Η Ελλάς του 1910–1920/12
| ←Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου | Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920 Συγγραφέας: Παραμοναὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου |
Ἐν τῷ μέσῳ τῆς παγκοσμίου Κρίσεως→ |
Μεταξὺ τῶν δύο βαλκανικῶν καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἐμεσολάβησε μόλις ἓν ἔτος. Διάστημα βραχύτατον προκειμένου νὰ στερεωθῇ μία νέα τάξις πραγμάτων καὶ νὰ διαμορφωθοῦν ἀσφαλεῖς περὶ αὐτῆς κρίσεις. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἡ ἔκτοτε χρονικὴ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη, ἡ μνήμη τῶν Ἑλλήνων διασώζει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς εἰκόνα παιδικοῦ μύθου. Τὴν φαντάζεται ὡς μαγικὴν νῆσον, διαχύνουσαν τὴν λάμψιν τῆς εὐτυχίας, τῆς ἑνότητος καὶ τῆς γαλήνης εἰς τὴν ταραχώδη θάλασσαν τῶν προηγουμένων καὶ μεταγενεστέρων καιρῶν.
Σύμφωνα μὲ τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1914 ἔστεκεν ἀδιαίρετος πίσω ἀπὸ τὸν νικητὴν Βασιλέα της καὶ τὸν μέγαν πρωθυπουργόν της, οἱ ὁποῖοι τὴν ὡδήγουν πρὸς τὴν δόξαν καὶ τὸν ὄλβον. Μοχθηρὸς δαίμων ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος διέκοψε τὴν ἀκύμαντον ἐκείνην μακαριότητα.
Ἡ ἱστορία δὲν εἶναι εἰδύλλιον.
Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἀπὸ θέσεως καὶ κοινῆς ἀναγνωρίσεως εἶναι μορφὴ ἱστορική. Ὁ Βενιζέλος θὰ παραμείνῃ ἡ κεφαλαιώδης προσωπικότης ὁλοκλήρου τῆς μέχρις αὐτοῦ νεοελληνικῆς περιόδου. Ἡ παρουσία καὶ τῶν δύο ἔδωκεν ἀναμφισβήτητον ἔκτασιν καὶ δραματικότητα εἰς τὴν ἑλληνικὴν κρίσιν τοῦ 1915–1922. Δὲν τὴν ἐγέννησαν ὅμως οἱ δύο αὐτοὶ τὴν κρίσιν. Ἦσαν ἀναγκαῖοι ἀντιπρόσωποι συμφερόντων, αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὤφειλαν νὰ συγκρουσθοῦν ἀργὰ ἢ γρήγορα. Τὸ δεδομένον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τοὺς ὁπωσδήποτε παρατηροῦντας τὰ τότε γενόμενα.
Διότι ἄλλως καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ παρελθὸν προβάλλεται ἐκ νέου μὲ χρώματα λαμπρά, εὔκολα καὶ ψευδῆ, ἀποβαίνουν ἀκατάληπτος μὲν ἡ ἀληθὴς θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τῆς παγκοσμίου κρίσεως, ἀνεξήγητα δὲ ὅσα κατ’ αὐτὴν διεδραματίσθησαν. Ἡ ἀναπαράστασις τῆς πραγματικότητος διαφέρει ἀπὸ τοὺς ὀπτασιασμούς.
Ἐλέχθη ἤδη πῶς ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ Γουδί προέκυψε τὸ νεοελληνικὸν ἀστικὸν κράτος. Ἡ ὀλιγαρχία παρεμερίσθη βιαίως. Ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀστικῆς τάξεως, συγκεκριμένως ὁ Βενιζέλος, προέβησαν εἰς μερικὴν ὀλιγαρχικὴν παλινόρθωσιν. Δὲν ἐνόμιζαν ριζικὴν τὴν διαίρεσιν τῶν δύο τάξεων. Ἐπιέζοντο ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν σκοπιμότητα. Ἐβιάζοντο νὰ χρησιμοποιήσουν εἰς μεγάλα ἀξιώματα τῆς πολιτείας ἀντιπροσώπους τῆς ὀλιγαρχίας, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἐφαίνετο προσὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ζωτικότητα τῶν νέων κοινωνικῶν στοιχείων. Οὕτω ὑπηρεσίαι ὁλόκληροι, θέσεις ὑψίστης σπουδαιότητος, τιμητικαὶ διακρίσεις παρεχωρήθησαν εἰς φυσικοὺς ἐχθροὺς τῆς νέας καταστάσεως.
Τὴν ἐπαύριον τῶν δύο πολέμων τὸ κράτος εἶχεν ὄχι μόνον ἐξωτερικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς, ὄψιν πολὺ διαφορετικὴν ἀπὸ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ διὰ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Αὐγούστου 1919.
