Η Ελλάς του 1910–1920/4
| ←Ἡ ἄνοδος τῶν ἀστῶν | Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920 Συγγραφέας: Ὁ Ὁδηγὸς |
Διάλογος→ |
«…Ἀθάνατόν τε καὶ ἀγήρω πάθος ἐν ἡμῖν».
πλατων (Εἰς τὸν Παρμενίδην)
Τὸ ψυχρὸν ἐκεῖνο πρωῒ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1909, ἡ πλατεῖα τῆς Ὁμονοίας ἦτο ἀκόμη ἔρημος. Οἱ ἀραιοὶ διαβάται ἐβιάζοντο. Καὶ χωρὶς αὐτό, κανείς των δὲν ἀνεγνώριζε τὸν ὑψηλόσωμον-αὐστηρὸν ἐπαρχιώτην, ὅστις ἔσπευδε πρὸς τὴν λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ἦτο ἄγνωστος εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἡ φυσιογνωμία ἐκείνη μὲ τὸ προώρως λευκάζον γένειον καὶ τὰς διόπτρας τοῦ καθηγητοῦ. Καὶ ὅμως, δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, εἶχε περάσει τὸ Αἰγαῖον, ὑπὸ τὴν καταιγίδα τῆς δεκεμβριανῆς νύκτας.
Ὁ βιαστικὸς ταξειδιώτης εἶχε παρελθόν, συγγενεῦον μὲ μῦθον. Τίποτε τὸ κοινῶς ἡρωϊκόν. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του ὁμιλοῦσαν, ὁμιλοῦσαν… Ἡ ἰδική του ζωὴ ἦτο σειρὰ πράξεων.
Τὸν ἐθεωροῦσαν δικηγόρον, πολιτικόν, διπλωμάτην.
Ὅταν ἔπαυσαν οἱ κρητικοὶ ἀγῶνες, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πατριώτας του εἶχαν λησμονήσει τὸν στρατιώτην τοῦ Ἀκρωτηρίου. Ἔβλεπαν τὸν νέον ἀκόμη σύμβουλον τοῦ πρίγκηπος νὰ φεύγῃ τελευταῖος, μεσημέρι-βράδυ, ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἔσκυβε τὸ κεφάλι καί, περιπατῶν, ἐκινοῦσε μηχανικὰ εἰς τὰ δάκτυλα τὸ μολυβδοκόνδυλο. Ἐφαίνετο ὅτι ὁ νομομαθής, ὁ σοφός, εἶχε διὰ παντὸς ἀντικαταστήσει τὸν ἀγωνιστήν.
Ὅμως ὁ Βενιζέλος ἔμενεν ὅ,τι ἦτο: Πολεμιστής. Ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ἐμάχετο. Τὸ πρῶτον διπλωματικόν του ἔγγραφον τὸ συνέταξε σκυμμένος ἐπάνω εἰς ἕνα κιβώτιον φυσιγγίων, τριακόσια μέτρα ἀπὸ τὰς τουρκικὰς γραμμάς. Τὰ νομικά, ἡ βουλευτεία, ὁ λόγος ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὰς ὥρας τῆς ἀνακωχῆς. Ἐναντίον τοῦ Τούρκου, ἐνώπιον τῶν διεθνῶν ἀγημάτων, κατὰ τοῦ δυνάστου πρίγκηπος Γεωργίου, ἐσήκωνε τὸ ὅπλον. Ἄλλως τὸ δίκαιον μεταβάλλεται εἰς ἐπαίτην πρὸ τῆς βίας. Ἡ ἐλευθερία δὲν ζητιανεύεται μὲ λέξεις. Κατακτᾶται μὲ αἷμα. Ἰδοὺ τί τοῦ ἔμαθε ἡ σχολὴ πολεμικῆς ἀρετῆς, ἥτις ὠνομάζετο Κρήτη. Ἦτο σύγχρονος ἀρματωλὸς ὁ ἀγνοημένος ταξειδιώτης, ὁ διασχίζων τοὺς ἀθηναϊκοὺς δρόμους, κατὰ τὴν παγερὰν ἐκείνην αὐγὴν τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ 1909. Ὁ Κολοκοτρώνης δὲν θὰ τὸν ἀπεκάλει «καλαμαρᾶν». Ὁ Μαυροκορδᾶτος θὰ τὸν ἐθεώρει ὁμότιμόν του.
Ὁ Βενιζέλος ἔφερε μαζί του κάτι πολυτιμότερον ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν φήμην. Ἦτο ἡ ἐσωτερική του ζωή, ἡ σχηματισθεῖσα εἰς ἡμέρας μονώσεως, ταλαιπωρίας, σκληρῶν προσπαθειῶν διὰ τὴν κοινωνικήν του ἐπικράτησιν. Ἦτο ὁ ἄνθρωπος, ὁ σφυροκοπηθεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ πένθη τῆς τυραννουμένης, ἀλλ’ ἀδουλώτου ἐπαρχίας. Ἔβλεπε, χρόνια καὶ χρόνια, τὴν πολιὰν κεφαλὴν τοῦ πατέρα του νὰ σύρεται ἀπὸ τὴν φυλακὴν εἰς τὴν ἐξορίαν, χωρὶς ποτέ της νὰ σκύψῃ. Ὅλη του ἡ παιδικὴ ηλικία ἐπέρασεν εἰς τὴν πίκραν τῆς ξενητειάς. Ἀλλ’ οἱ πρόσφυγες Βενιζέλοι δὲν ἀπέκαμαν οὔτε ὥραν. Ἡ λύτρωσις θὰ ἐρχόταν, θὰ τὴν ἔφερναν. Ἐδῶ εἶνε ἡ πηγὴ τῆς ἀσαλεύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Βενιζέλου πρὸς τὸν ὅμοιόν του Ἕλληνα τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ τῆς αἰσιοδοξίας του, ὡς ὅρου ἐπιτυχίας εἰς τὴν ζωήν. Δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν οὔτε νὰ ἀπογοητευθῇ οἱ Τοῦρκοι.
