Η Ελλάς του 1910–1920/11
| ←Ὁ Δεύτερος Βαλκανικὸς | Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920 Συγγραφέας: Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου |
Παραμοναὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου→ |
Ἡ μάχη μετεφέρετο μακρὰν τῶν μακεδονικῶν ὀροπεδίων εἰς τὴν ἑορταστικὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ Βουκουρεστίου. Ἐστάθη ἐξ ἴσου σκληρὰ πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς ἀγῶνας. Ἐδόθη κυρίως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Καβάλλας.
Σέρβοι καὶ Ρουμάνοι ἐπέβαλαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰς ἀξιώσεις των. Οἱ Βούλγαροι συνεκέντρωσαν ὅλην αὐτῶν τὴν ἀντίστασιν εἰς ἓν σημεῖον: Ἤθελαν νὰ κρατήσουν τὴν μεγαλειτέραν δυνατὴν ἔκτασιν παραλίας τοῦ Αἰγαίου καὶ ἕνα τοὐλάχιστον σημαντικὸν λιμένα. Αὐτὸ τοὺς ἔμενεν ἀπὸ τὸ μεγαλόδοξον πρόγραμμα τῆς ἐξόδου εἰς τέσσαρας θαλάσσας. Τὸ διπλωματικὸν ἔδαφος τοὺς ἦτο μᾶλλον εὐνοϊκόν. Αἱ Δυνάμεις ἔτρεμαν τὴν ἐπανάληψιν καὶ τὴν γενίκευσιν τοῦ πολέμου. Ἀπὸ παντοῦ ἤρχοντο συστάσεις μετριοπαθείας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Κάρολος τῆς Ρουμανίας, ὅστις εἶχεν ἀποβῆ πραγματικὸς διαιτητὴς τῆς ὅλης βαλκανικῆς ὑποθέσεως, προειδοποίησεν ὡς ἑξῆς τὸν Κωνσταντῖνον νὰ φανῇ διαλλακτικός:
«Ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔχω τῆς γενικῆς καταστάσεως καὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες δὲν θὰ ἀνεχθοῦν πολὺ μεγάλην σμίκρυνσιν τῆς Βουλγαρίας, μοῦ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς ὑμετέρας μεγαλειότητος ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ τερματισμοῦ τῶν ἐχθροπραξιῶν».
Ὁ πρόεδρος Πουανκαρὲ πρὸς τὸν ἔκτακτον πρεσβευτὴν Ἀλέξανδρον Ζαΐμην καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας εἰς διάβημά του πρὸς τὰς Ἄθήνας μετεχειρίζοντο τὴν ἰδίαν γλῶσσαν.
Ὁ Βενιζέλος, συγκεντρώνων εἰς τὸ Βουκουρέστιον εἰδήσεις περὶ τῆς γενικῆς καταστάσεως εἶδεν ὅτι ὤφειλε νὰ πολιτευθῇ μετὰ σταθερότητος καὶ μὲ πνεῦμα συγχρόνως συμβιβασμοῦ. Δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ βασιλικοῦ ἀρχιστρατηγείου.
Κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσημόν των συνάντησιν μὲ τοὺς Ἕλληνας, οἱ Βούλγαροι ἐπρότειναν, ὡς σύνορον, γραμμὴν ἀρχομένην ἀπὸ τὸν κόλπον τοῦ Ὀρφανοῦ καὶ διευθυνομένην πρὸς βορρᾶν εἰς τρόπον ὥστε ολόκληρος ἡ Ἀνατολική Μακεδονία περιήρχετο εἰς τὴν Βουλγαρίαν.
Ἡ ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐζήτησε μεθόριον ὀλίγα χιλιόμετρα δυτικῶς τοῦ Δεδεαγάτς. Ἦτο ἡ καλουμένη γραμμὴ τῆς Μάκρης. Ἡ ἀξίωσίς της ἐδικαιολογεῖτο μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐθνολογικῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἑλληνικῆς προτάσεως ἐδημιούργει ἰσορροπίαν μεταξὺ Ἑλλάδος, Ρουμανίας, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας. Μόνον τοιαύτην πολιτικὴν σκέψιν ἀντελαμβάνοντο οἱ Εὐρωπαῖοι. Τέλος, ὁ Βενιζέλος ἐζήτει τὴν γραμμὴν τῆς Μάκρης διὰ νὰ ἠμπορῇ ἐν ἀνάγκῃ νὰ κρατήσῃ τὴν γραμμὴν τοῦ Νέστου.
Ὅπως παρουσιάσθησαν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δύο κρατῶν, ἐγίνετο ἀμέσως φανερὸν τί ἐπεδίωκαν: Ἕκαστος τῶν ἀντιπάλων διεξεδίκει τὴν Καβάλλαν. Μετ’ ὀλίγον ὁλόκληρος ἡ διάσκεψις τοῦ Βουκουρεστίου ἀπερροφᾶτο ἀπὸ τὴν κατακύρωσιν τῆς ἐπιμάχου πόλεως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ τὴν Βουλγαρίαν.
Τὸ συνέδριον διῃρέθη εἰς δύο στρατόπεδα. Ἡ Ρωσσία καὶ Αὐστρία ἦσαν μὲ τοὺς Βουλγάρους. Ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία ἐφεκτικαί. Ἡ Γαλλία ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐχρειάζετο ἐνίσχυσιν. Ὁ Βενιζέλος ἐπληροφόρησε τὸν Κωνσταντῖνον ὅτι θὰ ἀπέβαινε πολύτιμος ἡ συνδρομὴ τῆς Γερμανίας. Κατόπιν τούτου, ἡ βασίλισσα τῆς Ἑλλάδος Σοφία ἔστειλε πρὸς τὸν ἀδελφόν της αὐτοκράτορα Γουλιέλμον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα:
«Ἀθήναι, 18/31 Ἰουλίου 1913. Πρὸς τὴν αὐτοῦ μεγαλειότητα τὸν αὐτοκράτορα, Βερολίνον. Ὁ Τίνος (ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος) μοῦ ἐτηλεγράφησεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ σοῦ γνωστοποιήσω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ σπουδαῖον δι’ ἡμᾶς, ἐὰν ἤθελες, διὰ μιᾶς συστάσεως, νὰ ἐπηρεάσῃς τὸν βασιλέα τῆς Ρουμανίας ὅπως δεχθῇ τὰ αἰτήματα τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἀφορᾶ τὴν Καβαλλαν. Σε παρακαλῶ νὰ συγχωρήσῃς ἐκ τῶν προτέρων τὸ διάβημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ ἡ σπουδαιότης του. (ὑπογρ.) Σοφία».
Τὸ τηλεγράφημα τοῦ Κωνσταντίνου εἶνε τὸ ἑξῆς:
«Γενικὸν στρατηγεῖον, 17/30 Ἰουλίου 1913. Αὐτῆς μεγαλειότητα, Ἀθήνας. Ἔμαθον πρὸ ὀλίγον ἐμπιστευτικῶς ἐκ Βουκουρεστίου ὅτι θὰ ἦτο ὑψίστης δι’ ἡμᾶς σημασίας ἐὰν ἐστέλλετο ἀπὸ τὸ Βερολίνον μία λέξις εἰς τὸν βασιλέα Κάρολον τῆς Ρουμανίας καὶ τὴν κυβέρνησίν του διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ἀξιώσεις μας περὶ Καβάλλας. Λάβε τὴν καλωσύνην νὰ τηλεγραφήσῃς εἰς τὸν Βίλλυ (αὐτοκράτορα Γουλιέλμον), μέσῳ τῆς γερμανικῆς πρεσβείας, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ εἴπῃ μίαν καλὴν λέξιν. Ὁ Κουὰτ θὰ θελήσῃ νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν Γιάγκωβ ἐξ ὀνόματός μου ἵνα οὗτος κάμῃ τὸ αὐτὸ διάβημα πλησίον τοῦ βασιλέως τῆς Ρουμανίας. (ὑπογρ.) Κωνσταντῖνος».
Πράγματι ὁ Γουλιέλμος Βʹ ἐτηλεγράφησε τὰ ἀκόλουθα εἰς τὸν Κάρολον τῆς Ρουμανίας:
«Βερολίνον, 1 Αυγούστου (19 Ιουλίου) 1913. Αὐτοῦ μεγαλειότητα βασιλέα, Βουκουρέστιον. Δύνασαι νὰ κάμῃς τίποτε διὰ τὴν Καβάλλαν; Ἀποβλέπω συμπαθῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγκαρδίους χαιρετισμοὺς καὶ εὐχὰς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν σου. (ὑπογρ.) Γουλιέλμος».
Ἡ γερμανικὴ ἐνίσχυσις ὑπῆρξε πολύτιμος. Ἡ Γαλλία ἐπίσης ἐξετέθη ζωηρῶς ὥστε χάριν τῆς Ἑλλάδος ἐκινδύνευσε τὴν συμμαχίαν της μὲ τὴν Ρωσσίαν. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Αὐστρία ἠπείλει σοβαρῶς νὰ ἐπέμβῃ διὰ πολέμου ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας καὶ συνεκρατήθη μᾶλλον ὑπὸ τῆς Ἰταλίας. Ἡ Σερβία κατεπτοήθη. Ἡ Ρουμανία ἦτο σύμμαχος μὲ τὴν Αὐστρίαν. Ὁ εἰς Πετρούπολιν Γάλλος πρέσβυς Δελκασσὲ ἐτηλεγράφει:
Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας μοῦ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐφαίνετο ὑπὲρ τὸ δέον ἀδιάλλακτος, ἡ Σερβία ἀκολουθοῦσα τὴν Ρουμανίαν, θὰ ἀπεφάσιζε νὰ διαπραγματευθῇ χωριστὰ μὲ τὴν Βουλγαρίαν» [1].
Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔφθανε μέχρι πολέμου διὰ τὴν Καβάλλαν. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ τὸν διεξαγάγῃ μόνη κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Ἐπανελαμβάνετο ἡ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης.
Ἂν ἡ διαμφισβήτησις τῆς Καβάλλας κατέληγεν εἰς ῥῆξιν θὰ ἦτο τραγικὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν νεότητα τρίτη ἀφαίμαξις ἐντὸς ἑνὸς μόνου ἔτους καὶ μετὰ τὴν ἀνθρωποθυσίαν Κιλκίς–Κρέσνας. Ἐν τούτοις ἡ περίπτωσις δὲν ἀπεκλείετο. Ἀλλὰ προηγουμένως ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθοῦν ὅλα τὰ εἰρηνικὰ μέσα, νὰ ἐξασφαλισθῇ δὲ ὁ τόπος διπλωματικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς εἰργάσθη ὁ Βενιζέλος.
Οὔτε ἡ Γερμανία, οὔτε ἡ Γαλλία θὰ ἐλάμβαναν τὰ ὅπλα διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα παραλία ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου. Ἡ Ἑλλὰς ἐπολέμησε μαζὶ μὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ρουμανίαν. Μαζί των εἶχεν ὑπέρτατον συμφέρον νὰ κάμῃ τὴν εἰρήνην. Ὁ Πάσιτς καὶ ὁ Τάκε Ἰωνέσκο ὑπέδειξαν πρὸς τὸν Βενιζέλον τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποχωρητικότητος. Τὸν ὑπεστήριζαν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐδείκνυε συμβιβαστικότητα, ἥτις θὰ ἐνεφάνιζεν ἐκ νέου τὴν Βουλγαρίαν ἀδιάλλακτον καὶ ἀδικοῦσαν.
Ὁ Βενιζέλος ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ Καβάλλα θὰ ἐσώζετο, ἐὰν χάριν αὐτῆς ἐγκατελείπετο ἡ γραμμὴ τῆς Μάκρης καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἡ τοῦ Πόρτο-Λαγό. Αἱ εἰδήσεις ἄλλωστε ἀπὸ τὸ θέατρον τοῦ πολέμου τοῦ ἐπέβαλλαν ἄκραν περίσκεψιν. Ὁ προεδρεύων τῆς κυβερνήσεως Κορομηλᾶς τοῦ ἐτηλεγράφει:
«Ὑποθέτω ὅτι τὸ στρατηγεῖον μας πρὸ τοῦ ὄγκου τῆς βουλγαρικῆς ἀντεπιθέσεως αἰσθάνεται τὸν ἀντίκτυπον τῆς πάρα πολύ μεγάλης πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὴν ταυτόχρονον ἐνέργειαν τῶν Σέρβων καὶ ἥτις ὤθησεν αὐτὸ εἰς τόσον τολμηρὰν προέλασιν τοῦ στρατοῦ μας».
Πρὶν παρουσιάσῃ τὰς νέας προτάσεις του, ὁ Ἕλλην πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κωνσταντίνου. Τοῦ ἀνεκοίνωσε τὴν πορείαν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τὸν ἠρώτησεν ἂν ἐγκρίνῃ τὸν περιορισμὸν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιώσεων ἀπὸ τῆς Μάκρης εἰς τὸν Νέστον. Ὁ Βενιζέλος εξήγησε σαφῶς ὅτι:
«Ὁ Νέστος ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδέχετο».
Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησε:
«Ὡς τελευταῖον ὅριον δέχομαι τὴν γραμμὴν τοῦ Νέστου, ἐὰν εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ ἐκταθῶμεν περισσότερον».
Ἡ ἔγκρισις τοῦ στέμματος ἦτο ρητή. Στηριζόμενος ἐπ’ αὐτῆς ὁ Βενιζέλος προέβη εἰς τὴν σχεδιασθεῖσαν ἐνέργειάν του. Ἐγνωστοποίησε πρὸς τὴν διάσκεψιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιώριζε τὰς ἀξιώσεις της ἀπὸ τῆς Μάκρης εἰς Πόρτο-Λαγό. Οἱ Βούλγαροι ἠρνήθησαν κατηγορηματικῶς. Ἡ εἰρήνη ἐκινδύνευε τὰ ἔσχατα. Ὁ Βενιζέλος προειδοποίει τὸν Κωνσταντῖνον ὅτι ἦτο πιθανὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ὁ Φερδινάνδος τῆς Βουλγαρίας ἱκέτευε ἐκ νέου τὴν γαλλικὴν βοήθειαν διὰ τὴν Καβάλλαν. Ὁ Πουανκαρέ τοῦ ἐδήλωσε:
«Ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις συμβουλεύει τὴν Βουλγαρίαν νὰ ὑποχωρήσῃ—εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας—ἀποδεχομένη τοὺς ὅρους τῶν ὁποίων ἡ Γαλλία ἀντιλαμβάνεται τὴν ὀδυνηράν αὐστηρότητα, διότι εἶναι βεβαία ὅτι περαιτέρω ἀντίστασις θὰ ὡδήγει εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν».
Τὴν 21ην Ἰουλίου, ὁ εἰς Βουκουρέστιον πρωθυπουργὸς κατέστησεν ἐνήμερον τὸν Κωνσταντῖνον περὶ τῆς καταστάσεως. Οἱ Βούλγαροι δὲν ἐδέχοντο τὴν ἑλληνικὴν παραχώρησιν τοῦ μεταξύ Πόρτο-Λαγό καὶ Μάκρης ἐδάφους. Ἡ ρήξις τῆς διασκέψεως ἦτο πιθανή. Ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Σερβία ἐτάσσοντο μὲ τὴν Ἑλλάδα.
Αἴφνης ὁ Βενιζέλος λαμβάνει τηλεγράφημα τοῦ βασιλέως λέγοντος:
«Λυποῦμαι ὑπερβολικά, διότι τόσον ταχέως ἐφθάσατε εἰς τό μίνιμουμ τῶν ἀξιώσεών μας. Ἐὰν οἱ Βούλγαροι δὲν ὑποχωρήσουν καὶ τώρα, θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποχωρήσετε καὶ πάλιν καὶ χάνομεν τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον διεκδικούμεν».
Ὁ μονάρχης ἀπεδοκίμαζε τὸν πληρεξούσιον τῆς Ἑλλάδος. Τὸν ἐπέπληττεν ἄνευ λεπτότητος. Κάτι χειρότερον ἀκόμη: Λησμονῶν ὅτι πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἐξουσιοδότησε ρητῶς τὸν Βενιζέλον νὰ προτείνῃ τὴν γραμμὴν Πόρτο–Λαγὸ καὶ Νέστου, τὸν κατηγόρει τώρα ὡς θυσιάζοντα ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας.
Ὁ Βενιζέλος εἶχεν υποχωρήσει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς, ἐπειδὴ τοῦ τὸ παρουσίασαν καθαρῶς στρατιωτικόν. Ἀλλ’ ἐδῶ πλέον δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς ἢ στρατηγικῆς ἁρμοδιότητος. Ἐνῷ αὐτὸς διεπραγματεύετο ἐπὶ τόπου ὑπὸ δυσχερεστάτας συνθήκας, ὁ βασιλεὺς ἐνόει νὰ διευθύνῃ τὰς διπλωματικὲς συζητήσεις ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, κατὰ τρόπον αὐθαίρετον, ἀσυνάρτητον καὶ ἀναιροῦντα σήμερον ὅσα ἐδέχετο χθὲς ὁ ἴδιος. Διὰ μακρᾶς τηλεγραφικῆς ἐκθέσεως, ὁ πρωθυπουργὸς ὑπενθύμισεν ὅλα αὐτὰ πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, τοῦ εἶπεν ἐντόνως ὅτι ἡ ἀσυνέπειά του μόνον μὲ τὰς εἰσηγήσεις τοῦ στρατιωτικοῦ του περιβάλλοντος ἠμποροῦσε νὰ ἐξηγηθῇ καὶ κατέληγεν ὑποβάλλων τὴν παραίτησίν του.
Ὁ Κωνσταντῖνος συνησθάνθη τὸ λάθος του. Ἐβεβαίωσεν ἀμέσως τὸν Βενιζέλον ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ τι ἀλλὰ νὰ ἐκφράσῃ τὰ αἰσθήματά του. Τὸν παρεκάλεσε νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις.
Ἡ ἡνωμένη ἐμφάνισις τῆς Ἑλλάδος, Σερβίας καὶ Ρουμανίας ἐπτόησε τὴν Βουλγαρίαν. Ἡ Αυστρία δὲν ἐρριψοκινδύνευε πόλεμον ἄνευ τῆς Γερμανίας καὶ Ἰταλίας. Ἡ Καβάλλα ἐσώθη. Τὴν 28ην Ἰουλίου 10 Αὐγούστου 1913 ὑπεγράφετο ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου. Ἡ νέα ἑλληνοβουλγαρικὴ μεθόριος ἤρχιζεν ἀπὸ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Νέστου, πενήντα χιλιόμετρα ἀνατολικῶς τῆς Καβάλλας, ἐθεωρεῖτο δὲ καὶ στρατιωτικῶς ἀσφαλής.
Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἀνεγνώρισε μεγαλοφρόνως τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Βενιζέλου, συνοδεύσας τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους μὲ τὴν ἀπονομὴν τοῦ ἀνωτάτου παρασήμου. Ἡ βασιλικὴ ὅμως διπλωματία ἐκρίνετο αὐστηρῶς εἰς Βουκουρέστιον. Ὁ Ρώσσος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Σαζόνωφ, ὁμιλήσας ὀλίγον ἔπειτα μὲ τὸν βασιλέα καὶ τὸν πρωθυπουργὸν τῆς Ρουμανίας, ἔγραψε τὰ ἑξῆς:
«Ὁ βασιλεὺς Κάρολος ἐξεφράσθη περὶ τῆς Ἑλλάδος ἄνευ θερμότητος. Ἐξῄρεσεν ἐν τούτοις τὸν Βενιζέλον, θεωρῶν τὴν παρουσίαν του ἐπὶ τῆς ἐξουσίας ὡς ἐγγύησιν ὁμαλῆς ἐξελίξεως τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων.
Ὁ Ἰωάννης Βρατιάνο μοῦ ὡμίλησεν ἀρνητικῶς περὶ τῶν Ἑλλήνων, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον τὸν πρωθυπουργὸν Βενιζέλον σέβεται».
Ἀτυχῶς ἡ ἀντίδρασις τῶν ἐπιτελῶν καὶ τῶν αὐλικῶν δὲν ἐσταμάτησεν. Ἐνῷ ὁ Βενιζέλος ἐπέστρεφεν εἰς Ἀθήνας, ὁ βασιλεύς, οἱ πρίγκηπες καί τινες ἐκ τοῦ ἐπιτελείου, ἐρχόμενοι καὶ αὐτοὶ διὰ τῆς «Ἀμφιτρίτης», τὸν ὕβριζαν ὡς σπεύδοντα νὰ γίνῃ δεκτὸς ὑπὸ τοῦ λαοῦ πρὶν ἀπὸ τὸν βασιλικὸν ἀρχιστράτηγον. Πόσον ἦσαν δίκαιαι αἱ ὕβρεις, μαρτυρεῖ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
«Βουκουρέστιον, 30 Ιουλίου/11 Αὐγούστου 1913. Κορομηλᾶν Ἀθήνας. Ἐπάνοδος βασιλέως εἰς Ἀθήνας δέον νὰ λάβῃ ἐντελῶς θριαμβευτικὸν χαρακτῆρα. (Ὑπογραφὴ) Βενιζέλος».
Ὁ ἴδιος ὁ πρωθυπουργὸς ἀπεβιβάζετο ἀθέατος εἰς τὸ Μπογιάτι τὴν ἑσπέραν τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ τὴν ἑπομένην ὑπεδέχετο πρῶτος τὸν ἐρχόμενον εἰς Φάληρον νικητὴν βασιλέα. Ὅταν δὲ οἱ φιλελεύθεροι ἑώρτασαν τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ὁ Βενιζέλος ἐσηκώθη καὶ εἶπε:
«Πρὸ πάσης άλλης ἐκδηλώσεως, πίνω ὑπὲρ τῆς ὑγείας, τῆς μακροβιότητος καὶ τὰς δόξης τοῦ δαφνοστεφοῦς βασιλέως μας!» [2]
Μέχρι τοῦ 1923, ἡ Ἑλλὰς ὠνομάζετο ἐλεύθερον κράτος. Πραγματικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογισθῇ ὡς «ἀρτία πολιτικὴ μονὰς» εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν πολιτισμένων λαῶν. Ἐπὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων Ελλήνων, τὰ ὅρια τοῦ βασιλείου περιέκλειαν μόλις τρία. Τὰ κέντρα, ὅπου ἔπαλλεν ἡ καρδία τοῦ ἔθνους, ἔμεναν ὑπόδουλα. Ἡ ὀργάνωσις τῆς πολιτείας ἦτο ἀσυγχρόνιστος. ἡ νοτίως τοῦ Σπερχειοῦ ἢ τοῦ Πηνειοῦ χώρα ἐλέγετο ἀνεξάρτητος ἐπικράτεια. Οὐσιαστικῶς ἔξουσιάζετο ἀκόμη ἀπὸ τὸν Τοῦρκον.
Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου εἶναι σταθμὸς μεγάλος.
Καὶ πρὸ αὐτῆς τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἠγωνίσθη ἐπανειλημμένως καὶ ἡρωϊκῶς. Πρώτην ὅμως φορὰν ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐμάχετο καὶ ἐνίκα ἄνευ ξένων προστατῶν.
Τὸ πρὸς τὰ ἐμπρὸς βῆμα ἦτο γιγαντιαῖον.
Ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους ἤγγιζε τὰς 64.000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων. Τώρα ἀνῆλθεν εἰς 120.000. Ἀπὸ 2.800.000, οἱ κάτοικοι ἔγιναν πέντε ἑκατομμύρια. Εἰς τὰς συγκοινωνίας προσετέθησαν 500 χιλιόμετρα σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ 2.000 ἁμαξιτῶν δρόμων. Ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ηὐξήθη κατὰ 100 ἐκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν. Ὁ ἐμπορικὸς στόλος ἀνεπτύσσετο ἁλματωδῶς. Αἱ τρεῖς μεραρχίαι τοῦ 1910 ἔφθασαν εἰς δέκα πέντε. Τρία σώματα στρατοῦ ὑπερήσπιζαν τὰς μεθορίους ἐπαρχίας.
Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ θὰ ἦσαν νεκροὶ ἐὰν ἐξέφραζαν ἀδρανεῖς ποσότητας. Τοὺς ἐζωντάνευεν ἡ οἰκονομική, ἡ κοινωνική, ἡ ἐκπολιτιστική δύναμις τῆς νέας Ελλάδος.
Ὁ ἀστικὸς ἐπὶ παραδείγματι πληθυσμὸς δὲν ἐδιπλασιάσθη. Ἐπολλαπλασιάσθη. Ἡ Θεσσαλονίκη, τὰ Ἰωάννινα, ἡ Καβάλλα, αἱ Σέρραι, ἡ Νιάουσα, ἡ Βέρροια, ἡ Κοζάνη, τὰ Χανιά, ἡ Χίος, ἡ Μυτιλήνη, τὸ Ἡράκλειον, ἦσαν πόλεις μὲ παρελθὸν ἐμπορικόν, μὲ ἠθικὴν ἀκμὴν καὶ πνευματικὴν παράδοσιν. Ἡ ἀστική τάξις ἐνισχύετο διὰ νέων καὶ προοδευτικῶν στοιχείων.
Ἡ γεωργικὴ οἰκονομία ἤλλαξε σχεδὸν ὄψιν. Εἶχεν ἐσχάτως καταντήσει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν σταφίδα. Ἡ καπνοπαραγωγὴ τῶν βορείων περιφερειῶν, ἡ ἐλαιουργία τῶν νήσων, ἡ δασοκομία τῆς Μακεδονίας, τῆς ἔδωκαν ευρωστίαν καὶ ποικιλίαν.
Ἡ βιομηχανία ἦτο παράσιτος. Τώρα καθίστατο ἀληθὴς παράγων ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀπὸ 115 ἑκατομμύρια, ἡ βιομηχανικὴ ἐξαγωγὴ ὑπερέβη τὰ 200 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν.
Διὰ τῶν μεγάλων νήσων τοῦ Αἰγαίου, ἡ Ἑλλὰς ἐπλησίαζε πρὸς τὰς πηγὰς τῆς ἐθνικῆς της δυνάμεως. Ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Μακεδονία τὴν ἔφεραν εἰς γεωγραφικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν πολιτισμὸν τῆς Δύσεως.
Ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἀκμὴ τῆς χώρας ὠχυρώθησαν μὲ ἐξωτερικὰς ἀσφαλείας. Ἡ συνθήκη του Βουκουρεστίου ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλλάδα συμμάχους, οἵτινες ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτῆς ἠγγυῶντο διὰ τὸ νέον βαλκανικὸν καθεστώς.
Ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὰ γενόμενα ἦσαν ἔργον μερικῶν ἀτόμων ἢ ὡρισμένης τάξεως δὲν ἀντέχει οὔτε εἰς τὴν πλέον πρόχειρον ἐξέτασιν. Μόνον κοινή, συλλογική, ἑνιαία προσπάθεια ἑνὸς λαοῦ δημιουργεῖ ἐθνικὰ ἀποτελέσματα.
Καὶ ὅταν ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἀπεκάλεσεν εἰρωνικῶς τὸν Βενιζέλον ἐλευθερωτήν, ὁ τελευταῖος τοῦ ἀπήντησε:
«Οὔτε τόσον ἀψυχολόγητος οὔτε τόσον ἀκοινωνιολόγητος εἶμαι ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ εἷς ἄνθρωπος ὅσα ἐπετεύχθησαν. Ἐγένετο ὑποσυνείδητος ἐργασία εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Ἐγὼ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ γίνω σημαιοφόρος ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ εἶχαν σπαρῆ καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλωθοῦν».
Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν βεβαιότητα καθ’ ἣν οἱ Ἕλληνες ἀστοὶ καὶ ὁ ἀρχηγός των Βενιζέλος ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς νέας Ελλάδος. Εἰς αὐτοὺς ὀφείλετο ἡ πρωτοβουλία τῆς χαραχθείσης πολιτικῆς. Ἰδική των ἀποκλειστικῶς ἦτο καὶ ἡ μέθοδος τῆς πραγματοποιήσεως.
