Η Ελλάς του 1910–1920/12
| ←Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου | Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920 Συγγραφέας: Παραμοναὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου |
Ἐν τῷ μέσῳ τῆς παγκοσμίου Κρίσεως→ |
Μεταξὺ τῶν δύο βαλκανικῶν καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἐμεσολάβησε μόλις ἓν ἔτος. Διάστημα βραχύτατον προκειμένου νὰ στερεωθῇ μία νέα τάξις πραγμάτων καὶ νὰ διαμορφωθοῦν ἀσφαλεῖς περὶ αὐτῆς κρίσεις. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἡ ἔκτοτε χρονικὴ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη, ἡ μνήμη τῶν Ἑλλήνων διασώζει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς εἰκόνα παιδικοῦ μύθου. Τὴν φαντάζεται ὡς μαγικὴν νῆσον, διαχύνουσαν τὴν λάμψιν τῆς εὐτυχίας, τῆς ἑνότητος καὶ τῆς γαλήνης εἰς τὴν ταραχώδη θάλασσαν τῶν προηγουμένων καὶ μεταγενεστέρων καιρῶν.
Σύμφωνα μὲ τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1914 ἔστεκεν ἀδιαίρετος πίσω ἀπὸ τὸν νικητὴν Βασιλέα της καὶ τὸν μέγαν πρωθυπουργόν της, οἱ ὁποῖοι τὴν ὡδήγουν πρὸς τὴν δόξαν καὶ τὸν ὄλβον. Μοχθηρὸς δαίμων ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος διέκοψε τὴν ἀκύμαντον ἐκείνην μακαριότητα.
Ἡ ἱστορία δὲν εἶναι εἰδύλλιον.
Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἀπὸ θέσεως καὶ κοινῆς ἀναγνωρίσεως εἶναι μορφὴ ἱστορική. Ὁ Βενιζέλος θὰ παραμείνῃ ἡ κεφαλαιώδης προσωπικότης ὁλοκλήρου τῆς μέχρις αὐτοῦ νεοελληνικῆς περιόδου. Ἡ παρουσία καὶ τῶν δύο ἔδωκεν ἀναμφισβήτητον ἔκτασιν καὶ δραματικότητα εἰς τὴν ἑλληνικὴν κρίσιν τοῦ 1915–1922. Δὲν τὴν ἐγέννησαν ὅμως οἱ δύο αὐτοὶ τὴν κρίσιν. Ἦσαν ἀναγκαῖοι ἀντιπρόσωποι συμφερόντων, αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὤφειλαν νὰ συγκρουσθοῦν ἀργὰ ἢ γρήγορα. Τὸ δεδομένον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τοὺς ὁπωσδήποτε παρατηροῦντας τὰ τότε γενόμενα.
Διότι ἄλλως καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ παρελθὸν προβάλλεται ἐκ νέου μὲ χρώματα λαμπρά, εὔκολα καὶ ψευδῆ, ἀποβαίνουν ἀκατάληπτος μὲν ἡ ἀληθὴς θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τῆς παγκοσμίου κρίσεως, ἀνεξήγητα δὲ ὅσα κατ’ αὐτὴν διεδραματίσθησαν. Ἡ ἀναπαράστασις τῆς πραγματικότητος διαφέρει ἀπὸ τοὺς ὀπτασιασμούς.
Ἐλέχθη ἤδη πῶς ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ Γουδί προέκυψε τὸ νεοελληνικὸν ἀστικὸν κράτος. Ἡ ὀλιγαρχία παρεμερίσθη βιαίως. Ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀστικῆς τάξεως, συγκεκριμένως ὁ Βενιζέλος, προέβησαν εἰς μερικὴν ὀλιγαρχικὴν παλινόρθωσιν. Δὲν ἐνόμιζαν ριζικὴν τὴν διαίρεσιν τῶν δύο τάξεων. Ἐπιέζοντο ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν σκοπιμότητα. Ἐβιάζοντο νὰ χρησιμοποιήσουν εἰς μεγάλα ἀξιώματα τῆς πολιτείας ἀντιπροσώπους τῆς ὀλιγαρχίας, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἐφαίνετο προσὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ζωτικότητα τῶν νέων κοινωνικῶν στοιχείων. Οὕτω ὑπηρεσίαι ὁλόκληροι, θέσεις ὑψίστης σπουδαιότητος, τιμητικαὶ διακρίσεις παρεχωρήθησαν εἰς φυσικοὺς ἐχθροὺς τῆς νέας καταστάσεως.
Τὴν ἐπαύριον τῶν δύο πολέμων τὸ κράτος εἶχεν ὄχι μόνον ἐξωτερικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς, ὄψιν πολὺ διαφορετικὴν ἀπὸ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ διὰ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Αὐγούστου 1919.
Ἐπὶ κορυφῆς τῆς πολιτείας εὐρίσκετο ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος. Ὁ πατέρας του ὑπῆρξε, μέχρι τῆς παραμονῆς τοῦ τραγικοῦ τέλους του, ἀρχηγὸς ξένης δυναστείας. Ὁ Βενιζέλος παρέλαβε τὸν Κωνσταντῖνον γυμνὸν ἀπὸ κάθε δύναμιν καὶ γόητρον. Τοῦ ἔδωσε τὰ μέσα νὰ μεταβληθῇ εἰς νικητὴν στρατηγόν. Τὸν ἀνεκήρυξεν «ἄξιον τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἑλληνισμοῦ» ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Τοῦ ηὔξησε τὴν βασιλικὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ 1.300.000 τοῦ Γεωργίου εἰς δύο ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἰδιαιτέρων χορηγιῶν πρὸς τὴν βασιλομήτορα Ὄλγαν καὶ τὸν διάδοχον Γεώργιον. Τοῦ ἐνεχείρισε, μετὰ τὸν βουλγαρικὸν πόλεμον, τὰ διάσημα τοῦ πρώτου Ἕλληνος στρατάρχου. Ὁ Κωνσταντῖνος διεδέχετο τὸν πατέρα του ὄχι ὡς ξένος πρίγκηψ ἀλλ’ ὡς ἐθνάρχης.
Ὅταν τοῦ ἀνήγγειλαν τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Βενιζέλος εἶπε: «Δὲν μετανοῶ δι’ ὅσα ἔπραξα ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου. Τὰ ἔκαμα ὅλα χάριν τοῦ ἔθνους».
Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν πρόθεσιν. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον περιβεβλημένος μὲ τὸν λαϊκὸν θαυμασμὸν καὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι εἴτε ἀρχιστράτηγος, εἴτε συνταγματικὸς μονάρχης, εἴτε ὁδηγὸς τοῦ ἔθνους ἐγίνετο ὁ Κωνσταντῖνος, παρέμενε φυσικὴ κορυφὴ τῆς ὀλιγαρχίας.
Κατὰ τοὺς πολέμους, ὁ Νικόλαος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Χριστόφορος, συνωστίζοντο εἰς τὸ ἐπιτελεῖον ἄνευ ἀσχολίας καὶ ἠρνήθησαν νὰ ἀναλάβουν μάχιμον ὑπηρεσίαν καθὼς τοὺς ὑπέδειξεν ὁ στρατηγὸς Δαγκλῆς.
Τώρα ἦσαν κατάφορτοι ἀπὸ ἐπωμίδας, ἐθεωροῦντο ὑπὸ πολλῶν σπουδαῖοι στρατιωτικοὶ ἢ διπλωμάται, ἐρρύθμιζαν τὴν ἐπίσημον πνευματικὴν κίνησιν τοῦ τόπου καὶ διένεμαν εὐνοίας. Γύρω των ἀνασυνετάσσετο κοινωνικῶς καὶ ἀνέβαινε πολιτικῶς ἡ συντηρητικὴ ἐκείνη τάξις, τὴν ὁποίαν συνέτριψεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Γουδί.
Αἱ χωρισμέναι αὐλαὶ τοῦ Κωνσταντίνου, τῆς Σοφίας, τῆς Ὄλγας, τοῦ Διαδόχου, τοῦ Νικολάου, τοῦ Ἀνδρέου ἔγιναν ἰσάριθμοι ἑστίαι «ἀντιδράσεως». Ἀξιωματικοί, ἀντισταθέντες μὲ τὸ ξίφος εἰς τὴν χεῖρα ἐναντίον τῆς στρατιωτικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1909, ἔλαβαν θέσεις ἐμπιστοσύνης ὡς ὑπασπισταὶ καὶ φίλοι. Βασιλικοὶ ἢ πριγκηπικοὶ αὐλάρχαι, θησαυροφύλακες, εὐνοούμενοι, γραμματεῖς, ἀνῆκαν εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν.
Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, κυριώτατος ἀντιπρόσωπος τοῦ ὀλιγαρχικοῦ συστήματος, ὠνομάζετο ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου ἀρχηγὸς διπλωματικῆς ἀποστολῆς καὶ συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως. Ἐκ τῶν υἱῶν του ὁ εἷς διωρίζετο, νεαρώτατος, πρεσβευτὴς Βερολίνου καὶ ἀπέβαινεν «ἔμπιστος» τοῦ Κάϊζερ, ὁ ἄλλος ἐτιτλοφορεῖτο αὐλάρχης τῆς βασιλίσσης Σοφίας, καὶ ἐκράτει ἰδιαίτερον λεξικὸν ἐπικοινωνίας τῶν ἀνακτόρων Βερολίνου–Ἀθηνῶν, ἄγνωστον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
Ὑπεράνω τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐλειτούργει «μυστικὸν σῶμα ἀσφαλείας τοῦ βασιλέως». Εἶχε δικαιοδοσίαν ἀόριστον. Ἦτο ανακτορικὴ ἀστυνομία και συγχρόνως ὄργανον τοῦ ἐπιτελείου. Εἰς τὸ τέλος ἔγινεν ὑπηρεσία παντοδύναμος ἐπιτηροῦσα τοὺς λαϊκοὺς ἀρχηγούς, ἐν ὀνόματι τῆς ὀλιγαρχίας [1].
Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὐτά.
Ἡ διαχείρισις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους ἀνετέθη κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1914 εἰς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ.
Εἰς τὸν Βενιζέλον συνεστήθη ὡς «ειδικός». Τὸν ἐθεώρουν ἀνώτατον ὑπάλληλον «διαδεχόμενον ἄλλους ὑπαλλήλους», καθὼς ὁ Γρυπάρης, ὁ Πανᾶς, καὶ ἐκτελοῦντα μετ’ ἐπαγγελματικῆς εὐσυνειδησίας τήν, ἀδιάφορον ποίαν, πολιτικὴν τῆς ὑπευθύνου κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως.