Ὁ βιογράφος ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀνδρῶν ἐνεργείας, κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶπε:
«Κατείχετο ἀπὸ τὴν τρομερὰν μανίαν τῆς βεβαιότητος!».
Ὁ χαρακτηρισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ διὰ τὸν Βενιζέλον. Ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, μία σκυθρωπὴ καὶ ἀπηνὴς ἰδιοσυγκρασία βορεινοῦ ἥρωος δύναται νὰ ἔχῃ ἀναλογίας μὲ τὸν υἱὸν τῆς Μεσημβρίας καὶ τῆς Μεσογείου θαλάσσης, τὸν σύροντα ὀπίσω του τριάντα αἰῶνας πνευματικῆς ὡριμότητος. Ἡ πίστις τοῦ Βενιζέλου δὲν εἶνε τυφλή. Εἶνε ἰσόρροπος, διαφανὴς καὶ πρακτικὴ σοφία. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν περιορίζεται εἰς σκέψιν ἢ λόγια:
Μετὰ τὸ 1897 ἔγινε πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Ἀρμένων, μεταφερθείσης ἔπειτα εἰς Ἀρχάνες. Οἱ βουλευταὶ ἦσαν διῃρημένοι. Οἱ ἐκ τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν ἤθελαν νὰ δηλωθῇ πρὸς τὰς Δυνάμεις ἡ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς αὐτονομίας.
Ὁ Βενιζέλος ὑπεστήριζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἑλληνοτουρκικῆς εἰρήνης. Ἔλεγε τοῦτο:
«Ο πόλεμος καὶ ἡ ἧττα ἔγιναν χάριν τῆς Κρήτης. Θὰ ἦτο ἐσχάτη ἀνανδρία διὰ τοὺς Κρῆτας να φανούν χωριζόμενοι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ὥραν τόσης δυστυχίας».
Οἱ ἀντίθετοι ἦσαν ἀμετάπειστοι. Ὁ τόπος εἶχεν ἐξαντληθῆ. Ἤθελαν νὰ ἡσυχάσουν. Ἡ διαφωνία δὲν ἐλύετο. Ὁ Βενιζέλος ἐπρότεινεν, ὡς μόνην διέξοδον νὰ ἀποχωρήσῃ. Οἱ ἄλλοι θὰ ἐψήφιζαν τὴν ἄμεσον αὐτονομίαν. Οἱ ἀντίπαλοί του ὅμως ἐφοβήθησαν ὅτι, χωρὶς τὸν πρόεδρον, ἡ ἀπόφασίς των θὰ ἐχαρακτηρίζετο ἄκυρος ἀπὸ τὰς δυνάμεις. Ἡ ἰδέα τοὺς ἠρέθισε. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ Βενιζέλος ἀνεχώρησεν ὁδοιπορῶν πρὸς τὰ Χανιὰ καὶ ἐσταμάτησε κάπου νὰ διανυκτερεύσῃ, οἱ ἀντίπαλοί του περιεκύκλωσαν τὸ κατάλυμά του, ἀπαιτοῦντες νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συνέλευσιν.
«Ἀδύνατον», ἀπεκρίθη ὁ Βενιζέλος.
«Ἄλλαξε γνώμη, ἀρχηγέ. Ἂν δὲν γυρίσῃς, θὰ ξαναρχίσῃ πόλεμος. Καὶ δὲν ἀντέχομε».
«Δὲν γυρίζω!»
Ἡ ἔξαψις ἐμεγάλωνε.
«Ἄλλαξε γνώμη ἢ σὲ καῖμε», ἐφώναξαν οἱ ἐξηγριωμένοι πολεμισταί. Οἱ φανατικώτεροι ἐσώρευαν φρύγανα καὶ δεμάτια χόρτου γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι.
«Προτιμῶ νὰ καῶ, γνώμη δὲν ἀλλάζω», τοὺς ἐπανέλαβεν ὁ Βενιζέλος, ἐνῷ αἱ φλόγες ἔλειχαν τοὺς τοίχους.
Οἱ Κρητικοὶ ἐκατάλαβαν ὅτι ὁ Βενιζέλος δὲν ὑπεχώρει μὲ τίποτε. Ἔσκυψαν τὰ κεφάλια πρὸ τοῦ ἀδαμάστου συμπατριώτου των καὶ τὸν ἀφῆκαν να περάσῃ.
Ἡ πίστις τοῦ Βενιζέλου, ἡ ἀφοβία του ἐνώπιον τῆς δράσεως, ἀνήκει εἰς τὰς αἰτίας τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἤρχισε τὸ 1910 καὶ ἐκορυφώθη μὲ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν.
