Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Ο Τόσκας

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888
Συγγραφέας: Δημήτριος Βαρδουνιώτης
Ὁ Τόσκας


Ο ΤΟΣΚΑΣ
ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΕΚ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

«Oh! l’on devrait prendre la sociéte par les quatre coins de la nappe et et tout jeter en l’air! Tout se casserait, c’est possible, mais au moins personne n’aurait rien, ce serait cela de gagné!»

V. Hugo.


Ι

Καθ’ ἣν ἐποχὴν συνέβησαν τὰ γεγονότα, ἅτινα θὰ σᾶς διηγηθῶ, ὁ Τόσκας ἦτο ἤδη γέρων. Τέκνον τοῦ λαοῦ εἶχε γεννηθῆ εἰς ἀπόκεντρόν τι χωρίον τῆς Πελοποννήσου, δούλης ἔτι, ἐκ γονέων πτωχῶν, ἀνατραφεὶς μὲ τὰς ἰδέας τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἁγνὸς ἐν πᾶσιν, κατά τε τὴν ἐθνικότητα, τὰ ἤθη, τὸ ἔνδυμα, τὴν γλῶσσαν, τὸ θρήσκευμα καὶ τὸν κοινωνικὸν ἐν γένει βίον. Οὐδέποτε ἔμαθε γράμματα, διότι τὰ φῶτα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶχον φθάσει μέχρι τοῦ πατρικοῦ του χωρίου, πτωχὸς δὲ ὢν εἶχε παιδιόθεν προσκολληθῆ εἰς τὸ ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις τὸν εὗρε δεκαπενταετῆ, ἠκολούθησε διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας ἑλληνικόν τι στρατόπεδον, χωρὶς νὰ ἐγείρῃ καὶ αὐτὸς κατόπιν ἀξιώσεις ἀγωνιστοῦ, ἀπαιτῶν προικοδοτήσεις ἐθνικῶν γαιῶν, γαλόνια ὑποστρατήγου ἢ ἀξίωμα ὑπασπιστοῦ τοῦ βασιλέως.

Καὶ εἶχε μὲν μάθει βραδύτερον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε Σύνταγμα καὶ ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὁ Τόσκας πλὴν τοῦ ἀνοικτοῦ ἀέρος, τοῦ ἐλευθέρου οὐρανοῦ καὶ τῆς κύκλῳ ἀναπεπταμένης φύσεως, οὔτε ἐννόει οὔτε ἐπεθύμει ἄλλην ἐλευθερίαν. Ὅταν δὲ μάλιστα ἔφθανε κἄποτε εἰς τὰς ἀκοάς του, ἐκ διηγήσεων τοῦ παρέδρου ἢ τοῦ ἀποσπασματάρχου κανενὸς μεταβατικοῦ, ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος ἐδολοφονεῖτο ὁ Καποδίστριας καὶ ἐξεθρονίζετο ὁ Ὄθων, καὶ ἀλληλοκτόνουν οἱ ἐλεύθεροι πολῖται ἢ ἐτσακίζοντο ’ς τὸ ξύλον ὑπὸ τῶν δημοσίων ὀργάνων χάριν τοῦ νόμου καὶ τῆς δημοσίας τάξεως, εἶχε σχηματίσει τόσῳ συγκεχυμένην ἰδέαν περὶ τῆς θρυλουμένης αὐτῆς ἐλευθερίας, ὥστε τὴν ἐφαντάζετο ὥς τινα αἱμοχαρῆ Ἐριννύν, ὁμοίαν πρὸς τὰ παραμύθια τῆς μάμμης του, ἔτρεμε δὲ καὶ ἐσταυροκοπεῖτο καὶ ηὔχετο εἰς τὸν πανάγαθον Θεὸν νὰ μὴ ἀξιωθῇ ποτε νὰ συναντήσῃ αὐτὴν κατὰ πρόσωπον.

Ἠγνόει ὅμως ὁ ἀγαθὸς τῶν ὀρέων κάτοικος, ὅτι ἦτο φεῦ! ἑκὼν ἄκων καὶ αὐτὸς ἐλεύθερος συνταγματικὸς πολίτης, χρεωστῶν τὴν ψῆφον του εἰς τὸν κομματάρχην τῆς περιφερείας καὶ τὴν ῥάχιν του εἰς τοὺς χωροφύλακας, καὶ ὅτι ἑπομένως ὤφειλε καὶ αὐτὸς μίαν ἡμέραν νὰ γευθῇ τῶν καρπῶν καὶ νὰ ὑποστῇ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πολυθρυλήτου Συντάγματος…

Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔζη βίον φυσικώτατον, ὡς οἱ θάμνοι τῶν βουνῶν, ὅλον δὲ τὸ εἰδύλλιον τῆς εὐτυχίας του συνίστατο εἰς τὸν ἐκ κριθῆς ἢ ἀραβοσίτου ἄρτον του, τὸ ἄροτρόν του, τὸ μικρόν του ποίμνιον, τὴν φλογέραν του, τὴν καλύβην του, τὴν σύζυγόν του καὶ τὴν ὑστερότοκον κόρην του, ἐπιζήσασαν ἓξ ἄλλων τέκνων, δροσερὰν εἰκοσαέτιδα καλλονήν. Ἡ δὲ προσφιλεστέρα του κοινωνία ἦτο ὁ ἱερεύς, ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ πάρεδρος τοῦ χωρίου.

Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀμεριμνησίας καὶ ἁπλότητος, ὑπὸ τοὺς ὁποίους φιλοτεχνεῖτε σεῖς οἱ ποιηταὶ καὶ λογογράφοι τῶν πόλεων τὰ θελκτικώτερα φανταστικὰ εἰδύλλια περὶ τοῦ ἕλληνος ἀγρότου, θὰ νομίζητε ἴσως καὶ τὸν Τόσκαν μακάριον καὶ θὰ τὸν ζηλεύητε πολλοί, ὅσοι βαρυνόμενοι τὸν θόρυβον καὶ τὸν κόρον τῆς πρωτευούσης, ἀποδημεῖτε ἐνίοτε διὰ τῆς φαντασίας καὶ πλάττετε καὶ ποθεῖτε τὰ θέλγητρα τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς. Καὶ ὅμως ἀγνοεῖτε ὁπόσαι ἄκανθαι περιβάλλουσι καὶ αὐτὰ τὰ κρίνα τῶν βουνῶν καὶ ὅτι ὁ χωρικὸς ἐν Ἑλλάδι, ὁ συνταγματικὸς αὐτὸς Παρίας, ὁ ἀποτελῶν ἕνα τῶν κρίκων τῆς ἁλύσεως, ἥτις καλεῖται εὐνομουμένη ἑλληνικὴ πολιτεία, παρέχει μὲν ὕλην ἐμπνεύσεως εἰς τοὺς ποιητὰς καὶ τοὺς εἰδυλλιακοὺς μυθιστοριογράφους, ἀλλὰ παρέχει ἀφθονωτέραν τοιαύτην καὶ εἰς τοὺς χωροφύλακας, τοὺς εἰσπράκτορας, ἀποσπασματάρχας κτλ., οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μαρτυρήσουν ὅτι ἡ ποίησις ἀπέχει πολὺ τῆς πραγματικότητος. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς ἀνοίγω ὀλίγας σελίδας τοῦ βίου του. Ἐξ αὐτῶν θὰ μάθετε, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν σπουδάζετε ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ποιητικῶν περιγραφῶν, ἐντὸς τοῦ γραφείου σας, ἐπὶ τῶν ἀνακλίντρων τῶν μεγάρων σας, εἰς τὰς εὐρωπαϊσθείσας αἰθούσας σας καὶ μαρμαροστρώτους λεωφόρους σας, τὰς τερπνὰς πλατείας, τὰς τρυφηλὰς ἐπαύλεις καὶ τὰ ψυχαγωγικὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ὑποστηρίζεται φορολογικόν τι νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως χάριν τῆς εὐτυχίας τοῦ λαοῦ.