Ἀκριβεστέρα γνῶσις τοῦ παρελθόντος θὰ ἀπέτρεπε τὴν πλάνην ἐκείνην. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἦτο συνομήλικος, παιδικὸς φίλος καὶ συσπουδαστὴς τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εἶχε πατέρα τὸν κυριώτερον πολιτικὸν παιδαγωγὸν τοῦ μετέπειτα βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Στέφανος Στρέϊτ, υἱὸς Γερμανοῦ, ἐδίδασκε τὸν βασιλόπαιδα μαθητὴν καὶ τὸν υἱόν του ὅτι ὁ ἀπόλυτος κοινοβουνευτισμός, ὁ καθιερωθείς, ἀπὸ τοῦ Τρικούπη ἰδίως, εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἦτο ὀρθός. Τὸ Στέμμα εἶχε περισσότερα δικαιώματα καὶ μεγαλείτερα προνόμια ἐκείνων τὰ ὁποῖα τοῦ ἀνεγνώριζεν ἡ βραχύχρονος ἄλλωστε συνήθεια. Συγκεκριμένως ὁ Στρέϊτ πατὴρ ἐφρόνει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν ἄνευ περιορισμοῦ τινός. Ἡ πατρικὴ προπαίδευσις ἐσυνεχίσθη πρὸς τὴν ἰδίαν συντηρητικὴν κατεύθυνσιν, εἰς τὰς νομικὰς σχολὰς τῆς Λειψίας καὶ τοῦ Βερολίνου. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἐμορφώθη εἰς διαπρεπῆ διεθνολόγον, ἀλλ’ ἡ πολιτική του φιλοσοφία ἐστάθη ἀπολυταρχική. Ἐγνώριζε καὶ ἔμαθε καλλίτερα ὅτι σκοπὸς τῆς θρησκείας, τῆς κοινωνίας, τῆς πολιτείας εἶναι «ἡ συντήρησις». Παραπλεύρως τοῦ ἐπιστήμονος ἡ Γερμανία ἐπαιδαγώγει τὸν «πειθαρχικὸν» πολίτην. Ἡ ἐλευθερία έρχεται ὕστερα ἀπὸ τὰ «νομίμως κείμενα». Κατὰ τὰς θεωρίας αὐτὰς ὁ βασιλεὺς δὲν εἶναι «ὁ πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ». Προσωποποιεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ κράτους, ἐνσαρκώνει τὴν ἰδέαν τῆς τάξεως, εἶνε ὁ νόμος.
Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἐτελειοποίει τὰς στρατιωτικὰς καὶ πολιτικὰς σπουδάς του εἰς Γερμανίαν ὁ Κωνσταντῖνος. Οἱ δύο νέοι συνεδέθησαν στενώτερον. Ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἀναλλοίωτος ἀφοσίωσις τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ πρὸς τὸν μονάρχην.
Τὸ 1895 ὁ Χ. Τρικούπης ὠνόμαζε τὸν Γ. Στρέϊτ σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ 1900 διεδέχετο τὸν πατέρα του ὡς καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου καί δέκα ἔτη βραδύτερον, διωρίζετο πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος εἰς Βιέννην.
Κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονήν του, ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἐστερέωσε πρακτικῶς τὰς θεωρίας του περὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
Ἐχθρὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦτο ὁ πανσλαυϊσμός. Μεταξὺ Γερμανῶν καὶ Σλαύων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζοντο διὰ νὰ κυριαρχήσουν ἐπὶ τοῦ Αἵμου, ἡ Αὐστρία τοῦ ἐφαίνετο προμαχών, ὅστις συνεκράτει τὰ δύο ἐκεῖνα κύματα. Δὲν ἐλησμόνει ποτὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἄγγλου συναδέλφου του σὲρ Φέφρας Κάφρεϋ: «Ἐὰν ποτὲ ἐκλείψῃ ἡ Αὐστρία, οὐδὲν ἔθνος θὰ ζημιωθῇ περισσότερον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀπὸ τὸ ἑλληνικόν».
Ἄγγλος καὶ Ἕλλην παρεσύροντο ἀπὸ ἀκαδημαϊκὰς θεωρίας. Πράγματι ἡ Αὐστρίᾳ δὲν ἦτο ἐμπόδιον ἀλλ’ ὄργανον ἐπικρατήσεως τοῦ γερμανισμοῦ εἰς τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολήν.
Ἡ πρεσβεία τῆς Βιέννης ἐσφράγισεν ἀκόμη βαθύτερα τὸ πνεῦμα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Στρέϊτ. Δὲν ἠμπόρεσεν ὁ Ἕλλην διπλωμάτης νὰ χωνεύσῃ καλὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ δευτέρου βαλκανικοῦ πολέμου. Ἐγνόει τὸ κείμενον τῆς συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1913, ἀναγγέλλων εἰς τὸν αὐτοκράτορα Φραγκίσκον Ἰωσὴφ τὴν σύναψιν τῆς ἑλληνοσερβικῆς συμμαχίας ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας καὶ γνωρίζων τὸ ἄσπονδον μίσος τῆς Αὐστρίας κατὰ τῶν Νοτιοσλαύων, ὁ Στρέϊτ ἐδήλωνε:
«Πρόκειται περὶ νομίμου ἀμύνης ἐναντίον βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως. Ἡ ἑλληνοσερβικὴ προσέγγισις εἶναι γεγονὸς τυχαῖον».
«Φραγκίσκος Ἰωσήφ: Τὸ ἐλπίζω πολύ, νομίζω δὲ ὅτι ἡ προσέγγισις αὐτὴ εἶναι μόνον τυχαία καὶ θὰ μείνῃ τοιαύτη».
Ὅταν ἔπειτα ὁ Στρέϊτ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς συνθήκης, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐγκύρους τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πολεμήσῃ ἐνδεχομένως καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1912 ὁ Γ. Στρέϊτ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιον Αʹ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ πολυμήχανος ἡγεμὼν τοῦ εἶπε:
«Θέλω νὰ ἔχω κάποιον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης μου πλησίον τοῦ Βενιζέλου».
Ὁ Στρέϊτ δὲν ἐδέχθη τότε. Ἔγινεν ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ Κωνσταντίνου.
Σφάλμα βαρύτατον. Ἡ Βιέννη ἔχασεν ἄριστον πρέσβυν. Αἱ Ἀθῆναι ἀπέκτησαν ἀρχηγὸν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ξένον ἀπὸ τὴν βουλήν, μοναρχικὸν ἐν τῷ μέσῳ ἑνὸς πολιτικοῦ καθεστῶτος ἄκρως λαϊκοῦ καὶ ἀντιπροσωπεύοντα μόνον τὸν βασιλέα ἀπέναντι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου.
Αἱ ἀντιθέσεις τῶν πεποιθήσεων ἦτο φυσικὸν νὰ συνοδεύωνται καὶ ἀπὸ προσωπικὰς συγκρούσεις.
Ἐὰν ἐπετρέποντο ἀρνητικοὶ ὁρισμοί, εἰς τὸν Στρέϊτ θὰ ἠδύνατο να δοθῇ ὁ ἑξῆς:
«Τὸ ἀντίθετον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός».
Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ αὐτὴ ἰδιοσυγκρασία ἐτοποθετήθη πλησίον μιᾶς κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῆς φύσεως, καθὼς ὁ Βενιζέλος. Καθόλου ἄπορον ὅτι θεωρεῖ ἐλαττώματα τὰ στοιχειώδη προσόντα ἑνὸς ἀληθινοῦ πολιτικοῦ. Τὴν πρωτοτυπίαν τοῦ Βενιζέλου τὴν χαρακτηρίζει ὁ Στρέϊτ ὡς τάσιν πρὸς ἐπικινδύνους νεωτερισμούς Τὴν ἄμεσον αἴσθησιν τῆς πραγματικότητος ὡς ἔλλειψιν περισκέψεως καὶ μελέτης.
«Ἐγώ, ἔλεγεν ὁ Στρέϊτ, τρέμω πρὶν λάβω μίαν ἀπόφασιν ἀφορῶσαν τὸ κράτος. Ἐξετάζω τὴν ἐλαχίστην λεπτομέρειαν. Ὁ Βενιζέλος σπεύδει εἰς τὴν λύσιν τῶν δυσκολωτέρων ζητημάτων.
Ἀλλ’ εἶνε κἂν πολιτικὸς ὁ τρέμων τὰς εὐθύνας καὶ παραλύων ἐνώπιον τῆς δράσεως;
Ὁ Στρέϊτ ὁμολογεῖ τὰς ἀρετὰς τοῦ Βενιζέλου ὡς κοινοβουλευτικού ἀρχηγοῦ, τὰς χαρακτηρίζει όμως οὕτω:
«Ὅταν εἴμεθα οἱ δύο μας καὶ διαφωνοῦμεν, ὁ Βενιζέλος οὐδέποτε μὲ πείθει! Ἐὰν γίνωμεν τρεῖς ἀρχίζω καὶ κλονίζομαι. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ καθ’ ἣν ὁμιλεῖ πρὸς περισσοτέρους ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, συνέβη πολλάκις νὰ παρασύρῃ καὶ ἐμὲ μετὰ τῶν ἄλλων!»
Εἰς τὴν πειστικότητα αὐτὴν ὁ Στρέϊτ διέβλεπε κάτι τὸ διαβολικόν. Πράγματι πρόκειται περὶ ἁπλουστατης ἀνθρωπίνης ψυχολογίας: ὁ Βενιζέλος πείθει ἐπειδὴ χρησιμοποιεῖ τὴν κοινὴν λογικήν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐπειδὴ οἱ πειθόμενοι γνωρίζουν ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ἐπιτυχῶς ὅσα λέγει. Ὁ Στρέϊτ ἀποτυγχάνει ἴσως εἰς τὴν πραγματοποίησιν καὶ τοῦ ὀρθοτέρου προγράμματος.
Ἰδού, ἄνευ μακροτέρων περιγραφῶν, ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ διηυθύνετο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς κρισιμωτέρας ὥρας τοῦ ἐθνικοῦ της βίου [2].
Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος, οἱ πρίγκηπες, αἱ αὐλαί των, ὁ Γεώργιος Στρέϊτ, οἱ Θεοτόκηδες, αἱ ἀκολουθοῦσαι τούτους παλαιαὶ κοινωνικαὶ καὶ πολιτικαὶ τάξεις θὰ ἐκάμπτοντο πιθανὸν ὑπὸ τῶν λαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν δυνάμεων τὰς ὁποίας ὁδήγει ὁ Βενιζέλος. Ἴσως μάλιστα ἡ πρὸς αὐτὰς διένεξις νὰ μὴ κατέληγεν εἰς ἐμφύλιον πόλεμον.