Ἡ ἰδία ὅμως πίστις εἶνε ἀρνητικῶς μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος, κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον.
Πράγματι. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσουν μέχρι τέλους τὸν ἀθλητὴν αὐτὸν τῆς δρώσης αἰσιοδοξίας, ἄνθρωποι ξένοι ἀπὸ τὴν νέαν ἑλληνικὴν ζωὴν καὶ ἔχοντες ὡς δόγμα τὴν ἀπρακτοῦσαν ἀμφιβολίαν; Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ, συγκεντρώνων τὰς κρίσεις τῆς τάξεώς του περὶ τοῦ Κρητὸς ἀρχηγοῦ, εἶπε:
«Ὁ Βενιζέλος εἶναι διάβολος!»
Ἀνακραυγὴ χαρακτηριστική. Καθώς παρατηρεῖ εἰς τὴν μονογραφίαν του περὶ Ναπολέοντος καὶ Γκαῖτε ὁ Γερμανὸς Γουσταῦος Στρέζεμαν, ἀπεδόθησαν σατανικαὶ ἰδιότητες εἰς ὅλους τοὺς ἀνωτέρους καὶ δημιουργικοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας.
Τὸ ἑλληνικὸν Στέμμα, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, ὁ Ζαΐμης, ὁ Στέφανος Δραγούμης, ὁ Σκουλούδης, ὁ Γούναρης, ὁλόκληρον τὸ ὀλιγαρχικὸν σύστημα, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπαναλάβουν, τὸ 1909, ὅ,τι εἶπεν ὁ Ρενὰν διὰ τὴν Γαλλίαν του 1870:
«Ἡ Ἑλλὰς ψυχορραγεῖ. Μὴ ταράσσετε τὴν ἀγωνίαν της».
Θὰ ἠνείχοντο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διαρκῶς τὸν Κρῆτα, ὅστις ἦτο κάμινος πίστεως πρὸς τὴν ζωτικότητα τοῦ Νεοέλληνος καὶ τὴν ἀκμὴν τοῦ ἔθνους; Ἠμποροῦσαν νὰ ξεχωρίσουν ὅ,τι ἔθεώρουν μανιακὸν πεῖσμα ἀπὸ τὴν καθαρὰν πίστιν, τὴν ὁποίαν ὑπηρέτει ὁ αὐτόχρημα μεγαλοφυὴς νοῦς τοῦ Βενιζέλου; Ὁ Θεοτόκης μὲ τὴν κερκυραϊκήν του θυμοσοφίαν, εἰρωνεύθη τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Γουδὶ ὅτι δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν ἐπαναστάσεις. Ἰδοὺ κάποιος ὅστις ἤρχετο ἐπίτηδες διὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ. Δὲν θὰ τὸν κατηγόρει αὐτὸν ὅτι ἠγνόει τὸ ἐπάγγελμά του. Ὁ Βενιζέλος ἔφερεν ἀπὸ τὴν Κρήτην τὴν πεῖραν πολλῶν ἐπαναστάσεων. Τώρα θὰ ἔδειχνεν ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ τελειώσῃ καὶ ἐκείνας ποὺ ἤρχισαν ἄλλοι.
Ἡ λαϊκὴ φαντασία τὸν ὑπέθετε θαυματουργόν. Ἠδύνατο τὰ πάντα. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐξηνάγκαζεν ἕνα πανίσχυρον ἡγεμόνα, υἱὸν τοῦ βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ πρωτεξάδελφον τοῦ τσάρου τῆς Ρωσσίας, νὰ φύγῃ μεσάνυχτα ἐξ ἐρήμου παραλίας τῆς Χαλέπας…
Ὁ Βενιζέλος ἦτο ἀνώτερος τῆς λαϊκῆς ἐλπίδος.
Ἠμποροῦσε ὄχι μόνον νὰ συλλάβῃ, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα οὐδεὶς πρὸ αὐτοῦ ἀπετόλμησε. Καὶ ὅμως δὲν ἐφεύρισκε τίποτε. Ἔβλεπεν ἁπλῶς ὅσα οἱ ἄλλοι δὲν ἤθελαν νὰ κυττάξουν. Τὸν κατηγόρησαν δι’ αὐτὸ ὡς ριψοκίνδυνον καὶ αὐταρχικόν. Ἡ τόλμη εἶναι μορφὴ τῆς συνετῆς αὐτοπεποιθήσεώς του. Ἡ αὐταχικότης ἀποτελεῖ πλευρὰν τῆς πρωτοτύπου αὐτοῦ προσωπικότητος. Ἔχει τὸ θάρρος τῆς σκέψεως, ἡ ὁποία δὲν σταματᾷ. Γενναῖοι ἄνθρωποι εἶναι πολλοί. Οἱ ἀτρόμητοι τὸ πνεῦμα παρουσιάζονται σπανίως.
Πρὶν ἀπὸ αὐτόν, οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος μετεχειρίζοντο τὸν λαὸν πότε ὡς σκαλοπάτι καὶ πότε ὡς ἀσπίδα. Μόνος αὐτός, μετὰ τὸν Τρικούπην, τὸν ἔκαμε σκοπόν, χωρὶς νὰ γίνῃ ὄργανον ὁ ἴδιος. Διότι δεν παραγνωρίζει τὴν δύναμιν τῆς ὁμάδος, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀναγορεύει δόγμα. Πιστεύει ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη μονὰς ἔχει αὐτοτέλειαν καί, ὑπὸ προϋποθέσεις ὡρισμένας, ἐπηρεάζει τὸ σύνολον.