Ὑπελείπετο ἡ στερέωσις καὶ ἡ εὔρυνσις τοῦ ἐγερθέντος οἰκοδομήματος. Ὁ Βενιζέλος ἠθέλησε νὰ συνεχίσῃ, ὅπως ἤρχισε. Μὲ τὴν συνένωσιν καὶ τὴν συνεργασίαν τῶν κοινωνικῶν ἐκείνων στοιχείων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς διάστασιν πρός τήν ἰδικήν του ἀστικὴν τάξιν. Τοῦτο ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἐπιτυχίας του μέχρι τοῦδε. Αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐστάθη ἡ τρωτὴ πλευρά, ἡ ἀδυναμία τοῦ συστήματός του. Διότι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὀλιγαρχικῆς τάξεως ἦτο πλέον αὐτὸς οὗτος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἔχων ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους τὸ γόητρον τῶν στρατιωτικῶν κατορθωμάτων. Ὁ Βενιζέλος ἔβλεπεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὸ ἀνώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας. Ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ χαρακτῆρος ὁ Κωνσταντῖνος ἐθεώρει τὸν Βενιζέλον πολιτικόν του ἀντίπαλον.
Ἡ θέσις, ἥτις ἐκ τῶν ὑστέρων φαίνεται τόσον σαφής, δὲν ὑφίστατο οὔτε ὡς ὑποψία διὰ τοὺς πολλούς, τὴν ἐπαύριον τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Τὴν ὡρίμασαν, τὴν ἐπετάχυναν, τὴν ἔκαμαν πραγματικήν, περιστατικά, συμπτώσεις, ἡ θέλησις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπρόοπτα γεγονότα. [3]
Εἰς τὸ Βουκουρέστι δὲν ἐπραγματοποιήθη ἔργον αἰώνιον ἢ τέλειον. Ἐκανονίσθησαν ἐκεῖνα τὰ βαλκανικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλάς, ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Σερβία, ἠδύνατο νὰ λύσουν μόναι των μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ. Πρὸς στερέωσιν τοῦ νέου καθεστῶτος ἀπητεῖτο ἄγρυπνος προσοχὴ καὶ ἑνότης προσπαθειῶν ἐκ μέρους ἰδίως τῆς Ἑλλάδος. Αἱ προϋποθέσεις αὐταὶ δὲν ἐτηρήθησαν καὶ διὰ λόγους ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἕνεκεν ἀπροόπτων ἐξωτερικῶν περιπετειῶν. Σημαντικὴ μεταξὺ τῶν δευτέρων ὑπῆρξεν ἡ εἰς Βερολῖνον ἐπίδοσις τῆς στραταρχικῆς ράβδου πρὸς τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον.
Ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας Γουλιέλμος ἐζήτει νὰ καλύψῃ τὴν δυσμενῆ ἐντύπωσιν ἐκ τῆς ἥττης τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ὠργάνωναν ἐπὶ δεκαετηρίδας Γερμανοὶ ἀξιωματικοί. Διὰ τοῦτο πρὸ πάντων ὠνόμασε τὸν βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Γερμανὸν στρατάρχην. Μόλις ἐτελείωσεν ὁ βουλγαρικός πόλεμος καὶ ὑπὸ τίτλον οἰκογενειακῆς ἐπισκέψεως ὁ Κωνσταντῖνος ἐταξείδευσεν εἰς Βερολίνον.
Τὴν 24ην Αὐγούστου 1913 ὁ Γουλιέλμος ἐπέδιδεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὴν ράβδον τοῦ γερμανοῦ στρατάρχου. Ἡ τελετὴ διεξήχθη ἐντὸς ἰδιαιτέρας αἰθούσης τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἀνχάλτης. Μόνον στρατιωτικοὶ παρίσταντο. Δὲν προσεκλήθη οὔτε ὁ Ἕλλην πρέσβυς Ν. Θεοτόκης. Γραπταὶ προσφωνήσεις δὲν εἶχαν ἀνταλλαγῆ. Ὁ αὐτοκράτωρ ἐξεφώνησε πομπώδη λόγον. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶπεν ὀλίγας εὐχαριστηρίους φράσεις.
Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν εἰς τὰ ἀνάκτορα του Πότσδαμ, ὁ διευθυντὴς τοῦ πολιτικοῦ γραφείου τοῦ αὐτοκράτορος ὑπέβαλε πρὸς ἔγκρισιν τοῦ Ἕλληνος βασιλέως τὰ κείμενα τῶν πρωϊνῶν προσφωνήσεων. Ὁ Κωνσταντῖνος τὰ ἀνέγνωσε καὶ ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του. Τὴν ἑπομένην ἡ «Βορειογερμανικὴ Ἐφημερίς», ὄργανον τῆς πρωσσικῆς αὐλῆς, ἐδημοσίευε τοὺς δύο λόγους· ἀπαντῶν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἔλεγε:
«Δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω μίαν ἀκόμη φοράν, ὑψηλοφώνως καὶ δημοσίᾳ, ὅτι αἱ νίκαι μας ὀφείλονται κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν ἀνδρείαν τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ κατὰ δεύτερον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς πολεμικῆς τέχνης καὶ τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ οἱ ἀξιωματικοί μου ἀπεκτήσαμεν ἐν Βερολίνῳ εἰς τὸ ἀγαπητόν τοῦτο 2ον σύνταγμα τῆς φρουρᾶς, εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀκαδημίαν καὶ μὲ τὰς σχέσεις μας πρὸς τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον τοῦ πρωσσικοῦ στρατοῦ».
Ἡ βασιλικὴ προσφώνησις ἔγινεν ἀφορμὴ διεθνοῦς σκανδάλου. Ὁ Κωνσταντῖνος παρουσιάζετο ὑμνητὴς τῆς Γερμανίας, καθ’ ἣν ὥραν ὁ στρατός του εἶχε Γάλλους ὀργανωτάς, οἱ δὲ πόλεμοι διεξήχθησαν μὲ γαλλικὰ χρήματα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπειλήθη κυβερνητικὴ κρίσις.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας Πισὼν ἐκάλεσε τὸν πρεσβευτὴν Ρωμάνον καὶ τοῦ ἐδήλωσε:
«Πρὸ πολλοῦ ἡ ρωσσικὴ κυβέρνησις μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξηπάτα τὴν Γαλλίαν καὶ ἦτο διατεθειμένη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν τριπλῆν (γερμανικὴν) συμμαχίαν».
Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἠξίωσεν ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ μεταβῇ εἰς Παρισίους διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἐντύπωσιν τῆς περιφήμου ἀγορεύσεώς του. Ἄλλως θὰ παρητεῖτο.
Ὁ πρέσβυς Παρισίων Ρωμάνος ἀνεχώρησεν εἰς Φραγκφούρτην διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸν βασιλέα καὶ νὰ τὸν συνοδεύσῃ εἰς Γαλλίαν. Ὁ Κωνσταντῖνος ὁμολόγησε τὰ ἑξῆς:
«Ὁ Κάϊζερ μοῦ ὁμίλησεν ἐξ ἀπροόπτου. Τοῦ ἀπήντησα προχείρως. Ἤθελα νὰ τοῦ εἶμαι εὐχάριστος καὶ νὰ παραδέχωμαι τὴν προσφώνησίν του. Τὸ ἴδιο βράδυ μοῦ ἔφεραν πρὸς ἔγκρισιν τὰ κείμενα τῶν δύο λόγων. Τὸ ἰδικόν μου δὲν ἀπέδιδεν ἀκριβῶς τὰς λέξεις μου, ἐξέφραζεν ὅμως ὅ,τι πιστεύω. Ἐκπλήσσομαι διὰ τὸν θόρυβον».
Ὁ Ρωμᾶνος ὑπέδειξεν ὅτι προτοῦ φθάσῃ εἰς Παρισίους ὁ βασιλεύς, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἔκαμνε δημοσίαν ἐξήγησιν. Εἰδικὸς συντάκτης τοῦ παρισινοῦ «Χρόνου», θὰ ἤρχετο ἐπίτηδες εἰς Φραγκφούρτην.
«Κωνσταντίνος: Εἰς τὸ Βερολίνον εἶπα ὅ,τι αἰσθάνομαι περὶ τῆς συμμετοχῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐπιτελείου μου εἰς τὸν πόλεμον. Δὲν νομίζω ὀρθὰς τὰς ἐπανορθώσεις διὰ τοῦ τύπου».
Τὴν ἰδίαν ἐπιμονὴν ἔδειξεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἀφοῦ ἀφίχθη εἰς τὴν γαλλικὴν πρωτεύουσαν. Ὁ Α. Ρωμᾶνος ἐκάλεσεν ἐπὶ τούτῳ τὸν τότε καθηγητὴν τοῦ πανεπιστημίου Παρισίων Ν. Πολίτην. Θὰ συνέτασσε τὴν πρόποσιν, τὴν ὁποίαν ὁ βασιλεὺς θὰ ἐξεφώνει κατὰ τὸ γεῦμα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας. Ὁ Πολίτης τὴν διετύπωσε μὲ θερμὰς φράσεις περὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἔργου τῆς γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς. Ὁ Κωνσταντίνος διέγραψε τὰς λέξεις ἐκείνας μὲ προσοχήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξεν εἰς Βερολίνον.
Κατὰ τὴν δεξίωσιν τῶν Ἠλυσίων ὁ Ἕλλην πρεσβευτὴς εἶπεν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς γαλλικῆς δημοκρατίας:
«Ρωμᾶνος: Βλέπετε, κύριε πρόεδρε, τί ἀγαθὸς καὶ εὐγενὴς εἶναι ὁ βασιλεύς μας; Ἐπείσθητε ὅτι δὲν ἤθελε νὰ θίξῃ τὴν Γαλλίαν;»
«Πουανκαρέ: Ἔχει κάτι τι τὸ πάρα πολὺ ἀφελές».
Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦτο εἰς τόσον βαθμὸν ἁπλοϊκός, ὅσον ἐζήτει νὰ τὸν παραστήσῃ ὁ Ρωμᾶνος. Καὶ εἰς τὸ Βερολίνον καὶ εἰς τὸ Παρίσι ἤξευρε τί ἔλεγε. Διότι τὴν ἄλλην ἡμέραν συνήντα εἰς τὴν ἑλληνικὴν πρεσβείαν τὸν Ν. Πολίτην ὅστις διωρίζετο μόνιμος γενικὸς διευθυντὴς τοῦ ἑλληνικοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ βασιλεὺς τοῦ εἶπε:
«Χαίρω διότι ἡ ὑπηρεσία μας ἀποκτᾷ ὑπάλληλον τῆς περιωπῆς σας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀφείλετε νὰ λησμονήσετε τοὺς Γάλλους καὶ τὴν Γαλλίαν».
Βραδύτερον ὁ Γεώργιος Στρέιτ ἔκρινεν ὡς ἑξῆς τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Πότσδαμ:
«Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν οἱ Γερμανοὶ κατεχράσθησαν τῆς καλωσυνης τοῦ Κωνσταντίνου».
Τὰ πράγματα ἦσαν διάφορα. Ἡ προσφώνησις τοῦ Βερολίνου ἀπεκάλυπτε τὰς σκέψεις, τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Κωνσταντίνου. Ἀπετέλει προειδοποίησιν. Ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ Βενιζέλος δὲν τὴν ἔλαβαν, ὅπως ὤφειλαν, ὑπ’ ὄψιν. [4]
Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τὸ βορειοηπειρωτικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῶν νήσων διέσειαν τὴν ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἱδρυθεῖσαν τάξιν πραγμάτων.
Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ἰωαννίνων, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἐπροχώρησεν εἰς Αὐλῶνα, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν ἐν Ρώμῃ Ἕλληνα ἐπιτετραμένον:
«Κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν ἐπιτελείων των, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὴν Ἑλλάδα να καταλάβῃ τὴν ἀπέναντι τῆς Κερκύρας ηπειρωτικὴν παραλίαν. Θὰ ἐγίνεσθε κύριοι τῆς εἰσόδου τοῦ Ἀδρία, ὅστις εἶναι θάλασσα Ἰταλικὴ καὶ αὐστριακή. Ὄχι ἑλληνική».
Στρατὸς ἰταλικὸς καὶ στόλος ἀνέμεναν εἰς Τάραντα διὰ νὰ καταλάβουν τὴν Αὐλῶνα πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἑλληνικῆς προελάσεως.
Πλὴν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τοῦ Ιουνίου 1913, ἥτις ἀνεγνώριζε τὴν ἀλβανικὴν ἀνεξαρτησίαν, ὑπεγράφη εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν τὸ πρωτόκολλον τῆς 16/29 Ἰουλίου περὶ ἀποστολῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς χάραξιν ἀλβανικῶν συνόρων. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Φλωρεντίας, τῆς 17 Δεκεμβρίου 1913, αἱ πόλεις τῆς Κορυτσᾶς, Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου, Λεσκοβικίου, Ἁγίων Σαράντα, Μοσχοπόλεως, Χειμάρρας, Πωγωνίου κατεκυρώθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος με 120.000 ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων, μὲ τρεῖς μητροπόλεις, 376 ἐκκλησίας, 360 σχολεία, 22.000 μαθητάς, ἀπεσπᾶτο ἐκ τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ ἄδικος ἐτυμηγορία συνωδεύετο ἀπὸ ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ὅπως ὁ ἑλληνικός στρατὸς ἐκκενώσῃ τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Οἱ Ἕλληνες καὶ Ἠπειρῶται ἐξηγέρθησαν. Ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τῶν Γ. Χρηστάκη–Ζωγράφου, Ἀλεξάνδρου Καραπάνου, συνταγματάρχου Δούλη καὶ τῶν μητροπολιτῶν, συνεκροτήθη ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις Ἀργυροκάστρου, ἐκηρύχθη ἡ αὐτονομία τῆς Βορείου Ηπείρου καὶ ἤρχισε ἔνοπλος ἀγὼν κατὰ τῆς ἀλβανικῆς κατοχῆς. Ἡ Χειμάρρα είχε προηγηθῆ ὑπὸ τὸν ἡρωικὸν ἀρχηγὸν Σπυρομήλιον.
Ἡ θέσις τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἦτο δυσχερεστάτη. Οἱ Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης, Δ. Γούναρης, Δ. Καλλέργης τὴν ἐπέκριναν με σφοδρότητα, ἐπειδὴ διέταξε τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Ἤπειρον. Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησε:
«Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὄχι ἅπαξ ἀλλὰ δὶς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς κυβερνήσεως ἐν Ρώμῃ ὅτι ἡ Ιταλία εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τῆς Βορείου Ηπείρου εἶναι τοσοῦτον ἀνένδοτος ὥστε θὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πολέμου κατὰ τῆς Ἑλλάδος».
Ἐξαίρων δὲ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑποστῇ καὶ θυσίας ἀκόμη χάριν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ὁ Βενιζέλος προσέθεσε βραδύτερον:
«Λησμονεῖτε ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν βορείων συνόρων τῆς Ἀλβανίας ἠπειλήθη εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἡ δὲ Ρωσσία μετὰ τῆς Αὐστρίας ἔκαμαν μερικὴν ἐπιστράτευσιν;
Ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ προκαλέσῃ περιπλοκάς. Θὰ τηρήσῃ τὰς ὑποσχέσεις της ἀπέναντι τῆς συνθήκης του Λονδίνου. Ἔχομεν καθῆκαν νὰ συμπεριφερώμεθα ὡς κράτος ἀνῆκον εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν».
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐδημοκόπει. Πράγματι, ὁ Γ. Θεοτόκης, ὅστις τὸν ἐπέκρινεν ἀμειλίκτως διὰ τὸ βορειοηπειρωτικόν, εἶχε σταλῆ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1913 εἰς Ρώμην διὰ νὰ γνωστοποιήσῃ τὴν ἀνάρρησιν τοῦ Κωνσταντίνου ἐπὶ τοῦ θρόνου. Συνωμίλησεν ἰδιαιτέρως μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἔγραφεν ὁ Γ. Θεοτόκης εἰς τὸν Βενιζέλον:
«Ὁ Σὰν Τζουλιάνο ἐφάνη ἀπολύτως ἀντιέλλην καὶ ἀπολύτως ἀδιάλλακτος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἠπειρωτικῆς παραλίας. Τὰ τέσσαρα γενικὰ ἐπιτελεῖα, στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, ἐχαρακτήρισαν ὡς ἐπικίνδυνον δι’ αὐτὰς τὴν κατοχὴν ἀμφοτέρων τῶν ἀκτῶν τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἀδιάλλακτος πάντοτε ὁ Σὰν Τζουλιάνο διὰ τὴν ἐσωτερικὴν μεθόριον τῆς Ἠπείρου».
Τὴν ἰταλικὴν ἀδιαλλαξίαν δὲν κατώρθωσε νὰ κάμψῃ ὁ Γ. Θεοτόκης. Κατηγόρει ὅμως μετὰ τῶν συναδέλφων του τὸν Βενιζέλον ὡς πανικόβλητον, ἐπειδὴ δὲν ἐτόλμησε νὰ φθάσῃ μέχρι πολέμου κατὰ τῆς Ἰταλίας. [5]
Κρισιμωτέρα καὶ μεστὴ συνεπειῶν ἦτο ἡ ὑπόθεσις τῶν νήσων. Ἡ Τουρκία ἐνεπιστεύθη τὴν Χῖον, Μυτιλήνην, Σάμον καὶ τὰς μικροτέρας νήσους τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι τὰς ἐπεδίκασαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Η Πύλη δὲν ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν. Ποῖος θὰ τὴν ἐξετέλει;
Οἱ Νεότουρκοι δικτάτορες ἤθελαν πόλεμον. Ὁ μέγας βεζύρης Σαῒτ Χαλὴμ ἠπείλει:
«Ἡ Τουρκία θὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἔσχατα, ἀκόμη καὶ μέχρι συρράξεως, διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν Χῖον καὶ Μυτιλήνην».
Ἡ Ἑλλὰς ἐζήτει νὰ κρατήσῃ τὰς νήσους, ἀποφεύγουσα τὸν πόλεμον.
Κατὰ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου τοῦ 1913, ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος εὑρίσκετο εἰς Λονδῖνον. Συνεπείᾳ τηλεγραφήματος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Πανᾶ, εἶδε τὸν Γάλλον πρεσβευτὴν Παῦλον Καμπών, ὅστις περιγράφει ὡς ἑξῆς τὴν συνομιλίαν:
«Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἔκαμε παράπονα ἐναντίον τῶν μεγάλων Δυνάμεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀποδίδει τὴν τουρκικὴν ἐπιθετικότητα. Ἐξέφρασε τοὺς φόβους του διὰ τὰς προθέσεις τῆς Τουρκίας, ἥτις συγκεντρώνει στρατεύματα ἔναντι τῆς Χίου. Ὁ Βασιλεὺς ἔστειλε δύο ἀντιτορπιλλικὰ εἰς τὰ παράλια τῆς νήσου. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ ἄλλο τι, ἐπειδὴ ὁ ἑλληνικὸς στόλος εὑρίσκεται εἰς τὰς δεξαμενάς.
Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, εἶπεν ὁ βασιλεύς, ὀφείλουν νὰ ὑπενθυμίσουν πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅτι ἐπεφύλαξαν εἰς ἑαυτὰς τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσουν τὸ ζήτημα τῶν νήσων».
Ἐν γένει ὁ βασιλεὺς ἐφάνη ἀνήσυχος καὶ διστακτικός, βασίζει δὲ τὰς ἐλπίδας του εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων».