Τὸν ἀποφασιστικὸν καὶ ἀδιάλλακτον χαρακτῆρα τῆς πάλης τὸν ἔδωκε τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
Πρὶν ἀπὸ τὸν Βενιζέλον δὲν ὠργανώθη ποτὲ ἐπιτελεῖον μὲ δόγμα πολεμικὸν καὶ διάρκειαν. Ὑπῆρξαν γενικοὶ ἐπιτελεῖς ὡς ἄτομα. Ὁ Κωνσταντῖνος Σαπουντζάκης ἦτο ἐπιτελάρχης σοφός, ὁ μόνος Ἕλλην ἀξιωματικὸς ὁ ἐκπονήσας ἄρτιον σχέδιον ἐπιστρατεύσεως. Ἔγιναν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀπόπειραι συγκροτήσεως ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μόνον ὁ Βενιζέλος ἵδρυσεν ἀληθινὸν ἐπιτελεῖον στρατοῦ.
Ὅταν ἡ κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, ὀλίγον πρὸ τοῦ 1912, διώριζε τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ συνεργάτας τῆς ἐκλογῆς του. Ὁ στρατὸς ἐχρειάζετο ἐγκέφαλον. Ὤφειλεν, ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς εἰρήνης, νὰ ἔχῃ τὸ στράτευμα ὅ,τι ὀνομάζεται «ἐνιαῖον δόγμα μάχης» διὰ νὰ τὸ ἐφαρμόζῃ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου. Τὸν καθαρῶς τεχνικὸν προορισμὸν τοῦ ἐπιτελείου εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ Βενιζέλος ὅταν ἵδρυε τὸ σῶμα τοῦτο. Δὲν ἐκύτταζε τὴν πολιτικήν. Ἐξέλεξε τοὺς στρατιωτικοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ ἀπετέλουν μαζί του ὀργανικὸν σύνολον, διὰ τῆς κοινότητος τῶν τεχνικῶν βλέψεων. Τοιοῦτοι ἦσαν, κατὰ πρῶτον λόγον, ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Βίκτωρ Δούσμανης καὶ οἱ λοχαγοὶ τοῦ ἰδίου ὅπλου Ἰωάννης Μεταξᾶς, Ξενοφῶν Στρατηγός. Ἐπίσης οἱ λοχαγοί Κ. Πάλλης, Ἱπ. Παπαβασιλείου, Ἀθ. Ἐξαδάκτυλος. Πλὴν τῶν Δούσμανη καὶ Ἑξαδακτύλου, οἱ ἄλλοι ἦσαν απόφοιτοι τῆς στρατιωτικῆς ἀκαδημίας τοῦ Βερολίνου, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησεν ὡς ἀκροατὴς ὁ Κωνσταντῖνος.
Πρῶτος ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου διωρίσθη ὁ στρατηγὸς Δαγκλῆς. Σπουδαῖος τεχνικὸς ἀξιωματικός, ἐφευρέτης, πνεῦμα ὀξύ, ὁ Δαγκλῆς ἐστερεῖτο ἀρχικότητος. Ὁ Δούσμανης τὸν ἔθεσε κατὰ μέρος ἀπὸ τὴν ἑπομένην τῆς μάχης τῆς Ἐλασσῶνος. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ἰωαννίνων καί, παρὰ τὰς ρητὰς ὑποσχέσεις τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὁ Δούσμανης ἐπέτυχε τὴν ὁριστικὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Δαγκλῆ. Ἔγινεν αὐτὸς ἀρχηγός.
Ἀπό τότε τὸ ἐπιτελεῖον ἐξελίσσεται εἰς πολιτικὸν σῶμα.
Ὁ νέος ἀρχηγὸς δὲν ὑπῆρξε κατὰ κυριολεξίαν ἐπιτελής. Τοῦ ἔλειπεν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ θεωρία μιᾶς μεγάλης σχολῆς. Εἶχεν ἄλλα προσόντα. Κρίσιν στερεάν, ἐμπειρισμόν, σπανίαν ἐργατικότητα καὶ πρὸ πάντων θέλησιν σιδηρᾶν ἐπὶ τῶν κατωτέρων. Δι’ αὐτῆς ἐκίνει τὴν πολύπλοκον μηχανὴν τοῦ στρατεύματος καὶ ἐχρησιμοποίει τὴν εἰδικότητα ἑκάστου. Παραπλεύρως σοβαρὰ ἐλαττώματα.
Ὁ Δούσμανης ἦτο ἐκ κληρονομικότητος «δεσποτικός». Ἀνῆκεν εἰς απολυταρχικὴν οἰκογένειαν τῆς Κερκύρας. Ἕνας ἐκ τῶν προγόνων του, ὁ Αντώνιος Δούσμανης, ἀντετάχθη εἰς τοὺς ριζοσπάστας, θεωρῶν πρόωρον τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου. Τώρα ὁ ἐγγονὸς ἐπίστευεν ὅτι μόνον διὰ τοῦ «ἑνὸς» θὰ ἐδημιουργεῖτο στρατός. Ὁ ἕνας ἦτο ὁ Κωνσταντῖνος καὶ προφήτης αὐτοῦ ὁ Δούσμανης. Μὲ τὴν ἰδίαν θεωρίαν ἀντελαμβάνετο ὁλόκληρον τὴν πολιτείαν. Τὸν Βενιζέλον τὸν ἤθελεν ἐπὶ παραδείγματι ὄχι λαϊκὸν πρωθυπουργόν, ἀλλὰ εἶδος Πρώσσου καγκελλαρίου, θέτοντα τὴν ἱκανότητά του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Θρόνου. Ἰδέαι δηλαδὴ καθαρῶς ἀνατρεπτικαί, ὅταν προέρχωνται ἀπὸ ἐπιτελάρχην στρατοῦ ἐθνικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ οἶος ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνικός.
Τέλος ὁ Δούσμανης δὲν εἶχε τὴν ἀρετὴν τῆς ἄνευ συμβιβασμῶν αὐστηρότητος καὶ τῆς μεγαλοψυχίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται οἱ ἔξοχοι στρατιῶται.
Ὁ Μεταξᾶς καὶ ὁ Στρατηγὸς ἀπετέλουν τὸν πυρῆνα τοῦ ἐπιτελείου. Ἐπιστήμονες ἀξιωματικοί, μὲ ἰδιοφυΐαν ἐπαγγελματικήν, μελετηροί, ἐργατικοί, τελειοποιηθέντες λαμπρὰ εἰς τὴν ἀκαδημίαν τοῦ Βερολίνου, ἦσαν ἄριστον «ἐπιτελικὸν ζεῦγος» διὰ τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα. Ὁ Ξενοφῶν Στρατηγὸς ἀφωσιώνετο εἰς τὸ ἔργον του. Ὁ Μεταξᾶς εἶχε φιλοδοξίαν ἐξερχομένην τοῦ στρατιωτικοῦ ὁρίζοντος καὶ πολυπραγμοσύνην, τὰς ὁποίας δὲν ὑπηρέτει ἀναλόγος διανοητικὴ εὐρύτης.
Ἡ ἀσθενὴς πλευρὰ καὶ τῶν τριῶν ἦτο ἡ ἄγνοια τοῦ μαχίμου στρατεύματος. Οὐδέποτε διοίκησαν ἐν εἰρήνῃ ἢ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε καλλίτερα τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν στρατιώτην. Ὁπωσδήποτε ὁ Δούσμανης, ὁ Μεταξᾶς, ὁ Στρατηγός, ἀλληλοσυμπληρούμενοι, χρησιμοποιοῦντες τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὸ κῦρος τοῦ Βενιζέλου, ἀπήρτισαν ἐπιτελεῖον μεγάλου γοήτρου καὶ περιβαλλόμενον μὲ τὸν σεβασμὸν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ ἐδημιούργουν μεγάλον ἐθνικὸν ὀργανισμόν, ἐὰν περιωρίζοντο εἰς τὰ αὐστηρῶς στρατιωτικά των καθήκοντα καὶ ὑπηρέτουν μόνην τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος.
Δὲν τὸ ἔκαμαν.
Τὸ ἐπιτελεῖον περιεβλήθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ δικαιοδοσίαν, τιμὰς καὶ προνόμια, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἴσως εἶδεν ἄλλη δημοσία ὑπηρεσία τοῦ τόπου. Οἱ κυβερνῶντες τότε δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὰ προσωπικά. Ἠθέλησαν νὰ ἐξυψώσουν τὸν θεσμόν, φρονοῦντες ὀρθῶς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτου μέσου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προθέσεώς των ἐκείνης ἔφθασαν μέχρις ἀδικίας ἄλλων ὀργάνων τῆς πολιτείας. Κατὰ τοὺς δύο πολέμους, πλὴν τῶν θυσιῶν τοῦ στρατευθέντος λαοῦ, ἠγωνίσθησαν ἓξ χιλιάδες ἀξιωματικοὶ καὶ ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης χίλιοι. Εἰς πολυαρίθμους αἱματηρὰς μάχας ἀνεδείχθησαν ἐκ τούτων ἀληθινοὶ ἥρωες. Οὐδὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐκρίθη, νεκρὸς ἢ ζῶν, ἀνδραγαθήσας ὑπὸ τοῦ ἀρχιστρατήγου. Κανεὶς δὲν ἠμείφθη δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐπειδὴ ἦσαν πολλοὶ οἱ διακριθέντες!
Γεγονὸς ὅμως πρωτοφανὲς διὰ τοὺς στρατοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, έχαρακτηρίσθησαν «ἀριστεύσαντες ἐν πολέμῳ» καὶ ἐπροβιβάσθησαν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, παρεκτὸς τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Βίκτωρ Δούσμανης, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, ὁ Ξενοφῶν Στρατηγός, ὁ Κωνσταντῖνος Πάλλης καὶ ὁ ἰδιαίτερος ἰατρὸς τοῦ βασιλέως Ἀναστασόπουλος. Μόνοι οἱ ἐπιτελεῖς ἠνδραγάθησαν!
Ἔτσι ἐθεμελιώθη ἡ βασιλικὴ καὶ ἐπιτελικὴ παντοδυναμία ἐπὶ τοῦ στρατεύματος.