II

Δὲν εἰξεύρω πόσα ἀκριβῶς ἔτη εἶχον παρέλθει ἀπὸ τῆς λαοσωτηρίου τελευταίας μεταβολῆς, ὅτε ὁ Τόσκας ἐθεωρεῖτο εἷς τῶν καλῶν οἰκοκυραίων τοῦ χωρίου του, διότι εἶχεν ἀποκτήσει, ἐκτὸς ἀγρῶν τινων, ἑβδομήκοντα αἰγοπρόβατα καὶ ἕνα ὄνον.

Ἡμέραν τινα ἀνεπαύετο ἐξηπλωμένος ὑπὸ τὴν δροσερὰν σκιὰν μεγάλου πρίνου καὶ παίζων τὴν φλογέραν του, ἐν ᾧ τὸ ποίμνιόν του ἐποτίζετο σκιρτῶν εἰς μινυρίζουσαν παρέκει διαυγῆ πηγὴν, ὅτε εἶδεν αἴφνης ἐνώπιόν του τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα μεθ’ ἑνὸς ὑπενομωτάρχου καὶ τριῶν χωροφυλάκων.

Τὸν ἐχαιρέτισαν καὶ ἐστάθησαν. Ἐν ᾧ δὲ ὁ Τόσκας, ἐγερθεὶς, ἐφρόντιζε νὰ τοὺς περιποιηθῇ, προσφέρων αὐτοῖς γάλα νωπὸν, ὁ εἰσπράκτωρ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ δρ. 3, διότι, ὡς ἐβεβαίου, ὁ διοικητικὸς ταμίας τῆς Ἐπαρχίας εὗρεν αὐτὸν εἰς τὰ βιβλία του ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου διὰ λεπ. 80, φόρον τοῦ ὄνου του, ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ ἦτο καὶ ὁ ὁδικὸς, δημοτικὸς καὶ ἐπαρχιακός! Ὁ Τόσκας ὅμως, μὴ ἐννοῶν τὰ σανσκριτικὰ αὐτὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων, τοῖς ἀπεκρίθη, ὅτι θὰ ἔχουν λᾶθος, διότι τὸν φόρον τοῦ ὄνου του εἶχε πληρώσει πρὸ καιροῦ.

— Βρέ, τί κάθεσαι καὶ λές; ἐβρυχήθη ὁ εἰσπράκτωρ ἐντόνως· ὁ ἄλλος ἐκεῖνος εἰσπράκτορας, ποῦ ἐπῆρε τὰ λεφτὰ, ἦτο κλέφταρος καὶ δὲν τὰ ἔμβασε ’ς τὸ ταμεῖον καὶ πᾶνε χαμένα. Θὰ πλερώσῃς τόρα καὶ θὰ πηδήσῃς!

— Δυὼ φοραίς;

— Καὶ τέσσεραις! ὀγκᾶται εἷς τῶν χωροφυλάκων, συλλαμβάνων τὸν καλλίτερον τράγον τοῦ ποιμνίου καὶ ἑτοιμαζόμενος νὰ τὸν σφάξῃ.

— Μὴ παιδί μου, μὴ αὐτόν! τὸν θέλω γιὰ κεσέμι, φωνάζει μετὰ στεναγμοῦ ὁ γέρων Τόσκας.

— Ἆ! ἔχουμε καὶ ἀντίστασι, καὶ δὲν ξέρεις, ὅτι ὑπάρχει καὶ νόμος! μυκᾶται ὁ ἄλλος σταυρωτής.

Καί, ἐν ᾧ ὁ συνάδελφός του σφάζει τὸν τράγον, αὐτὸς μετὰ τῶν λοιπῶν ἐφαρμόζει τὸν νόμον ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Τόσκα, τὸν δαίρουν ἀνηλεῶς, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, τὸν ἀφίνουν ἐκτάδην μὲ δύο τραύματα χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ φεύγουν λαβόντες τὸ λάφυρον, τροπαιοῦχοι καὶ νικηταί, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, καὶ ᾄδοντες:

«Τιμὴ καὶ νειάτα νὰ χαρῇ ὁ στρατιώτης ξέρει!»
III

— Κάνε γρήγορα, Μαριώ μου, συγύρισε τὸ σπίτι, γιατί ὁ ἥλιος νά! ἐβασίλεψε καὶ ὅπου κι’ ἂν ἦνε θἄρθῃ ὁ πατέρας σου. Ἡ ὥρα τὸν καρτερεῖ.

Ἔλεγεν ἀφελὴς γραῖα πρὸς σεμνήν, ὡραίαν καὶ δροσεράν, ὡς τὸ ἐπὶ τῶν κορυφῶν τῶν ὀρέων ἐκπηγάζον ὕδωρ, κόρην. Καὶ ἡ Μαριώ, ἀναδέσασα τοὺς μέχρις ὀσφύος μακροὺς καὶ μαύρους, ὡς ὁ ἔβενος, πλοκάμους της, εὐπειθεστάτη εἰς τὴν φωνὴν τῆς μητρός, ἐτακτοποίει τὸν οἰκίσκον, ἀναμένουσα τὸν πατέρα της Τόσκαν.

Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως εἶδε περίφοβος τοὺς χωροφύλακας μετὰ τοῦ εἰσπράκτορος, οἵτινες εἶχον προπορευθῆ διὰ νὰ κάμουν κονάκι εἰς τὴν οἰκίαν του. Τί σημαίνει κονάκι χωροφυλάκων ἀπαιτεῖται Δάντου φαντασία καὶ ἡρωισμὸς μάρτυρος διὰ νὰ ἐννοήσῃ κανείς. Μόνον ἡ λέξις δύναται νὰ τρέψῃ εἰς φυγὴν καὶ τοὺς δίποδας καὶ τοὺς τετράποδας κατοίκους τῶν χωρίων τῆς Ἑλλάδος.

Ἔσφαξαν ἀμέσως δύο ὄρνιθας, ἔπιον καὶ ἔχυσαν οὐκ ὀλίγον οἶνον καὶ ἐζήτησαν ἀζυμίτην ἄρτον (μπογάτσαν), διότι περὶ τοῦ λεηλατηθέντος τράγου τοῦ ποιμνίου ἐγένετο σκέψις νὰ προορισθῇ πρὸς πώλησιν! Ἕως οὗ ὅμως ψηθῶσιν αἱ ὄρνιθες, κατεγίνοντο νὰ συντάξουν κατὰ τοῦ Τόσκα ἔκθεσιν ἀντιστάσεως κατὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν νομίμων αὐτῶν καθηκόντων. Ἐπεφάνη τότε πρὸς στιγμὴν ἡ, εἰς τὴν ἐμφάνισίν των ἀποκρυβεῖσα, ὡραία Μαριώ, μόλις δὲ τὴν εἶδεν ὁ ὑπενομωτάρχης κατεθέλχθη ἐκ τοῦ παρθένου καὶ ἀνθηροῦ κάλλους της, καί, στρίβων ἡδυπαθῶς τὸν μύστακα, ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς ὕδωρ μετὰ φράσεως καθαρῶς στρατιωτικῆς, ἥτις ἠνάγκασε τὴν κόρην νὰ γίνῃ ἄφαντος. Ἀλλ’ ἡ ἀφάνεια αὐτῆς παρώξυνε τὸ πάθος τῶν ἀρειμανίων, οἵτινες εἰς ἀποζημίωσιν ἤρξαντο καταστρέφοντες πᾶν ὅ,τι ἔβλεπον ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Τόσκα. Ἡ γραῖα οἰκοδέσποινα ἔβαλε γοερὰς φωνάς. Τὸ χωρίον ἀνεστατώθη· ἔφθασεν ὁ πάρεδρος ἐκ τοῦ ἀγροῦ του, ὁ ἱερεὺς καὶ ἄλλοι χωρικοὶ καί, ἐπειδὴ τὰ πράγματα ἐγίνοντο σοβαρώτερα, τὸ ἀπόσπασμα ἀπῆλθεν.