Ἐπὶ κορυφῆς τῆς πολιτείας εὐρίσκετο ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος. Ὁ πατέρας του ὑπῆρξε, μέχρι τῆς παραμονῆς τοῦ τραγικοῦ τέλους του, ἀρχηγὸς ξένης δυναστείας. Ὁ Βενιζέλος παρέλαβε τὸν Κωνσταντῖνον γυμνὸν ἀπὸ κάθε δύναμιν καὶ γόητρον. Τοῦ ἔδωσε τὰ μέσα νὰ μεταβληθῇ εἰς νικητὴν στρατηγόν. Τὸν ἀνεκήρυξεν «ἄξιον τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἑλληνισμοῦ» ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Τοῦ ηὔξησε τὴν βασιλικὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ 1.300.000 τοῦ Γεωργίου εἰς δύο ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἰδιαιτέρων χορηγιῶν πρὸς τὴν βασιλομήτορα Ὄλγαν καὶ τὸν διάδοχον Γεώργιον. Τοῦ ἐνεχείρισε, μετὰ τὸν βουλγαρικὸν πόλεμον, τὰ διάσημα τοῦ πρώτου Ἕλληνος στρατάρχου. Ὁ Κωνσταντῖνος διεδέχετο τὸν πατέρα του ὄχι ὡς ξένος πρίγκηψ ἀλλ’ ὡς ἐθνάρχης.
Ὅταν τοῦ ἀνήγγειλαν τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Βενιζέλος εἶπε: «Δὲν μετανοῶ δι’ ὅσα ἔπραξα ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου. Τὰ ἔκαμα ὅλα χάριν τοῦ ἔθνους».
Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν πρόθεσιν. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον περιβεβλημένος μὲ τὸν λαϊκὸν θαυμασμὸν καὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι εἴτε ἀρχιστράτηγος, εἴτε συνταγματικὸς μονάρχης, εἴτε ὁδηγὸς τοῦ ἔθνους ἐγίνετο ὁ Κωνσταντῖνος, παρέμενε φυσικὴ κορυφὴ τῆς ὀλιγαρχίας.
Κατὰ τοὺς πολέμους, ὁ Νικόλαος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Χριστόφορος, συνωστίζοντο εἰς τὸ ἐπιτελεῖον ἄνευ ἀσχολίας καὶ ἠρνήθησαν νὰ ἀναλάβουν μάχιμον ὑπηρεσίαν καθὼς τοὺς ὑπέδειξεν ὁ στρατηγὸς Δαγκλῆς.
Τώρα ἦσαν κατάφορτοι ἀπὸ ἐπωμίδας, ἐθεωροῦντο ὑπὸ πολλῶν σπουδαῖοι στρατιωτικοὶ ἢ διπλωμάται, ἐρρύθμιζαν τὴν ἐπίσημον πνευματικὴν κίνησιν τοῦ τόπου καὶ διένεμαν εὐνοίας. Γύρω των ἀνασυνετάσσετο κοινωνικῶς καὶ ἀνέβαινε πολιτικῶς ἡ συντηρητικὴ ἐκείνη τάξις, τὴν ὁποίαν συνέτριψεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Γουδί.
Αἱ χωρισμέναι αὐλαὶ τοῦ Κωνσταντίνου, τῆς Σοφίας, τῆς Ὄλγας, τοῦ Διαδόχου, τοῦ Νικολάου, τοῦ Ἀνδρέου ἔγιναν ἰσάριθμοι ἑστίαι «ἀντιδράσεως». Ἀξιωματικοί, ἀντισταθέντες μὲ τὸ ξίφος εἰς τὴν χεῖρα ἐναντίον τῆς στρατιωτικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1909, ἔλαβαν θέσεις ἐμπιστοσύνης ὡς ὑπασπισταὶ καὶ φίλοι. Βασιλικοὶ ἢ πριγκηπικοὶ αὐλάρχαι, θησαυροφύλακες, εὐνοούμενοι, γραμματεῖς, ἀνῆκαν εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν.
Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, κυριώτατος ἀντιπρόσωπος τοῦ ὀλιγαρχικοῦ συστήματος, ὠνομάζετο ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου ἀρχηγὸς διπλωματικῆς ἀποστολῆς καὶ συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως. Ἐκ τῶν υἱῶν του ὁ εἷς διωρίζετο, νεαρώτατος, πρεσβευτὴς Βερολίνου καὶ ἀπέβαινεν «ἔμπιστος» τοῦ Κάϊζερ, ὁ ἄλλος ἐτιτλοφορεῖτο αὐλάρχης τῆς βασιλίσσης Σοφίας, καὶ ἐκράτει ἰδιαίτερον λεξικὸν ἐπικοινωνίας τῶν ἀνακτόρων Βερολίνου–Ἀθηνῶν, ἄγνωστον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
Ὑπεράνω τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐλειτούργει «μυστικὸν σῶμα ἀσφαλείας τοῦ βασιλέως». Εἶχε δικαιοδοσίαν ἀόριστον. Ἦτο ανακτορικὴ ἀστυνομία και συγχρόνως ὄργανον τοῦ ἐπιτελείου. Εἰς τὸ τέλος ἔγινεν ὑπηρεσία παντοδύναμος ἐπιτηροῦσα τοὺς λαϊκοὺς ἀρχηγούς, ἐν ὀνόματι τῆς ὀλιγαρχίας [1].
Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὐτά.
Ἡ διαχείρισις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους ἀνετέθη κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1914 εἰς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ.
Εἰς τὸν Βενιζέλον συνεστήθη ὡς «ειδικός». Τὸν ἐθεώρουν ἀνώτατον ὑπάλληλον «διαδεχόμενον ἄλλους ὑπαλλήλους», καθὼς ὁ Γρυπάρης, ὁ Πανᾶς, καὶ ἐκτελοῦντα μετ’ ἐπαγγελματικῆς εὐσυνειδησίας τήν, ἀδιάφορον ποίαν, πολιτικὴν τῆς ὑπευθύνου κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως.