Ὁ διάδοχος ἤρχισε τοὺς πολέμους ὡς καθαιρεθεὶς τῆς χθὲς καὶ διαθέσιμος ἀντιστράτηγος. Ἐξῆλθε «στρατάρχης» μὲ τίτλον εἰδικῶς δι’ αὐτὸν καθιερωθέντα. Ὁ Βενιζέλος εὑρῆκε τὸν Δούσμανην ταγματάρχην ἀργοῦντα καὶ ἀπειλούμενον δι’ ἀποτάξεως ὑπὸ τοῦ στρατιωτικού συνδέσμου. Τὸν ἔκαμεν ὑποστράτηγον ἐντὸς δύο ἐτῶν καὶ τὸν κατέστησεν οὐσιαστικὸν διοικητὴν τοῦ στρατεύματος. Οἱ ἄλλοι ἐπιτελεῖς ἔγιναν ἀπὸ λοχαγοὶ συνταγματάρχαι, κατὰ παραγνώρισιν ἡρωισμῶν, θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεων ἑκατοντάδων συναδέλφων των.
Πῶς ἀπεκρίθη τὸ ἐπιτελεῖον εἰς τὰς εὐνοίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν δίκαιαι, δὲν ἔπαυαν νὰ εἶναι προνομιακαὶ διακρίσεις; Ὑπέβλεψε καὶ παρεμέρισε κάθε ἀξιωματικὸν τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ἐπικίνδυνον. Δὲν ἐξωρίσθη καὶ δὲν ἐλησμονήθη μόνος ὁ γηραιὸς Σαπουντζάκης. Δὲν ἐξεβλήθη ὁ ἤπιος Δαγκλῆς. Διὰ τὸν στρατηγὸν Καλάρην, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸν υἱόν του διάτρητον ἀπὸ τουρκικὰς σφαίρας καὶ ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ κάλλιστα ἐπιτελικὰ καθήκοντα, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἔγραψε τὰ ἑξῆς:
«Ὁ πρωθυπουργὸς (Βενιζέλος) δὲν ἔφερε καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Σαπουντζάκη· ὅταν, πρὸ ἡμερῶν ἐλάβομεν δεύτερον τηλεγράφημα ἀναγγέλλον μεταβολὴν τῶν ἀποφάσεων τὴς κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ὁ Καλλάρης ἐπρότεινε τὸν ἑαυτόν του ὡς ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Σαπουντζάκη ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα».
Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐμυκτήριζε τὸν Βενιζέλον καὶ τὸν ἔθετεν ἔκτοτε ἀντιμέτωπον πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὁ ἴδιος πάντοτε Μεταξᾶς:
«Μὲ τὸν Νίδερ (διευθυντὴν τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Βενιζέλου) ὡμίλησα καὶ τὸν εὗρα ὑποστηρικτὴν τῶν ἐνεργειῶν μας εἰς ὅλα. Δὲν ἀνεμίχθη ποσῶς εἰς τὰς στρατηγικὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ ὑπουργείου. Ἡ γενική μου ἐντύπωσις εἶναι ὅτι τὸ ἐδῶ σύνθημα τῶν διαφόρων σημαινόντων εἶναι ὅτι: «οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Διαδόχου τρόπαιον», δεδομένου μάλιστα ὅτι τὰ πολιτικὰ τρόπαια ἔσονται, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, πενιχρότατα».
Αὐτὰ ἐμηχανορραφοῦντο ἐντὸς τοῦ ἐπιτελείου, ἐνῷ διήρκει ὁ πρῶτος βαλκανικὸς πόλεμος. Ὅταν ἐτελείωσεν οὗτος, ὅταν τὸ ἐπιτελεῖον παρ’ ὀλίγον νὰ ἔφερεν εἰς ρῆξιν βασιλέα καὶ πρωθυπουργόν, κατὰ τὴν εἰρήνην τοῦ Βουκουρεστίου, ὅταν τὸ αὐτὸ ἐπιτελεῖον ἐκυβέρνα σχεδόν αὐτοκρατορικῶς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν, τότε πλέον ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ του ἀληθινὴ ἀνταρσία ἐναντίον τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως.
Πρόκειται περὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἐπιτελάρχου Δούσμανη πρὸς τὸν ὑπολοχαγὸν Μπασδέκην, διὰ τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος προέτρεπε τὴν ἐγκαθίδρυσιν δικτατορίας εἰς τὸν στρατόν, ἀναμένων προφανῶς τὴν ἐγκατάστασιν τοιαύτης εἰς ὅλον τὸ κράτος.
Αἱ οὐσιωδέστεραι περικοπαὶ τοῦ περιφήμου ἐκείνου ἐγγράφου ἔχουν ὡς ἀκολούθως:
«Ἐκεῖνος (ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος), ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ στράτευμα, ἔδωκε τὴν ὀρθὴν γνώμην πρὸ πολλοῦ καιροῦ. Ἡ γνώμη του ἐγένετο δεκτὴ ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη, διότι τὴν δύναμιν τῆς ἐφαρμογῆς εἶχον πάντοτε οἱ μηδὲν πράξαντες. Ἐὰν εἰσηκούοντο αἱ γνῶμαι οὗται δὲν θὰ ὑπῆρχον τὰ σημερινὰ παράπονα».
Περαιτέρω:
«Πρέπει νὰ γνωρίζῃς ὅτι τὸ στράτευμα δὲν διοικεῖται διὰ πλειοψηφίας ἀλλὰ δι’ ἀπολυταρχίας. Ἡ ἀπολυταρχία αὕτη τώρα μόνον ἐγκαθιδρύεται εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ἀπολυταρχία δ’ αὕτη εἶνε ἡ ἐκπρόσωπος τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀμεροληψίας».
Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἐλευθέρου κράτους δὲν εἶχεν ἀποτολμηθῆ πραξικόπημα ὡς αὐτὸ τοῦ στρατηγοῦ Δούσμανη. Ὁ ἐπιτελάρχης ἐκάλει τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπακούουν εἰς τὸν μονάρχην ἀποκλειστικῶς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἀπέναντι τῆς νομιμοποιηθείσης δυνάμεως τοῦ Γουδὶ καὶ τῶν δημοψηφισμάτων τοῦ 1909–1912 τὸ ἐπιτελεῖον ὕψωνε τὴν ἰδικήν του ὑλικὴν ἰσχύν. Τὸ πολίτευμα κατηργεῖτο. Ὑπεβάλλετο εἰς ἀπολυταρχίαν ὁ στρατός, ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ λαοῦ. [3]
Τὶ ἐσήμαιναν αὐτά;
Ὁ Βενιζέλος προσεπάθησε νὰ ἑνώσῃ τὰ ἐπαναστατικὰ προοδευτικὰ στοιχεῖα τοῦ τόπου μὲ τὴν παλαιοκομματικὴν καὶ ἀντιδραστικὴν τάξιν. Ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ ἐξ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν μίαν μόνον δύναμιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἔθνους. Ἡ προσπάθεια ἐκείνη ἀπέτυχε. Ἡ ὀλιγαρχία ἐχρησιμοποίει τὰς δοθείσας εἰς αὐτὴν ἐξουσίας διὰ νὰ ἐκδικηθῇ καὶ ἀνατρέψῃ τὸ ἔργον τοῦ Γουδί.
Ἡ Ἑλλὰς ὡμοίαζε πρὸς οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου αἱ συνδετικαὶ ὕλαι ἦσαν νωπαί, ἀνομοιογενεῖς καὶ ἐλάχιστα στερεαί. Ὁ σεισμὸς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου τὰς διέλυσεν. Ἐφάνησαν τότε τὰ ρήγματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεπήδησεν ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός.
Βαθύτερα ὡσαύτως ριζωμένη ἀπὸ τὴν ἐπιπολαίαν γνώμην περὶ ἐσωτερικῆς ἑνότητος εἶνε ἡ πρόληψις ὅτι μέχρι τῆς εὐρωπαϊκῆς κρίσεως, ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἠκολούθει σύσσωμος μίαν μόνην ἐξωτερικὴν πολιτικήν: Τὴν ἀφωσιωμένην φιλίαν εἰς τὰς προστάτιδας δυνάμεις, Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν, ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἀγγλόφιλοι ἢ γαλλόφιλοι. Ἂν μερικοὶ ἤλλαξαν φρονήματα, τὸ γεγονὸς ὀφείλεται εἰς τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἐνταῦθα ἡ Ἀντάντ.
Τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διάφορα.
Ἡ ὀλιγαρχία δὲν ἀντέδρα ἐσωτερικῶς μόνον ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος τῆς 15ης Αὐγούστου 1909. Εἶχε καὶ ἰδικήν της ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Προσεπάθει νὰ κατακτήσῃ τὴν ἐξουσίαν διὰ τοῦ Κωνσταντίνου. Μὲ τὸν ἴδιον καὶ τὴν εὐκαιρίαν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ τὸ ἐξωτερικόν της πρόγραμμα.
Καὶ κατὰ τὰ πρῶτα, ἰδίως ὅμως τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς πρωθυπουργίας του ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἐνόμιζεν ὅτι τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα θὰ ὑπηρετοῦντο διὰ συμπράξεως μὲ τὴν Γερμανίαν. Παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου εὑρισκομένου τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1908 εἰς Κέρκυραν, ἀπέσπασεν ἀορίστους ὑποσχέσεις διὰ τὸ κρητικὸν ζήτημα. Ἀντὶ αὐτῶν ἡ Ἑλλὰς θὰ μετεκάλει Γερμανοὺς ὀργανωτὰς διὰ τὸν στρατόν της. Ὅταν, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους, ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ἐπεσκέφθη τὸ Βερολῖνον, ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ ὡμίλησε περὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου. Ἡ Γερμανία θὰ ἔδιδε δάνειον. Ὁ Γουλιέλμος ἐσχεδίαζε προχείρως καὶ τύπον καταδρομικοῦ διὰ τὸ ἑλληνικὸν ναυτικόν. Ὁ Βασιλεὺς ἐφάνη ἐπιφυλακτικός.
Ἡ ἑλληνογερμανικὴ προσέγγισις δὲν ἔμεινε μυστική. Ὁ εἰς Ἀθήνας ἐπιτετραμμένος τῆς Γαλλίας ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν κυβέρνησίν του ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς Θεοτόκης εἶπε δῆθεν:
«Τώρα ἡ Ἑλλὰς ἐξησφάλισε τὴν γερμανικὴν ὑποστήριξιν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὴν Γαλλίαν».
