ποὺ δὲν ἐτόλμα νὰ ψηλώσῃ τὸ μέτωπον. Οἱ Τοῦρκοι δὲν μᾶς ἐπετήρουν ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω. Μᾶς ἐπροκαλοῦσαν. Μᾶς ἐμυκτήριζαν.

Ὅταν οἱ Ἕλληνες ἐνόησαν ποίας πηγὰς ἀρετῆς ἐγκλείει ἡ ἐλευθερία. Ὅταν ἐκατάλαβαν ὅτι τὰ δικαιώματά των ἔπρεπε νὰ τὰ στηρίξουν εἰς τὸν Λόγον καὶ ὄχι εἰς τὰ λόγια· ὅταν ἀπέθεσαν τὴν ἀποφασίν των ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς, τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς πειθαρχίας· ὅταν ἐξώρισαν ἀνηλεῶς ἀπὸ τὸ λεξιλόγιόν των τὸν ἄδειον κομπασμὸν καὶ τὸν ἀντικατέστησαν μὲ τὴν πρᾶξιν, ἡ Μελούνα δὲν ὑπῆρχε. Ἔγινεν ἴσωμα. Αἱ ἑλληνικαὶ μεραρχίαι εὑρίσκοντο στὴν Τσαρίτσαινα καὶ τὰ στρατιωτάκια ἐρωτοῦσαν:

«Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ Μελούνα;!»

Δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι τὴν εἶχαν προσπεράσει.

Ἔτσι πρέπει να κριθῇ ἡ ἑλληνικὴ ἐξόρμησις τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 1912: Ὡς ἅλμα ὁμάδος. Ὁλόκληρος λαὸς εἶχε τὴν ρώμην τῆς ὁρμῆς ἐπειδὴ ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνεσάρκωναν τὸ παρελθόν.

Εἰς τὸ ἄθροισμα, εἰς τὸ σύνολον, θὰ ἀναζητηθῇ ἡ ἐπιτυχία τῶν δύο πολέμων, αἱ νίκαι ποὺ συνώδευσαν τὴν ἑλληνικὴν ἔφοδον ἀπὸ τοῦ Τυρνάβου μέχρι τοῦ Ρίλου. Ἡ πολιτικὴ διεύθυνσις τοῦ πολέμου, ὁ Βενιζέλος καὶ οἱ συνεργάται του, ἐνήργουν ὡς πιστοὶ ἐντολοδόχοι τῶν νέων ἐπὶ τῆς ἐξουσίας κοινωνικῶν στρωμάτων. Ἐπροσωποποιοῦσαν τὴν σύνεσιν, τὸν πραγματολογισμόν, τὴν σοβαρὰν ἀποφασιστικότητα. Δι’ αὐτὸ ἐπετύγχαναν.

Ὁ στρατὸς ἐνίκα ὡς ὁμάς.

Ὁ διοικητής του διάδοχος Κωνσταντῖνος εἶχε σπουδαῖα προσόντα. Ἐγνώριζε τὸν στρατιώτην, τὸν ἐπονοῦσε, ἤξερε νὰ τὸν ἐμπνέῃ. Κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ἁμαξι του καὶ ἀνέβαζεν εἰς αὐτὸ τοὺς τραυματίας. Ἐνοοῦσε τὴν τέχνην τοῦ πολέμου. Τοῦ ἔλειπεν ἡ ἰδιοφυΐα, ἡ ταχεῖα σύλληψις τῆς στιγμῆς, ἡ ἀστραπὴ τοῦ ἀπροόπτου. Ἦτο ἀρχηγός, ὄχι στρατηγός.

Τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον ἐπεβλήθη διὰ τοῦ γοήτρου τοῦ ἀρχιστρατήγου. Ἀπὸ τοὺς ἀρχηγούς του Δαγκλῆν καὶ Δούσμανην μέχρι τοῦ τελευταίου βοηθοῦ κανεὶς γενικὸς ἐπιτελὴς δὲν εἶχε διοικήσει. Δὲν περιεῖχεν οὔτε ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ πεζικοῦ. Ὁ Μεταξᾶς, ὁ Στρατηγός, ὁ Πάλλης, ἦσαν μαθηταὶ μεγάλης σχολῆς, εἶχαν ἐπιμέλειαν καὶ σοφίαν, ἐσχεδίαζαν ἄριστα, εὑρίσκοντο ὅμως μακρὰν κάθε ἐπαφῆς μὲ τὸ ἀγωνιζόμενον στράτευμα. Ἡ ἐκτέλεσις τοὺς διέφευγεν ὄχι μόνον ὡς διεξαγωγὴ μάχης ἀλλὰ καὶ ὡς συνισταμένη ἀντοχῆς καὶ ὡς γνῶσις τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατιώτου.

Αἱ μεραρχίαι καὶ τὰ ἐπιτελεῖα των ἦσαν ὠργανωμένα καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ γενικοῦ στρατηγείου. Ἐκ τῶν ἑπτὰ μεράρχων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ Ἠπείρου τέσσαρες ἤρχοντο ἐκ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τρεῖς τοῦ μηχανικοῦ. Ἀνῆκαν ὅλοι εἰς τὰ σοφὰ ὅπλα, ἐνῷ τὸν πόλεμον τὸν ἔκαμνε, πρὸ εἴκοσι πρὸ πάντων ἐτῶν, ὁ πεζός.

Διὰ τοῦτο τὸ Σαραντάπορον ἐσχεδιάσθη ἄριστα καὶ ἐπραγματοποιήθη πλημμελῶς. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον τὰ Γιαννιτσὰ ἦσαν πόλεμος τύχης, διὰ τοῦτο ἐτυραννήθη εἰς τὸ Μπιζάνι ὁ Ἕλλην, δι’ αὐτὸ τὸ Κιλκὶς σημαίνει φρικτὴν αἱμορραγίαν καὶ διαφυγὴν τοῦ ἐχθροῦ.

Αἱ ἐλλείψεις ἐκεῖναι· τὸ ἀνάσκητον τῶν στελεχῶν, παρὰ τὴν προσπάθειαν τῆς γαλλικῆς ἀποστολῆς· ἡ ἀπουσία συνοχῆς μεταξὺ τῶν διοικούντων καὶ διοικουμένων, ὁ ἐλαττωματικὸς ἐφοδιασμός, ἀνεπληρώθησαν ὑπὸ τῶν γενικῶν ἀρετῶν. Ὁ ἀρχιστράτηγος ἕως τὸν τελευταῖον ἄνδρα, ἔδειξαν αὐταπάρνησιν, φιλοτιμίαν, συναδελφότητα, ἄγνωστον εἰς ἄλλους στρατούς, καρτερίαν, ὁρμήν. Εἰς τὸ Σαραντάπορον ὁ Πολυχρονόπουλος, εἰς τὰ Γιαννιτσὰ ὁ Ἠλιόπουλος, ἐφονεύοντο ἔφιπποι ἢ ὀρθοὶ πρὸ τῶν στρατιωτῶν, μὲ τὸ περίστροφον στὸ χέρι, μὲ τὴν κραυγήν:

«Δὲν ἠμποροῦμε πιὰ νὰ ζήσουμε!»

Εἰς τὸ Κιλκίς, ὁ Κουτήφαρης διέκοπτε τὸ ψυχορράγημά του μὲ τὰς λέξεις:

«Προχωροῦμεν, μεγαλειότατε!

Εἰς τὴν Κρέσναν ὁ Βελισσάριος ἐφώναζε πρὸς τοὺς συντρόφους του:

«Τί; φυσίγγια δὲν ἔχετε; Μὲ τὶς πέτρες πάρτε τους, μωρέ!»

Ὅταν τὸ γύρισμα τῶν καιρῶν φέρῃ ἄλλας γενεὰς ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῆς, κάποιος θὰ συνθέσῃ τὴν ἐποποιίαν τοῦ Δώδεκα-Δεκατρία. Ἀλλ’ οἱ δύο πόλεμοι δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιζήσουν ὡς ἡρωϊκὴ μόνον παράδοσις. Ἔχουν βαθυτάτην πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν οὐσίαν. Ἐδημιούργησαν ἀξίας, ὕψωσαν εἴδωλα, κατειργάσθησαν εὐρείας ψυχολογικὰς μεταβολάς. Ἡ ἐποχή μας ἀντηχεῖ ἀκόμη τὸν μέγαν ἀλαλαγμόν των.