Ὁ Βενιζέλος ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸν λαόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ ὡς ἀρχηγός του.
Τὸ κύριον μέσον τῆς ἐπιβολῆς του εἶναι ἡ ἄνευ ἐκτροπῆς προσήλωσις εἰς ὅ,τι ὁ Ράνκε ονομάζει:
«Ἡ πραγματικότης τοῦ πνεύματος».
Οὐδέποτε ὁ Βενιζέλος ἐτοποθέτησεν υψηλότερά της αἴσθημα, θεωρίαν ἢ πεποίθησιν οἱανδήποτε. Ἐντὸς αὐτῆς μεταμορφώνεται εἰς τὴν ἀνωτάτην τῶν ἀνθρωπίνων ιδιοτήτων ἡ τόσον χαρακτηριστική, ἀλλὰ καὶ ἀμφισβητήσιμος νεοελληνικὴ εὐφυΐα.
Ὁ πολιτικός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάμνησις θὰ εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ δύο ἑλληνικοὺς αἰῶνας, δὲν ὑπῆρξε τέλειος. Οὐδέποτε τὸ ἰσχυρίσθη ὁ ἴδιος. Τοῦ ἤρεσε νὰ ἐπαναλαμβάνῃ μὲ κάποιαν παραλλαγήν, τὴν φράσιν τοῦ Γεωργίου Κλεμανσώ:
«Ἔχω κάμει σφάλματα. Τὰ μεγαλείτερα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνος ἐγὼ γνωρίζω!»
Ὅταν ὁ Βενιζέλος ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦτο θαυμάσια ἑτοιμασμένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Κληρονομικότης, ἀνατροφή, προσωπικὴ διάθεσις καὶ πεῖρα, περιστάσεις, ὅλα τὸν προώριζαν εἰς τοῦτο.
Διέθετε τὴν αὐτὴν ὡριμότητα καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν πρόβλημα; Πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, ὁ Βενιζέλος δὲν ἔβλεπε τὴν κοινωνικὴν μεταβολὴν τοῦ τόπου μὲ δογματικότητα καὶ ὑπὸ τὸ θεωρητικόν σχῆμα τὸ ὁποῖον τῆς δίδεται εὐκόλως ἐκ τῶν ὑστέρων. Τὴν οἰκονομικήν, τὴν ὀργανικὴν ἀντίθεσιν τῶν κοινωνικών στρωμάτων, τὴν ἔκρινεν ὡς πολιτικὸν φαινόμενον. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπέφευγε τὰς ριζικὰς λύσεις.
Τὴν μεταβολὴν ὅμως ἐκείνην τὴν ἐζοῦσεν. Ἤρχετο κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τοὺς «ἐλευθέρους ἀστοὺς» καὶ ἀνέβαινε μαζί των. Εἶχε τὸ κάπως σκοτεινόν, ἀλλὰ βαθὺ αἴσθημα ὅτι ἡ τάξις αὐτή, ἡ ὥριμος εἰς τὴν ἄλλην Εὐρώπην, ἦτο νέα, ἀκούραστος, γεμάτη ἀκμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τῆς ἔμενε πιστός, ὅπως τὸ παιδὶ εἰς τὴν μητέρα. Ἡ ἐμπιστοσύνη του πρὸς αὐτὴν συνεχέετο μὲ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν του. Ἀγωνιζόμενος, ἄνευ ἀθυμίας, ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια, ἤξευρε καλὰ τί ἦτο ἄξιος νὰ δώσῃ ὁ λαός. Ἀρκεῖ νὰ εὕρισκεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μετέφραζαν τὰ αἰσθήματά του εἰς πράξεις, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπέβαλλαν τὰ συμφέροντά του καὶ θὰ μετέτρεπαν εἰς ἐνεργείας τὰς ἀργούσας λαϊκὰς δυνάμεις.
Τὴν 28ην Δεκεμβρίου ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θερμοτέραν καρδίαν καὶ τὸν διαυγέστερον ἐγκέφαλον ἐξ ὅσων διέθετε κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ Ἑλληνισμός.