Ὁ Θεοτόκης δὲν ἐξεφράσθη οὕτω. Ἀλλ’ ὁ τότε πρόεδρος τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως Κλεμανσὼ ἔκαμε δριμύτατα παράπονα εἰς τὸν Ἕλληνα πρεσβευτὴν Δηλιγιάννην. Τὰ ἐπανέλαβε πρὸς τὸν βασιλέα Γεώργιον, ὅστις ἀπὸ τὸ Βερολίνον ἦλθεν εἰς Παρισίους. Φαίνεται δὲ ὅτι ὁ Θεοτόκης εἶχεν ἐκτεθῆ κἄπως μὲ τὴν Γερμανίαν, διότι ὁ Γεώργιος τοῦ ἐτηλεγράφησε τὰ ἑξῆς:
«Παρίσιοι 18/31 Σεπτεμβρίου 1908. Πρόεδρον ὑπουργικοῦ συμβουλίου Ἀθήνας. Συνωμίλησα διὰ μακρῶν μὲ τὸν πρωθυπουργὸν Κλεμανσὼ ἐπὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος (Διάφοροι πληροφορίαι). Πρὶν ἀποχωρήσῃ, ὁ Κλεμανσὼ μοῦ εἶπεν ὅτι, καθ’ ἃ μανθάνει ἐκ Βερολίνου, προέβην εἰς κάποιαν παραχώρησιν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας.
Γεώργιος: Εἰς τὶ συνίσταται ἡ παραχώρησις αὕτη;
Κλεμανσώ: Δὲν τὸ γνωρίζω· θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὸ μάθω παρὰ τῆς ὑμετέρας μεγαλειότητος.
Ἀπήντησα τότε ὅτι πιθανὸν νὰ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ σχεδίου ἑνὸς θωρηκτοῦ τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ θὰ μοῦ τὸ ἔστελλεν εἰς Ἀθήνας. Ἐβεβαίωσα τὸν κ. Κλεμανσὼ ὅτι εἰς τὸ Βερολῖνον ὁμίλησα μόνον περὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἀνέλαβον οὔτε θὰ ἀναλάβω ὑποχρέωσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα· τέλος προσέθεσα ὅτι δὲν θὰ κάμω τίποτε, τὸ ὁποῖον θὰ δυσηρέστει τὴν Γαλλίαν, τὴν μόνην δύναμιν, ἥτις μᾶς ὑποστηρίζει εἰλικρινῶς, ὡς μοῦ εἴπατε σεῖς ὁ ἴδιος (ὁ Γ. Θεοτόκης).
Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πάρα πολύ προσεκτικοὶ εἰς τὴν πολιτικήν μας, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν οὔτε σκιὰν ὑποψίας περὶ τῆς εἰλικρινείας μας. (Ὑπογραφὴ) Γεώργιος».
Εἰς νεώτερον τηλεγράφημά του ὁ βασιλεὺς καθίστα προσεκτικὸν τὸν Θεοτόκην. Μετέβαινεν εἰς Ἀθήνας ὁ Γερμανὸς Ἄρκο-Βάλλεϋ μὲ τὰ σχέδια τοῦ θωρηκτοῦ-καταδρομικοῦ καὶ προτάσεις δανείου ἑξῆντα ἑκατομμυρίων μάρκων. Ὁ Γεώργιος ἔλεγε πρὸς τὸν Γ. Θεοτόκην:
«Εἶναι καλὸν νὰ ἀκούσετε τὸν Γερμανὸν ἀπεσταλμένον, χωρὶς ὅμως νὰ δεσμευθῆτε ποσῶς δι’ ὑποσχέσεως οἱασδήποτε».
Ὁ Βασιλεὺς ἐματαίωσε τὰς περαιτέρω ἑλληνογερμανικὰς συνεννοήσεις διότι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ:
«Δὲν ὑπῆρχε ψυχικὴ ἐπαφὴ μεταξὺ τοῦ βασιλέως Γεωργίου καὶ τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου».
Ἀνεξαρτήτως τῶν προσωπικῶν του συμπαθειῶν, ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ἔμαθεν, ἐπὶ 45 χρόνια, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο πλησίον τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Ἐνθυμεῖτο ὅτι ἡ Γερμανία ἐστάθη ἐχθρὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ μέγας πολιτικὸς τῆς Βίσμαρκ ἐπεριφρόνησε τὸν Ἑλληνισμόν. Ὁ μέγας αὐτῆς σοσιαλιστὴς Κὰρλ Μὰρξ εἶπεν: «Οἱ Ἕλληνες δὲν ἀποτελοῦν ἔθνος». Δὲν ἐλησμόνει ὁ Γεώργιος ὅτι τὴν ἐπαύριον τοῦ ἀτυχοὺς πολέμου τοῦ ἐννενῆντα ἑπτὰ ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος ἐκήρυξε δημοσίᾳ εἰς Δαμασκόν: [4]
«Εἴθε ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ σουλτᾶνος καὶ τὰ τριακόσια ἐκατομμύρια τῶν Μουσουλμάνων τὰ ὁποῖα λατρεύουν εἰς τὸ πρόσωπόν του τὸν χαλίφην των, νὰ πεισθοῦν ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας εἶναι παντοτεινὸς φίλος των».
Ὁ Κωνσταντῖνος ἐν τοσούτῳ δὲν εἶχε οὔτε τὸν χαρακτῆρα, οὔτε τὰς ἰδέας τοῦ πατρός του. Ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἀνάρρησίν του, συνεζήτει μὲ τὸν Γερμανὸν πρέσβυν Ἀθηνῶν Κουὰτ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν Γερμανίας, Αὐστρίας, Ἰταλίας. Ἦσαν παραμοναὶ τοῦ ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐνήργει διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ Γερμανία τῆς ἐδείκνυε πραγματικὴν εὐμένειαν. Εἰς συνομιλίαν του μὲ τὸν Κουὰτ ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐξέφρασε τὰς εὐχαριστίας του, ἀλλ’ ἐξήγησεν εἰλικρινῶς:
«Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ συμμαχικῶς οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον εὐρωπαϊκὸν συνδυασμόν».
Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦτο αὐτῆς τῆς γνώμης· ἐξεφράσθη πρὸς τὸν Βενιζέλον περὶ τοῦ δυνατοῦ ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας. Ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ ἀνέπτυξεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ ὤφειλε νὰ εἶναι προσηνατολισμένη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν. Ἐν τέλει ἔκαμε γνωστὸν εἰς τὸν βασιλέα ὅτι ἂν ἐπέμενε νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὴν Γερμανίαν, ἡ κυβέρνησις θὰ παρητεῖτο. Ἐν τούτοις ὁ Κωνσταντῖνος ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Γερμανὸν πρεσβευτὴν τὴν ἰδικήν του προσωπικὴν θέλησιν. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ Κουὰτ πρὸς τὴν κυβέρνησίν του:
«Ἀμέσως μετὰ τὴν συνδιάλεξίν μου μὲ τὸν κ. Βενιζέλον, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔκαμε κατ’ ἐντολὴν τοῦ βασιλέως, ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης μὲ ἐκάλεσεν εἰς Τατόϊ.
«Ὁ βασιλεὺς θὰ ἐπεθύμει νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν. Ἀνεγνώρισεν ὅμως ὅτι ἡ σκέψις του αὐτὴ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ τὸν Βενιζέλον, ὅστις εἶναι ἰσχυρῶς προσκεκολημένος εἰς τὴν Τριπλῆν Συνεννόησιν· ὁ Βενιζέλος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ συμμαχήσῃ ἡ Ἑλλὰς μὲ καμμίαν εὐρωπαϊκὴν ὁμάδα. (Ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Κουὰτ συνομιλοῦν ἐπὶ πολὺ περὶ τῶν ὅρων τῆς ἑλληνογερμανικῆς συμπράξεως καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Βενιζέλου διὰ τοῦ Γ. Θεοτόκη ἤ τοῦ Α. Ζαΐμη)».
Τὸ γεγονὸς ἦτο ἀκατανόητον. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐζήτει νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν. Τοῦτο ἀπετέλει μίαν ἀντίληψίν του, ἀδιάφορον ὀρθὴν ἢ ἐσφαλμένην. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου εἶχεν ὑπογράψει συνθήκην συμμαχίας μὲ τὴν Σερβίαν καὶ ἡ συνθήκη ἐκείνη περιείχε ρήτραν ἀμυντικῆς ἀλληλεγγύης ἐναντίον τῆς Αὐστρίας. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι σύμμαχος τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Σερβίας συγχρόνως;
Παρ’ ὅλην τὴν ματαίωσιν τῶν σχεδίων του, ὁ Κωνσταντῖνος εὕρισκεν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιδεικνύῃ συμπάθειαν πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἐμελέτησε τὴν ἀποπομπὴν τῆς γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καὶ τὴν μετάκλησιν Γερμανοῦ ὀργανωτοῦ. Σχετικῶς εἶπε πρὸς τὸν Κουάτ:
«Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω εἰς Ἀθήνας, ὡς στρατιωτικὸν σύμβουλον, ἄνθρωπον τοῦ εἴδους τοῦ φὸν ντὲρ Γκὸλτς ἢ τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ ἰαπωνικοῦ στρατοῦ Μεκέλ».
Καὶ ὅμως ὁ βασιλεὺς δὲν ἠγνόει ὅτι ἡ γαλλικὴ ἀποστολὴ ἦτο εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδὶ καὶ τῆς κυβερνήσεως Βενιζέλου [5].
Τότε περίπου ἐσημειώθη ἡ πραξικοπηματικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοτόκη πρὸς σύναψιν ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας.
Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης διετήρει τὰς ἰδέας του περὶ τῆς χρησιμότητος μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς. Συζητήσιμον εὕρισκε τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ Ελλάς, ὡς θαλάσσιον κράτος, δὲν ἠδύνατο νὰ ταχθῇ εἰς στρατόπεδον ἀντίθετον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἡ Ἀγγλία συνέπραξε μὲ τὴν Ρωσσίαν, ἐνόμιζεν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς διὰ μόνης τῆς Γερμανίας θὰ ἐμύνετο κατὰ τοῦ πανσλαυϊσμοῦ. Ἐπρόκειτο δὲ ὄχι περὶ ἀτομικῶν ἀντιλήψεων ἀλλὰ περὶ προγράμματος ὁλοκλήρου τοῦ θεοτοκικοῦ κόμματος. Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Γ. Μπαλτατζῆς εἶχε γίνει ἐπιστήθιος φίλος τοῦ διασήμου ἔπειτα πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας εἰς Κωνσταντινούπολιν Βαγκενάϊν. Ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ κόμματος Δημήτριος Γούναρης δὲν ἀπέκρυπτε, πολὺ πρὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ στρέψῃ τὴν πολιτικήν της πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν.
Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης εἶχεν ἐπηρεασθῆ εἰς τὰς γνώμας του καὶ ἀπὸ τὸν υἱόν του Νικόλαον, πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ. Ὁ νέος ἀκόμη τότε διπλωμάτης ὑπέστη βαθύτατα τὴν ἐπιρροὴν τῆς προσωπικῆς εὐνοίας τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου. Ὅταν παρουσιάσθη πρώτην φοράν εἰς τὸν αὐτοκράτορα δὲν ἔφερε τὴν ἐπίσημον στολήν του καὶ ἐζήτησε συγνώμην διὰ τοῦτο. Ὁ Γουλιέλμος τοῦ εἶπε:
«Ἀγαπητέ μου πρέσβυ, τὸ ράσον δὲν κάμνει τὸν καλόγηρον».