Ἀκριβεστέρα γνῶσις τοῦ παρελθόντος θὰ ἀπέτρεπε τὴν πλάνην ἐκείνην. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἦτο συνομήλικος, παιδικὸς φίλος καὶ συσπουδαστὴς τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εἶχε πατέρα τὸν κυριώτερον πολιτικὸν παιδαγωγὸν τοῦ μετέπειτα βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Στέφανος Στρέϊτ, υἱὸς Γερμανοῦ, ἐδίδασκε τὸν βασιλόπαιδα μαθητὴν καὶ τὸν υἱόν του ὅτι ὁ ἀπόλυτος κοινοβουνευτισμός, ὁ καθιερωθείς, ἀπὸ τοῦ Τρικούπη ἰδίως, εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἦτο ὀρθός. Τὸ Στέμμα εἶχε περισσότερα δικαιώματα καὶ μεγαλείτερα προνόμια ἐκείνων τὰ ὁποῖα τοῦ ἀνεγνώριζεν ἡ βραχύχρονος ἄλλωστε συνήθεια. Συγκεκριμένως ὁ Στρέϊτ πατὴρ ἐφρόνει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν ἄνευ περιορισμοῦ τινός. Ἡ πατρικὴ προπαίδευσις ἐσυνεχίσθη πρὸς τὴν ἰδίαν συντηρητικὴν κατεύθυνσιν, εἰς τὰς νομικὰς σχολὰς τῆς Λειψίας καὶ τοῦ Βερολίνου. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἐμορφώθη εἰς διαπρεπῆ διεθνολόγον, ἀλλ’ ἡ πολιτική του φιλοσοφία ἐστάθη ἀπολυταρχική. Ἐγνώριζε καὶ ἔμαθε καλλίτερα ὅτι σκοπὸς τῆς θρησκείας, τῆς κοινωνίας, τῆς πολιτείας εἶναι «ἡ συντήρησις». Παραπλεύρως τοῦ ἐπιστήμονος ἡ Γερμανία ἐπαιδαγώγει τὸν «πειθαρχικὸν» πολίτην. Ἡ ἐλευθερία έρχεται ὕστερα ἀπὸ τὰ «νομίμως κείμενα». Κατὰ τὰς θεωρίας αὐτὰς ὁ βασιλεὺς δὲν εἶναι «ὁ πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ». Προσωποποιεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ κράτους, ἐνσαρκώνει τὴν ἰδέαν τῆς τάξεως, εἶνε ὁ νόμος.
Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἐτελειοποίει τὰς στρατιωτικὰς καὶ πολιτικὰς σπουδάς του εἰς Γερμανίαν ὁ Κωνσταντῖνος. Οἱ δύο νέοι συνεδέθησαν στενώτερον. Ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἀναλλοίωτος ἀφοσίωσις τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ πρὸς τὸν μονάρχην.
Τὸ 1895 ὁ Χ. Τρικούπης ὠνόμαζε τὸν Γ. Στρέϊτ σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ 1900 διεδέχετο τὸν πατέρα του ὡς καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου καί δέκα ἔτη βραδύτερον, διωρίζετο πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος εἰς Βιέννην.
Κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονήν του, ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἐστερέωσε πρακτικῶς τὰς θεωρίας του περὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
Ἐχθρὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦτο ὁ πανσλαυϊσμός. Μεταξὺ Γερμανῶν καὶ Σλαύων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζοντο διὰ νὰ κυριαρχήσουν ἐπὶ τοῦ Αἵμου, ἡ Αὐστρία τοῦ ἐφαίνετο προμαχών, ὅστις συνεκράτει τὰ δύο ἐκεῖνα κύματα. Δὲν ἐλησμόνει ποτὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἄγγλου συναδέλφου του σὲρ Φέφρας Κάφρεϋ: «Ἐὰν ποτὲ ἐκλείψῃ ἡ Αὐστρία, οὐδὲν ἔθνος θὰ ζημιωθῇ περισσότερον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀπὸ τὸ ἑλληνικόν».
Ἄγγλος καὶ Ἕλλην παρεσύροντο ἀπὸ ἀκαδημαϊκὰς θεωρίας. Πράγματι ἡ Αὐστρίᾳ δὲν ἦτο ἐμπόδιον ἀλλ’ ὄργανον ἐπικρατήσεως τοῦ γερμανισμοῦ εἰς τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολήν.
Ἡ πρεσβεία τῆς Βιέννης ἐσφράγισεν ἀκόμη βαθύτερα τὸ πνεῦμα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Στρέϊτ. Δὲν ἠμπόρεσεν ὁ Ἕλλην διπλωμάτης νὰ χωνεύσῃ καλὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ δευτέρου βαλκανικοῦ πολέμου. Ἐγνόει τὸ κείμενον τῆς συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1913, ἀναγγέλλων εἰς τὸν αὐτοκράτορα Φραγκίσκον Ἰωσὴφ τὴν σύναψιν τῆς ἑλληνοσερβικῆς συμμαχίας ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας καὶ γνωρίζων τὸ ἄσπονδον μίσος τῆς Αὐστρίας κατὰ τῶν Νοτιοσλαύων, ὁ Στρέϊτ ἐδήλωνε:
«Πρόκειται περὶ νομίμου ἀμύνης ἐναντίον βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως. Ἡ ἑλληνοσερβικὴ προσέγγισις εἶναι γεγονὸς τυχαῖον».