Αἱ Δυνάμεις περιωρίζοντο εἰς διπλωματικὰς ἐνεργείας. Ἡ Τουρκία ἠγόραζε τὸ βραζιλιανὸν θωρηκτὸν «Ρίον Ἰανέϊρον», ὁ δὲ πρέσβυς της εἰς Παρισίους ἔλεγε πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν Ντουμέργκ:
«Δὲν ἀφήνομεν τὴν Χῖον καὶ Μυτιλήνην εἰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων. Θὰ τὰς ἀνακτήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου».
Ἡ Ἑλλὰς ἔζησε μῆνας πυρετοῦ. Ὁ Βενιζέλος περιῆλθε τὰς εὐρωπαϊκὰς πρωτευούσας ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1913 μέχρι Φεβρουαρίου 1914. Παρουσίαζε σχέδιον ναυτικῆς ἐπιδείξεως καὶ χρησιμοποίησιν διεθνοῦς στόλου κατὰ τῆς Τουρκίας πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἀποφάσεως περὶ τῶν νήσων. Ἡ Ἀγγλία καὶ Γαλλία συνεφώνουν, ὑπὸ τὸν ὅρον συμμετοχῆς καὶ τῆς Γερμανίας. Ἀπὸ τὸ Βερολῖνον ἀπήντησαν:
«Ἀναλαμβάνομεν νὰ νουθετήσωμεν τὴν Τουρκίαν. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὴν ἐκβιάσωμεν».
Εἰς τὴν γερμανικὴν πρωτεύουσαν ὁ Βενιζέλος ἔγινε τιμητικώτατα δεκτός, ἀλλ’ ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν νέον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Στρέϊτ:
«Πρὸς τὸν καγκελάριον τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξέθηκα τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχα προηγουμένως ὑποβάλει εἰς τὸν σὲρ Ἐδουαρδ Γκρέϋ: Ἀφοῦ αἱ Δυνάμεις καθιέρωσαν τὴν οὐδετερότητα τῶν νήσων, ἔπρεπε νὰ τὰς ἀσφαλίσουν ἀπὸ τουρκικῆς ἐπιθέσεως. Ἐξέφρασα τὴν γνώμην καθ’ ἥν, ἂν ἡ Τουρκία δὲν συνεμορφώνετο μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, θὰ ἀπέστελλον ἑκάστη ἀνὰ ἓν πολεμικὸν πλοῖον εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος διὰ νὰ ὑποστηρίξουν ἀποτελεσματικῶς τὰς θελήσεις των.
Τόσον ὁ Μπέτμαν Χόλβεγκ ὅσον καὶ ὁ Γιάγκωβ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι «ἡ ἀποστολὴ πολεμικῶν εἶναι ναυτικὴ ἐπίδειξις, ἥτις θὰ ἐπλήγωνε τὴν τουρκικὴν ὑπερηφάνειαν καὶ θὰ ἐζημίωνε τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς Γερμανίας εἰς τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν».
Εἰς τὴν Πετρούπολιν ἐνέκριναν ἀπολύτως τὴν ναυτικὴν ἐπίδειξιν ὡς μόνον μέσον πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ τρίτου βαλκανικοῦ πολέμου. Ὁ ἐκεῖ παρευρισκόμενος πρωθυπουργὸς τῆς Σερβίας συνώδευσε τὸν Βενιζέλον εἰς Βουκουρέστι καὶ ἐδήλωσε:
«Θεωρῶ ἄφευκτον τὴν ρῆξιν μεταξὺ Τούρκων καὶ Ἑλλήνων. Θὰ προκληθῇ ἐκ ταύτης γενικὴ σύρραξις εἰς τὰ Βαλκάνια, διότι ἡ Σερβία θὰ βαδίσῃ μετὰ τῆς Ἑλλάδος» [6].
Τὸν πόλεμον μὲ τὴν Τουρκίαν προσεπάθει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποφύγῃ, διὰ πάσης δυνατῆς θυσίας.
Κατόπιν συνεννοήσεως Βενιζέλου–Τάκε Ἰωνέσκο, ἐστάλη εἰς Κωνσταντινούπολιν ὁ Ρουμάνος στρατηγὸς Κοάνδα. Ἔφερε πρὸς τὴν Πύλην τὴν θερμὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλέως Καρόλου διὰ τὸν φιλικὸν συμβιβασμὸν τῆς ἑλληνοτουρκικῆς ἀντιθέσεως. Ὁ Κοάνδα εὑρίσκετο εἰς στενὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Ἕλληνος πρεσβευτοῦ Πανᾶ. Κατὰ μίαν συνάντησίν των, ἐπανέλαβε τοὺς λόγους τοῦ μεγάλου βεζύρου:
«Ἡ Τουρκία ἐπιθυμεῖ τὴν διεξαγωγὴν συνεννοήσεων πρὸς ἀνταλλαγὴν τῆς Χίου καὶ Μυτιλήνης μὲ ἄλλας νήσους, τὰ Δωδεκάνησα, ἴσης αξίας καὶ ἐκτάσεως. Τούτου ἐπιτυγχανομένου, ἡ Τουρκία εἶναι πρόθυμος νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὰς δύο νήσους τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν».
Ἡ Πύλη επέμενεν εἰς τὴν ἐπανάκτησιν τῆς Χίου καὶ Μυτιλήνης διὰ στρατιωτικοὺς λόγους. Τὰς ἐχαρακτήριζεν ὡς ἐξάρτημα τῆς μικρασιατικῆς παραλίας. Ἐν τούτοις ὁ Βενιζέλος διεῖδε τὴν δυνατότητα συμφωνίας εἰς τὰς τελευταίας δηλώσεις τοῦ βεζύρου πρὸς τὸν Κοάνδα. Ἐπωφελήθη τῆς παρουσίας τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας εἰς Κέρκυραν διὰ νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ ὡς μεσάζοντα. Ἡ γερμανική κυβέρνησις ἐπρότεινε διαρκῶς τὴν σύναψιν ἑλληνοτουρκικῆς συμμαχίας.
Ὁ Βενιζέλος μετέβη εἰς Κέρκυραν. Εὑρῆκε τὸν Γουλιέλμον, τὸν Κωνσταντῖνον καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Γ. Στρέϊτ συζητοῦντας ἐπὶ τῶν πιθανῶν εὐρωπαϊκῶν περιπλοκών. Μόλις τρεῖς μῆνας ἔπειτα ἐξερράγη ὁ πανευρωπαϊκὸς πόλεμος. Φαίνεται ὅτι ὁ Γουλιέλμος ἐθεώρει βεβαίαν τὴν σύμπραξιν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Γερμανίαν. Εἶχεν ἀποσπάσει ὑπόσχεσιν παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου; Ἄγνωστον. Πάντως ὁ Στρέϊτ βεβαιώνει ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τὸν αὐτοκράτορα «νὰ μὴ πλανᾶται ὑπολογίζων ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, ὡς κράτος ναυτικόν, δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας».
Γουλιέλμος: Ἡ Ἀγγλία δὲν θὰ ἐπέμβῃ.
Στρέϊτ: Μὲ συγχωρεῖ ἡ ὑμετέρα αυτοκρατορικὴ μεγαλειότης ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία θὰ ἐπέμβῃ».
Ὁ Βενιζέλος δεν μετέσχεν εἰς τὰς συνομιλίας ἐκείνας. Δὲν ἐδέχθη ἐκμυστηρεύσεις τοῦ αὐτοκράτορος, δὲν τοῦ ἐζητήθη τίποτε, οὐδὲν ὑπεσχέθη. Συνεκέντρωσε τὰς ἐνεργείας του εἰς τὴν Χῖον καὶ Μυτιλήνην, ἐπεκαλέσθη τὴν εὐμένειαν τοῦ Γουλιέλμου καὶ ἔκαμε τὴν ἑξῆς πρότασιν πρὸς τὸν ἀρχικαγκελλάριον τῆς Γερμανίας:
«Ἡ Ἑλλάς, εἶπεν ὁ Ἕλλην πρωθυπουργός, θεωρεῖ ὁριστικῶς ρυθμισθὲν τὸ ζήτημα τῶν νήσων. Ἐὰν ὅμως, μεσολαβούσης τῆς Γερμανίας, ἡ Τουρκία ἐπρότεινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναγνωρισθῇ πρὸς τὸν σουλτάνον ἐπικυριαρχία καθαρῶς ὀνομαστικὴ καὶ ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἀναλαμβάνω (ὁ Βενιζέλος) νὰ ὑποστηρίξω πλησίον τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τὰς τουρκικὰς προτάσεις. Θὰ ἀπητεῖτο τότε αὐστηρῶς ἀμυντικὴ συμμαχία Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸς ἐγγύησιν τῶν εὐρωπαϊκῶν κτήσεων τῶν δύο χωρῶν». [7]
Ὁ Μπέτμαν Χάλβεγκ εὑρῆκε τὸ σχέδιον ἐξαίρετον καὶ παρήγγειλεν εἰς τοὺς Γερμανοὺς πρέσβεις Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθηνῶν, νὰ ἐργασθοῦν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο πλησίον τῆς Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος προσφέροντες τὰς φιλικὰς ὑπηρεσίας τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ Γερμανία ἐζήτει νὰ κάμῃ συμμάχους της Ἑλλάδα καὶ Τουρκίαν μὲ τὸ ἀζημίωτον τῆς δευτέρας.
Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν νήσων εἶχε περιπλακῆ μὲ τοὺς ἀνθελληνικοὺς διωγμοὺς τῆς Θράκης, τοῦ Πόντου καὶ τῆς Μικρασίας.