ΒΙΟΓΡΑΦΗΜΑ
Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος κατάγεται ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Κρεββατᾶ τῆς Σπάρτης. Περὶ τὸ 1770, οἱ Κρεββατάδες ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀρλώφ. Δύο ἐξ αὐτῶν ἐσφάγησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ Μπενιζέλος Κρεββατᾶς διέφυγε πρὸς τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρὰν καὶ ἐκεῖθεν μὲ πλοιάριον διεσώθη εἰς Χανιὰ τῆς Κρήτης, ὅπου ἐγκατεστάθη. Οἱ ἐγχώριοι τὸν ἀπεκάλουν συντόμως Μπενιζέλον, τοὺς δὲ υἱούς του Μπενιζελάκια. Ὅπως συμβαίνει συχνά, τὸ βαπτιστικὸν ὄνομα τοῦ πατρὸς ἔμεινεν οἰκογενειακὸν εἰς τὰ τέκνα του. Ὁ ἐξ αὐτῶν Πέτρος Μπενιζέλος ἀπέκτησε πέντε υἱούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Κυριάκον, γεννηθέντα τὸ 1810 εἰς Χανιά. Οἱ Βενιζέλοι ἐπολέμησαν, ἐναντίον τῶν Τούρκων, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχεν ἡ Κρήτη. Τρεῖς ἐξ αὐτῶν ἔπεσαν. Τέταρτος ὁ Χατζηνικολὸς Μπενιζέλος ἐστάλη εἰς Ἑλλάδα διὰ νὰ συννεννοηθῇ μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἀγῶνος. Ὁ Κυριάκος Βενιζέλος, ἔφηφος μόλις, μετέβη ἐπίσης εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Ἐπολέμησεν εἰς τὴν Μονεμβασίαν μὲ τὸ κρητικὸν σῶμα τοῦ Κουμῆ. Ἔπειτα ὑπηρέτησεν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κυβερνήτου Καποδίστρια. Ὡς ἀγωνιστὴς ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἔγινε δημότης Ἀργείων καὶ ἔλαβε παραχωρητήριον ἐθνικῶν γαιῶν εἰς Μονεμβασίαν. Ἐπανελθὼν εἰς τὴν Κρήτην ἤνοιξεν ἐμπορικόν κατάστημα. Μετέσχεν ὅμως μιᾶς τοπικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐξωρίσθη ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἔφυγε μὲ τὴν νεαράν του οἰκογένειαν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀγαπήσει καὶ νυμφευθῆ μίαν ὡραιοτάτην Κρητικοπούλαν. Ἔμεινε δεκαεννέα ἔτη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐργαζόμενος κυρίως ὡς δημόσιος ὑπάλληλος. Διωρίσθη ὑγειονόμος Μεσολογγίου καὶ ἐχρημάτισεν ἔπαρχος Μεγάρων. Τὸ 1851 κατώρθωσε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ Χανιά. Ἦτο πολύ ἐγγράμματος, ἰταλομαθὴς καὶ ἐσυνέχισε τὸ ἐμπόριόν του. Ἐκ τοῦ Κυριάκου Βενιζέλου καὶ τῆς Στυλιανῆς τὸ γένος Χάλη ἐκ Θερίσου, ἐγεννήθη τὴν 11ην Αὐγούστου 1864 εἰς Μουρνιὲς τῶν Χανίων ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, πέμπτος ἐκ τῶν ἓξ τέκνων τῆς οἰκογενείας. Ἐπειδὴ τὰ ἀρσενικὰ παιδιὰ τοῦ Κυριάκου Βενιζέλου ἀπέθνησκαν προώρως, ἔφεραν τὸ νεογέννητον, κατ’ ἔθιμον τοπικόν, εἰς γειτονικὸν ἐλαιόφυτον κτῆμα καὶ τὸ ἀπέθεσαν κατὰ γῆς. Τὸ εὑρῆκε, τυχαίως τάχα, ἕνας συγχωριανὸς καὶ ἐφώναξε:
«Εὑρῆκα ἕνα παιδί! Ποιὸς τὸ θέλει;»
Φυσικὰ τὸ ἤθελεν ὁ πατέρας του. Ἔτσι εἰσῆλθεν ὡς «τυχερὸ» εἰς τὸ πατρικὸν σπίτι ὁ Ἐλευθέριος, μὲ τὴν πεποίθησιν τῶν γονέων του ὅτι θὰ ἐμεγάλωνεν ἐν ὑγείᾳ. Ὅπως καὶ ἔγινε.
Ἀλλὰ τὸ 1866 ἐξερράγη ἡ μεγάλη κρητικὴ ἐπανάστασις. Ὁ πατέρας του ἔλαβε μέρος καὶ ἐξωρίζετο ἐκ νέου. Ὁ Ἐλευθέριος ἐγίνετο καὶ αὐτὸς «πολιτικὸς ἐξόριστος» εἰς ἡλικίαν δύο ἐτῶν! Ὁ Κυριάκος Βενιζέλος καὶ ἡ οἰκογένειά του κατέφυγαν εἰς Σῦρον καὶ ἔμειναν ἐκεῖ ὀκτὼ ἔτη. Τὸ 1874 ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Κρήτην. Ὁ πατέρας του ἄνοιξε πάλιν τὸ ἐμπορικὸν κατάστημα καὶ ἐπανέλαβε τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἐπὶ σαράντα ἔτη διέκοπταν αἱ ἐπαναστάσεις, οἱ πόλεμοι καὶ αἱ ἐξορίαι. Κατώρθωσε νὰ προκόψῃ πάλιν καὶ ἀπέθανεν εἰς Χανιὰ τὸ 1883.
Ἡ κληρονομικότης τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἐξηγεῖ πολὺ τὸν ἔπειτα χαρακτῆρα του.