«Φραγκίσκος Ἰωσήφ: Τὸ ἐλπίζω πολύ, νομίζω δὲ ὅτι ἡ προσέγγισις αὐτὴ εἶναι μόνον τυχαία καὶ θὰ μείνῃ τοιαύτη».
Ὅταν ἔπειτα ὁ Στρέϊτ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς συνθήκης, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐγκύρους τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πολεμήσῃ ἐνδεχομένως καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1912 ὁ Γ. Στρέϊτ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιον Αʹ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ πολυμήχανος ἡγεμὼν τοῦ εἶπε:
«Θέλω νὰ ἔχω κάποιον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης μου πλησίον τοῦ Βενιζέλου».
Ὁ Στρέϊτ δὲν ἐδέχθη τότε. Ἔγινεν ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ Κωνσταντίνου.
Σφάλμα βαρύτατον. Ἡ Βιέννη ἔχασεν ἄριστον πρέσβυν. Αἱ Ἀθῆναι ἀπέκτησαν ἀρχηγὸν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ξένον ἀπὸ τὴν βουλήν, μοναρχικὸν ἐν τῷ μέσῳ ἑνὸς πολιτικοῦ καθεστῶτος ἄκρως λαϊκοῦ καὶ ἀντιπροσωπεύοντα μόνον τὸν βασιλέα ἀπέναντι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου.
Αἱ ἀντιθέσεις τῶν πεποιθήσεων ἦτο φυσικὸν νὰ συνοδεύωνται καὶ ἀπὸ προσωπικὰς συγκρούσεις.
Ἐὰν ἐπετρέποντο ἀρνητικοὶ ὁρισμοί, εἰς τὸν Στρέϊτ θὰ ἠδύνατο να δοθῇ ὁ ἑξῆς:
«Τὸ ἀντίθετον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός».
Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ αὐτὴ ἰδιοσυγκρασία ἐτοποθετήθη πλησίον μιᾶς κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῆς φύσεως, καθὼς ὁ Βενιζέλος. Καθόλου ἄπορον ὅτι θεωρεῖ ἐλαττώματα τὰ στοιχειώδη προσόντα ἑνὸς ἀληθινοῦ πολιτικοῦ. Τὴν πρωτοτυπίαν τοῦ Βενιζέλου τὴν χαρακτηρίζει ὁ Στρέϊτ ὡς τάσιν πρὸς ἐπικινδύνους νεωτερισμούς Τὴν ἄμεσον αἴσθησιν τῆς πραγματικότητος ὡς ἔλλειψιν περισκέψεως καὶ μελέτης.
«Ἐγώ, ἔλεγεν ὁ Στρέϊτ, τρέμω πρὶν λάβω μίαν ἀπόφασιν ἀφορῶσαν τὸ κράτος. Ἐξετάζω τὴν ἐλαχίστην λεπτομέρειαν. Ὁ Βενιζέλος σπεύδει εἰς τὴν λύσιν τῶν δυσκολωτέρων ζητημάτων.
Ἀλλ’ εἶνε κἂν πολιτικὸς ὁ τρέμων τὰς εὐθύνας καὶ παραλύων ἐνώπιον τῆς δράσεως;
Ὁ Στρέϊτ ὁμολογεῖ τὰς ἀρετὰς τοῦ Βενιζέλου ὡς κοινοβουλευτικού ἀρχηγοῦ, τὰς χαρακτηρίζει όμως οὕτω:
«Ὅταν εἴμεθα οἱ δύο μας καὶ διαφωνοῦμεν, ὁ Βενιζέλος οὐδέποτε μὲ πείθει! Ἐὰν γίνωμεν τρεῖς ἀρχίζω καὶ κλονίζομαι. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ καθ’ ἣν ὁμιλεῖ πρὸς περισσοτέρους ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, συνέβη πολλάκις νὰ παρασύρῃ καὶ ἐμὲ μετὰ τῶν ἄλλων!»
Εἰς τὴν πειστικότητα αὐτὴν ὁ Στρέϊτ διέβλεπε κάτι τὸ διαβολικόν. Πράγματι πρόκειται περὶ ἁπλουστατης ἀνθρωπίνης ψυχολογίας: ὁ Βενιζέλος πείθει ἐπειδὴ χρησιμοποιεῖ τὴν κοινὴν λογικήν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐπειδὴ οἱ πειθόμενοι γνωρίζουν ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ἐπιτυχῶς ὅσα λέγει. Ὁ Στρέϊτ ἀποτυγχάνει ἴσως εἰς τὴν πραγματοποίησιν καὶ τοῦ ὀρθοτέρου προγράμματος.
Ἰδού, ἄνευ μακροτέρων περιγραφῶν, ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ διηυθύνετο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς κρισιμωτέρας ὥρας τοῦ ἐθνικοῦ της βίου [2].
Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος, οἱ πρίγκηπες, αἱ αὐλαί των, ὁ Γεώργιος Στρέϊτ, οἱ Θεοτόκηδες, αἱ ἀκολουθοῦσαι τούτους παλαιαὶ κοινωνικαὶ καὶ πολιτικαὶ τάξεις θὰ ἐκάμπτοντο πιθανὸν ὑπὸ τῶν λαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν δυνάμεων τὰς ὁποίας ὁδήγει ὁ Βενιζέλος. Ἴσως μάλιστα ἡ πρὸς αὐτὰς διένεξις νὰ μὴ κατέληγεν εἰς ἐμφύλιον πόλεμον.