Ἐὰν οἱ Ἕλληνες τῆς αὔριον μάθουν νὰ τοὺς ἀτενίζουν, τοὺς δύο ἐκείνους πολέμους, χωρὶς προκαταλήψεις· ἐὰν τοὺς ἰδοῦν ὡς καρπὸν ὁμαδικῆς προσπαθείας καὶ ὄχι ὡς κατόρθωμα πέντε-δέκα προσώπων. Ἐὰν ἀποδώσουν εἰς τοὺς ἑαυτούς των ὅ,τι πράγματι τοὺς ἁρμόζει ἀπὸ τὴν νίκην, ὁ τόπος αὐτὸς θὰ ἠμπορῇ νὰ ὑπερασπίζῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐλευθερίαν του μὲ ὅσην αυτοθυσίαν τὸ ἔπραξε κατὰ τὸ παρελθόν.


Πρὶν ἀκόμη καταρτισθῇ ἡ στρατιωτικὴ σύμβασις Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, κατέστη ἄφευκτος ὁ βαλκανικὸς πόλεμος. Πλὴν ἄλλων γεγονότων, τὴν 14ην Σεπτεμβρίου ἡ Τουρκία ἐκήρυξεν αἰφνιδίως τὴν ἐπιστράτευσιν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων Θράκης. Ἡ εἴδησις ἐπροκάλεσε ζωηρὰν ταραχὴν εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Οἱ σύμμαχοι ἐστήριζαν τὴν ἐπιτυχίαν των εἰς τὴν ταχύτητα τῆς κινητοποιήσεως. Ἂν ἡ Τουρκία τοὺς ἐπρολάμβανεν, ὁ πόλεμος ἐκινδύνευεν. Αἱ κυβερνήσεις Σόφιας, Βελιγραδίου καὶ Μαυροβουνίου ἐκήρυξαν ἀπὸ συμφώνου γενικὴν ἐπιστράτευσιν. Ὁ Βούλγαρος πρωθυπουργὸς ἔστειλε τὸ ἑξῆς ἐπεῖγον τηλεγράφημα εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις πρεσβευτήν του:

«Πρωθυπουργὸς Βουλγαρίας ἐκ Σόφιας πρὸς τὸν κύριον Χατζημῆσεφ Ἀθήνας: Ἡ τουρκικὴ ἐπιστράτευσις ἤρξατο. Ἐπιμείνατε παρὰ τῇ ἑλληνικῇ κυβερνήσει ὅπως διατάξῃ μεθ’ ἡμῶν γενικὴν ἐπιστράτευσιν. Ὡς ἀντάλλαγμα θὰ περιλάβωμεν τὸ κρητικὸν ζήτημα εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύμβασιν. Συστήσατε ὡσαύτως κ. Κορομηλᾷ ἀποφύγῃ μακρὰς διαπραγματεύσεις μετὰ Σερβίας (ὑπογρ.) Γκέσωφ» [9].

Ἐν τούτοις ὁ γενικὸς ἐπιτελάρχης Φίφτσεφ καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Γκέσωφ ἠρνοῦντο ἀπέναντι τῶν Πανᾶ–Μεταξᾶ νὰ κανονίσουν τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας [10].

Ὁ Κορομηλᾶς συνεσκέφθη μετὰ τοῦ Βενιζέλου καὶ τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Οἱ τρεῖς ἀπὸ κοινοῦ καὶ κατόπιν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπεφάσισαν νὰ ζητήσουν τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιον ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν κήρυξιν τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν θὰ ἐζητεῖτο ἐξ ἄλλου ρητὴ δήλωσις ὅτι τὸ κρητικὸν ζήτημα ἀπετέλει ὅρον κύριον συμμαχικῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν δύο χωρών. Ὅταν τὴν ἑσπέραν ὁ Χατζημῆσεφ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Εξωτερικῶν, ὁ Κορομηλᾶς τοῦ ἐδήλωσε:

«Ἡ Ἑλλὰς ἐπιστρατεύει ἀπόψε τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις της».

Ὁ πρεσβευτὴς ἀπήντησε:

«Ἡ Βουλγαρία, Σερβία καὶ τὸ Μαυροβούνιον ἔπραξαν τὸ ἴδιον. Ἡ Κρήτη περιλαμβάνεται εἰς τοὺς ὅρους τῆς στρατιωτικής συμβάσεως» [11].

Τὸ διάταγμα τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Ἑλλάδος ἐδημοσιεύθη τὸ πρωΐ τῆς 17ης Σεπτεμβρίου 1912. Τὰ προκαταρκτικὰ μέτρα ἤρχισαν ἐφαρμοζόμενα ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου.

Πέντε ἡμέρας ἔπειτα ὑπεγράφοντο εἰς Σόφιαν τὰ κείμενα τῆς ἑλληνοβουλγαρικῆς στρατιωτικῆς συμβάσεως ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ Πανᾶ, τοῦ λοχαγοῦ Μεταξᾶ, τοῦ πρωθυπουργοῦ Γκέσωφ καὶ τοῦ ἐπιτελάρχου Φίφτσεφ. Ἡ Ἑλλὰς ὑπέσχετο νὰ παρατάξῃ 120.000 μαχητῶν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους ὑπὲρ τῶν συμμάχων. Ἡ Βουλγαρία θα διέθετε 300.000 ἀνδρῶν. Τὸ 6ον ἄρθρον ὥριζεν ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐδέχετο τοὺς Κρῆτας βουλευτὰς καὶ ὑφίστατο ἐκ τούτου ἐπίθεσιν τῆς Τουρκίας, ἡ Βουλγαρία θὰ ἐβοήθει τὴν σύμμαχόν της δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν δυνάμεων.

Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κρήτη ἦτο ουσιαστικῶς ἡνωμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα.

Ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς μετέβη εἰς τὸ βουλγαρικὸν ἐπιτελεῖον καὶ συνειργάσθη μετὰ τοῦ Φίφτσεφ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῶν πολεμικῶν κατὰ τῆς Τουρκίας ἐπιχειρήσεων.

Ἡ ταυτόχρονος ὅμως ἐπιστράτευσις τῶν βαλκανικῶν κρατῶν παρήγαγε δεινὴν ταραχὴν μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν κυβερνήσεων. Ἐφοβοῦντο τὸν πόλεμον καὶ τὰς γενικωτέρας περιπλοκάς του. Ἡ Ρωσσία προσεπάθησε ματαίως νὰ συγκρατήσῃ τοὺς τέσσαρας συμμάχους. Τὸ ἔντονον ὕφος τοῦ ὑπουργοῦ της Σαζόνωφ δὲν ἐπροξένει ἐντύπωσιν.

Εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ἔφεδροι προσήρχοντο μετὰ σοβαρότητος καὶ πειθαρχίας. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις εἶχε νὰ ὑπερνικήσῃ τοὺς δισταγμοὺς τοῦ στέμματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀντιβασιλεὺς διάδοχος Κωνσταντῖνος ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς καὶ πολύτιμος βοηθὸς τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργείου εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς δράσεως. Εἴτε ὡς ἀναπληρῶν τὸν ἀπουσιάζοντα πατέρα του, εἴτε ὡς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ ἐνίσχυε διαρκῶς τὴν κυβέρνησιν. Ὁ Βενιζέλος εἶπε περὶ αὐτοῦ:

«Ἔβλεπες τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ξεπλύνῃ τὸ Ἐνενῆντα Ἑπτά».

Ἀντιθέτως ὁ Γεώργιος ἔτρεμεν εἰς τὴν ἀνάμνησιν τοῦ πολέμου ἐκείνου. Δὲν ἐλησμόνει ἐξ ἄλλου ὅτι οἱ Βούλγαροι ἐξηπάτησαν τὸν Τρικούπην. Ἀπὸ μακρὰν συνεβούλευεν ἐφεκτικότητα. Τὴν 18ην Σεπτεμβρίου ἡ κυβέρνησις τὸν παρεκάλεσε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ταχύτερον, διότι ὁ διάδοχος θὰ ἀνελάμβανε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελῇ χρέη ἀντιβασιλέως. Ὁ Γεώργιος ἀπήντησε:

«Κοπεγχάγη, 13/26 Σεπτεμβρίου 1912. Ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας. Διὰ Πανᾶ καὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Βουλγάρου ἐπιτετραμμένου προσπαθήσατε, ἐκ παντὸς μέσου, νὰ ματαιωθῇ ἡ ἐπιστράτευσις. Μὴ λησμονῆτε τὴν εἰρηνικὴν διακοίνωσιν τῆς Ρωσσίας. Εἶναι δύσκολον νὰ θεωρηθῇ πρόκλησις πολέμου ἡ συγκέντρωσις τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς Ἀδριανούπολιν. Ἡ Βουλγαρία ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις παρὰ τῆς Τουρκίας ἐπὶ τῶν μεταρρυθμίσεων. Ἐν ἀρνήσει αὐτῆς, νὰ ἀρχίσῃ δρᾶσιν καὶ θὰ ἀκολουθήσωμεν. Εὐρισκόμεθα ἐν πλήρει στρατιωτικῇ ἀναδιοργανώσει καί, ἂν λήξῃ ὁ ἰταλοτουρκικὸς πόλεμος, θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰς συγκοινωνίας μας ἀπὸ θαλάσσης. Δὲν ἔχομεν πλοῖον μάχης ἄλλο ἐκτὸς τοῦ «Ἀβέρωφ». Ἀναχωρῶ τὸ ταχύτερον καὶ θὰ διέλθω ἐκ Παρισίων, Βιέννης ἵνα πληροφορηθῶ. (Ὑπογρ.) Γεώργιος [12]».