Ἀπὸ πατρὸς ἀνῆκεν εἰς χαρακτηριστικὴν ἀστικὴν οἰκογένειαν τοῦ ὑποδούλου ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἐμπορικὸν πνεῦμα μεταδίδεται συνδυασμένον μὲ ἕνα ἐθνικὸν ἰδεαλισμόν, ὑπηρετούμενον διαρκῶς διὰ θυσιῶν αἵματος καὶ χρήματος. Ὁ πατέρας του εἶναι ὁ τύπος τοῦ «φιλικοῦ» τοῦ εἴκοσι ἕνα, πρακτικὸς ἔμπορος, μεμυημένος εἰς κάθε ἐπανάστασιν καὶ μαζὶ ἀγωνιστής. Εὐκατάστατος, πολυμαθής, ἄνθρωπος τοῦ γραφείου, ἐπῆρε τὰ ὅπλα, ἐθυσίασε τρεῖς-τέσσαρας φορὰς τὴν περιουσίαν του καὶ ἐξωρίσθη ἐπανειλημμένως χάριν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Ἐκ μητρὸς ὁ Ἕλλην πολιτικὸς κατήγετο ἀπὸ τοὺς ὀρεινοὺς ἐκείνους πολεμιστὰς τῆς Κρήτης, οἵτινες διέσωσαν τὰς στρατιωτικὰς ἀρετὰς τοῦ ἔθνους κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ του 19ου αἰῶνος.
Ὁ Βενιζέλος ἀνεπτύχθη εἰς ἀτμόσφαιραν ὅπου αἱ λέξεις «Πατρίς», «Ἕθνος», «Ἑλλάς», ἐπανήρχοντο διαρκῶς ἐπὶ τῶν χειλέων συνωδευμέναι μὲ αὐταπαρνήσεις, μάχας, διωγμούς. Ὅ,τι διὰ τοὺς ἐλευθέρους νεοέλληνας εἶχε γίνει «ἱστορία», εἰς τὴν Κρήτην ἐξηκολούθει νὰ εἶναι ζωντανὴ καὶ καθημερινὴ πραγματικότης.
Μὲ τὰ κληρονομικὰ προηγούμενα καὶ μὲ τὸ περιβάλλον φωτίζεται καθαρὰ ἡ φυσιογνωμία τοῦ Βενιζέλου. Ὁ ἐθνικὸς ἰδεαλιστὴς καὶ ὁ πρακτικὸς πολιτικὸς ἐκυκλοφόρουν εἰς τὸ αἷμα του. Ὁ Τούρκος δὲν ἦτο δι’ αὐτὸν μακρυνὴ σκιὰ τρόμου, ἀλλ’ ἀπειλὴ κάθε ἡμέρας καὶ ὥρας. Ἔτσι ᾐσθάνετο ἐντονώτερα τὴν ἀνάγκην τῆς θυσίας ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ εὕρισκε φυσικὸν τὸν κίνδυνον, ὅταν οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἐθεώρουν τὸν κίνδυνον αὐτὸν ὡς παραφροσύνην.
Τὰ σημαντικώτερα ἐκ τῶν περιστατικῶν τῆς ζωῆς τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1909, συνοψίζονται ὡς ἑξῆς:
Τὰ μαθήματα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τὰ ἤκουσεν εἰς Σῦρον, ὅπου ὁ πατέρας καὶ ἡ οἰκογένειά του ἔμεναν ὡς πρόσφυγες. Εἰς τὰ Χανιὰ ἔκαμε τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ἔπειτα ἐστάλη εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον, Ἀντωνιάδου τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐπέρασε τὰς τρεῖς γυμνασιακὰς τάξεις. Τὰς θερινὰς διακοπὰς τὰς διήρχετο εἰς Κρήτην. Ἐσύχναζε εἰς τὸ ἐμπορικὸν τοῦ πατρός του. Ἐκεῖ ὁμίλουν περισσότερον «πολιτικὴν» καὶ ὀλιγώτερον ὑποθέσεις. Τὸ 1878 ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὲν ἤκουε τίποτε ἄλλα παρὰ περὶ ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ τῆς εὐκαιρίας νὰ μεγαλώσῃ ἡ Ἑλλάς. Τότε συνέβη ἓν ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα ἐπεισόδια τοῦ Βενιζέλου: Ἕνα βράδυ, ἐνῷ ὁ πατέρας του εἰργάζετο εἰς τὰ ἐμπορικά του βιβλία, ὁ δεκατετραετὴς Ἐλευθέριος ἐχάραξε μὲ μολύβι ἐπάνω εἰς τὸν χάρτην τὰ ὅρια τῆς μεγάλης Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς Αὐλῶνος, διὰ τῆς Ροδόπης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως καὶ Σμύρνης. Ὁ χάρτης τοῦ γυμνασιόπαιδος δὲν διέφερε πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπέτυχε διὰ τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, 42 ἔτη ἔπειτα, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος.
Τὸ ἀπολυτήριον τοῦ γυμνασίου τὸ ἔλαβεν ἀπὸ τὸ δημόσιον γυμνάσιον Σύρου.