Ἡ ἀσήμαντος γαλλικὴ ἔκφρασις ἔγινεν ἀρχὴ ἰδιαιτέρας φιλίας τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς τὸν Ἕλληνα διπλωμάτην. Ὁ Νικόλαος Θεοτόκης ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὡς εἶδος «εὐγενοῦς» τῆς πρωσσικῆς αὐλῆς.
Τὸν Μάϊον τοῦ 1913, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ὁρίζετο ἀρχηγός μιᾶς τῶν τριῶν ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνήγγελλαν εἰς τὰς ξένας κυβερνήσεις τὴν ἀνάρρησιν τοῦ Κωνσταντίνου. Ἀρχικῶς μετέβαινεν εἰς Βερολίνον. Ἡ ἐκεῖ ἀποστολή του δὲν εἶχε πολιτικὸν χαρακτῆρα. Λόγῳ τῆς συμμαχίας της μὲ τὴν Σερβίαν, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο λεπτή. Ἐπεδίωκε τὴν εὔνοιαν ὅλων χωρὶς ἀποκλειστικότητα. Μόνον τῆς Ρουμανίας ἤθελε τὴν συμμαχίαν. Ὁ Γ. Θεοτόκης θὰ εἰργάζετο εἰς Βουκουρέστιον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο συνωμίλησαν μαζί του ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Κορομηλᾶς. Ἀλλ’ ὁ Θεοτόκης παρουσιάσθη πρὸς τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον. Τί ἐλέχθη μεταξύ των; Ἄγνωστον. Γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰς ἡμέρας ἀκριβῶς ἐκείνας, ἐγένοντο αἱ συζητήσεις βασιλέως–Κουὰτ περὶ ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας.
Μόλις εὑρεθεὶς εἰς Βερολῖνον ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἤρχισεν ἐπισήμους βολιδοσκοπήσεις διὰ τὴν συνομολόγησιν συμμαχίας Γερμανίας–Ἑλλάδος. Παρουσιασθεὶς εἰς τὸν ἀρχικαγκελάριον τοῦ ἐπρότεινε διαπραγμάτευσιν πρὸς συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν. Ὁ Μπέτμαν Χόλβεγκ ἐπεφυλάχθη καὶ παρέπεμψε τὰς προτάσεις τοῦ Θεοτόκη εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸν Ἐξωτερικῶν Γιάγκωβ.
Ἡ συνάντησις μὲ τὸν δεύτερον ὑπῆρξεν ἀποφασιστική. Ὅταν ἤκουσε τὸν Ἕλληνα πολιτικὸν νὰ ὁμιλῇ σαφῶς περὶ συμμαχίας, ὁ Γιάγκωβ εἶπεν ἀποτόμως:
«Γιάγκωβ: Εἶσθε εξουσιοδοτημένος νὰ διαπραγματευθῆτε καὶ νὰ συζητήσετε ἀπὸ σήμερον τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν;
Γ. Θεοτόκης: Εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος πρὸς τοῦτο».
Ὁ ὑπουργὸς ἠρώτησε τότε ποίους ὅρους ἔθετεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν συμμετοχήν της εἰς τὴν Τριπλῆν. Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας καὶ τὴν παραχώρησιν τῆς Θεσσαλονίκης, Σερρῶν, Καβάλλας.
Ὁ Γερμανὸς ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι, πρὶν ἀπαντήσῃ, θὰ ἐζήτει τὴν ἔγκρισιν τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῶν συμμάχων κυβερνήσεων, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας.
Τὰ διαβήματα τοῦ Γ. Θεοτόκη ἐπροξένησαν ἔκπληξιν εἰς Βερολῖνον. Ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου Βενιζέλου ἦτο γνωστή. Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος δὲν ἔκρυπτε τὰς συμπαθείας του πρὸς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν κυβέρνησίν του εἰς παραίτησιν. Πῶς τώρα ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἐπρότεινεν ἐπισήμως νὰ διαπραγματευθῇ ἑλληνογερμανικὴν συμμαχίαν;
Αἱ πληροφορίαι ἐξ Ἀθηνῶν ἔπεισαν τὸν φὸν Γιάγκωβ ὅτι ὁ Γ. Θεοτόκης διεπραγματεύετο ἄνευ πληρεξουσιότητος. Ἀπὸ τὴν Βιέννην καὶ Ρώμην ἐδόθησαν δυσμενεῖς ἀπαντήσεις διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν. Αὐτὸς ὁ Γουλιέλμος εὕρισκε τὸ πρᾶγμα πρόωρον καὶ ἐφοβεῖτο τὰς περιπλοκάς. Συνεπῶς, τὴν 7/20 Ἰουνίου 1913 ὁ ὑπουργὸς Γιάγκωβ ἐκάλεσε τὸν Γεώργιον Θεοτόκην καὶ τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη διαπραγμάτευσις, προσθέσας τὰ ἑξῆς:
«Γιάγκωβ: Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἐπιδιώκει πράγματι στενώτερον σύνδεσμον μὲ τὴν Ρουμανίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συμμαχήσῃ μὲ οὐδεμίαν μεγάλην Δύναμιν. Καὶ τοῦτο διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰς πιθανὰς περιπλοκάς.
«Γ. Θεοτόκης: Τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ἐν τῷ μεταξύ».
Ενώπιον τῆς ἐπιμονῆς τοῦ βασιλικοῦ ἀπεσταλμένου, ὁ φὸν Γιάγκωβ ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ καθαρὰ πλέον ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ Ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας πρὶν ἐκκαθαρισθῇ ἡ βαλκανικὴ κατάστασις.
Εἰς Ἀθήνας αἱ ἐνέργειαι τοῦ Γ. Θεοτόκη ἐπροκάλεσαν ἀναστάτωσιν. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐδήλωσε πρὸς τὸν Βενιζέλον ὅτι οὐδέποτε ἐξουσιοδότησε τὸν πρώην πρωθυπουργὸν νὰ διαπραγματευθῇ συμμαχίαν. Ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀπεσταλμένος εἰς τὴν τυπικὴν ἀναγγελίαν τῆς ἀναρρήσεως του. Πρὸς τὸν Κουὰτ ἀνεκοινώθη ἐπίσης παρὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ ὅτι ὁ Γ. Θεοτόκης παρεξήγησε τὴν ἀποστολήν του. Ὁ Γουλιέλμος ἐτηλεγράφει διὰ τοῦ Κουὰτ εἰς τὸν Κωνσταντίνον:
«Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Βενιζέλου (ἐξ ἀφορμῆς τῶν προτάσεων τοῦ Γ. Θεοτόκη περὶ Ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας), ἥτις θὰ ἦτο μεστὴ συνεπειών διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν δυναστείαν της εἰς τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, μοῦ φαίνεται, κατὰ τὸ παρόν, δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα».
Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἔκρινεν ὡς ἑξῆς τὰ τότε διαβήματα τοῦ Θεοτόκη:
«Ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ὑπέπεσεν εἰς ἀνεξήγητον διὰ τὸν χαρακτήρα του ελαφρότητα. Οὐδεμίαν οὐδαμόθεν ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ διαπραγματευθῇ συμμαχίαν μὲ τὴν Γερμανίαν».
Καὶ ὅμως κατόπιν τοιαύτης ἐλαφρότητος ὁ Γ. Θεοτόκης δὲν ἐστερήθη τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας τοῦ Κωνσταντίνου, ὅστις τὸν ἐκάλει μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ στρατηγεῖον του. Εἶναι ἄλλως τε ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι πολιτικὸς τῆς ἡλικίας, τῆς πείρας καὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ Θεοτόκη, θὰ προέβαινεν εἰς πράξεις τοιαύτης σπουδαιότητος, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν ἀνεπίσημον τοὐλάχιστον ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως. Ἡ ἑλληνογερμανικὴ συμμαχία ἦτο εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ὀλιγαρχίας. Αἱ προτάσεις τοῦ Θεοτόκη ἀπέτυχαν, ἐπειδὴ ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἔκρινε τὴν στιγμὴν κατάλληλον πρὸς ἀπομάκρυνσιν τοῦ Βενιζέλου, ἡ δὲ Γερμανία ἀπέφευγε νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ δευτέρου βουλγαρικοῦ πολέμου [6].
Διὰ νὰ φανῇ ἐν τούτοις σαφέστερα ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς ὀλιγαρχικῆς καὶ τῆς φιλελευθέρας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθοῦν αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς δευτέρας.
Τὰ μεγάλα ἐθνικά ζητήματα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐξηρτήθησαν σταθερῶς ἀπὸ γεωγραφικὰς καὶ ἱστορικὰς προϋποθέσεις τοπικοῦ–βαλκανικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ πρὸς βορρᾶν εὔρυνσις τῶν συνόρων τοῦ κράτους καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπεροχῆς του εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ Αἰγαίου ἀπετέλουν ἀμεταβλήτους βάσεις τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀναγνωριζομένας ἐξ ἴσου ἀπὸ τὴν ὀλιγαρχίαν ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς διαδόχους αὐτῆς ἀστούς.
Παραπλεύρως ὅμως ὑπῆρχεν ἡ μέθοδος τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς γενικῆς εὐρωπαϊκῆς καταστάσεως. Ἐδῶ διέφερε ριζικῶς ἡ πρὸ τοῦ 1909 καὶ ἡ κατόπιν πολιτικὴ ἐποχή.
Ἡ πρώτη ἐφήρμοζε τὴν ἀσυγχρόνιστον τακτικὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἱστορικῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἔκαμνε συμβιβασμοὺς μὲ τὰ ἄλλα κράτη τοῦ Αἵμου σλαυϊκὰ ἢ ὄχι. Σύστημα μονώσεως, ἀδυναμίας καὶ χωρὶς ἐλπίδα ἐφαρμογῆς.
Ἀντιθέτως τὸ ἀστικὸν κράτος διὰ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Βενιζέλου ἠκολούθησε τὴν ἀρχὴν τῶν συμμαχιῶν.
Ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης καὶ αὐτὴ ἡ ὀλιγαρχικὴ Ἑλλὰς διετήρει τὴν ἐκ παραδόσεως συμπάθειαν εἰς τις προστάτιδας Δυνάμεις, μέχρις ὅτου ἐστράφη πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη.