Τὸν ἀποφασιστικὸν καὶ ἀδιάλλακτον χαρακτῆρα τῆς πάλης τὸν ἔδωκε τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
Πρὶν ἀπὸ τὸν Βενιζέλον δὲν ὠργανώθη ποτὲ ἐπιτελεῖον μὲ δόγμα πολεμικὸν καὶ διάρκειαν. Ὑπῆρξαν γενικοὶ ἐπιτελεῖς ὡς ἄτομα. Ὁ Κωνσταντῖνος Σαπουντζάκης ἦτο ἐπιτελάρχης σοφός, ὁ μόνος Ἕλλην ἀξιωματικὸς ὁ ἐκπονήσας ἄρτιον σχέδιον ἐπιστρατεύσεως. Ἔγιναν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀπόπειραι συγκροτήσεως ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μόνον ὁ Βενιζέλος ἵδρυσεν ἀληθινὸν ἐπιτελεῖον στρατοῦ.
Ὅταν ἡ κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, ὀλίγον πρὸ τοῦ 1912, διώριζε τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ συνεργάτας τῆς ἐκλογῆς του. Ὁ στρατὸς ἐχρειάζετο ἐγκέφαλον. Ὤφειλεν, ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς εἰρήνης, νὰ ἔχῃ τὸ στράτευμα ὅ,τι ὀνομάζεται «ἐνιαῖον δόγμα μάχης» διὰ νὰ τὸ ἐφαρμόζῃ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου. Τὸν καθαρῶς τεχνικὸν προορισμὸν τοῦ ἐπιτελείου εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ Βενιζέλος ὅταν ἵδρυε τὸ σῶμα τοῦτο. Δὲν ἐκύτταζε τὴν πολιτικήν. Ἐξέλεξε τοὺς στρατιωτικοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ ἀπετέλουν μαζί του ὀργανικὸν σύνολον, διὰ τῆς κοινότητος τῶν τεχνικῶν βλέψεων. Τοιοῦτοι ἦσαν, κατὰ πρῶτον λόγον, ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Βίκτωρ Δούσμανης καὶ οἱ λοχαγοὶ τοῦ ἰδίου ὅπλου Ἰωάννης Μεταξᾶς, Ξενοφῶν Στρατηγός. Ἐπίσης οἱ λοχαγοί Κ. Πάλλης, Ἱπ. Παπαβασιλείου, Ἀθ. Ἐξαδάκτυλος. Πλὴν τῶν Δούσμανη καὶ Ἑξαδακτύλου, οἱ ἄλλοι ἦσαν απόφοιτοι τῆς στρατιωτικῆς ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησεν ὡς ἀκροατὴς ὁ Κωνσταντῖνος.
Πρῶτος ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου διωρίσθη ὁ στρατηγὸς Δαγκλῆς. Σπουδαῖος τεχνικὸς ἀξιωματικός, ἐφευρέτης, πνεῦμα ὀξύ, ὁ Δαγκλῆς ἐστερεῖτο ἀρχικότητος. Ὁ Δούσμανης τὸν ἔθεσε κατὰ μέρος ἀπὸ τὴν ἑπομένην τῆς μάχης τῆς Ἐλασσῶνος. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ἰωαννίνων καί, παρὰ τὰς ρητὰς ὑποσχέσεις τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὁ Δούσμανης ἐπέτυχε τὴν ὁριστικὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Δαγκλῆ. Ἔγινεν αὐτὸς ἀρχηγός.
Ἀπό τότε τὸ ἐπιτελεῖον ἐξελίσσεται εἰς πολιτικὸν σῶμα.
Ὁ νέος ἀρχηγὸς δὲν ὑπῆρξε κατὰ κυριολεξίαν ἐπιτελής. Τοῦ ἔλειπεν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ θεωρία μιᾶς μεγάλης σχολῆς. Εἶχεν ἄλλα προσόντα. Κρίσιν στερεάν, ἐμπειρισμόν, σπανίαν ἐργατικότητα καὶ πρὸ πάντων θέλησιν σιδηρᾶν ἐπὶ τῶν κατωτέρων. Δι’ αὐτῆς ἐκίνει τὴν πολύπλοκον μηχανὴν τοῦ στρατεύματος καὶ ἐχρησιμοποίει τὴν εἰδικότητα ἑκάστου. Παραπλεύρως σοβαρὰ ἐλαττώματα.