Ὁ πατέρας του τὸν ἤθελε ἔμπορον. Ὁ υἱὸς ἐποθοῦσε νὰ μορφωθῇ. Ἔγινε συμβιβασμός. Ὁ Ελευθέριος Βενιζέλος ἐνεγράφη εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἰργάζετο τὸ καλοκαῖρι εἰς τὸ πατρικὸν κατάστημα, μελετῶν καὶ τότε. Τὸ 1886 ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ δικαίου. Μετὰ ἓν ἔτος ἤρχισε δικηγορῶν εἰς τὰ Χανιά. Τὸν πρόσεξαν ἐξ ἀρχῆς λόγῳ τῆς εὐφραδείας του καὶ τῶν νομικῶν του γνώσεων. Τὸ ἴδιον ἔτος μαζὶ μὲ τὸν Κ. Φούμην ἵδρυσε τὴν ἐφημερίδα «Λευκὰ Ὅρη». Εἰς τὰ πρῶτα του ἄρθρα ὑπεστήριξε τὴν ἀνάγκην τῆς συμμαχίας τῶν βαλκανικῶν χριστιανικῶν κρατῶν κατὰ τῆς Τουρκίας. Τὸ 1891 ἐνυμφεύθη ἀπὸ αἴσθημα τὴν Μαρίαν Ελευθερίου, οἰκογενείας τῶν Χανίων καὶ συγχρόνως ἐγίνετο ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ἑνὸς νέου φιλελευθέρου-ἐθνικόφρονος κόμματος· ὠνομάσθησαν «ξυπόλυτοι» κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς «καραβανάδες», οἱ ὁποῖοι διετήρουν τὴν ἐξουσίαν μὲ παραχωρήσεις. Τὸ 1897 μόλις εἰκοσιπέντε ἐτῶν ἐξελέγη βουλευτῆς εἰς τὴν τοπικὴν συνέλευσιν τῆς νήσου. Μετὰ τῶν Πολογεώργη, Φούμη, Μοάτσου ἀπετέλουν τὴν δεξιάν μετριοπαθῆ πτέρυγα τῶν «ξυπόλυτων». Ὁ πρῶτος του λόγος ἦτο νὰ συνηγορήσῃ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ἀντιπάλου. Ἡ παρθενική του ἀγόρευσις ὑπῆρξε μία πράξις δικαιοσύνης.
Τὸ 1891 οἱ «Καραβανάδες» ἐζήτουν νὰ κηρύξουν ἐπανάστασιν. Ἐπρόκειτο περὶ τεχνάσματος πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Οἱ «ξυπόλυτοι» διεφώνησαν καὶ ἐπιτροπὴ ἐκ τούτων, τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἥτις ὠνομάσθη «λευκορεῖται», ἦλθον εἰς Ἀθήνας καὶ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν Τρικούπην. Ἡ συνομιλία διεξήχθη κυρίως μεταξὺ Τρικούπη-Βενιζέλου. Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐκαμεν εἰς τὸν νέον Κρητικὸν βαθυτάτην ἐντύπωσιν. Ὅταν ὅμως ἔγινε λόγος διὰ τὰ προνόμια τῆς νήσου καὶ τὴν συμφωνίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Πύλην, ὁ Τρικούπης εἶπε:
«Πράγματι ἡ Τουρκία μὲ ἐξηπάτησε».
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἐλησμόνησε ποτὲ τὴν φράσιν αὐτήν. Μεταξὺ τοῦ 1892 καὶ 1895 ἡ Κρήτη εὑρίσκετο εἰς διαρκῆ ἐξέγερσιν. Οἱ Τοῦρκοι κατεπάτησαν ἀναφανδὸν τὸ αὐτόνομον πολίτευμα καὶ ἔφεραν εἰς τὴν νῆσον Ἀλβανοὺς ἀτάκτους. Ὅλοι οἱ Κρῆτες ἠνώθησαν. Ὁ Βενιζέλος μετέσχεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς πολιτικὸς καὶ πολεμιστής. Αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ἐπενέβησαν. Οἱ Τοῦρκοι ἐξεμάνησαν καὶ ἔκαυσαν μίαν συνοικίαν τῶν Χανίων. Ὑπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν «λευκορειτῶν» χιλιάδες ὁπλοφόρων ἐπῆραν τὰ βουνά.
Τὸ 1894 ἡ σύζυγός του ἀπέθανε. Τοῦ ἀφῆκε δύο υἱοὺς εἰς νηπιακὴν ἡλικίαν. Ἡ οἰκογενειακή του ζωὴ ἔγινε πένθιμος. Ἔπρεπε νὰ ἐργάζεται διὰ τὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων του, ἦτο μόνος καὶ ἠσθάνετο τὰς συμφορὰς τῆς Κρήτης περισσότερον ἀπὸ τὰς ἰδικάς του. Τὸν ἐνθυμοῦνται νὰ κάμνῃ, μὲ ὅλους τοὺς καιρούς, μακρυνούς περιπάτους.