Οἱ Ἕλληνες φιλελεύθεροι καὶ ὁ ἀρχηγός των Βενιζέλος ᾐσθάνοντο τὴν ὁμοιότητα, ἥτις συνέδεε τὴν νεαρὰν ἀστικὴν κοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς παλαιοτέρας, ἐπίσης ἀστικὰς καὶ φιλελευθέρας κοινωνίας τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Ἂν ἐτίθεντο κατὰ μέρος αἱ ἱστορικαὶ ἀναμνήσεις, ἀπέμεναν ὡς ἰσχυροὶ δεσμοὶ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος μὲ τὰς δύο μεγάλας δυτικὰς Δυνάμεις ἡ ὁμοιότης τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν.
Ἐὰν δὲ ἐπετρέπετο εἰκονικὴ παράστασις, θὰ ἐλέγετο ὅτι ἔναντι τῆς ηπειρωτικῆς πολιτικῆς τῆς ὀλιγαρχίας τὸ φιλελεύθερον ἀστικὸν κράτος ἀνενέωνε τὴν θαλασσίαν παράδοσιν τοῦ ἔθνους.
Ἄλλος ἐν τούτοις λόγος ἔκρινεν ἀποφασιστικῶς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς νέας Ἑλλάδος:
Ἀπὸ τοῦ 1907 καὶ ἐντεῦθεν ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ πολιτικὴ τοῦ βασιλέως τῆς Ἀγγλίας Ἐδουάρδου τοῦ Ζʹ. Ὁ ἀγγλορωσσικὸς ἀνταγωνισμὸς κατέπαυσεν. Ἔμενε πάντοτε ἡ διαμφισβήτησις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐγκατεστάθη κυρίαρχος ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία ἐξεμεταλλεύετο ὡς ἀποικίαν τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἡ Μεγάλη Βρεττανία ἐγκατέλειπε τὸ δόγμα τῆς τουρκικῆς ἀκεραιότητος.
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἦτο ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς διπλωμάτας, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀδρανεῖς ἐνώπιον τοιούτων ζυμώσεων. Ἀντελαμβάνετο ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κράτος οὔτε ὤφειλε οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν καθαυτὸ πάλην τῶν δύο εὐρωπαϊκῶν ὁμάδων Ἐκρατήθη μακρὰν ἀπὸ κάθε δέσμευσιν συμμαχικήν, τοὐλάχιστον μέχρι τέλους τοῦ 1913.
Ἀλλ᾿ ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου ἦτο διὰ τὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Ἑλλάδα γεγονὸς διεθνοῦς σημασίας. Τουρκία καὶ Βουλγαρία, τὰ ἡττημένα ἐκ τῶν δύο πολέμων κράτη, ἐστρέφοντο εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ὅσων ὑπέστησαν ζημιῶν. Ἐκ τῶν δύο κεντρικών Δυνάμεων, ἡ Γερμανία ἐπεδίωκεν εἶδος οἰκονομικῆς ἐπικρατήσεως εἰς τὸν Αἷμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφήρμοζε τὴν μεγάλην ἀποικιακὴν πολιτικήν της πρὸς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἡ Αὐστρία εἶχεν ἐδαφικὰς βλέψεις ἐπὶ τῶν Βαλκανίων. Ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, μόναι αἱ Ἀγγλία καὶ Γαλλία ἦσαν ἀνιδιοτελεῖς εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς χερσονήσου.
Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ὁ Βενιζέλος ἔστρεψε σταθερῶς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας πρὸς τὰς δύο δυτικὰς Δυνάμεις. Καὶ ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος τοῦ ὡμίλησε περὶ συμμαχίας μὲ τὴν Γερμανίαν, ὁ Βενιζέλος τοῦ ἀπήντησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσῃ ἄλλην κυβέρνησιν πρὸς ἐφαρμογὴν τοιαύτης πολιτικῆς [7].
Ἐκτὸς ὅμως τῶν γενικῶν λόγων, εἰδικὰ περιστατικὰ ὥριζαν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀντάντ, ὅταν ἐξερράγη ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος.
Ἐμνημονεύθη ὅτι ὁ πρῶτος βαλκανικὸς πόλεμος ἠπείλησε τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης. Ἡ Αὐστρία ἐκινητοποίησε κατὰ τῆς Σερβίας πολλὰ σώματα στρατοῦ. Ἡ Ρωσσία ἔλαβεν ἀνάλογα μέτρα ὑπὲρ τῶν Σέρβων. Ἡ Αγγλία, Γαλλία καὶ Γερμανία διέσωσαν τὴν εἰρήνην. Ἀλλ' ὁ κλονισμὸς ἐπὶ ἑβδομάδας ἦτο σφοδρός. Ἡ Μεγάλη Βρεττανία καὶ ἂν ἀκόμη δὲν μετεῖχε τοῦ ἐπικειμένου πολέμου, ὤφειλε νὰ λάβῃ μέτρα προνοίας εἰς τὴν Μεσόγειον θάλασσαν, ὅσου θὰ ἔδρων οἱ ἀντίπαλοι στόλοι. Εἰς τοῦτο ὀφείλεται ἡ πρώτη ἀγγλοελληνικὴ συνεννόησις.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου 1912, διαρκούσης τῆς βαλκανικῆς διασκέψεως, ὁ εἰς Λονδίνον εὑρισκόμενος, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἑλληνικῆς ἀποστολῆς, πρωθυπουργὸς Ε. Βενιζέλος, συνηντήθη μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας Λόϋδ Τζώρτζ. Παρίσταντο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Ουΐνστον Τσώρτσιλ καὶ ὁ πρῶτος λόρδος τοῦ ναυαρχείου πρίγκηψ Βάττεμβεργ. Ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ ἠρώτησε τὸν Βενιζέλον, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐπιτρέψῃ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, τὴν ὑπὸ τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου χρησιμοποίησιν τοῦ λιμένος τοῦ Ἀργοστολίου, διδομένης εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀνταλλάγματος τῆς Κύπρου. Έδηλώθη συγχρόνως πρὸς τὸν Ἕλληνα πρωθυπουργὸν ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἐπίσημος, διότι τοιαύτην θὰ ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ ἐκ μέρους τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μόνον ὁ σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ὅτι εἰς αὐτὸν δὲν ἠμποροῦσαν νὰ θίξουν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἦτο πρόεδρος τῆς πρεσβευτικῆς διασκέψεως, ἐπεφυλάσσοντο δὲ νὰ τὸ πράξουν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνδιασκέψεως, ἐὰν ὁ Βενιζέλος ἀπεδέχετο τὸ σχέδιον.
Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχεται ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ συμφωνία θὰ διετυπώνετο οὕτως ὥστε ἡ ἐνδεχομένη χρησιμοποίησις τοῦ λιμένος τοῦ Ἀργοστολίου νὰ μὴ ἀποτελῇ παραβίασιν τῆς ἑλληνικῆς οὐδετερότητος. Εἰς τοῦτο συνεφώνησαν οἱ Ἄγγλοι. Ὁ πρωθυπουργός, ἐπανελθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας ἐγνωστοποίησε τὰ διαμειφθέντα πρὸς τὸν βασιλέα Γεώργιον. Βραδύτερον κατέστησεν ἐνήμερον τὸν ἀνελθόντα εἰς τὸν θρόνον Κωνσταντῖνον. Οὐδεὶς ἐκ τῶν δύο ἔφερεν ἀντίρρησιν.
Παρελθούσης τῆς βαλκανικῆς κρίσεως, δὲν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅταν, κατὰ Ἰανουάριον 1914, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐπεσκέφθη τὰς εὐρωπαϊκὰς πρωτευούσας διὰ τὸ ζήτημα τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ἐπεζήτησε θετικωτέραν προσέγγισιν μὲ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν. Τὴν ἐθεώρει ὡς «τὴν ἰσχυροτέραν τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὡς ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην θὰ ἐβοήθει τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἑλληνικῶν βλέψεων». Πρὶν ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀθηνῶν ἀνέπτυξε τὰς γνώμας του εἰς τὸν Κωνσταντῖνον, ὅστις συνεφώνησε μὲ τὸν πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐξουσιοδότησε νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο πρὸς τὸν σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ.
Εἰς Λονδῖνον ὁ πρόεδρος Βενιζέλος ἐξέθεσε πρὸς τὸν Ἄγγλον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεττανία εἶχε συμφέρον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν πολιτικήν της εἰς τὴν ἀνατολικὴν Μεσόγειον. Ἐπρότεινε ταυτοχρόνως τὴν ἐνέργειαν ναυτικῆς ἐπιδείξεως ἐναντίον τῆς Τουρκίας, ὅπως ἐξαναγκασθῇ αὕτη νὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων διὰ τὰς νήσους.
Εἰς ταῦτα ἀνεφέρετο ἀργότερον ὁ Λόϋδ Τζώρτζ, γράφων πρὸς τὸν Βενιζέλον διὰ τοῦ Τζων Σταυρίδη:
«Ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ μοῦ ὑπέμνησε τὴν συνομιλίαν σας (τοῦ Ε. Βενιζέλου) μετ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ Τσῶρτσιλ διὰ τὴν συνεννόησιν μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ὅτε, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν σας συνάντησιν, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1914 ὑμεῖς (ὁ Ε. Βενιζέλος) τοὺς ὠθεῖτε νὰ ἐπισπεύσουν τὰ πράγματα καὶ νὰ φθάσουν εἰς συμφωνίαν».
Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν, ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐζήτει τὴν ὑποστήριξιν τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως καὶ ἔλεγε πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς δημοκρατίας Πουανκαρέ:
«Εἴμεθα πολὺ μικροὶ διὰ νὰ σᾶς βοηθήσωμεν. Ἐὰν ὅμως ποτὲ ἡ Γαλλία κινδυνεύσῃ, δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζομεν νὰ ἀποδεικνύωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας».
Ὁ Πουανκαρέ, ἀναφέρων τὴν συνομιλίαν, γράφει τὰ ἑπόμενα:
«Μετὰ τὸ ζήτημα τῶν νήσων Χίου καὶ Μυτιλήνης, ὁ Βενιζέλος μοῦ εἶπε: Ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Ἑλλὰς συνδέονται διὰ μιᾶς συμβάσεως, ἥτις ἐγγυᾶται τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Τῆς ἐπρότεινα πραγματικὴν συμμαχίαν. Δὲν ἠθέλησε πρὸς τὸ παρὸν νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ. Εὐελπιστῷ ἐν τούτοις νὰ ἐπιτύχω κάτι καλλίτερον. Καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶνε μεταξύ των σύμμαχοι, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ γίνουν ἀμφότεραι σύμμαχοι τῆς Γαλλίας».