Μέχρι τοῦ 1913 συνέβαιναν καταδιώξεις, σφαγαὶ καὶ ἀπελάσεις τῶν Ἑλλήνων ἐκ Τουρκίας, μὲ τὴν φανερὸν ἢ κρυφὴν ἐνοχὴν τῆς ὀθωμανικῆς κυβερνήσεως. Κατόπιν ὅμως τῶν δύο βαλκανικῶν πολέμων, τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς νεοτουρκικῆς δικτατορίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ παρὰ τῶν Γερμανῶν ὑπὸ τὸν στρατάρχην Λίμαν φὸν Σάνδερς, οἱ ἀνθελληνικοὶ διωγμοὶ ἔλαβον ἐντελῶς νέαν μορφὴν καὶ ἔκτασιν. Δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ μεμονωμένων γεγονότων. Συστηματικῶς, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως, κατ’ εἰσήγησιν ἢ μὴ τῶν Γερμανῶν ὀργανωτῶν, μὲ σπανίαν μεθοδικότητα, ὁλόκληροι ἐπαρχίαι ἐκαθαρίζοντο ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου Ἕλληνος κατοίκου.
Περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου 1914 ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβης Δ. Πανᾶς καὶ ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος Α. Φραντζῆς ἐσήμαναν εἰς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν τὸν κίνδυνον τῆς πρωτοφανοῦς ἐκριζώσεως τῶν ὁμογενῶν πληθυσμῶν. Εἰς λεπτομερεῖς ἐκθέσεις των ανέφεραν ὅτι ἡ κυβέρνησις Κωνσταντινουπόλεως ἐλάμβανε τὰ μέτρα τῆς ἀπελάσεως, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ τουρκικοῦ ἐπιτελείου. Οἱ βαλκανικοὶ πόλεμοι ἐδίδαξαν τοὺς Τούρκους ποῖον κίνδυνον διέτρεχαν ἐκ τῆς παρουσίας ἑλληνικῶν πληθυσμῶν εἰς παραμεθορίους περιφερείας. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιστρατεύσουν ταχέως καὶ προσέκοπταν εἰς τὴν παθητικὴν ἀντίστασιν ἐχθρικῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν στοιχείων. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισαν τὴν ἐκδίωξιν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν Θράκην καὶ τὴν ἀντικατάστασίν των μὲ Τούρκους τῆς Μικρασίας. Οὕτω ἐξησφαλίζετο ἡ ταχεῖα κινητοποίησις τῶν σωμάτων τουρκικοῦ στρατοῦ Ἀδριανουπόλεως–Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων κυρίως ἐξηρτᾶτο ἡ ἄμυνα τῆς αὐτοκρατορίας. Βραδύτερον καὶ διὰ τοὺς ἰδίους λόγους πολεμικῆς ἀσφαλείας τὸ μέτρον ἐξετάθη εἰς τοὺς Ἕλληνας τῶν παραλίων τῆς Μικρασίας.
Καὶ δὲν ἦτο μόνη ἡ ἑλληνικὴ πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως ἡ ἔχουσα παρομοίας πληροφορίας διὰ τοὺς οὕτω ἐνεργουμένους ἀνθελληνικοὺς διωγμούς. Ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις, συγκινηθεῖσα ἐκ τῶν διαπραττομένων, συνέστησεν εἰς τὸν πρεσβευτήν της νὰ ἐπέμβῃ πλησίον τῆς Πύλης. Ὁ Γάλλος πρεσβευτὴς Κωνσταντινουπόλεως ἀπήντησε, διὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως, τῆς ὁποίας τὸ συμπέρασμα εἶχεν οὕτω:
«Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ πλανώμεθα ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς ὀθωμανικῆς κυβερνήσεως, ἥτις δὲν θα φθάσῃ μέχρι τοῦ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἔξοδον τῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὴν ρυθμίσῃ καί, ἂν δύναμαι νὰ εἴπω τοῦτο, νὰ τὴν καταστήση φιλάνθρωπον. Εὐρισκόμεθα πράγματι ἐνώπιον εἰλημμένης ἀποφάσεως ὅπως ἀντικατασταθοῦν διὰ Τούρκων οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Θρᾲκης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν τελευταῖον προμαχῶνα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐναντίον τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν βαλκανικῶν κρατῶν. (Ὑπογραφὴ) Μ. Μπομπάρ».
Τοιοῦτο πρόγραμμα ἐφαρμόζουσα ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις διέταξε τὸν ἐν Ἀθήναις πρεσβευτήν της νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα συμφωνίαν εἰρηνικῆς μετοικεσίας Τούρκων καὶ Ἑλλήνων, ἀντὶ τῆς βιαίας τοιαύτης. Ὁ Γκαλήπ Κεμαλῆ βέης ἔκαμε προφορικὸν διάβημα πρὸς τοῦτο τὴν 6/19 Ἀπριλίου 1914 εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν 8/21 Ἀπριλίου ἰδίου ἔτους, ὁ Ὀθωμανὸς πρεσβευτὴς ἀπηύθυνεν ἔγγραφον ὑπόμνημα πρὸς τὸν Βενιζέλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξέθετε πλῆρες σύστημα ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν καὶ ἀμοιβαίας ἀποζημιώσεως τῶν περιουσιῶν.
Η Τουρκία, ἀποφασίσασα ἀνεκκλήτως τὴν ἀπορρίζωσιν τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐκ τῆς χώρας της, τὴν ἐνεφάνιζε μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν Ἑλλήνων τῆς Θράκης πρὸς τοὺς Τούρκους τῆς Μακεδονίας.
Τοιαύτη εἶναι ἡ καταγωγὴ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν: Κατάστασις ἀνάγκης ἐπιβληθεῖσα εἰς τὴν Ἑλλάδα.
Ὁ πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ὅλοι ἀνεγνώρισαν ὅτι, πρὸ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῶν «ὠργανωμένων διωγμῶν», μόνη ἡ λύσις τῆς ἀνταλλαγῆς ὑπελείπετο. Θὰ ἀπεφεύγοντο δι’ αὐτῆς αἱ θηριωδίαι καὶ θὰ ἐμετριάζοντο αἱ οἰκονομικαὶ καταστροφαί. Ὁ Βενιζέλος ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ βασιλέως τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις περὶ νήσων καὶ συγχρόνως τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς», προκειμένου νὰ γίνῃ ἐπ’ ἀμφοτέρων ἡ μεσολάβησις τῆς Γερμανίας. Διὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν ὑπόθεσιν ἐτηλεγράφει τὰ ἑπόμενα:
«Παρακαλῶ συγχρόνως τὴν ὑμετέραν μεγαλειότητα νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως προτείνω εἰς τὴν Τουρκίαν ἵνα, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένει εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ Θρᾴκης, ἥν, ὡς γράφει ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει στρατιωτικὸς ἡμῶν ἀκόλουθος, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Τουρκίαν ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ δύναται νὰ ἐπιστρατεύῃ ἐπὶ τόπου τὰ ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ Τουρκία σώματα στρατοῦ αὐτῆς, ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο κυβερνήσεων καὶ γίνῃ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν Θρᾴκης πρὸς τοὺς τουρκικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Μακεδονίας κατὰ τρόπον φιλικὸν ὑπὸ ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν, ὄχι δὲ ἀγρίως καὶ βαρβάρως ὅπως γίνεται τώρα».
Ὁ Κωνσταντῖνος, ὅστις εἶχε πλησίον τὸν ἔμπιστον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Στρέϊτ καὶ φυσικὰ τὸν συνεβουλεύθη, ἀπήντησεν οὕτω:
«Κέρκυρα, 13 Ἀπριλίου 1914. Πρωθυπουργόν, Ἀθήνας. Δέχομαι τὴν πρότασίν σας περὶ δηλώσεως ὑμῶν εἰς τὴν γερμανικὴν πρεσβείαν, καθὼς τὴν διετυπώσατε διὰ τοῦ ὑμετέρου χθεσινοῦ τηλεγραφήματος. (ὑπογρ.) Κωνσταντῖνος Β.».
Ἡ ἔγκρισις ἦτο ἀνεπιφύλακτος, διότι ὁ βασιλεὺς ἐγνώριζεν ἐπίσης καλῶς, ὅπως ὁ Βενιζέλος, ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως οἱ Ἕλληνες θὰ ἐξεδιώκοντο ἀπὸ τὴν Τουρκίαν.
Ὁ βασιλεὺς ἐπεκαλέσθη τὴν μεσολάβησιν τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου καὶ ἔδωκεν οὗτος σχετικὰς ὁδηγίας εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις πρεσβείαν του ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅμως τύπον:
«Ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιθυμεῖ νὰ παράσχῃ ἀπόδειξιν τοῦ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐνδιαφέροντός του, χωρὶς νὰ παραγνωρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς συμμάχους αὐτοῦ, ὧν τὴν φιλίαν ποιεῖται περὶ πολλοῦ. Τούτου ἕνεκα θὰ ἀσκήσῃ πᾶσαν τὴν ἐπιρροήν του διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἀγαθῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας».
Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Γερμανίας παρουσιάζετο τελείως πλατωνικόν. Ἦτο καὶ ὕποπτον. Ὁ Γερμανὸς πρέσβυς Ἀθηνῶν ἔλεγεν εἰς τὸν Βενιζέλον, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Γ. Στρέϊτ:
«Ματαίως πασχίζετε διὰ τὰς νήσους. Κατ’ ἄφευκτον ὀργανικὴν ἀνάγκην, ἐκεῖνος ὅστις θὰ εἶναι κύριος τῶν μικρασιατικῶν ἀκτῶν, θὰ καταλάβῃ τὰς νήσους τοῦ Ἀρχιπελάγους, ἔστω καὶ ἐνόπλως. Τοῦ εἶναι ἀπαραίτητοι. Δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ ξένην ἐπιρροὴν καὶ μάλιστα ἑλληνικὴν τόσον ἐγγὺς τῶν κτήσεών του».