Μετὰ τὰς σφαγὰς τοῦ 1896, ἡ Κρήτη κατελήφθη ὑπὸ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν νῆσον ἐγίνοντο σκληρότατοι ἀγῶνες καὶ ἐξερράγη συγχρόνως ὁ ἐλληνοτουρκικὸς πόλεμος τοῦ 1897. Ὁ Βενιζέλος ἀπέβη ἐκ τῶν κυριωτέρων πολιτικῶν καὶ πολεμικῶν ἀρχηγῶν τῆς Κρήτης. Οὐσιαστικῶς ὁ πρῶτος. Τόλμη, ὀξυτάτη ἀντίληψις, σύνεσις, ἀτομικὴ γενναιότης, πρωτοβουλία, ἐφευτικότης, τὸν ἐχαρακτήριζαν. Τῇ προτάσει του ἱδρύθη τὸ ἐπαναστατικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἀκρωτηρίου, λόγω τῆς ἐπικαίρου θέσεώς του ἐπὶ τῶν Χανίων καὶ τῆς Σούδας. Ἐκ τῆς ἐκεῖ μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος συνέταξεν ὁ Βενιζέλος τὸ ἱστορικὸν ψήφισμα τῆς ἑνώσεως. Ἀλλ’ ἡ χερσόνησος τοῦ Ἀκρωτηρίου ἀνῆκεν εἰς τὴν ζώνην τῆς προστασίας τῶν μεγάλων δυνάμεων. Οἱ ἐπαναστάται διετάχθησαν νὰ ἀποσυρθοῦν. Ἐπέμεναν. Οἱ διεθνεῖς στόλοι τοὺς ἐβομβάρδισαν φοβερά. Οἱ Τοῦρκοι ἐστρατοπέδευσαν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ὁ Βενιζέλος, μὲ τοὺς συμπολεμιστάς του δὲν ἐκλονίσθησαν. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, 11 Φεβρουαρίου 1897, ἐπάνω εἰς ἕνα κιβώτιον φυσιγγίων ἔγραψε διακοίνωσιν τῆς ἐπαναστατικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τοὺς ναυάρχους. Ὁ παρευρισκόμενος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου καὶ πρώην ὑπουργὸς Κωνσταντῖνος Παπαμιχαλόπουλος, ὅστις ἐδιάβασε τὸ ἔγγραφον, ἐνηγκαλίσθη δακρύων τὸν Βενιζέλον. Ἦτο ἡ πρώτη διπλωματική του διακοίνωσις.
Μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου ὁ Βενιζέλος ἐπρωτοστάτησεν ἀδιακόπως εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἐκλεγεὶς καὶ πρόεδρος τῆς κρητικῆς συνελεύσεως τῶν Ἀρμένων. Μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλόπαιδος ἁρμοστοῦ (9 Δεκεμβρίου 1898) ὁ Βενιζέλος ὡρίσθη μεταξὺ τῶν συντακτῶν τοῦ νέου πολιτεύματος καὶ βραδύτερον σύμβουλος (ὑπουργὸς) τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν ἀπολυταρχικαὶ διαθέσεις τοῦ πρίγκηπος, ἡ ἄτοπος ἀνάμιξις τοῦ γραμματέως του Α. Παπαδιαμαντοπούλου εἰς κυβερνητικὰς ὑποθέσεις καὶ ἡ αὐθαίρετος διαχείρισις τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος, ἐπέφεραν τὴν διαφωνίαν του μὲ τὸν Βενιζέλον, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τούτου ἐκ τῆς κυβερνήσεως—18 Μαρτίου 1901. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἕως τὸ 1905 διεξήχθη δραματικὸς ἀγὼν μεταξὺ τοῦ ἁρμοστοῦ καὶ τοῦ Βενιζέλου. Παρὰ τὴν συκοφαντίαν, τὰς πιέσεις καὶ τὴν φανερὰν καταπάτησιν τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τοῦ βασιλόπαιδος, ὁ Βενιζέλος ἐκράτησεν ἀπτόητος τὴν νόμιμον ἐναντίον τῆς αὐθαιρεσίας ἀντίστασιν. Ἐφυλακίσθη εἰς τὸ φρούριον Ἰτζεδδίν, ἐπειδὴ ὑπερησπίσθη μὲ περισσοτέραν τοῦ δέοντος ζωηρότητα τὴν μνήμην τοῦ πατρός του! Ὅταν ὅμως ὁ πρίγκηψ, προκηρύξας ἐκλογάς, ἐξῆλθεν εἰς περιοδείαν ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἀντιβενιζελικού κόμματος, ὁ Βενιζέλος καὶ οἱ φίλοι του ἀπήντησαν μὲ τὸ ἔνοπλον κίνημα τοῦ Θερίσου, τὴν 26 Φεβρουαρίου 1905.
Ὁ ἀγὼν διήρκεσεν ὀκτὼ μῆνας. Ὁ βασιλικὸς ἁρμοστής ἔστειλε κατὰ τῶν Κρητῶν ρωσσικὰ ἀγήματα. Εἰς τὸ τέλος ἦλθεν ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν Δυνάμεων. Ὁ πρίγκηψ ἐθεώρησε τὴν ἐνέργειαν ὡς προσβλητικὴν καὶ παρῃτήθη. Ἀντικαταστάτης του ὡρίσθη ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης, ἀποβιβασθεὶς εἰς τὴν νῆσον τὴν 18η Σεπτεμβρίου 1905.
Ὁ Βενιζέλος ἐξηκολούθησε πολιτευόμενος καὶ δημοσιογραφῶν. Ἡ μεγαλειτέρα του ὑπηρεσία εἶναι ἡ ὀργάνωσις πολιτοφυλακῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξῆλθαν αἱ κρητικαὶ μεραρχίαι τοῦ 1912 και 1917. Τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1909 ἔγινεν ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν 2 Μαΐου πρωθυπουργὸς τῆς Κρήτης. Αὐτὸ κατέχων τὸ ὑπούργημα ἐκλήθη εἰς τὸν στίβον τῆς μεγάλης ἑλληνικῆς πολιτικῆς.