Ημείς δ', οία τε φύλλα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ἡμεῖς δ', οἷά τε φύλλα (D2, 2W)
Συγγραφέας: Μίμνερμος
Μεταφραστής: Δημ. Γρ. Βερναρδάκης


ἡμεῖς δ΄͵ οἷά τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ὥρη
ἔαρος͵ ὅτ΄ αἶψ΄ αὐγῆις αὔξεται ἠελίου͵
τοῖς ἴκελοι πήχυιον ἐπὶ χρόνον ἄνθεσιν ἥβης
τερπόμεθα͵ πρὸς θεῶν εἰδότες οὔτε κακὸν
[5]οὔτ΄ ἀγαθόν· Κῆρες δὲ παρεστήκασι μέλαιναι͵
ἡ μὲν ἔχουσα τέλος γήραος ἀργαλέου͵
ἡ δ΄ ἑτέρη θανάτοιο· μίνυνθα δὲ γίνεται ἥβης
καρπός͵ ὅσον τ΄ ἐπὶ γῆν κίδναται ἠέλιος.
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τοῦτο τέλος παραμείψεται ὥρης͵
[10]αὐτίκα δὴ τεθνάναι βέλτιον ἢ βίοτος·
πολλὰ γὰρ ἐν θυμῶι κακὰ γίνεται· ἄλλοτε οἶκος
τρυχοῦται͵ πενίης δ΄ ἔργ΄ ὀδυνηρὰ πέλει·
ἄλλος δ΄ αὖ παίδων ἐπιδεύεται͵ ὧν τε μάλιστα
ἱμείρων κατὰ γῆς ἔρχεται εἰς Ἀΐδην·
[15]ἄλλος νοῦσον ἔχει θυμοφθόρον· οὐδέ τίς ἐστιν
ἀνθρώπων ὧι Ζεὺς μὴ κακὰ πολλὰ διδοῖ.


Κι εμείς σαν της πολύανθης της άνοιξης τα φύλλα,
που βγαίνουν και γοργά στο φως του γήλιου μεγαλώνουν,
γραφτό μας απο τους θεούς, τη νιότη μια στιγμούλα
μονάχα να χαιρόμαστε, χωρίς να βάνει ο νούς μας
ούτε κακό κι ούτε καλό. δυό μαύρες Μοίρες στέκουν
πλάι μας πάντα, η μιά κακά γεράματα κρατώντας
κι η άλλη θάνατο ο καρπός της νιότης βαστά λίγο,
κι όσο που ο γήλιος πα στη γης μια μέρα αιθερολάμνει.
Μα σαν περνά πια της ζωής η ώρα αυτή η πανώρια,
καλύτερος ο θάνατος παρά να ζεί κανένας.
Τί στην ψυχή πίκρες πολλές γεννιούνται μαύρη φτώχεια
δέρνει του ενός το σπιτικό με τα κακά της όλα
παιδιά δεν έχει και ποθεί για ν' αποχτήσει ο άλλος,
ως που με τη λαχτάρα του στον Άδη κατεβαίνει.
Άλλου του τρώει τη ζωή η αρρώστια και δεν είναι
κανένας, που πολλά κακά να μην του δίνει ο Δίας.
Μετάφραση: Δημ. Γρ. Βερναρδάκης