Ὁ Κορομηλᾶς ἐξήγησεν ἀμέσως εἰς τὸν βασιλέα ὅτι ἡ βαλκανικὴ συμμαχία ἀπέκλειε πᾶσαν ὑπόνοιαν ἀπιστίας ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Ὁ Γεώργιος ἐνέκρινε τότε τὴν ἐπιστράτευσιν. Προηγουμένως ἄλλως-τε εἶχε γράψει ἀπὸ τὸ Αἴξ-Λεμπαίν:

«Ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κυρίου Βενιζέλου».

Κατόπιν νέας προσκλήσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὁ βασιλεὺς ἐπανήρχετο εἰς Ἀθήνας. Τὸ πρωῒ τῆς 26 Σεπτεμβρίου, ἡ «Ἀμφιτρίτη» ἔπλεε τὸν Κορινθιακὸν κόλπον. Ὁ Βενιζέλος, ἐπιβαίνων ἀντιτορπιλλικοῦ, ἀνέμενεν εἰς Ἰσθμίαν. Ἀνελθὼν ἐπὶ τῆς θαλαμηγοῦ ἐξέθεσεν εἰς τὸν μονάρχην τὰ πράγματα καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ συμπολεμήσῃ μετὰ τῶν σλαυϊκῶν κρατῶν ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις τῶν γεγονότων μεταβάλλετο εἰς φλογερὰν ἀποστροφήν. Ὁ πρωθυπουργὸς ἔλεγε:

«Μεγαλειότατε! Τὸ ἔθνος εἶνε ἕτοιμον καὶ βοηθεῖται ὑπὸ συμμάχων! Θὰ νικήσωμεν. Μετὰ δέκα πέντε ἡμέρας θὰ εἴμεθα εἰς Θεσσαλονίκην. Μετ’ ὀλίγον ἔχομεν τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς βασιλείας σας. Θὰ τὴν ἑορτάσωμεν μὲ μίαν Ἑλλάδα, διπλασίαν τῆς σημερινῆς» [13].

Ὁ Γεώργιος παρηκολούθει προσεκτικά. Ἐνίοτε ἐπανήρχετο εἰς τὸν φόβον μήπως ἡ Βουλγαρία ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ὅμως ἤκουσε τὴν πρόβλεψιν περὶ Θεσσαλονίκης διέκοψε:

«Βασιλεύς: Μὴν τὸ λέτε αυτό, κύριε πρόεδρε».

«Βενιζέλος: Διατί, Μεγαλειότατε; Ἔχομεν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ φθάσωμεν ἐντὸς δύο ἑβδομάδων εἰς Θεσσαλονίκην. Θὰ εἰσέλθωμεν πρώτοι».

«Βασιλεύς: Ἀδύνατον! Τὴν Θεσσαλονίκην τὴν θέλει ἡ Αὐστρία».

Ὁ πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε τότε τὴν γνώμην καθ’ ἣν ἡ κάθοδος τῆς Αὐστρίας εἰς τὸ Αἰγαῖον θὰ διετάρασσε τὴν εὐρωπαϊκὴν ἰσορροπίαν. Ἐθίγοντο διεθνῆ συμφέροντα. Δὲν συνέβαινε τὸ αὐτὸ μὲ τὴν ἑλληνικὴν κατοχήν. Ὁ Γεώργιος ἐπέμεινεν. Ἦτο παλαιὸς φίλος τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Αὐστρίας καὶ ἐγνώριζε καλὰ τὴν διπλωματίαν τῆς Βιέννης. Ὁ Βενιζέλος ἐπεκαλέσθη τὸ τελευταῖον του ἐπιχείρημα:

«Βενιζέλος: Κατὰ τὴν γνώμην σας ἡ Θεσσαλονίκη είναι χαμένη διὰ τὴν Ἑλλάδα. Θὰ τὴν καταλάβῃ ὁπωσδήποτε ἡ Αὐστρία. Δὲν νομίζετε προτιμότερον νὰ τὴν πάρη ἀπὸ ἡμᾶς παρὰ ἀπὸ ἄλλον; Πάντως ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν κάτι εἰς ἀντάλλαγμα».

«Γεώργιος: Αὐτὸ εἶναι σοφόν! Συμφωνῶ μαζί σας».

Εἰς τὰς Ἀθήνας ἀνέμεναν αἱ ἀρχαὶ μὲ τὸν διάδοχον ἐπὶ κεφαλῆς καὶ πολὺς λαός. Ἡ ὑποδοχὴ ἦτο ἐγκαρδία, χωρὶς περιττοὺς ἐνθουσιασμούς. Ὁ Γεώργιος συνεχάρη τοὺς πολίτας διὰ τὴν σοβαρότητά των. Ἀλλὰ τὸ φάσμα τοῦ Ἐνενῆντα Ἑπτὰ τὸν κατεδίωκε. Τὶς οἶδε τὶ ἐνθυμούμενος καὶ φοβούμενος, προσέθεσε:

«Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι αὐτὴ φέρει τὴν εὐθύνην».

Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐτελείωνεν ἐποχὴ πενῆντα ἐτῶν. Τὸ Ὀγδοῆντα Ἓξ καὶ τὸ Ἐνεννῆντα Ἑπτὰ ἐλιποθυμοῦσαν. Δέκα πέντε ἡμέρας ἔπειτα, τὸ ἀπόγευμα μιᾶς ἀξέχαστης Κυριακῆς φθινοπώρου, ἐμπρὸς εἰς δάκρυα γερόντων καὶ χαμόγελα παιδιῶν, Γεώργιος ὁ πρῶτος ἀπεθεώνετο ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν Κοζάνην. ᾘσθάνθη ὅτι ἄλλαζαν ὅλα. Καὶ ὁ ἑαυτός του.


Ὁ πόλεμος ἤρχετο. Ἀπὸ τὸν Αἷμον ὑψώνετο ἀπειλὴ σιδήρου. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε μεταμορφωθῆ εἰς ἀπέραντον στρατιωτικὸν συνεργεῖον. Οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων, Βενιζέλος καὶ Στράτος, νέοι, ὀξεῖς, ἐπινοητικοί, εἶχαν ἀναπτύξει ἀκάματον δραστηριότητα πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ κράτους. Οἱ σύμμαχοι ἤθελαν πρὸ πάντων ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κυριαρχίας ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου. Δι’ αὐτὸ αἱ τελευταῖαι πρὸ τοῦ πολέμου ἑβδομάδες ἀφιερώθησαν κυρίως εἰς τὸ ναυτικόν.

Ὅταν ἀνέλαβαν τὴν ἀρχὴν οἱ φιλελεύθεροι, ἑλληνικὸς στόλος σχεδὸν δὲν ὑπῆρχε. Τὰ τρία θωρηκτὰ τύπου «Ψαρῶν» ἦσαν σκάφη μικρὰ καὶ παλαιά. Ἀξιόμαχος ἦτο ὁ στολίσκος τῶν ἀντιτορπολικῶν ἀπὸ ὀκτὼ νέας μονάδας «Θυέλλης» καὶ «Νίκης». Πέντε μικρὰ τορπιλοβόλα ἡλικίας 24 ἐτῶν, πέντε παμπάλαιαι κανονιοφόροι καὶ τέσσαρες ἀτμοδρόμονες, ἐκρατοῦντο εἰς τὴν ἐνέργειαν, διότι καὶ ἡ Τουρκία διετήρει ἐπίσης ἀρχαῖα πλοῖα. Εὑρίσκοντο εὐτυχῶς ὑπὸ κατασκευὴν τὸ καταδρομικὸν «Γεώργιος Ἀβέρωφ» καὶ τὸ ὑποβρύχιον «Δελφίν».