Τὸ συμπέρασμα εἶναι σαφές:
Ὅταν ἤρχισεν ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἡ Ἑλλὰς μίαν μόνην σύμμαχον εἶχε: τὴν Σερβίαν. Πρὸς οὐδεμίαν ἄλλην Δύναμιν τὴν ἥνωσε συνθήκη οἵαδήποτε. Ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς Σερβίας καὶ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐξετέθησαν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπῆρχαν ἰσχυροὶ πολιτικοὶ δεσμοὶ μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ τῶν μεγάλων Δυνάμεων Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Τοῦτο ᾐσθάνετο ἡ ἐθνικὴ παμψηφία καὶ ἡ μεγάλη μερὶς τοῦ λαοῦ. Ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ ὅπισθέν του ὀλιγαρχία διεφώνουν. [8]
- ↑ Συνομιλία τοῦ Ε. Βενιζέλου μὲ τὸν γράφοντα, Λωζάνη Ἰανουάριος 1923. Ἀναμνήσεις τοῦ στρατηγοῦ Ι. Δαγκλῆ ἀνακοινωθεῖσαι πρὸς τὸν γράφοντα, Μόναχον Σεπτέμβριος 1922. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25352 της 23ης Ἰουλίου 1914 τηλεγράφημά του πρὸς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ, ὁ Νικόλαος Θεοτόκης ἀναφέρει τὴν ἔναρξιν μυστικῆς ἐπικοινωνίας του μὲ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Κωνσταντίνου. Τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1917 ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Ν. Πολίτης, δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπεκάλυψε τὴν ἀνεύρεσιν ἀποκρύφου λεξικοῦ συνεννοήσεως τοῦ αὐλάρχου τῆς Σοφίας Ἰωάννου Θεοτόκη καὶ τῆς Αὐλῆς τοῦ Βερολίνου.
- ↑ Συνομιλία τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ μὲ τὸν γράφοντα. Ζυρίχη Ὀκτώβριος 1928. Μελέται τῶν ἐκθέσεών του ὡς πρεσβευτοῦ Βιέννης. Συνδιαλέξεις μετὰ τοῦ Ε. Βενιζέλου, Ἀθῆναι Μάϊος–Σεπτέμβριος 1928. Συνομιλίαι τοῦ Νικολάου Πολίτη μὲ τὸν γράφοντα, Παρίσιοι Νοέμβριος 1928. Ὁ Ρωμᾶνος ἀμφισβητεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ εἶχε καλέσει τὸν Στρέϊτ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπολύτου πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης. Πρὸ τοῦ Στρέϊτ ὁ Γεώργιος ἀπηνθύνθη πρὸς τὸν Ε. Ρωμᾶνον, Παρίσιοι Νοέμβριος 1928.
- ↑ Ἀφήγησις Π. Δαγκλῆ πρὸς τὸν γράφοντα, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1916. Τηλεγράφημα Κωνσταντίνου διαδόχου καὶ πρωθυπουργεύοντος Κορομηλᾶ, 29 Δεκεμβρίου 1912–3 Ἰανουαρίου 1913, ἐκ τῶν ἀρχείων στρατιᾶς. Ἐπιστολὴ Ἰωάννου Μεταξᾶ ἐκ Λονδίνου τὴν 21 Δεκεμβρίου 1912 πρὸς ἀρχηγεύοντα ἐπιτελείου Β. Δούσμανην εἰς Θεσσαλονίκην. Ὁ αὐτὸς ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 28ην Νοεμβρίου 1912 εἰς τὸν ἴδιον. Ἀρχεῖα στρατιᾶς. Ἐπιστολὴ ὑποστρατήγου ἐπιτελάρχου Β. Δούσμανη εἰς ὑπολοχαγὸν οἰκονομικοῦ Ἠλ. Μπασδέκην, δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τοῦ τύπου τὴν 28ην Ἰανουαρίου 1915. Βραδύτερον ἐνώπιον τοῦ στρατοδικείου, ὁ τέως ἐπιτελάρχης προσπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πραξικόπημά του. (Β. Δούσμανη ἀπολογία) Ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν Ἐλευθερουδάκη, ἄρθρον «Δούσμανης».
- ↑ Ἀνακοίνωσις Α. Εὐταξία πρὸς τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Μάϊος 1998. Ἀπομνημονεύματα Κ. Ζορμπᾶ, Ἀλληλογραφία Γ. Θεοτόκη, Γ. Μπαλτατζῆ, πρεσβευτοῦ Παρισίων Ν. Δηλιγιάννη, Ἀπρίλιος 1908, ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ πρεσβείας Παρισίων. Τηλεγραφήματα βασιλέως Γεωργίου Αʹ ἐκ Παρισίων, Σεπτέμβριος – Ὀκτώβριος 1908 πρὸς πρωθυπουργὸν Θεοτόκην Ἀθήνας, ἀρχεῖα πρεσβείας Παρισίων. Ἐκ συνομιλίας τοῦ Γ. Στρέϊτ μὲ τὸν γράφοντα, Ζυρίχη Σεπτέμβριος 1928. Ἀγόρευσις Γουλιέλμου Βʹ εἰς Δαμασκόν, 8 Νοεμβρίου 1898. Α. Σεραντὰμ τὸ «Παγγερμανικὸν Σχέδιον» σελὶς 32. Καρόλου Μὰρξ «Τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα».
- ↑ Ἐκ συνομιλίας Ε. Βενιζέλου μὲ τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Μάϊος 1928. Ἐξ ἐπιστολῆς Ε. Βενιζέλου πρὸς τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Ὀκτώβριος 1929. Τηλεγραφήματα τοῦ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας φὸν Κουὰτ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν ἀρχικαγγελάριον Μπέτμαν Χόλβεγκ εἰς Βερολῖνον. Τὰ κυριώτερα τούτων εἶναι: τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13371 τῆς 25ης Μαΐου 1913, συνομιλία Κουὰτ–Βενιζέλου· τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 138 τῆς 10/23 Ιουνίου 1913, συνομιλία Κουὰτ με βασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ Βενιζέλον. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13455 τῆς 10/23 Ἰουνίου 1913 τοῦ Μπέτμαν Χόλβεγκ εἰς τὸν αὐτοκράτορα Γουλιέλμον, περιέχον προγενεστέραν συνομιλίαν Κωνσταντίνου–Κουάτ. Ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν 35ον τόμον (1913) τῶν ἐπισήμων γερμανικῶν ἀρχείων.
- ↑ Ἐκ συνομιλιῶν μετὰ τῶν Ε Βενιζέλου, Α. Ρωμάνου, Γ. Στρέϊτ, Ν. Πολίτη, κατὰ τὸ ἔτος 1928. Α. Καμπάνη: «Ἡ Ελληνικὴ Κρίσις». Τηλεγράφημα Δ. Κορομηλᾶ τῆς 3/16 Ἰουνίου πρὸς Γ. Θεοτόκην, Βερολῖνον. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 473 τηλεγράφημα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας πρὸς τὸν πρέσβυν Ἀθηνῶν Κουάτ. Τηλεγράφημα τῆς 6/19 Ιουνίου 1913 τοῦ Γ. Θεοτόκη ἐκ Βερολίνου πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν κυβέρνησιν Ἀθήνας–Γιάγκωβ πρὸς Κουὰτ τὴν 8/21 Ἰουνίου 1913, 75–13454 τῶν γερμανικῶν ἀρχείων. Συνομιλία Βενιζέλου–Κουὰτ τῆς 9/22 Ἰουνίου εἰς τὸ 128 τῆς γερμανικῆς πρεσβείας Ἀθηνῶν, Γουλιέλμος πρὸς Κωνσταντῖνον εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13456 τῶν γερμανικῶν ἀρχείων. Ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας Γ. Ντεβὶλ (1910–1915) εἰς τὸ βιβλίον του «Ἡ Ἀντάντ, ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Βουλγαρία» σελίδες 71 καὶ 104 γράφει ὅτι: «Εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν μου θὰ εὑρίσκονται ἀποδείξεις περὶ τῶν γερμανοφίλων σχεδίων τοῦ Γ. Θεοτόκη, τοῦ φίλου του Γ. Μπαλτατζῆ, δεσμευομένου ρητῶς ἀπέναντι τοῦ κ. Βακενάϊν, τοῦ προστατευομένου του Βίκτωρος Δούσμανη, πραγματικοῦ αὐτουργοῦ ἀνωνύμων ἐπιθέσεων ἐναντίον τῆς γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς».
- ↑ Τὸ θέμα περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος ἐξετάζεται ἰδεολογικῶς μὲν παρὰ τοῦ Γ. Σκληροῦ εἰς τὰ «προβλήματα τοῦ συγχρόνου ἑλληνισμοῦ», ἐπιστημονικῶς δὲ ὑπὸ τῶν Μπρὺν καὶ Βαλλὼ εἰς τὴν «Γεωγραφίαν τῆς ἱστορίας». Πλὴν ὡρισμένων ἀνακριβειῶν, ἡ κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἑλληνικὴ πολιτική, περιγράφεται εἰς τὸν 35ον τόμον τῶν ἐπισήμων γερμανικῶν ἀρχείων, ἔκδοσις 1926. Α. Σεραντάμ: Τὸ «Παγγερμανικὸν σχέδιον ἄνευ προσωπίδος» σελίδες 58–67.
- ↑ Πρακτικὰ συμβουλίου τοῦ Στέμματος τῆς 18ης Φεβρουαρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1915. Εἰς τὸ τρίτον ὑπόμνημά του τῆς 16ης Φεβρουαρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1915 ὁ Ε. Βενιζέλος ὑπενθύμισε πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, ὅτι εἶχεν ἐγκρίνῃ τὴν ἀγγλοελληνικὴν συνεννόησιν. Ἐπιστολὴ πρωθυπουργοῦ Βενιζέλου πρὸς βασιλέα Κωνσταντῖνον, Ἀθῆναι 25 Αὐγούστου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1915. Γενικὸς πρόξενος Λονδίνου Τζὼν Σταυρίδης πρὸς Ε. Βενιζέλον πρωθυπουργόν, 5 Μαρτίου 1915. Ἐδημοσιεύθη εἰς Διπλωματικὴν Βίβλον κυβερνήσεως Γούναρη τὸ 1921. Ρ. Πουανκαρὲ «Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Γαλλίας» τόμος 4ος σελίδες 21–22.
Ὁ γράφων νομίζει ὅτι τὸ κεφαλαιώδες θέμα τῆς ἀγγλοελληνικῆς συνεννοήσεως τὸ ἐκθέτει ἀκριβέστερον ὅλων ὅσοι μέχρι τοῦδε σχετικῶς ἀσχολήθησαν ἐπ’ αὐτοῦ.