Οὕτως, ὅτε ὁ γέρων Τόσκας ἔφθασεν εἰς τὴν ἑστίαν του, κακῶς ἔχων, εὗρε τὰ πάντα γῆν Μαδιάμ. Εἰς τὴν θέαν του ἔρρηξεν ὀδυνηρὰς κραυγὰς ἡ οἰκογένειά του, τὸν περιεποιήθησαν δὲ τῇ συνδρομῇ καὶ ἑνὸς πλανοδίου ἰατροῦ καὶ μετὰ πενθήμερον νοσηλείαν ἀνέρρωσεν.

Ὅσον καὶ ἂν ἦτο ὅμως ἁπλοῦς χωρικός, ὁ γέρων Τόσκας ἦτο δίκαιος καὶ φιλότιμος εἰς ἄκρον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ δωρεὰν τοιούτου εἴδους συνταγματικὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ᾐσθάνετο μὲν καλῶς ἐπὶ τῶν πλευρῶν του, δὲν ἠδύνατο ὅμως καὶ νὰ τὰς συμβιβάσῃ μὲ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς του.

Τὴν Κυριακὴν μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν συνήθροισεν ἔξωθι τοῦ χωρίου, τὸν ἱερέα, τὸν πάρεδρον, τὸν διδάσκαλον καὶ ἄλλους γέροντας ἐκ τῶν ἐγκρίτων καὶ διεξετραγῴδησεν αὐτοῖς καὶ πάλιν τὰ δεινοπαθήματά του, ζητῶν τρόπον ἱκανοποιήσεως.

Ἀλλ’ ὁ μὲν πολύπειρος καὶ συνετὸς λευίτης συνεβούλευσεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν πρὸς ἀποφυγὴν χειρόνων ἐν τῷ μέλλοντι δεινῶν, ὁ δὲ πάρεδρος παρεκάλεσε νὰ μὴ τὸν ἀναμίξουν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶχε πολλὰς σχέσεις μετὰ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας διὰ φόρους κτλ., οὓς ὤφειλον ἀλληλεγγύως αὐτὸς καὶ τὰ κτήνη του, τὰ μὴ δηλωθέντα, διότι αὐτὸς ἦτο πρὸ πολλοῦ δηλωμένος.

Ἐν τούτοις μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐκράτησεν ἡ δικαία ἐπιμονὴ τοῦ Τόσκα καὶ προσεκλήθη ὁ ἰατρὸς διὰ νὰ κάμῃ ἔκθεσιν. Ἡ ἰατρικὴ αὕτη ἔκθεσις, ἀριστούργημα κλασικὸν εἰς τὸ εἶδός της, ἐπιστοποίει αὐτολεξεί, ὅτι — «…εὗρε τὸν Τόσκαν κτηπιμένον ὄχι διὰ ῥοπάλου, ἀλὰ τὸν ἔριψαν χαμὲ καὶ τὸν ἐγονάτισαν ἐπάνω εἰς τὰ πλεβρὰ καὶ εἰς τὸ ἴπαρ εἰς τὸ ἀριστερὸν μέρος καὶ τοῦ ἐπροσέβαλαν τρὶς πλεβρὰς καὶ τὸ ἴπαρ καὶ δύο τραύματα περὶ κοντακίου ὄστε ἡ θεραπεία του εἰναι τριάκοντα ἠμερὼν καί ἔλα τῶν ἐννενήκοντα.» Ὁ ἰατρὸς ἐπληρώθη δρ. 3 διὰ τὴν ἔκθεσιν.

Μετὰ τοῦτο παρεκλήθη ὁ διδάσκαλος διὰ νὰ γράψῃ τὴν μήνυσιν, ἧς ἀντίγραφον δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ λάβω· ἔμαθον δὲ μόνον, ὅτι ἐσημείωσεν ἐν αὐτῇ ἐπὶ τὸ τραγικώτερον, ὅτι αὐτὰ δὲν γίνονται οὔτε εἰς τὴν Νορβηγίαν!!

— Ὦ λίθοι κεκράξατε! Ὤ, ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη! Ὤ, νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέστη!.. Φτύστε, μωρέ, τὸ παιδί μου!… ἠκούσθη αἴφνης συγκεχυμένη ἐπιφώνησις πολιοῦ γέροντος. Ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ πατρὸς τοῦ διδασκάλου, ὅστις μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀπεθαύμαζε τὴν λογιότητα τοῦ υἱοῦ του, ἀναγινώσκοντος τὴν μήνυσιν.

— Παράξενος εἶσαι, γεροσυμπέθερε, τῷ παρατηρεῖ πονηρός τις ὁμῆλίξ του. Τίνος θὰ μοιάσῃ;… τὸ μῆλο θὰ πέσῃ ἀποκάτου ἀπὸ τὴν μηλιά!

IV

Λαβὼν τὴν ἔκθεσιν καὶ μήνυσιν, ἔτι δὲ καὶ συστατικὴν ἐπιστολὴν τοῦ παρέδρου πρὸς τὸν βουλευτὴν τῆς Ἐπαρχίας, ὁ γέρων Τόσκας ἀνεχώρησε τὴν ἐπιοῦσαν διὰ τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἴδῃ τὸν δήμαρχόν του στενὸν συγγενῆ τοῦ εἰσπράκτορος τυγχάνοντα.

— Ποῦ θὰ μοῦ πᾶτε, παλῃόσκυλα! ἔλεγε καθ’ ἑαυτόν. Ἐδῶ ἔχουμε ἀρχὰς καὶ νόμους! Νὰ ἰδῶ τὸν Ἔπαρχον καὶ τὸν εἶδα! θὰ σᾶς ψήσω, θὰ σᾶς ξενυχιάσω, μπερμπάντιδες, ποῦ ῥημάζετε τὸν κόσμο μὲ τῂς κλεψιαῖς καὶ τῂς ἀτιμίαις σας!…

Τοιαῦτα μονολογῶν καθ’ ὁδόν, ἔφθασεν εἰς τὴν πόλιν, ὅπου ὡς ἤκουσε πρὸ πολλοῦ, ἐπεκράτει τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐξαίρετος.

Χάριν μικρῶν ἐξόδων εἶχε λάβει μεθ’ ἑαυτοῦ πρὸς πώλησιν τρεῖς ὀκάδας βουτύρου. Ἅμα εἰσελθὼν εἰς τὴν πόλιν εὗρεν ἀγοραστὴν παντοπώλην τινὰ μεθ’ οὗ τὸ συνεφώνησεν· ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ στατῆρος, ζυγίσας αὐτό, εἶπεν, ὅτι εἷνε τέσσαρες ὀκάδες καὶ ἐζήτησε τὸν ἀνάλογον φόρον.