Ἡ κυβέρνησις Βενιζέλου ἐπλήρωσε τὰς δόσεις τῶν δύο ναυπηγουμένων πολεμικῶν καὶ τὰ παρέλαβε. Ἐφωδίασε τὸν στόλον μὲ τορπίλλας καὶ πυρομαχικά. Προσέθεσε δύο ἀντιτορπιλλικὰ τύπου «Νέας Γενεᾶς». Τέλος τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν τέσσαρα ἀνιχνευτικά, τὸν «Λέονταν», «Ἀετόν», «Ἰέρακα», «Πάνθηρα». Σκάφη ταχύτατα καὶ ἰσχυρά, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπεροπλία ἔκλινε πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου.

Ἀλλ’ ἀπόλυτος ὑπεροχὴ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας δὲν ὑπῆρχε. Πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν ἐχρειάζετο νέα ἐνίσχυσις τοῦ ναυτικοῦ. Ἐν συνεδριάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκάλεσε πρὸς γνωμάτευσιν τὸν ἀρχηγὸν τῆς μοίρας τῶν θωρηκτῶν Παῦλον Κουντουριώτην καὶ ἄλλους ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ στόλου. Ὁ Βενιζέλος ἔθεσε τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:

«Εἶνε εἰς θέσιν ὁ στόλος νὰ προστατεύσῃ τὰς θαλασσίας συγκοινωνίας καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κινητοποίησιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς;»

Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔκριναν ἀπαραίτητον τὴν προσθήκην καὶ νέων πολεμικῶν διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν τῶν Τούρκων. Μόνος ὁ Παῦλος Κουντουριώτης ἤκουεν. Ἦτο σιωπηλὸς καὶ συνεσταλμένος. Ὅταν οἱ ἄλλοι ἐτελείωσαν, ὁ Κουντουριώτης εἶπε:

«Κύριε πρόεδρε, καλὰ τὰ εἶπαν οἱ συνάδελφοί μου. Ἐν τούτοις θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς συγκοινωνίας καὶ θὰ κλείσωμεν τοὺς Τούρκους εἰς τὰ Δαρδανέλλια. Κι’ ἂν ξεμυτίσουν, θὰ τοὺς τσακίσωμε».

Πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Κουντουριώτη συνετάχθη καὶ ὁ ἀρχιεπιστολεὺς Σ. Δούσμανης.

Ἔπειτα ὁ Κουντουριώτης εκάλεσε κατὰ μόνας τὸν ἰδιαίτερον συνεργάτην τοῦ Βενιζέλου διὰ τὰ ναυτικὰ Γεώργιον Σακαλῆν καὶ τοῦ προσέθεσε:

«Ἐγὼ δὲν τὰ καταφέρνω στὰ λόγια. Ἴσως δὲν κατώρθωσα νὰ μεταδώσω εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τὴν πεποίθησίν μου διὰ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ στόλου. Πιθανὸν νὰ τοῦ ἔμειναν ἀμφιβολίαι ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων. Εἰπὲ τοῦ προέδρου νὰ μὴ διστάσῃ, να τραβήξῃ ἐμπρός! Τοὺς κάνομε καλὰ τοὺς Τούρκους μὲ τὰ καράβια ποῦ ἔχομε».

Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὁ Σακαλῆς εἰσηγεῖτο τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγορᾶς μεγάλων ἀντιτορπιλλικῶν. Ὁ Βενιζέλος παρετήρησε:

«Μὰ ὁ ἀρχηγὸς ἐδῶ—ὁ Π. Κουντουριώτης—λέγει ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλο πλοῖον».

Καὶ ὁ Σακαλῆς:

«Μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει ὁ ἀρχηγός, τοῦ φαίνονται πολλὰ καὶ τὰ ὑπάρχοντα πολεμικά μας». [14]

Ὁ πρωθυπουργὸς εἶχε πεισθῆ περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ στόλου. Διὰ νὰ εἶναι ἐν τούτοις περισσότερον ἀσφαλής, ἐνέκρινε τὴν ἄμεσον προμήθειαν τῶν τεσσάρων ἀνιχνευτικῶν. Ἀλλ’ ὁ Παῦλος Κουντουριώτης ἤρχισε νὰ δημιουργῇ τὸν θρῦλόν του. Εἰς τὰς λέξεις προσέθεσε τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀνεδείχθη ὁ κατ’ ἐξοχὴν προσωπικὸς ἥρως τῆς περιόδου 1910–1920.

Τὴν 26 Σεπτεμβρίου 1912, τὸ Μαυροβούνιον ἤνοιξε τὰς ἐχθροπραξίας ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Τὰ ἐμπορικὰ ἑλληνικὰ σκάφη κατεκρατοῦντο αὐθαιρέτως ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν εἰς τὰ Δαρδανέλλια. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ὀργανώσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐμπολέμου ἐθνικοῦ στρατοῦ. Κατὰ πρότασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως, τὴν 27 Σεπτεμβρίου, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος καὶ Ἠπείρου ὁ ἀντιστράτηγος Κ. Σαπουντζάκης. Ἐκ συμπτώσεως, ἀλλὰ καὶ ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ δειχθῇ ὅτι ἡ τύχη τοῦ ἀγῶνος ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν πολιτικὴν προπαρασκευὴν καὶ τὴν μαχητικότητα τοῦ ἐνόπλου λαοῦ, ἐτάχθησαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν στρατευμάτων, οἱ δύο ἀκριβῶς στρατηγοί, οἱ ἀτυχήσαντες κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897.

Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος προέβη εἰς ἐνέργειαν, μαρτυροῦσαν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, ἡ προετοιμάσασα τὸν πόλεμον, διετήρει τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσίν του καὶ ὥριζε τοὺς σκοπούς του. Ἀφοῦ εἶδε τὸν διάδοχον Κωνσταντῖνον καὶ τὸν ἀπεχαιρέτισε, πρὶν ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ στρατηγεῖον τῆς Λαρίσης, τοῦ διεβίβασε τὸ ἑξῆς ἀληθῶς ἀξιομνημόνευτον ἔγγραφον:

«Ἐντολὴ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας.

Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν αὑτοῦ βασιλικὴν ὑψηλότητα, τὸν ἀντιστράτηγον Κωνσταντῖνον, διάδοχον τοῦ θρόνου, ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας, ἐνταῦθα.

Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ κοινοποιήσω πρὸς τὴν ὑμετέραν βασιλικὴν ὑψηλότητα τὸ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους ὑψηλὸν βασιλικὸν διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου διωρίσθητε, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, «ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας».

Ὁ στρατὸς οὗτος οὗ ἡ διοίκησις ἀνετέθη ὑμῖν περιλαμβάνει ὅλα τὰ στρατεύματα τὰ σταθμεύοντα ἐν τῇ στρατιωτικῇ ζώνῃ τῇ ἐκτεινομένῃ πρὸς βορρᾶν τοῦ Σπερχειοῦ καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, συμφώνως πρὸς τὸ ἐφαρμοσθὲν σχέδιον ἐπιστρατεύσεως.

Ἡ ὀχυρωμένη περιοχὴ τῆς Λαρίσης ἔσται ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ὑψηλὴν δικαιοδοσίαν ὅταν ὁ στρατὸς ἐπιχειρῇ εἰς τὰ πέριξ αὐτῆς.

Πρὸς συγκρότησιν τοῦ στρατοῦ τούτου, ἐκαλέσαμεν πᾶσαν τὴν ζῶσαν δύναμιν τοῦ ἔθνους ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐκραγῇ ὁ πόλεμος παράσχωμεν ὑμῖν τὰ μέσα νὰ ἀναλάβετε τὴν ἐνεργὸν ἐπίθεσιν ἣν ἐπιθυμεῖτε καὶ ἥτις τῷ ὄντι ἐπιβάλλεται ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ δὴ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν.

Ἡ κυβέρνησις ἐπιμελῶς θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ὑμετέρας προσπαθείας καὶ τὴν ἀποφασιστικὴν ἐπὶ τὰ πρόσω πορείαν ὑμῶν, διευθύνουσα πρὸς τὸ θέατρον τῶν ἐπιχειρήσεων ὅλα τὰ πρὸς ἀντικατάστασιν ἢ πρὸς ἐνίσχυσιν σχηματισθησόμενα στρατεύματα. Οὕτως ἐλπίζει ἡ κυβέρνησις ὅτι θὰ δυνηθῇ ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν πλήρη ὑμῶν διάθεσιν τὴν 7ην μεραρχίαν, ἣν θὰ ἀντικαταστήσουν εἰς Λάρισαν τάγματα πεζοναυτῶν ἐθνοφρουρῶν.