Ὁ Δούσμανης ἦτο ἐκ κληρονομικότητος «δεσποτικός». Ἀνῆκεν εἰς απολυταρχικὴν οἰκογένειαν τῆς Κερκύρας. Ἕνας ἐκ τῶν προγόνων του, ὁ Αντώνιος Δούσμανης, ἀντετάχθη εἰς τοὺς ριζοσπάστας, θεωρῶν πρόωρον τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου. Τώρα ὁ ἐγγονὸς ἐπίστευεν ὅτι μόνον διὰ τοῦ «ἑνὸς» θὰ ἐδημιουργεῖτο στρατός. Ὁ ἕνας ἦτο ὁ Κωνσταντῖνος καὶ προφήτης αὐτοῦ ὁ Δούσμανης. Μὲ τὴν ἰδίαν θεωρίαν ἀντελαμβάνετο ὁλόκληρον τὴν πολιτείαν. Τὸν Βενιζέλον τὸν ἤθελεν ἐπὶ παραδείγματι ὄχι λαϊκὸν πρωθυπουργόν, ἀλλὰ εἶδος Πρώσσου καγκελλαρίου, θέτοντα τὴν ἱκανότητά του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Θρόνου. Ἰδέαι δηλαδὴ καθαρῶς ἀνατρεπτικαί, ὅταν προέρχωνται ἀπὸ ἐπιτελάρχην στρατοῦ ἐθνικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ οἶος ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνικός.
Τέλος ὁ Δούσμανης δὲν εἶχε τὴν ἀρετὴν τῆς ἄνευ συμβιβασμῶν αὐστηρότητος καὶ τῆς μεγαλοψυχίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται οἱ ἔξοχοι στρατιῶται.
Ὁ Μεταξᾶς καὶ ὁ Στρατηγὸς ἀπετέλουν τὸν πυρῆνα τοῦ ἐπιτελείου. Ἐπιστήμονες ἀξιωματικοί, μὲ ἰδιοφυΐαν ἐπαγγελματικήν, μελετηροί, ἐργατικοί, τελειοποιηθέντες λαμπρὰ εἰς τὴν ἀκαδημίαν τοῦ Βερολίνου, ἦσαν ἄριστον «ἐπιτελικὸν ζεῦγος» διὰ τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα. Ὁ Ξενοφῶν Στρατηγὸς ἀφωσιώνετο εἰς τὸ ἔργον του. Ὁ Μεταξᾶς εἶχε φιλοδοξίαν ἐξερχομένην τοῦ στρατιωτικοῦ ὁρίζοντος καὶ πολυπραγμοσύνην, τὰς ὁποίας δὲν ὑπηρέτει ἀναλόγος διανοητικὴ εὐρύτης.
Ἡ ἀσθενὴς πλευρὰ καὶ τῶν τριῶν ἦτο ἡ ἄγνοια τοῦ μαχίμου στρατεύματος. Οὐδέποτε διοίκησαν ἐν εἰρήνῃ ἢ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε καλλίτερα τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν στρατιώτην. Ὁπωσδήποτε ὁ Δούσμανης, ὁ Μεταξᾶς, ὁ Στρατηγός, ἀλληλοσυμπληρούμενοι, χρησιμοποιοῦντες τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὸ κῦρος τοῦ Βενιζέλου, ἀπήρτισαν ἐπιτελεῖον μεγάλου γοήτρου καὶ περιβαλλόμενον μὲ τὸν σεβασμὸν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ ἐδημιούργουν μεγάλον ἐθνικὸν ὀργανισμόν, ἐὰν περιωρίζοντο εἰς τὰ αὐστηρῶς στρατιωτικά των καθήκοντα καὶ ὑπηρέτουν μόνην τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος.
Δὲν τὸ ἔκαμαν.
Τὸ ἐπιτελεῖον περιεβλήθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ δικαιοδοσίαν, τιμὰς καὶ προνόμια, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἴσως εἶδεν ἄλλη δημοσία ὑπηρεσία τοῦ τόπου. Οἱ κυβερνῶντες τότε δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὰ προσωπικά. Ἠθέλησαν νὰ ἐξυψώσουν τὸν θεσμόν, φρονοῦντες ὀρθῶς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτου μέσου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προθέσεώς των ἐκείνης ἔφθασαν μέχρις ἀδικίας ἄλλων ὀργάνων τῆς πολιτείας. Κατὰ τοὺς δύο πολέμους, πλὴν τῶν θυσιῶν τοῦ στρατευθέντος λαοῦ, ἠγωνίσθησαν ἓξ χιλιάδες ἀξιωματικοὶ καὶ ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης χίλιοι. Εἰς πολυαρίθμους αἱματηρὰς μάχας ἀνεδείχθησαν ἐκ τούτων ἀληθινοὶ ἥρωες. Οὐδὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐκρίθη, νεκρὸς ἢ ζῶν, ἀνδραγαθήσας ὑπὸ τοῦ ἀρχιστρατήγου. Κανεὶς δὲν ἠμείφθη δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐπειδὴ ἦσαν πολλοὶ οἱ διακριθέντες!
Γεγονὸς ὅμως πρωτοφανὲς διὰ τοὺς στρατοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, έχαρακτηρίσθησαν «ἀριστεύσαντες ἐν πολέμῳ» καὶ ἐπροβιβάσθησαν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, παρεκτὸς τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Βίκτωρ Δούσμανης, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, ὁ Ξενοφῶν Στρατηγός, ὁ Κωνσταντῖνος Πάλλης καὶ ὁ ἰδιαίτερος ἰατρὸς τοῦ βασιλέως Ἀναστασόπουλος. Μόνοι οἱ ἐπιτελεῖς ἠνδραγάθησαν!
Ἔτσι ἐθεμελιώθη ἡ βασιλικὴ καὶ ἐπιτελικὴ παντοδυναμία ἐπὶ τοῦ στρατεύματος.