— Τρεῖς ὀκάδες μοναχὰ εἷνε, παιδί μου! τῷ ἀπήντησεν ὁ ἀγαθὸς Τόσκας, ἀγνοῶν ὁ ἀτυχὴς ὅτι δὲν εἶνε φρόνιμον νὰ ἐπιμένῃ τις πάντοτε λέγων τὴν ἀλήθειαν ἐντὸς τῶν πόλεων.

— Σοῦ σπάζω τὰ μοῦτρα, παλῃόβλαχε, ποῦ θὰ μὲ βγάλῃς καὶ ψεύτη! ἀποκρίνεται παραφόρως ὁ ζυγιστὴς προτείνων τὸν γρόνθον του καὶ ἁρπάζων ἀπὸ τῶν χειρῶν του τὸ βούτυρον.

Ὁ Τόσκας καταφεύγει κραυγάζων εἰς τὸν παρέκει χάσκοντα ἀστυνόμον διὰ νὰ κάμῃ τὸ παράπονόν του, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος, φίλος πολιτικὸς τοῦ ζυγιστοῦ, τῷ στρέφει τὰ νῶτα. Εἰς τὰς φωνάς του κλητήρ, παριστάμενος παρασύρει αὐτὸν καὶ τῷ λέγει, ἐπισείων ῥόπαλον, φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «ἰσχὺς τοῦ Νόμου:»

— Ποῦ βρίσκεσαι, βρέ; Ἔτσι ’μιλοῦν στὸν κὺρ-ἀστυνόμον; Ἄμε χάσου!

Ἀπωτέρω ἐβημάτιζεν ἡ ῥεδιγκότα τοῦ κ. ἐπάρχου μετὰ τραγικῆς σοβαρότητος. Οὗτος ἀκούσας τὰ διατρέχοντα, ἐστράφη νωχελῶς καὶ προσέθηκε μετ’ ἀηδίας ἀποστρέφων τὸ πρόσωπον

— Αἰωνίως τοιοῦτοι εἶνε αὐτοὶ οἱ χωρικοί. Χαλοῦν τὸν κόσμον διὰ τὸ τίποτε! καὶ ἡ κεφαλὴ τοῦ κ. Ἐπάρχου στραφεῖσα ἐντὸς τῶν δύο ὑψηλῶν φωκὸλ ἐκινήθη μετὰ τῶν ποδῶν καὶ τῆς κοιλίας του ἀντιθέτως μακρὰν τῆς σκηνῆς.

Ὁ Τόσκας δὲν εὕρισκε διέξοδον. Ὁ ἀγοραστὴς τοῦ βουτύρου παντοπώλης τῷ συμβουλεύει νὰ δώσῃ τόπον τῇ ὀργῇ, νὰ πληρώσῃ φόρον τεσσάρων ὀκάδων, νὰ ζυγίσουν δὲ τὸ βούτυρον εἰς τὸ παντοπωλεῖόν του, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ ὁ παντοπώλης, ἐζύγισε σιωπηλῶς τὸ βούτυρον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔχυσεν εἰς τὸν πίθον του ἰσχυρίσθη ὅτι ἦτο ὀκάδες ὄχι 4 ὡς ἠξίου ὁ ζυγιστὴς, ὄχι 3 ὡς διετείνετο ὁ Τόσκας, ἀλλὰ μόνον 2 καὶ δρ. 250!

— Λᾶθος ἔκαμες, εὐλογημένε! τῷ παρατηρεῖ ὁ Τόσκας.

— Αἶ, γέρο κουμπάρε, μὲ συμπαθᾷς καὶ ’λιγώτερα τὰ λόγια σου! ἀποκρίνεται ἐντόνως ὁ παντοπώλης. Ἐγὼ τὴν ὑπόληψίν μου δὲν τὴν ἀλλάζω μὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ὄχι μὲ 150 δράμια βούτυρον!

Ὁ Τόσκας ἐζαλίσθη. Ὀλίγον καὶ θὰ ἐκινδύνευε νὰ παραφρονήσῃ. Δὲν ἠδύνατο νὰ συμβιβάσῃ ἐν τῇ συνειδήσει του πῶς ἦτο δυνατὸν κανεὶς νὰ κλέπτῃ συγχρόνως καὶ νὰ διεκδικῇ καὶ τὸ ἀκέραιον τῆς φιλοτιμίας του ἀπὸ τὸν κλεπτόμενον. Ἐν τούτοις ὁ παντοπώλης τῷ ἐπλήρωσεν εἰς δίλεπτα τὸ βούτυρον διὰ νὰ κερδήσῃ 10 — 15 τοῖς % ἐπὶ τοῦ τιμήματος.

Ἀλλὰ πολὺ εὐκόλως ἐλησμόνησε τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο καθόσον εἶχε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς σοβαρᾶς ὑποθέσεως, δι’ ἣν ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ δὴ ἀνεζήτησε φίλον του, ἔμπορον, ὅστις ἁφοῦ ἤκουσε τὴν ἱστορίαν ὅλην, τῷ συνέστησε νὰ ζητήσῃ θεραπείαν τοῦ κακοῦ διοικητικῶς.

Ὁ Τόσκας λοιπὸν μετέβη εἰς τὴν ὑπομοιραρχίαν· ἀλλ’ ὁ ὑπομοίραρχος ἀνὴρ κλωστομύσταξ καὶ ἀρειμάνιος, διότι ἄλλοτε ποτὲ εἶχεν εὐδοκιμήσῃ καὶ ὡς χασάπης, ἀκούσας, ὅτι ἔχει παράπονα κατὰ τῶν χωροφυλάκων του, ἠρκέσθη νὰ τὸν κρημνίσῃ τῆς κλίμακος δι’ ἑνὸς στρατιωτικοῦ λακτίσματος, ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα, ἂν ἦτο εἰς τοὺς οἴστρους του, νὰ τὸν ξεθεώσῃ ῥωμαντικώτερον.

Μετέβη εἶτα εἰς τὸν ταμίαν, τὸν ἔφορον καὶ ἔπαρχον, ὡς ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφαν περιφερόμενος ὁ ἁπλοϊκὸς γέρων· ἀλλ’ οὐδὲν κατώρθωσεν. Ἐντύπωσιν καὶ ἀμηχανίαν ἑνοποίησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ τῆς ἐξουσίας ἐκύτταζον αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας καὶ τῷ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχουν καιρὸν νὰ τὸν ἀκούσουν. Ὁ κλητὴρ τοῦ ἐπαρχείου, εὐφυὴς ἄνθρωπος, εὐηρεστήθη νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν του ταύτην, πληροφορήσας αὐτὸν, ὅτι ὅστις θέλει νὰ κάμῃ τὴν δουλειά του, δὲν πηγαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ ἄδεια τὰ χέρια! Ὁ Τόσκας ἐπείσθη, καὶ εἰς ἔνδειξιν ἔσπευσε ν’ ἀγοράσῃ τρία ζεύγη κοτόπουλα καὶ ἐκέρασεν ἀνὰ ἓν εἰς ἕκαστον. Αἱ ἀρχαὶ τότε τῷ παρέσχον ἀκρόασιν· ἀλλ’ ὁ μὲν ἔφορος τῷ εἶπεν, ὅτι αὐτὴ εἷνε δουλειὰ τοῦ ταμίου, ὁ ταμίας, ὅτι εἶχε τὰ σχετικὰ χαρτιὰ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ὁ ἔπαρχος, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φροντίσουν δὲ καὶ οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀνάγκῃ νὰ φέρουν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ… νὰ μείνῃ ἥσυχος.