Θὰ τηρῶμαι ἐνήμερος, διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν μετόπισθεν, ὅλων τῶν ἀναγκῶν ὑμῶν, παρακαλῶ δὲ νὰ μὲ πληροφορῆτε ἄνευ αναβολῆς περὶ τῆς πορείας τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ περὶ παντὸς συμβάντος ἀξίου ἐνδιαφέροντος.

Ἐν Ἠπείρῳ ὁ στρατηγὸς Σαπουντζάκης, μὲ τὰς ὀλίγας δυνάμεις, τὰς τεθείσας εἰς τὴν διάθεσίν του, ἔχει ἀποστολὴν ν’ ἀντιταχθῇ ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Ἄρτης, εἰς πᾶσαν ἐχθρικὴν εἰσβολήν. Θὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς, ἣν τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ τὰ μέσα θὰ τῷ ἐπιτρέψουν προφανῶς μόνον ὁρῶσαν καὶ ἐνεργὸν ἄμυναν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν: Ἐλευθέριος Κ. Βενιζέλος, ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου ὑπουργοῦ: Κ. Σ. Νίδερ, ἀντισυνταγματάρχης» [15].

Τὴν νύκτα ὁ Διάδοχος μετὰ τοῦ ἐπιτελείου ἀπῆλθον εἰς Λάρισαν.

Τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου, ἡ Ἑλλάς, Βουλγαρία καὶ Σερβία, ἐπέδωκαν κοινὴν διακοίνωσιν εἰς τὴν Πύλην ἀξιοῦσαι ἄμεσον ἐφαρμογὴν εὐρυτάτων μεταρρυθμίσεων εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐπαρχίας. Ἡ Τουρκία δὲν ἀπήντησεν, ἀλλὰ προσεπάθει νὰ ἀποσπάσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς συμμαχίας. Ὁ μέγας Βεζύρης Κιαμὴλ πασᾶς γηραιὸς καὶ λεπτότατος διπλωμάτης, πρότεινεν εἰς γνωστοὺς Ἕλληνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν παραχώρησιν τῆς Κρήτης ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μείνῃ οὐδετέρα ἡ Ἑλλάς. Ἐφρόντισε νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ πρεσβευτοῦ Γρυπάρη κατὰ τὴν διάρκειαν φιλικῆς δεξιώσεως εἰς Θεραπειὰ καὶ τοῦ ἐπανέλαβε τὰ αὐτά. Προσεπάθει προφανῶς νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ἀποφασιστικὴν διὰ τὴν τύχην τοῦ πολέμου. Δὲν ἀντελήφθη ὁ πολύπειρος Ἀνατολίτης ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα τῶν πονηρῶν τεχνασμάτων;


Οἱ Ἕλληνες ἐπορεύοντο εἰς τὸν ἀγῶνα. Τὸ ἔθνος ἐνόησε τὴν σημασίαν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Δὲν ἦτο «ψευτοπόλεμος» αὐτὸς σήμερον. Ἡ γενεά, ἥτις θὰ ἔχυνε τώρα τὸ αἷμά της, ἐμεγάλωσεν εἰς διαρκῆ ἐξευτελισμόν. Οἱ σημερινοὶ στρατιῶται ἦσαν παιδιά, κατὰ τὸν πανικὸν τῆς Λαρίσης. Ἤξευραν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζήσουν ἐλεύθεροι ἢ νὰ πεθάνουν. Ἐνῷ ὁ τρύγος δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη· ἐνῷ τὰ χωράφια ἐπερίμεναν τὴν νέαν σποράν, δὲν ἠκούσθη οὔτε ἕνα παράπονον ἀπὸ τοῦ Πηνειοῦ μέχρι τοῦ Εὐρώτα. Ἀλλ’ οὔτε καὶ μία ζητωκραυγή.

Ὁ ἀνώνυμος λαὸς εἶχε τὴν σοβαρότητα τοῦ ἀναποφεύκτου. Ἐπὶ τρία ἄλλωστε χρόνια, μάθαινεν ὅτι αἱ λέξεις καὶ οἱ εὔκολοι ἐνθουσιασμοὶ εἶνε μεγάλος ἐχθρὸς τῶν ἔργων.

Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία συνῆλθε τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ὁ Βενιζέλος εἶπε:

«Τὰ τέσσαρα χριστιανικὰ κράτη τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου ἡνώθησαν διὰ νὰ ἀποσπάσουν ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ τοὺς τυραννουμένους ὁμοεθνεῖς των. Ἡ Κρήτη ἀποτελεῖ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἀναπόσπαστον καὶ ἀδιαίρετον μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου».

Πολλοὶ κρύβουν τὰ πρόσωπα εἰς τὰς παλάμας καὶ κλαίουν μὲ λυγμούς. Πόσων δεκαετηρίδων προσδοκία διὰ νὰ ζήσουν τὴν στιγμὴν αὐτήν. Οἱ βουλευταὶ πηγαίνουν εἰς τὸν στρατόν. Ἡ ἔννοια τοῦ πολέμου εἶναι τόσον σαφής, ὥστε ὁ ἐκ τῶν κοινωνιστῶν Παπαναστασίου κατατάσσεται ἐθελοντής.

Ἀντιθέτως, ὁ κυριώτερος ἀντιπρόσωπος τῆς ὀλιγαρχίας Γεώργιος Θεοτόκης διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις καὶ διαφωνίας. Τὴν σύντομον προσφώνησίν του, τὴν ἀπήγγειλεν εἰς ὕφος πένθιμον. Ἤρχισε μὲ τὰς λέξεις:

«Εἰς ὃ σημεῖον περιέστησαν τὰ πράγματα…»

Ἰδιαιτέρως ὁμιλῶν ὁ Θεοτόκης ὑπῆρξε σαφέστερος:

«Οὐδέποτε, εἶπε, θὰ συνεμάχουν ἐγὼ μὲ τοὺς Βουλγάρους».

Ἀργότερα συναντηθεὶς μετὰ τοῦ συμπολίτου αὐτοῦ Κ. Ζαβιτσιάνου προέδρου τῆς Βουλῆς, συνεπλήρωσεν οὕτω τὴν σκέψιν του:

«Ποτὲ δὲν θὰ ἔκαμνα συμμαχίαν μὲ τοὺς Βουλγάρους, χωρὶς συνθήκην διανομῆς.

Ὁ Ζαβιτσιᾶνος ἀπήντησε:

«Τὸ πιστεύω ἀπὸ σᾶς, κύριε πρόεδρε. Ἀλλ’ ὁ Βενιζέλος τὴν ἔκαμε καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι Βενιζέλος». [16]

Ὁ Γ. Θεοτόκης δὲν θὰ ἐμποδίζετο ἀπὸ μόνην τὴν ἔλλειψιν τῆς συνθήκης διανομῆς. Ἠσπάζετο εὐρὺ πρόγραμμα συνεργασίας μετὰ τῶν Ρουμάνων, Αὐστριακῶν καὶ Γερμανῶν ἐναντίων τοῦ πανσλαυϊσμοῦ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ μεγαλοπρεπή του σχέδια ἔκρυβαν ἀπελπιστικὴν ἀδράνειαν καὶ ἔφεραν τοὺς Βουλγάρους μέχρις Ἀλιάκμονος. Ἐνῶ ὁ Βενιζέλος καὶ τὰ ὄπισθεν αὐτοῦ νέα κοινωνικὰ στρώματα δὲν ἀπελιθώνοντο ἀπὸ τὸ φάσμα τοῦ πανσλαυϊσμοῦ ἢ τοῦ παγγερμανισμοῦ. Ἔβλεπαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ παλαίσῃ. Ἐὰν ἀδρανοῦσε, θὰ ἔσβυνεν, εἴτε Σλάβοι εἴτε Γερμανοὶ ἐπεκράτουν.

Διὰ τοῦτο ἡ παράτονος φωνὴ τοῦ Γ. Θεοτόκη ἐπέρασεν ἀπαρατήρητος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 4/17ης Ὀκτωβρίου 1912, ἐπεδόθη τὸ τελεσίγραφον τῶν συμμάχων πρὸς τὴν Πύλην καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος.