Ὁ διάδοχος ἤρχισε τοὺς πολέμους ὡς καθαιρεθεὶς τῆς χθὲς καὶ διαθέσιμος ἀντιστράτηγος. Ἐξῆλθε «στρατάρχης» μὲ τίτλον εἰδικῶς δι’ αὐτὸν καθιερωθέντα. Ὁ Βενιζέλος εὑρῆκε τὸν Δούσμανην ταγματάρχην ἀργοῦντα καὶ ἀπειλούμενον δι’ ἀποτάξεως ὑπὸ τοῦ στρατιωτικού συνδέσμου. Τὸν ἔκαμεν ὑποστράτηγον ἐντὸς δύο ἐτῶν καὶ τὸν κατέστησεν οὐσιαστικὸν διοικητὴν τοῦ στρατεύματος. Οἱ ἄλλοι ἐπιτελεῖς ἔγιναν ἀπὸ λοχαγοὶ συνταγματάρχαι, κατὰ παραγνώρισιν ἡρωισμῶν, θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεων ἑκατοντάδων συναδέλφων των.
Πῶς ἀπεκρίθη τὸ ἐπιτελεῖον εἰς τὰς εὐνοίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν δίκαιαι, δὲν ἔπαυαν νὰ εἶναι προνομιακαὶ διακρίσεις; Ὑπέβλεψε καὶ παρεμέρισε κάθε ἀξιωματικὸν τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ἐπικίνδυνον. Δὲν ἐξωρίσθη καὶ δὲν ἐλησμονήθη μόνος ὁ γηραιὸς Σαπουντζάκης. Δὲν ἐξεβλήθη ὁ ἤπιος Δαγκλῆς. Διὰ τὸν στρατηγὸν Καλάρην, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸν υἱόν του διάτρητον ἀπὸ τουρκικὰς σφαίρας καὶ ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ κάλλιστα ἐπιτελικὰ καθήκοντα, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἔγραψε τὰ ἑξῆς:
«Ὁ πρωθυπουργὸς (Βενιζέλος) δὲν ἔφερε καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Σαπουντζάκη· ὅταν, πρὸ ἡμερῶν ἐλάβομεν δεύτερον τηλεγράφημα ἀναγγέλλον μεταβολὴν τῶν ἀποφάσεων τὴς κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ὁ Καλλάρης ἐπρότεινε τὸν ἑαυτόν του ὡς ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Σαπουντζάκη ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα».
Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐμυκτήριζε τὸν Βενιζέλον καὶ τὸν ἔθετεν ἔκτοτε ἀντιμέτωπον πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὁ ἴδιος πάντοτε Μεταξᾶς:
«Μὲ τὸν Νίδερ (διευθυντὴν τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Βενιζέλου) ὡμίλησα καὶ τὸν εὗρα ὑποστηρικτὴν τῶν ἐνεργειῶν μας εἰς ὅλα. Δὲν ἀνεμίχθη ποσῶς εἰς τὰς στρατηγικὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ ὑπουργείου. Ἡ γενική μου ἐντύπωσις εἶναι ὅτι τὸ ἐδῶ σύνθημα τῶν διαφόρων σημαινόντων εἶναι ὅτι: «οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Διαδόχου τρόπαιον», δεδομένου μάλιστα ὅτι τὰ πολιτικὰ τρόπαια ἔσονται, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, πενιχρότατα».
Αὐτὰ ἐμηχανορραφοῦντο ἐντὸς τοῦ ἐπιτελείου, ἐνῷ διήρκει ὁ πρῶτος βαλκανικὸς πόλεμος. Ὅταν ἐτελείωσεν οὗτος, ὅταν τὸ ἐπιτελεῖον παρ’ ὀλίγον νὰ ἔφερεν εἰς ρῆξιν βασιλέα καὶ πρωθυπουργόν, κατὰ τὴν εἰρήνην τοῦ Βουκουρεστίου, ὅταν τὸ αὐτὸ ἐπιτελεῖον ἐκυβέρνα σχεδόν αὐτοκρατορικῶς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν, τότε πλέον ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ του ἀληθινὴ ἀνταρσία ἐναντίον τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως.
Πρόκειται περὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἐπιτελάρχου Δούσμανη πρὸς τὸν ὑπολοχαγὸν Μπασδέκην, διὰ τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος προέτρεπε τὴν ἐγκαθίδρυσιν δικτατορίας εἰς τὸν στρατόν, ἀναμένων προφανῶς τὴν ἐγκατάστασιν τοιαύτης εἰς ὅλον τὸ κράτος.
Αἱ οὐσιωδέστεραι περικοπαὶ τοῦ περιφήμου ἐκείνου ἐγγράφου ἔχουν ὡς ἀκολούθως:
«Ἐκεῖνος (ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος), ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ στράτευμα, ἔδωκε τὴν ὀρθὴν γνώμην πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Ἡ γνώμη του ἐγένετο δεκτὴ ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη, διότι τὴν δύναμιν τῆς ἐφαρμογῆς εἶχον πάντοτε οἱ μηδὲν πράξαντες. Ἐὰν εἰσηκούοντο αἱ γνῶμαι οὗται δὲν θὰ ὑπῆρχον τὰ σημερινὰ παράπονα».