Ὁ Τόσκας προσέφυγε καὶ εἰς τὸν βουλευτὴν, εἰς ὃν εἶχε συστηθῆ ὑπὸ τοῦ παρέδρου τοῦ χωρίου καὶ τῷ ἐνεχείρισε τὴν συστατικήν.

Ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς, καίπερ ὑπουργικὸς, ἀλλ’ ἴσως διότι δὲν ἐπλησίαζον ἐκλογαὶ, χωρὶς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶνε φίλος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑπομένῃ δὲ ἕως οὗ ἔλθουν εἰς τὰ πράγματα οἱ φίλοι του καὶ τότε θὰ τοὺς παύση ὅλους καὶ ἔπαρχον καὶ ταμίαν καὶ ἔφορον καὶ ἀστυνόμον καὶ εἰσπράκτορα καὶ θὰ ξηλώσῃ τὰ γαλόνια τοῦ ὑπομοιράρχου καὶ τῶν χωροφυλάκων.

Εἶχε δύσει ὁ ἥλιος, ὅτε ὁ Τοσκας μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας αὐτὰς ἀτυχίας ἀνεζήτησε δικαστικόν τινα κλητῆρα, μεθ’ οὗ πολλάκις μεταβάντος εἰς τὸ χωρίον του χάριν ὑπηρεσίας του, εἶχε καλῶς σχετισθῆ καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἐσκέφθη νὰ καταλύσῃ τὴν νύκτα.

Ὁ κλητήρ εἰς την ἐμφάνισιν τοῦ φίλου του Τόσκα ἔδειξεν ἐνδιαφέρον ἔκτακτον καὶ μεγάλην χαρὰν, ἥτις ἐνέπνευσεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἀγαθὸν γέροντα. Φυσικῷ δὲ τῷ λόγῳ ὁ Τόσκας διηγήθη αὐτῷ τὰς περιπετείας του. Ὁ κλητὴρ, ἀκούσας τὰ πάντα μετὰ πολλῆς σοβαρότητος, παρέστησεν αὐτῷ, ὅτι τὸ μόνον μέσον ἱκανοποιήσεώς του ἦν ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἰδὼν δὲ τὴν μήνυσιν καὶ ἰατρικὴν ἔκθεσιν εἶπεν ὅτι αὐταὶ εἷνε ἄκυροι καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνουν ἄλλαι. Προσέφυγον εἰς ἰατρὸν, ὅστις συνέταξε νέαν ἔκθεσιν, δι’ ἣν ἐπληρώθη δραχμὰς τέσσαρας, καὶ εἰς δικολάβον διὰ τὴν μήνυσιν, δι’ ἣν ἐπλήρωσαν δραχμὰς πέντε. Ὁ κλητήρ ἀνέλαβε νὰ ἐγχειρίσῃ τὴν μήνυσιν τῷ εἰρηνοδίκῃ καὶ διεβεβαίωσε τὸν Τόσκαν, ὅτι ἐντὸς δύο τὸ πολὺ ἑβδομάδων θὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον, ὁ δὲ Τόσκας ἐφησυχάσας πλέον, ἀνεχώρησε τὴν ἐπιοῦσαν διὰ τὸ χωρίον του, ὅπου κατόπιν πολλὰ ἐθυσίασε, φιλοξενῶν ἑκάστοτε τὸν φίλον του κλητῆρα, δι’ ἣν παρέσχεν αὐτῷ συνδρομήν.

Λέγεται, ὅτι Φρειδερῖκος ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας, ἠγόρασε κτηματικήν τινα περιφέρειαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχεν ἀνεμόμυλος ἀνήκων εἴς τινα χωρικόν. Ὁ βασιλεὺς, θέλων νὰ μὴ ὑπάρχῃ ξένη ἰδιοκτησία ἐντὸς τοῦ κτήματός του, ἐζήτησε ν’ ἀγοράσῃ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ χωρικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ οὗτος ἠρνεῖτο νὰ τὸν πωλήσῃ, ὁ βασιλεὺς τὸν ἠπείλησεν, ὅτι θὰ λάβῃ αὐτὸν διὰ τῆς βίας· τότε ὅμως ὁ χωρικὸς, στρέψας τὸ βλέμμα πρὸς τὴν παρακειμένην πόλιν, εἶπε τῷ βασιλεῖ· «Ἐν ὅσῳ εἰς τὴν Πόσδαμ ὑπάρχουν δικαστήρια, δὲν θὰ δυνηθῇς νὰ μοῦ πάρῃς τὸν ἀνεμόμυλόν μου!» Ὡς ὁ χωρικὸς τῆς Πόσδαμ, καὶ ὁ Τόσκας εἶχεν ἀπεριόριστον ὑπόληψιν καὶ πίστιν εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ἴσως διότι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε συνέπεσε νὰ ἴδῃ θύραν οἱουδήποτε Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου οὔτε πολιτικοῦ οὔτε ποινικοῦ.

V

Παρῆλθον ἔκτοτε δύο-τρεῖς μῆνες ἐν γαλήνῃ καὶ οὐδεμία ἐφάνη οὐδὲ ἠκούσθη ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης. Ἐνῷ δὲ ὁ Τόσκας ἐστενοχωρεῖτο καὶ ἐβαρυθύμει, μιᾷ τῶν ἡμερῶν βλέπει εἰς τὸ χωρίον του δικαστικὸν κλητῆρα, ὅστις τῷ ἐπιδίδει κλῆσιν, δι’ ἧς ἐκαλεῖτο νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Νομοῦ…

Ὁ Τόσκας ἔμπλεως χαρᾶς ὕψωσε τὰ ὄμματα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ σταυροκοπούμενος:

— Δόξα σοι ὁ Θεός, ἀνεκραύγασε σνγκεκινημένος. Τὸ δίκαιον δὲν χάνεται ’ς αὐτὸν τὸν κόσμο!

Ἐδεξιώθη τὸν κλητῆρα, ὃν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐθεώρει ὡς τὸν δάκτυλον τῆς θείας Προνοίας καὶ τῷ προσέφερεν ἄφθονον πρόγευμα ἐξ ὠῶν, γάλακτος, τυροῦ, ὀλίγον δὲ ἔλειψε μάλιστα, παρασυρόμενος ἐκ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, νὰ σφάξῃ καὶ ἕνα μικρὸν ἀμνὸν ἀρτιγέννητον χάριν τοῦ φιλοξενουμένου.

Ὁ κλητήρ, ὅστις δὲν εἶχε λόγους νὰ δυσαρεστηθῇ ἐκ τοῦ ξεχειλίζοντος ἐκείνου ἐνθουσιασμοῦ τοῦ Τόσκα, τοὐναντίον μάλιστα εἶχε λόγους νὰ μείνῃ καὶ αὐτὸς ἐπίσης κατενθουσιασμένος, ἀφοῦ ἔφαγε καλὰ καὶ ἔπιε καλλίτερα, ἐθώπευσε τὴν στρογγυλωθεῖσαν γαστέρα του, ἔστριψεν ἓν τσιγάρον καὶ ξύων τοὺς ὀδόντας διὰ προχείρου ὀδοντογλυφίδος, ἐθεώρησε δίκαιον νὰ διαφωτίσῃ τὸν γέροντα περὶ τίνος πρόκειται.