Τὸ ἀπόγευμα ὁ βασιλεὺς καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κατέβησαν εἰς τὸ Φάληρον ἐπὶ τοῦ «Ἀβέρωφ», ὅπου ὁ Παῦλος Κουντουριώτης ὕψωσε τὸ σῆμα τοῦ «Ναυάρχου τοῦ στόλου τοῦ Αἰγαίου».

Κοντὰ εἰς τὰ σιωπηλὰ ἀκόμη τηλεβόλα ὡμίλησαν πρὸς τοὺς ναύτας οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τὸ σύνθημα τῆς νέας γενεάς εἰς τὸν ἀρχίζοντα πόλεμον, τὸ εὑρῆκεν ὁ Βενιζέλος:

«Ἡ πατρὶς δὲν σᾶς ζητεῖ, εἶπε, νὰ ἀποθάνετε μόνον ὑπὲρ αὐτῆς. Ὀφείλετε νὰ νικήσετε!».


Εἰς τὰς 11 τὸ πρωϊ τῆς 5 Ὀκτωβρίου, ὁ ἀρχιστράτηγος ἐτηλεγράφει ἀπὸ τὸν Τύρναβον:

«Βασιλέα, ὑπουργὸν Στρατιωτικῶν Ἀθήνας. Ἀπὸ πρωΐας σήμερον ἤρξατο προέλασις στρατοῦ Θεσσαλίας. Πρῶτον σύνταγμα δευτέρας μεραρχίας κατέλαβεν ἤδη Προφήτη Ἠλίαν καὶ Λοσφάκι. Τρίτον σύνταγμα εἰσῆλθε Δαμάσιον διὰ Μπογαζίου Τυρνάβου. Λοιπαὶ μεραρχίαι προελαύνουν. (ὑπογρ.) Κωνσταντῖνος Διάδοχος».

....................................................................................................................................................................................................................................................

Εἴκοσι τέσσαρες ὧρες ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπροχώρει, χωρὶς ἀντίστασιν. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπρόλαβαν νὰ κρατήσουν τὴν Μελούνα, πού, δεκαπέντε χρόνια φοβέριζεν ἀδιάκοπα τὴν Λάρισσα καὶ τὰ Τρίκκαλα.

Ἔξαφνα μερικοὶ ἱππεῖς ἐγύρισαν πίσω.

Ἦταν πρωῒ Κυριακῆς. Βαρειὰ σύννεφα ἔκρυβαν τὸν ὁρίζοντα. Τὸ μακεδονικὸ φθινόπωρο ἐρχόταν πρώϊμα γιὰ ὅσους ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὸν νοτιὰ τῆς Πελοποννήσου, ἀπὸ τὸν ἐλαιῶνα τῆς Ἀττικῆς, ἀπὸ τὰ νησιά. Ἐκεῖ κάτω, κῆποι καὶ ἀκρογιαλιὲς χαμογελοῦσαν στὸν ἥλιο. Ἐδῶ ἡ γῆ ἦταν ἀμίλητη. Ὁ οὐρανὸς κρεμόταν χαμηλὰ σὰν ἀπειλή. Τὰ πόδια τῶν ἀλόγων ἐβούλιαζαν στὸ ὑγρὸ χῶμα. Ἀντίκρυ ἔλαμπαν παράξενες ἀστραπές. Τὸ ἔδαφος ἐσχίζετο βαθειά, ὅμοια μὲ πληγωμένο καρτερικὸ ζῶο. Ὁ διπλανός ἐχλώμιαζε. Τὰ γόνατα ἔτρεμαν. Τὸ τούρκικο κανόνι.

Πόλεμος!

....................................................................................................................................................................................................................................................

Πρὸ τῆς Ἐλασσῶνος οἱ Τοῦρκοι ἀντεστάθησαν μὲ πεῖσμα. Οἱ Ελληνες στρατιῶται καὶ πολλοὶ ἀξιωματικοί, ἔβλεπαν, πρώτην φοράν, μάχην. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκλονίσθησαν, ἀλλ’ οἱ νεώτεροι ἀξιωματικοὶ τοὺς παρέσυραν ἐμπρός. Ὁ διάδοχος διηύθυνε τὴν μάχην ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ πυρός. Οἱ Τοῦρκοι ἀπεσύρθησαν ἀτάκτως πρὸς τὸ Σαραντάπορον. Τὸ ἀπόγευμα ὁ Κωνσταντῖνος ἐτηλεγράφει τὴν κατάληψιν τῆς Ἐλασσῶνος.

Τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐβάδισαν ἐκ διαφόρων σημείων διὰ τὴν κρίσιμον μάχην.

Ὁ Κωνσταντῖνος ὡδήγει ἓξ μεραρχίας, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα, τὴν κατόπιν προστεθεῖσαν ἑβδόμην, τὴν ταξιαρχίαν ἱππικοῦ, δύο ἀποσπάσματα καὶ σώματα προσκόπων, ἤτοι ὁλικὴν δύναμιν 80–85.000 ἀνδρῶν μὲ ἑκατὸν τηλεβόλα.

Ὁ ὀνομασθεὶς στρατὸς Ἠπείρου ἀπετέλει μίαν μόνην μεραρχίαν ἐξ ὀκτὼ ταγμάτων, ἤτοι 10.000 μαχητῶν καὶ εἴκοσι πυροβόλων.

Οἱ Τοῦρκοι διῄρεσαν τὰ στρατεύματά των εἰς ἀνατολικὸν μέτωπον, Θράκης καὶ δυτικὸν Μακεδονίας–Ἠπείρου. Τὸ πρῶτον ἐναντίον τῶν Βουλγάρων ἀποτελεῖτο ἐκ 200.000 ἀνδρῶν. Εἰς τὸ δεύτερον ὡρίσθη ἀρχηγὸς ὁ Ριζᾶ πασᾶς μὲ ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην. Κατὰ τῶν Σέρβων ἔταξε τὸν Ζελῆ πασᾶν μὲ 100.000 ἀνδρῶν καὶ 150 τηλεβόλα, ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων τὸν Ταξὶν πασᾶν μὲ 50.000 στρατιωτῶν καὶ 60 πυροβόλα.

Ἀποσυρθέντες ἐκ τῆς Ἐλασσῶνος οἱ Τοῦρκοι ὠχυρώθησαν εἰς τὸ Σαραντάπορον. Ἡ θέσις ἐνομίζετο ἀπόρθητος. Ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Λαρίσης–Σερβίων τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὁ ἑλληνικὸς στρατός, διέρχεται ἀπὸ τὴν στενωπὸν τοῦ χειμάρρου Σαρανταπόρου μεταξὺ τῶν ἀποκρήμνων βουνῶν τῆς Βίγκλας. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑψώνεται ὁ Ὄλυμπος, ἀπὸ τὸ ἄλλο τὰ Καμβούνια. Οἱ Τοῦρκοι κατεῖχαν τὴν νοτίαν ἔξοδον τῶν στενῶν διὰ 15.000 ἀνδρῶν μετὰ 20 πυροβόλων καὶ πολλῶν μυδραλιοβόλων. Εἰς τὴν βορείαν ἔξοδον, Στενὰ Πόρτας, ἔταξαν ἀσθενῆ φρουράν.

Ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος ἐπεχείρησεν εὐρεῖαν κυκλωτικὴν κίνησιν ἐναντίον τοῦ Σαρανταπόρου. Εἰς τὸ ἄκρον δεξιὸν προήλαυνεν ἡ πέμπτη μεραρχία Μαθιοπούλου διὰ Λαζαράδων κατὰ τοῦ Ἀλιάκμονος. Ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ ἡ τετάρτη Μοσχοπούλου ἐβάδιζε πρὸς τὴν Πόρταν διὰ νὰ κτυπήσῃ τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὰ νῶτα. Ἡ πρώτη Μανουσογιαννάκη, δευτέρα Καλλάρη, τρίτη Δαμιανοῦ ἐπετίθεντο κατὰ μέτωπον. Ἡ ἕκτη Μηλιώτη-Κομνηνοῦ ἦτο ἐφεδρικὴ τῶν τριῶν. Δύο εὐζωνικὰ τάγματα ὑπὸ τὸν Κωνσταντινόπουλον προσέβαλαν τὴν ἀπότομον θέσιν Λιβάδι διὰ νὰ ἀπειλήσουν ἐκ δεξιῶν τὰ Σέρβια. Ὁ ἀρχιστράτηγος εὑρίσκετο εἰς τὸ Χάνι-Χατζηγώγου ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ.