Περαιτέρω:
«Πρέπει νὰ γνωρίζῃς ὅτι τὸ στράτευμα δὲν διοικεῖται διὰ πλειοψηφίας ἀλλὰ δι’ ἀπολυταρχίας. Ἡ ἀπολυταρχία αὕτη τώρα μόνον ἐγκαθιδρύεται εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ἀπολυταρχία δ’ αὕτη εἶνε ἡ ἐκπρόσωπος τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀμεροληψίας».
Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἐλευθέρου κράτους δὲν εἶχεν ἀποτολμηθῆ πραξικόπημα ὡς αὐτὸ τοῦ στρατηγοῦ Δούσμανη. Ὁ ἐπιτελάρχης ἐκάλει τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπακούουν εἰς τὸν μονάρχην ἀποκλειστικῶς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἀπέναντι τῆς νομιμοποιηθείσης δυνάμεως τοῦ Γουδὶ καὶ τῶν δημοψηφισμάτων τοῦ 1909–1912 τὸ ἐπιτελεῖον ὕψωνε τὴν ἰδικήν του ὑλικὴν ἰσχύν. Τὸ πολίτευμα κατηργεῖτο. Ὑπεβάλλετο εἰς ἀπολυταρχίαν ὁ στρατός, ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ λαοῦ. [3]
Τὶ ἐσήμαιναν αὐτά;
Ὁ Βενιζέλος προσεπάθησε νὰ ἑνώσῃ τὰ ἐπαναστατικὰ προοδευτικὰ στοιχεῖα τοῦ τόπου μὲ τὴν παλαιοκομματικὴν καὶ ἀντιδραστικὴν τάξιν. Ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ ἐξ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν μίαν μόνον δύναμιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἔθνους. Ἡ προσπάθεια ἐκείνη ἀπέτυχε. Ἡ ὀλιγαρχία ἐχρησιμοποίει τὰς δοθείσας εἰς αὐτὴν ἐξουσίας διὰ νὰ ἐκδικηθῇ καὶ ἀνατρέψῃ τὸ ἔργον τοῦ Γουδί.
Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/235 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/236 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/237 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/238 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/239 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/240 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/241 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/242 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/245 Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/246
- ↑ Συνομιλία τοῦ Ε. Βενιζέλου μὲ τὸν γράφοντα, Λωζάνη Ἰανουάριος 1923. Ἀναμνήσεις τοῦ στρατηγοῦ Ι. Δαγκλῆ ἀνακοινωθεῖσαι πρὸς τὸν γράφοντα, Μόναχον Σεπτέμβριος 1922. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25352 της 23ης Ἰουλίου 1914 τηλεγράφημά του πρὸς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ, ὁ Νικόλαος Θεοτόκης ἀναφέρει τὴν ἔναρξιν μυστικῆς ἐπικοινωνίας του μὲ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Κωνσταντίνου. Τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1917 ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Ν. Πολίτης, δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπεκάλυψε τὴν ἀνεύρεσιν ἀποκρύφου λεξικοῦ συνεννοήσεως τοῦ αὐλάρχου τῆς Σοφίας Ἰωάννου Θεοτόκη καὶ τῆς Αὐλῆς τοῦ Βερολίνου.
- ↑ Συνομιλία τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ μὲ τὸν γράφοντα. Ζυρίχη Ὀκτώβριος 1928. Μελέται τῶν ἐκθέσεών του ὡς πρεσβευτοῦ Βιέννης. Συνδιαλέξεις μετὰ τοῦ Ε. Βενιζέλου, Ἀθῆναι Μάϊος–Σεπτέμβριος 1928. Συνομιλίαι τοῦ Νικολάου Πολίτη μὲ τὸν γράφοντα, Παρίσιοι Νοέμβριος 1928. Ὁ Ρωμᾶνος ἀμφισβητεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ εἶχε καλέσει τὸν Στρέϊτ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπολύτου πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης. Πρὸ τοῦ Στρέϊτ ὁ Γεώργιος ἀπηνθύνθη πρὸς τὸν Ε. Ρωμᾶνον, Παρίσιοι Νοέμβριος 1928.
- ↑ Ἀφήγησις Π. Δαγκλῆ πρὸς τὸν γράφοντα, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1916. Τηλεγράφημα Κωνσταντίνου διαδόχου καὶ πρωθυπουργεύοντος Κορομηλᾶ, 29 Δεκεμβρίου 1912–3 Ἰανουαρίου 1913, ἐκ τῶν ἀρχείων στρατιᾶς. Ἐπιστολὴ Ἰωάννου Μεταξᾶ ἐκ Λονδίνου τὴν 21 Δεκεμβρίου 1912 πρὸς ἀρχηγεύοντα ἐπιτελείου Β. Δούσμανην εἰς Θεσσαλονίκην. Ὁ αὐτὸς ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 28ην Νοεμβρίου 1912 εἰς τὸν ἴδιον. Ἀρχεῖα στρατιᾶς. Ἐπιστολὴ ὑποστρατήγου ἐπιτελάρχου Β. Δούσμανη εἰς ὑπολοχαγὸν οἰκονομικοῦ Ἠλ. Μπασδέκην, δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τοῦ τύπου τὴν 28ην Ἰανουαρίου 1915. Βραδύτερον ἐνώπιον τοῦ στρατοδικείου, ὁ τέως ἐπιτελάρχης προσπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πραξικόπημά του. (Β. Δούσμανη ἀπολογία) Ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν Ἐλευθερουδάκη, ἄρθρον «Δούσμανης».