— Ξεύρεις ὅμως, πατέρα μου, ὅτι παρεξήγησες τὸ πρᾶγμα. Ἡ κλῆσις αὐτὴ εἶναι διὰ νὰ παρουσιασθῇς ’ς τὸν ἀνακριτὴ διὰ τὴν καταγγελίαν ποῦ σοῦ ἔκαμαν οἱ χωροφύλακες ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἐξουσίας.

Ὁ Τόσκας ἀπελιθώθη. Παρ’ ὀλίγον δὲ νὰ μείνῃ κεραυνόπληκτος ὅταν ἐρωτήσας περὶ τῆς ἰδικῆς του μηνύσεως, ἔμαθε παρὰ τοῦ κλητῆρος, ὅτι τὰ χαρτιά του θὰ ἐπλακώθησαν στὸ εἰρηνοδικεῖον, χωρὶς νὰ ἐνεργηθῇ τίποτε, διότι — συνεπαίρανεν ὁ κλητήρ — ὁ Τόσκας παρέλειψε νὰ περιποιηθῇ καὶ τὸν κύριον εἰρηνοδίκην.

Προδήλως ἐξετροχιάζετο ἡ ὑπόθεσις σοβαρῶς εἰς βάρος τοῦ δυστυχοῦς Τόσκα, διὸ καὶ συνεβουλεύθη πάλιν τοὺς ἐγκρίτους τῆς κοινότητος· μετὰ κοινὴν δὲ σύσκεψιν ἀπεφασίσθη νὰ μεταβῇ πάραυτα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ καὶ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν Ἀνακριτήν, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς βιαίας προσαγωγῆς, ἀφοῦ ὅμως συνεννοηθῇ μετά τινος μεγάλου ἐκεῖ δικηγόρου, πρὸς ὃν εἷς κουμπάρος του τῷ ἔδωκε συστατικήν.

Κατῆλθεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας πεζοπορῶν, ἐκεῖθεν δὲ εἰς τὴν τοῦ νομοῦ δι’ ἁμάξης, δι’ ἣν ἐπλήρωσεν ἀγώγιον δραχμὴν μίαν, εἰ καὶ εἶχε συμφωνήσει λεπτὰ πεντήκοντα, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν πήραν του, ἣν τοῦ ἥρπασεν ὁ ἁμαξηλάτης, ὡς ἐνέχυρον τῆς διπλασιασθείσης παρ’ ἐλπίδα ἀπαιτήσεως του.

Μόλις εἰσῆλθεν ὁ Τόσκας εἰς τὴν πόλιν, ἀνεγνωρίσθη ὑφ’ ἑνὸς βιομηχάνου φίλου του, ὅστις ἦτο μέλος μυστικῆς τινος ἑταιρίας δικηγορικῶν πρακτόρων.

Ὁ Τόσκας παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν δικηγόρον, πρὸς ὃν εἶχε τὴν συστατικήν. Ἀλλ’ ὁ βιομήχανος τῷ ἐξήγησε ῥητορικώτατα καὶ δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων, ὅτι διὰ τῆς συναντήσεώς του ἐσώθη, ὡς ἐκ θαύματος, διότι αὐτὸς γνωρίζει δικηγόρον, ὅστις τὰ ἔχει καλὰ μὲ τὸν Εἰσαγγελέα, Ἀνακριτήν, Πρόεδρον καὶ Δικαστάς, ἀναλαμβάνει δὲ τὴν ὑπόθεσιν μὲ πεντήκοντα μόνον φράγκα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Τόσκας ἐπέμεινε νὰ ἴδῃ τὸν συστηθέντα δικηγόρον, ὁ φίλος του λαμβάνει τὴν ἐπιστολὴν καὶ τὸν ὁδηγεῖ εἰς ἐκεῖνον δῆθεν, πράγματι ὅμως εἰς ἄλλον, τὸν φίλον του. Ὁ πράκτωρ προσφωνεῖ τὸν δικηγόρον, ὃν ὁ Τόσκας δὲν ἐγνώριζεν ἐξ ὄψεως, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ συστηθέντος, ὁ δικηγόρος τοὺς ὑποδέχεται φιλοφρόνως, ἀναγινώσκει τὴν συστατικήν, ἀκούει σύννους τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀνοίγει τὸν μεγάλον νόμον (ἓν λεξικὸν τοῦ Γαζῆ), συνοφρυοῦται, σκέπτεται, συχνοκινεῖ τὴν κεφαλὴν ἐν ἀμηχανίᾳ καὶ λέγει μετὰ μελαγχολικωτάτης σοβαρότητος.

— Πάρα πολὺ σπουδαία εἷνε αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Δέκα χρόνια φυλακὴ σὲ περιμένει, καϋμένε γέρο!

Ὁ Τόσκας ὠχρία καὶ ἐρρίγει. Ὁ δικηγόρος ἐξηκολούθησε·

— Καὶ νὰ ἰδοῦμε, πῶς θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν. Θὰ φροντίσω, θὰ τρέξω, θὰ φωνάξω, θὰ χαλάσω κόσμον! Θὰ πέσω εἰς τὰ πόδια τοῦ Εἰσαγγελέως, θὰ σχίσω τὰ ῥοῦχά μου εἰς τὸν Πρόεδρον… Ὤ, πολὺ σοβαρὰ πράγματα σοῦ ἐσκάρωσαν οἱ σταυρωτῆδες!…

— Μὰ ἐγώ, παιδί μου, δὲν ἔκανα τίποτα, δὲν φταίω. Εἷνε ψεύματα αὐτά, ποῦ μοῦ ῥίχνουν στὴ ῥάχι! Ἐγὼ ἔχω δίκαιον λέγει περιδεὴς ὁ Τόσκας.

— Καὶ τί σὲ ὠφελεῖ, χριστιανέ μου, νὰ ἔχῃς δίκαιον; Τὸ ζήτημα εἷνε νὰ τὸ εὕρῃς! ἀποκρίνεται ὁ δικηγόρος.

— Ἀπ’ τὸ Θεὸ καὶ στὰ χέρια σας, κύριε δικηγόρε! διακόπτει συγκεκινημένος ὁ μυστικὸς πράκτωρ. Νὰ τὸν σώσητε τὸν κακόμοιρον. Εἶνε φίλος μου παλαιός. Δὲν φταίει ὁ ἄνθρωπος. Θὰ πληρωθῆτε τοὺς κόπους σας καλά.

— Ὅσον γι’ αὐτό, βέβαια! ὑπέλαβεν ὁ δικηγόρος. Ἆ!… πρέπει νὰ κάμουμε κ’ ἐμεῖς μήνυσιν.

— Καὶ πολιτικὴν ἀγωγήν! προσθέτει ὁ πράκτωρ. Νὰ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν πέντε χιλιάδων δραχμῶν τοὐλάχιστον· νὰ τοὺς σπάσωμεν τὰ κόκκαλα!

— Καὶ δέκα! εἶπεν ὁ δικηγόρος, ὑπερθεματίζων.

Ὁ Τόσκας ἤρξατο ἀναλαμβάνων θάρρος καὶ ζωήν.

Ὁ δικηγόρος τότε, ἀπαριθμήσας τὰς πολλὰς καὶ σοβαρὰς ἐργασίας, ἃς ἤθελε κάμει, ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ δι’ αὐτὰς δραχμὰς ἑκατὸν εἴκοσι.