Ἐνωρὶς τὸ πρωῒ τῆς 9/22 Ὀκτωβρίου, τὰ ἑλληνικὰ συντάγματα ἐπετέθησαν μεθ’ ὁρμῆς. Ἡ πρώτη ἀληθινὴ μάχη μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων διήρκεσεν ὅλην τὴν ἡμέραν. Αἱ μεραρχίαι τοῦ Διαδόχου ἐπροχωροῦσαν ἐνώπιον τῆς λυσσώδους ἀντιστάσεως τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ κύκλωσις δὲν ἐξετελέσθη ἐγκαίρως. Ὁ ἀγὼν ἐβάρυνε τὴν μετωπικὴν ἐπίθεσιν, αἱ ἀπώλειαι ἦσαν σημαντικαί. Παρετηρήθη καὶ ἔλλειψις συνοχῆς μεταξὺ τῶν διοικούντων καὶ τῶν μαχομένων τμημάτων [17].

Εἰς τὰς ἕξη τὸ βράδυ, δὲν εἶχε παύσει τὸ πῦρ. Ἀπὸ τὸν Ὄλυμπον κατέβαινε τὸ λυκόφως τῆς ὀκτωβριανῆς ἑσπέρας. Ἀρκετοὶ ἑλληνικοὶ λόχοι ἐμάχοντο διακόσια-τριακόσια μέτρα ἀπὸ τὴν τουρκικὴν γραμμήν. Κατὰ τὰς ἑπτά, τὸ Σαραντάπορον ἐφαίνετο ὡς φλεγόμενον φρούριον. Ψηλὰ ἄστραφταν τὰ κανόνια.

Ἄγρία θύελλα ἐξέσπασε τότε. Ἡ κοιλὰς τοῦ αἱματηροῦ ἀγῶνος ἐβυθίσθη εἰς φρίκην, χειροτέραν ἀπὸ ἐκείνην τῆς μάχης. Ἡ νύκτα ἦλθεν ὡς ὄνειρον τρόμου μετὰ τὸν ἐφιάλτην τῆς ἡμέρας. Πληγωμένοι ἐσύροντο εἰς τὸ λασπωμένο χῶμα. Κανεὶς δὲν ἐπαράστεκε τὴν ἀγωνίαν τῶν νεκρῶν. Οἱ νοσοκόμοι ἔτρεχαν ὡς φαντάσματα. Ὅταν δὲν ἔπεφτεν ἀστροπελέκι, ἀκούοντο στεναγμοί. Καὶ ἡ βροχὴ ἐμαστίγωνεν ἐπίμονα, ἀλύπητα, τὰ πτώματα, τοὺς ἀνθρώπους τὰ ἄλογα τὰ δένδρα…

Τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος ἐσηκώθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σιωπηλὸν Σαραντάπορον. Οἱ Τουρκοι ἔφυγαν τὴν νύκτα, ἀντιληφθέντες τὴν κυκλωτικὴν προέλασιν τῆς τετάρτης μεραρχίας, ἥτις ἐπρόφθασε νὰ συντρίψῃ τὴν τουρκικὴν ὀπισθοφυλακὴν καὶ νὰ καταλάβῃ 14 πυροβόλα.

Ἡ νίκη τοῦ Σαρανταπόρου ἐστοίχισεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν 1.500 νεκροὺς καὶ τραυματίας. Τὴν ἑσπέραν τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, ὁ Διάδοχος, ἐπευφημηθεὶς ἀπὸ τοὺς τραυματίας τοῦ Χάνι-Χατζηγώγου, κατελάμβανε τὰ πυρπολούμενα Σέρβια.

Οἱ Ἕλληνες στρατιῶται ἤρχισαν νὰ ψιθυρίζουν τὴν λέξιν:

Θεσσαλονίκη!



  1. [Μέχρι τοῦ 1912 ἡ Ἑλλὰς ἐφρόντισεν ἐκ διαλειμμάτων καὶ ἄνευ ἑνιαίου προγράμματος, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τοῦ Αἴμου. Ἐκ τῶν ἄνευ ἀποτελέσματος προσπαθειῶν της ἐκείνων αἱ σπουδαιότεραι εἶναι αἱ ἑξῆς:

    Ὁ Ρήγας Φεραίος ἐζήτησε κοινὴν ἐνέργειαν Ἑλλήνων καὶ Σλαύων κατὰ τῆς Τουρκίας.

    Τὰς παραμονὰς τοῦ εἰκοσιένα ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης ἔκλεισε συμμαχίαν μετὰ τοῦ Σέρβου ἀρχηγοῦ Μιλὸς Ὀβρένοβιτς.

    Τὴν 16ην Φεβρουαρίου 1868 Ὑπεγράφη εἰς Ἀθήνας τακτικὴ συνθήκη συμμαχίας τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, μὲ τὴν σερβικὴν ἡγεμονίαν. Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος τὴν ἠκύρωσε ἕνεκα τῆς δολοφονίας τοῦ Σέρβου ἡγεμόνος Μιχαὴλ Ὀβρένοβιτς.

    Κατόπιν τῆς οἰκτρᾶς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1886, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀπεπειράθη νὰ συμμαχήσῃ μὲ τοὺς Σέρβους καὶ Βουλγάρους. Τὸ 1891 ἐπεσκέφθη τὰς δύο πρωτευούσας. Εἰς τὴν Σόφιαν ὁ πρωθυπουργὸς Σταμπούλωφ κατεπρόδωσε τὸν Ελληνα συνάδελφόν του πρὸς τὴν Τουρκίαν. Κατὰ τὴν δευτέραν συνάντησίν του, εἶχε κρύψῃ ὠτακουστοῦντα ὄπισθεν παραπετάσματος τὸν Τοῦρκον διπλωματικόν πράκτορα.

    Πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ὁ πρόεδρος Δελιγιάννης, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλγαρίας. Ἔγιναν τακτικαὶ διαπραγματεύσεις ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1896 ἕως τὴν ἄνοιξιν τοῦ ἐνενῆντα ἑπτά. Ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώριζε τὴν ἔξοδον τῆς Βουλγαρίας εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ ὅριον ἐπιρροῆς εἰς τὸν Στρυμόνα. Ὁ Γάλλος πράκτωρ Πετιβίλ βεβαιώνει ὅτι, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ρωσσίας, ὁ Δηλιγιάννης θὰ ἐδέχετο καὶ αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Ὁ πόλεμος ἦτο ἐπὶ θύραις. Ἡ Βουλγαρία ὀπισθοδρόμησε. Τὴν 30ην Μαρτίου 1897 ὁ Ἕλλην ἐπιτετραμμένος Ἀργυρόπουλος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Σκουζέν:

    «Ἐπανέλαβα εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τὴν ἀνάγκην τῆς ἑλληνοσερβικῆς συνεργασίας. Ὁ Στοΐλωφ μοῦ ἀπήντησεν: «Εἶναι πολὺ ἀργὰ πλέον».

    Τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1907, ὁ ἡγεμὼν Φερδινάνδος ἔλεγεν εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος Α. Καραπᾶνον: «Δὲν ἀπώλεσα τὴν ἐλπίδα τῆς συνεννοήσεως με τὴν Ἑλλάδας. Ὁ Γάλλος Ἀλιζὲ προσεφέρθη ὡς μεσάζων. Ὁ Καραπᾶνος διέκοψε τὰς συζητήσεις εἰπών: «Οἱ Βούλγαροι δὲν ἔχουν εἰλικρινή διάθεσιν συμπράξεως». Ἀπὸ τὸ 1900 ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἐξεδήλωσε τάσεις προσεγγίσεως μὲ τὴν Γερμανίαν. Ἐπίσημα ὅμως διαβήματα δεν ἔγιναν ἕνεκα τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ διαφωνίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Ρωμάνου. Ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς Γερμανίας καὶ μὲ ἀντιρωσικὴν κατεύθυνσιν ὁ Γ. Θεοτόκης ἐπεδίωξε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ Ρουμανίαν περὶ τὰ τέλη του 1908. Εἶχε τὴν συναίνεσιν τῶν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως Δ. Ράλλη, Κ. Π. Μαυρομιχάλη, Στ. Δραγούμη, Στ. Σκουλούδη. Κατηρτίσθη μεγαλοφάνταστον σχέδιον ἀνατολικῆς ὁμοσπονδίας καὶ τελωνειακῆς ἑνώσεως τῶν τριῶν κρατῶν. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι Καζανόβας, Σκαλιέρης, Θεοχαρίδης, ὑπέγραψαν ἀνεπίσημον πρωτόκολλον μὲ τοὺς φιλελευθέρους καὶ Νεοτούρκους. Μόλις οἱ τελευταῖοι κατέλαβον τὴν ἀρχὴν ἐματαίωσαν κάθε διαπραγμάτευσιν.