Ἡ Τουρκία ἔκαμε γνωστὸν ὅτι βάσις πάσης ἑλληνοτουρκικῆς συνεννοήσεως ἦτο ἡ προκαταβολικὴ ἀναγνώρισις τῆς κυριαρχίας τοῦ σουλτάνου ἐπὶ τῆς Χίου καὶ Μυτιλήνης. Ἡ Ἑλλὰς ἀπήντησε κοινοποιήσασα διάταγμα τῆς ἐπισήμου προσαρτήσεως τῶν δύο νήσων. [8]
Ἤρχιζε περίοδος πολεμικοῦ ὀργασμοῦ.
- ↑ Ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 2332 τῆς 16 Ἰουλίου 1913 τηλεγράφημα τῆς ἑλληνικῆς πρεσβείας Παρισίων. Τηλεγράφημα ὑπ’ ἀριθμὸν 1155 Γερμανοῦ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Γιάγκωβ πρὸς πρεσβευτὴν Βιέννης Τσίρσκυ, 18 Ἰουλίου (1 Αὐγούστου) 1913. Τηλεγραφήματα 234 και 118 γερμανικῆς πρεσβείας Ἀθηνῶν καὶ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου (ἔκδοσις τῶν γερμανικῶν διπλωματικῶν ἀρχείων). Ἀπομνημονεύματα πρώην πρωθυπουργοῦ Ἰταλίας Τζιολίττι. Τόμος 2ος τῆς Γαλλικῆς Κιτρίνης Βίβλου.
- ↑ Ἐφημερὶς «Κῆρυξ» 14 Αὐγούστου 1916. Ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, φάκελλος συνθήκης Βουκουρεστίου. Κείμενα τηλεγραφημάτων δημοσιευθέντα εἰς τὰς «Σελίδας Νεοελληνικῆς Ἱστορίας» ὑπὸ Γ. Βεντήρη, «Ελεύθερον Βῆμα», 13 Αὐγούστου 1923. Ἐκ συνομιλιῶν Γ. Βεντήρη μετὰ Ε. Βενιζέλου, Ἰούνιος 1923 καὶ Ν. Πολίτη, Νοέμβριος ἰδίου ἔτους. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 449 τῆς Γαλλικῆς Κιτρίνης Βίβλου ἔγγραφον. Ἀριθμὸς 88 ρωσσικῶν διπλωματικῶν ἀρχείων. Γεωργίου Μελᾶ. «Ὁ Κωνσταντῖνος» σελίδες 61–62.
- ↑ Τὰ λεχθέντα εἰς τὸ γεῦμα τῶν φιλελευθέρων, «Ἀκταίον» Νέου Φαλήρου 18 Αὐγούστου 1913. Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς Ἑλλήνων 31 Ιουνίου 1913 καὶ 13-15 Αὐγούστου 1917.
- ↑ Τὰ μέχρι τοῦδε γραφέντα περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Πότσδαμ εἶναι ἀτελῆ ἢ ἀνακριβῆ. Ὁ γράφων ἐμελέτησε τὸν εἰδικὸν φάκελλον τῆς ἑλληνικῆς πρεσβείας Παρισίων, συνωμίλησε δὲ σχετικῶς μετὰ τῶν Ε. Βενιζέλου, Α. Ρωμάνου, Γ. Στρέϊτ καὶ Ν. Πολίτη. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3148 N/ 10 τηλεγράφημά του ὁ Ν. Θεοτόκης ἀναφέρει τὴν ἀκόλουθον δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας φὸν Γιάγκωβ: «Τὰ κείμενα τῶν προσφωνήσεων (Γουλιέλμου καὶ Κωνσταντίνου) ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Βορειογερμανικὴν Ἐφημερίδα» ὑπὸ τοῦ πολιτικού γραφείου τοῦ αὐτοκράτορος μὲ τὴν ἐπισημείωσιν: «Ἐγκεκριμένα ὑπὸ τῆς αὐτοῦ αὐτοκρατορικῆς μεγαλειότητος τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῆς αὐτοῦ μεγαλειότητος τοῦ βασιλέως τῆς Ἑλλάδος». Γαλλική Κιτρίνη Βίβλος. Τηλεγραφήματα Ρωμάνου–Κορομηλᾶ ὑπ’ ἀριθμὸν 3136, 3024, 3201. Ἡ συνάντησις Κωνσταντίνου καὶ Ρωμάνου περιγράφεται ἀπὸ τὸν δεύτερον εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον Σισιλιάνον, ξενοδοχεῖον «Φραγκφούρτερχοφ», Σάββατον 1/14 Σεπτεμβρίου 1913. Ὁ Πουανκαρὲ εἶπεν ἐπὶ λέξει: “Il (le Roi) a énormement de bon garçonnisme„.
- ↑ Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 3504 καὶ 3522 τηλεγραφήματα τῶν πρέσβεων Βιέννης Γ. Στρέϊτ καὶ Ρώμης Δ. Κακλαμάνου. Βουλὴ Ἑλλήνων, συνεδριάσεις 31 Ὀκτωβρίου 1913 καὶ 14 Φεβρουαρίου 1914. Τόμος 3ος Γαλλικῆς Κιτρίνης Βίβλου. Ρ. Πουανκαρὲ καὶ Ε. Γκρέϋ ἀπομνημονεύματα. Ἀλεξάνδρου Καραπάνου καὶ Κ. Ρέντη περὶ τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ. Σ. Ἀντωνοπούλου: «Συνθῆκαι Βουκουρεστίου καὶ Ἀθηνῶν». Ἐκ συνομιλίας Ε. Βενιζέλου μὲ τὸ γράφοντα, Ἀθῆναι Ιούνιος 1928. Ἐνυπόγραφος ἔκθεσις Γεωργίου Θεοτόκη ἐκ Ρώμης 15)28 Ἰουνίου 1913 πρὸς ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας.
- ↑ Γαλλικὴ Κιτρίνη Βίβλος, τόμος 3ος σελίδες 59, 60, 99, 100, 108. Ἀφήγησις Ε. Βενιζέλου πρὸς τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι 25 Μαΐου 1928. Τηλεγραφήματα πρωθυπουργοῦ Βενιζέλου καὶ πρεσβευτοῦ Γενναδίου εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἐκ Λονδίνου 6–10 Ἰανουαρίου 1914. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 914 τῆς 15ης Ἰανουαρίου 1914 τηλεγράφημα τοῦ πρωθυπουργοῦ Βενιζέλου ἐκ Βερολίνου πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τὴν κυβέρνησιν. Ἕτερον τῆς ἑσπέρας 17ης Ἰανουαρίου ἰδίου ἔτους. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1822 τῆς 22ας Ιανουαρίου 1914 τηλεγράφημα ἐκ Πετρουπόλεως τοῦ Βενιζέλου εἰς τὸν βασιλέα καὶ τὴν κυβέρνησιν. Ἡ δήλωσις τοῦ Πάσιτς ἐγένετο πρὸς τὸν Σαζόνωφ καὶ ἐτηλεγραφήθη εἰς τὴν γαλλικὴν κυβέρνησιν παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ντουλσέ, Ρ. Πουανκαρέ «Ἀπομνημονεύματα» σελὶς 56 τοῦ 4ου τόμου.
- ↑ Τηλεγράφημα Δ. Πανᾶ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τὴν 18ην Μαρτίου 1913 πρὸς ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας. Ε. Ντριώ. «Διπλωματικὴ Ἰστορία τῆς Ἑλλάδος» τόμος 5ος σελὶς 156. Τηλεγράφημα πρωθυπουργοῦ Βενιζέλου εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐκ Κερκύρας, τὴν 4ην Ἀπριλίου 1914. Ἐπιστολή Ε. Κ. Βενιζέλου ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 9ην Φεβρουαρίου 1929 πρὸς Γ. Βεντήρην.
- ↑ Ἐκθέσεις, τηλεγραφήματα, καὶ ὑπομνήματα τοῦ πρεσβευτοῦ Δ. Πανᾶ, στρατιωτικοῦ ἀκολούθου Ἀ. Φραντζῆ ἐκ Κων/πόλεως, Ἰανουάριος–Ἀπρίλιος 1914. Λίμαν φὸν Σάνδερς «Πέντε ἔτη εἰς Τουρκίαν», σελίδες 46, 64–65. Ἔκθεσις Γάλλου πρεσβευτοῦ Κων/πόλεως εἰς πρωθυπουργὸν Ντουμέργκ, 3ος τόμος Κιτρίνης Βίβλου, ἀριθμὸς ἐγγράφου 213, σελὶς 125. Ἀντίγραφον τῆς ἀπὸ 8/21 Ἀπριλίου 1914 τουρκικῆς διακοινώσεως, ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν Ἀθῆναι. Τηλεγράφημα 12ης Ἀπριλίου 1914 πρωθυπουργοῦ ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς βασιλέα εἰς Κέρκυραν καὶ ἀπάντησις τοῦ δευτέρου. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἐλευθεροφρόνων, πρώην ἐπιτελάρχης Ι. Μεταξᾶς ἀγνοεῖ ἢ παραγνωρίζει τὴν ἀλήθειαν ὅταν γράφη ὅτι: «Ὁ Βενιζέλος ἐφεῆρε τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν, ἥτις τόσον ὀλεθρίαν ἐξέλιξιν ἔλαβε κατοπιν». (Α. Καμπάνη: «Πρωΐα» 31 Δεκεμβρίου 1927). Α. Διομήδους, εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπιθεώρησιν Ἀθηνῶν 15, 28 Μαρτίου 1916.