— Σὰν πάρα πολλά! εἶπεν ὁ Τόσκας, στενάζων, κ’ ἐγὼ δὲν ἔχω μαζῆ μου παρὰ μόνον 40 δραχμάς.

— Ὁ φίλος θέλει καὶ τὸν λύκον χορτάτον καὶ τὴν προβατίναν ἀκέρῃα! ἐψιθύρισε μειδιῶν ὁ δικηγόρος πρὸς τὸν πράκτορα. Δωρεὰν θέλει νὰ γλυτώσῃ δέκα χρόνια φυλακὴν καὶ νὰ πάρῃ δέκα χιλιάδας δραχμάς.

— Νὰ παραβλέψητε κἄτι! τῷ ἀπεκρίθη ὁ πράκτωρ μετ’ ἤθους ἱκετευτικοῦ. Θὰ τὸν ἔχετε καὶ τακτικὸν πελάτην καὶ θὰ σᾶς φέρῃ πολλὰς ὑποθέσεις. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πρὸς χάριν μου νὰ δεχθῆτε ἑκατὸν δραχμάς μόνον.

— Χμ! Χμ! Σκύβαλα τὴν ἐκάμαμε τὴν δικηγορίαν! ἐτονθόρυσεν ὁ δικηγόρος, ἀνυψῶν τὰς ὀφρῦς ἀθύμως.

— Ὅσῳ δὲ γιὰ χρήματα, ἔχω ἐγὼ γιὰ σένα! προσέθηκεν ὁ πράκτωρ στραφεὶς πρὸς τὸν Τόσκαν.

Ἑκὼν ἄκων παρεσύρθη ὁ Τόσκας καὶ συνεφώνησαν. Μετέβη μετὰ τοῦ πράκτορος εἰς συμβολαιογραφεῖον καὶ συνέταξαν συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμολόγει, ὅτι ἐδανείσθη δραχμὰς ἑκατόν, μετὰ τόκου δραχμῶν δεκαπέντα κατὰ μῆνα, ἀντὶ νὰ γραφῇ κατ’ ἔτος ὡς ἐξηγήθησαν. Τὸ μικρὸν αὐτὸ λᾶθος ἦτο τοῦ συμβολαιογράφου, ὅστις, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἐνοχληθεὶς ὑπὸ ἰσχυρὸν βῆχα καθ’ ἣν στιγμὴν ἀναγινώσκων τὸ συμβόλαιον πρὸς ὑπογραφὴν ἔφθασεν εἰς τὴν περικοπὴν αὐτήν, δὲν ἠκούσθη εὐκρινῶς οὔτε ὑπὸ τοῦ Τόσκα οὔτε ὑπὸ τῶν μαρτύρων. Ἐπανῆλθον εἶτα εἰς τὸν δικηγόρον, ὅστις ἔλαβε σημειώσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως.

— Τὴν μήνυσιν, γρήγορα τὴν μήνυσιν! τῷ εἶπεν ὁ πράκτωρ.

— Πλημμέλημα νὰ τὴν κάμωμεν ἢ κακούργημα;

— Κακούργημα καὶ γιὰ διὰ βίου δεσμὰ καὶ γιὰ καρμανιόλαν ἀκόμη! ἀπεκρίθη ἐν ἐξάψει ὁ πράκτωρ.

— Ἆ, ἆ, ἆ!.. εἶπεν ὁ δικηγόρος, ἐν ᾧ ὁ Τόσκας παρετήρει ἠλιθίως, μὴ δυνάμενος νὰ συναρμολογήσῃ καὶ κατανοήσῃ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἤκουεν.

Ὁ δικηγόρος ἔλαβε κιτρίνην, χρυσὴν κατὰ τὸν πράκτορα, γραφίδα καὶ συνέταξε τὴν μήνυσιν, ἐπιφυλαχθεὶς νὰ ἐγείρῃ ἐν καιρῷ καὶ πολιτικὴν ἀγωγήν! Εἶπε δὲ τῷ πελάτῃ του νὰ ἐπανέλθῃ τὴν δείλην διὰ νὰ μεταβῶσι μαζῆ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν πρὸς ἐγχείρισιν.

Τότε ὁ εὔσπλαγχνος πράκτωρ ἐσκέφθη καλὸν νὰ γίνῃ καὶ μία ἀναφορὰ εἰς τὸν νομάρχην, ἣν, ὡς πρόσθετον ἐργασίαν, συγκατετέθη ὁ δικηγόρος νὰ συντάξῃ ἐφ’ ὑποσχέσει ἑνὸς λαγωοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔσχεν οἰκτροτέραν τύχην, διότι ὁ Τόσκας, τετράκις μεταβὰς εἰς τὴν νομαρχίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ τὸν νομάρχην· τὴν δὲ τετάρτην φορὰν τὸν παρουσίασαν εἰς ὑπάλληλον τῆς νομαρχίας, ὡς εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις, ἀκροώμενος καὶ διαβεβαιῶν, ὅτι θὰ τὸν ἱκανοποιήσῃ, ἀπησχόλησεν αὐτὸν τόσον, ὅσον ἤρκει εἰς δύο ἄλλους γραφεῖς νὰ κολλήσωσιν ἐπὶ τῆς κάπας του εἴκοσι περίπου κεφαλὰς τσίρων. Ὁ Τόσκας ἐξῆλθεν ἀνύποπτος εἰς τὴν ὁδόν, οἱ δὲ ἀγυιόπαιδες τὸν ἐξέλαβον ὡς τρελλόν, καὶ τὸν παρηκολούθησαν ἀλλαλάζοντες, ἕως οὗ, δικαίως ἀγανακτήσας, ἤγειρε τὴν ῥάβδον ἀπειλῶν νὰ κτυπήσῃ, ὅτε ὅμως συνελήφθη ὑφ’ ἐνὸς ἀστυνομικοῦ κλητῆρος καὶ ἐκλείσθη εἰς τὸ κρατητήριον, ὅπου μετὰ τρίωρον περίπου μαρτυρολόγιον, δυνάμενον νὰ ἀνοίξῃ μίαν θέσιν εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἄλλην μίαν εἰς τὸ ἑορτολόγιον τοῦ Καζαμία, ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν μὲ ἀρκετὰ ἀνεξαλείπτους ἐντυπώσεις ἐπὶ τῆς μνήμης καὶ τῶν πλευρῶν του.

Τὴν δείλην μετέβη μετὰ τοῦ δικηγόρου εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας. Ὁ δικηγόρος τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν προθάλαμον διὰ νὰ ὁμιλήσῃ μόνος τῷ εἰσαγγελεῖ, παρ’ οὗ ὅμως ἐζήτησε πληροφορίας δι’ ἄλλην ὑπόθεσίν του, ἐξελθὼν δὲ ἐβεβαίωσε τὸν πελάτην του, ὅτι ἡ δουλειὰ θὰ ἐνεργηθῇ δραστηρίως καὶ ὁδηγήσας αὐτὸν εἰς τὴν θύραν τοῦ γραφείου τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων διὰ νὰ ἐγχειρίσῃ τὴν μήνυσιν ἀπῆλθεν. Ὁ Τόσκας εἰσῆλθεν, ἐχρειάσθη δὲ μία ὁλόκληρος ὥρα, ἕως οὗ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἀναγνώσῃ τὴν ἐφημερίδα καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ παραλάβῃ τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐξησφάλισεν εἰς τὸν ὑπὸ τὴν τράπεζαν κάλαθον.