    Ἡ ἀδιάλλακτος νεοτουρκικὴ πολιτικὴ ἐγέννησεν αὐτόματον ἑλληνοβουλγαρικὴν προσέγγισιν. Τὴν ἤρχισαν ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ καὶ ὁ Βούλγαρος ἔξαρχος. Ὁ Α. Νικολαΐδης, ἐλθὼν ἐπὶ τούτῳ εἰς Ἀθήνας κατέστησεν ἐνήμερον τὴν κυβέρνησιν Δραγούμη. Τὴν 10ην Αὐγούστου 1910 κατηρτίσθη σχέδιον ἑλληνοβουλγαρικῆς συμμαχίας. Τὸ ἔκτον ἄρθρον της ἐπρόβλεπε ταὐτόχρονον κήρυξιν πολέμου τῶν δύο κρατῶν ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Ἡ τελικὴ συμφωνία ἐματαιώθη ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς ἀνεπαρκείας τῆς Ἑλλάδος. Συνετέλεσεν ἐν τούτοις καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Δ. Καλλέργης, διότι ἀνέμιξεν εἰς τὴν πολιτικὴν διαπραγμάτευσιν τὸ ζήτημα τοῦ σχίσματος. Ὁ πρεσβευτὴς Σόφιας Πανᾶς ὑπέδειξεν ἐγκαίρως τὸν ἐκ τῆς τοιαύτης τακτικῆς κίνδυνον.

    Πηγαί: Ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλληλογραφία Ἀργυροπούλου, Σκουζέ, Δηλιγιάννη, Δεκέμβριος 1896–Ἀπρίλιος 1897, ἰδίως τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 532, 735 και 2288 ἔγγραφα: Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 τῆς 4/17 Ἰανουαρίου ἔκθεσις τοῦ Α. Καραπάνου. Φάκελλος διαπραγματεύσεων Θεοτόκη καὶ Σαμπαρεδίν, Ἰσμαὴλ Συκή Σαδήκ. Ἀλληλογραφία κυβερνήσεων Ἀθηνῶν-Σόφιας, πρὸ πάντων τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1918 κεφαλαιῶδες ὑπόμνημα τοῦ Δ. Καλλέργη. Πλὴν τῶν ξένων συγγραμμάτων μελέται τῶν Ἑλλήνων Σ. Λάσκαρη, Ι. Κορδάτου κλπ.].

  2. Ἄρθρα τοῦ Μπάουτσερ εἰς τοὺς «Τάϊμς τοῦ 1915 ὑπὸ τὸν τίτλον «Βαλκανικὸν ζήτημα». Ἔργον Γκέσωφ (σελὶς 66–70). Πουανκαρὲ κλπ. Συνομιλίαι Ε. Βενιζέλου μὲ τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Μάϊος 1928. Ἀλληλογραφία Γρυπάρη-Πανᾶ, Μάρτιος-Ὀκτώβριος 1911, ἰδίως τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3372 τηλεγράφημα Πανᾶ. Εἰδικὸς φάκελλος ἑλληνοβουλγαρικῆς συνθήκης, ἀριθμὸς τηλεγραφημάτων 574 καὶ ἐφεξῆς. Γαλλικὴ Κιτρίνη Βίβλος 1912–1914, τόμος Ι.
  3. Ἀνακοινώσεις πρὸς τὸν γράφοντα τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας Α. Ἀλεξανδρῆ, Ἀθῆναι Μάϊος 1928.
  4. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 104, 185 καὶ 110 τηλεγραφήματα ἑλληνικῆς πρεσβείας Σόφιας ἀπὸ 12 μέχρι 19 Αὐγούστου 1912.
  5. Τηλεγραφήματα Δ. Πανᾶ ὑπ’ ἀριθ. 125, 131, 34186 τῆς 22-30 Αὐγούστου 1912. Ἡ διαταγή περὶ ἀποστολῆς Ἰων. Μεταξά εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 748 τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
  6. Ὁ Ε. Βενιζέλος ἐξέθεσε τὰ ἀνωτέρω εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ τὸν ἀντιβασιλέα Διάδοχον, την 29ην Αὐγούστου 1912. Τὰ ἐπανέλαβε πρὸ τῆς Βουλῆς τὴν 13ην Αὐγούστου 1917 καὶ πρὸς τὸν γράφοντα τὸν Ἰούνιον τοῦ 1928.
  7. Τὸ τηλεγράφημα τῆς 25 Αυγούστου 1912 φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Λ. Κορομηλᾶ, συνετάχθη ὅμως αὐτοπροσώπως παρὰ τοῦ Βενιζέλου.
  8. Συνομιλία Ι. Δαγκλῆ πρὸς τὸν γράφοντα. Θεσσαλονίκη 20 Δεκεμβρίου 1916.
  9. Ἀντίγραφον ἐπιδοθὲν ὑπὸ τοῦ Χατζημῆσεφ πρὸς τὸ ἐν Ἀθήναις ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
  10. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3269 τηλεγράφημα τοῦ Δ. Πανᾶ.
  11. Σημείωμα τῆς συνομιλίας Κορομηλᾶ–Χατζημῆσεφ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
  12. Ἀριθ. 126 εἰδικοῦ πρωτοκόλλου Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος.
  13. Ὁ Γάλλος Ντριὼ διηγεῖται ὅτι ὁ Βενιζέλος εἶπε πρὸς τὸν Γεώργιον: «Μεγαλειότατε, τὸν πόλεμον ἢ τὸ στέμμα σας». Πρόκειται περὶ φαντασιολογήματος. Οὐδεμία ἀφορμὴ ὑπῆρχε διὰ νὰ λεχθῇ τοιαύτη φράσις καὶ οὔτε μετεχειρίσθη ποτὲ ὁ Βενιζέλος παρομοίαν γλῶσσαν ἀπέναντι τοῦ Γεωργίου ἢ τῶν δύο ἄλλων βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Ἀλεξάνδρου. Ὡμίλει μετὰ θάρρους, οὐδέποτε μὲ σκαιότητα. Ὁ Γάλλος ἱστορικὸς δὲν μνημονεύει πηγὴν τῆς πληροφορίας του. (Ντριώ: «Διπλωματικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος» τόμος 5ος σελ. 76).
  14. Ἐκ διηγήσεως τοῦ Γεωργίου Σακαλῆ εἰς τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Μάϊος 1928. Ὁ Ε. Βενιζέλος ἐβεβαίωσεν ἐπανειλημμένως τὴν σταθερὰν καὶ γεναίαν συμπεριφορὰν τοῦ Κουντουριώτη.— Ὁ Κουντουριώτης εἶχεν ὡριμάσει ἀπὸ μακροῦ τὰ σχέδιά του ὡς πρὸς τὸν ναυτικὸν πόλεμον. Τὸ φθινόπωρον ἐπὶ παραδείγματι τοῦ 1910, ὡς ἀρχηγὸς τῆς θωρηκτῆς μοίρας, εἶχεν ἀνακοινώσει πρὸς ἀξιωματικούς του ὅτι, ἐν περιπτώσει πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας, ἔπρεπε νὰ καταληφθῇ καὶ χρησιμοποιηθῇ ὡς ὁρμητήριον ἡ Λήμνος.— (Τὸ ἀνέφερεν εἰς τὸν γράφοντα ὁ Ναύαρχος Βούλγαρης, Ἀθῆναι Φεβρουάριος 1931).
  15. Τὸ ἀπόρρητον τοῦτο κείμενον φέρει ἀριθμὸν 80.001 καὶ ἡμερομηνίαν 27ην Σεπτεμβρίου 1912. (Ἀρχεῖα στρατιᾶς).
  16. Α. Καμπάνη. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κρίσις» (1913–1920). Ἐκ συνομιλίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζαβιτσιάνου μὲ τὸν γράφοντα. Ὁ στρατηγὸς Β. Δούσμανης, στενώτατα συνεργασθεὶς μετὰ τοῦ Γ. Θεοτόκη, ἀποδοκιμάζει εἰς τὸ βιβλίον του «Ὁ βουλγαρικὸς πόλεμος» τὴν ἰδέαν τῆς βαλκανικῆς συμμαχίας.
  17. Ὁ γράφων παρηκολούθησεν αὐτοπροσώπως τὴν μάχην τοῦ Σαρανταπόρου.