Ὑπελείπετο ὁ ἀνακριτὴς, δι’ ὃν ἀνησύχει πολὺ ὁ γέρων Τόσκας. Παρῆλθεν ὅμως ἑβδομὰς ὁλόκληρος, καθ’ ἣν ἔπασχε καὶ ἐμαστίζετο πολυειδῶς ἐν μέσῳ τῆς ἀνεπτυγμένης κοινωνίας, ἕως οὗ κατορθώσῃ νὰ ἴδῃ τὸν κ. ἀνακριτήν. Μετέβη ἀμέσως εἰς τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον, ἀλλ’ ἔμαθεν ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐργάζεται κατ’ οἶκον. Ἔτρεξεν ἐκεῖ τὴν ἐπιοῦσαν, ἀλλὰ τῷ εἶπον, ὅτι κοιμᾶται. Ἐπανῆλθεν, ἀλλὰ δὲν ἦτον ἐκεῖ. Ἐπιστρέφει τὴν μεσημβρίαν, ἀλλ’ ἔτρωγεν. Πηγαίνει τὴν δείλην, ἀλλ’ ὁ κ. ἀνακριτὴς εἶχεν ἐξέλθει εἰς περίπατον. Ἐπανέρχεται τὴν ἐπαύριον, ἀλλὰ δὲν εἶχε καιρὸν ὁ κ. ἀνακριτής. Ἦτο πολὺ ἁβροδίαιτος ὁ κ. ἀνακριτής, νέος δέ, ὀνειροπόλος καὶ ἄνευ οἰκογενείας, ὥστε δὲν ἦτον εὔκολον νὰ εὕρῃ καιρὸν ἕνας γέρων Τόσκας νὰ τὸν ἀπασχολήσῃ. Ἐπὶ τέλους, ἀπαυδήσας ἀπεφάσισεν ἡμέραν τινα νὰ μεταβῆ εἰς τὴν οἰκίαν του ἀπὸ τῆς μεσημβρίας καὶ τὸν ἀναμένῃ, ἕως οὗ ἐξυπνήσῃ, διότι ἦτον ἀδύνατον νὰ θυσιάσῃ τὸν μεσημβρινὸν ὕπνον του ὁ κύριος ἀνακριτὴς δι’ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν. Ἐκάθησε λοιπὸν εἰς τὸ μαγειρεῖον μετὰ τοῦ ὑπηρέτου, ὅστις, ἕως οὗ λάβῃ τὸν κόπον καὶ ἐξυπνήσῃ ὁ κ. ἀνακριτὴς, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸν Τόσκαν τὸ πλύσιμον τῶν πιάτων, τὸ σάρωμα τῆς κουζίνας καὶ ὅ,τι ἄλλο πρόχειρον ἔργον…

Ἐσήμανεν ἡ 4 μ. μ. ὥρα καὶ βαθεῖα ἀκόμη σιγὴ ἐπεκράτει εἰς τὸν θάλαμον τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ. Μετ’ ὀλίγον δὲ ἠκούσθησαν γλυκεῖς τόνοι κιθάρας, καὶ ᾀσμάτιον, ὅπερ ἦτο τῷ καιρῷ ἐκείνῳ τοῦ συρμοῦ.

Νὰ μὴ πιστεύῃς ἔρωτα,
Π’ ὁρκίζονται ἡ παρθένοι·
Ἡ θλίψις μόνον μένει
Καὶ ὄνειρα πικρά.
Τρέλλα, ἡ καρδιὰ νὰ χάνεται
Γι’ αὐτὰ τὰ μαῦρα μάτια,
Νὰ γίνεται κομμάτια
Γιὰ μάτια γαλανά!

Ἦτον ὁ ἀνακριτὴς, ὅστις μετὰ τὸν ὕπνον του ἐρρέμβαζεν εἰς τὰς νεανικὰς καὶ τρυφερᾶς ἀναμνήσεις του, ἀναγνοὺς σελίδας τινας τοῦ ὑπὸ τὰς φιλύρας μυθιστορήματος τοῦ Ἀλφόνσου Κὰρρ καὶ εἶτα κιθαρῳδῶν. Ἔπαυσεν ἐν τούτοις τὸ ᾆσμα, ἀφῆκε τὴν κιθάραν, ἐδυσφόρει, ἐστέναζε καὶ ἐμονολόγει περιπαθῶς πρὸς τὴν ἀποῦσαν Βεατρίκην του καὶ κατηρᾶτο τὸν ἐπαρχιακὸν βίον, ὅστις οὔτε συγκινήσεις ἔχει, οὔτε σκάνδαλα μυθιστορικά, οὔτε ὑψηλοτέρας πνευματικὰς ἀπολαύσεις, οὔτε βωμοὺς διεθνοῦς ἔρωτος, οὔτε.....

Ὁ Τόσκας, ἀκούσας τὴν κιθάραν καὶ τὸ ᾆσμα καὶ μαθὼν παρὰ τοῦ ὑπηρέτου, ὅτι ὁ ᾄδων εἷνε ὁ ἀφυπνισθεὶς ἀνακριτὴς, παρεκάλεσε τὸν ὑπηρέτην νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν αἴθουσαν διὰ ν’ ἀνακριθῇ. Ὁ ὑπηρέτης ἀντέστη, φρίττων ἐπὶ τῇ θρασύτητι τοῦ χωρικοῦ, οὗτος ὅμως ἐπέμενε καὶ, θέλοντος τοῦ ὑπηρέτου νὰ τὸν ἐκδιώξῃ τῆς οἰκίας, συνήφθη μεταξύ των ἔρις καὶ θόρυβος πολύς. Ὁ σάλος ἀφύπνισε τὸν ἀνακριτὴν, ὅστις ἔκρουσε τὸν κώδωνα. Ὁ ὑπηρέτης ἐνεφανίσθη παραχρῆμα εἰς τὴν θύραν τοῦ θαλάμου.

— Τί τρέχει ἔξω ζῶον; Τί θόρυβος εἷνε αὐτός; ἠρώτησεν ὀργίλως ὁ ἀνακριτής.

— Ἐκεῖνος, ὁ μαγκούφης ὁ χωρικὸς, κύριε, ποῦ ἔρχεται κάθε ’μέρα νὰ τὸν ἀνακρίνετε, αὐτὸς κάμνει ὅλην τὴν ἀνησυχίαν, θέλει νὰ ἔλθῃ μέσα καὶ δὲν τὸν ἀφίνω.

— Ἔλα, σκάσε, τόρα, βλάκα, μὲ τὴν φλυαρίαν σου! Πότε ἦλθεν;

— Ἔχει ἀπὸ τὸ μεσημέρι ἐδῶ καὶ σᾶς περιμένει.

— Καλά. Ὁδήγησέ τον εἰς τὴν σάλαν καὶ πήγαινε γρήγορα νὰ φωνάξῃς τὸν ὑπάλληλόν μου.

Ὁ ὑπηρέτης εἰσήγαγε τὸν Τόσκαν εἰς τὴν σάλαν καὶ ἀπῆλθεν. Μετὰ δέκα λεπτὰ ἐπεφάνη ὁ ἀνακριτὴς, ὠχρὸς, σοβαρὸς, βίαιος καὶ, ὡς ἀρχαῖος ἀρειοπαγίτης, στεγανός. Μετά τινας ἀρρύθμους βηματισμοὺς στρέφει πρὸς τὸν ὄρθιον ἔν τινι ἄκρᾳ τῆς αἰθούσης καὶ συνεσταλμένον Τόσκαν, λέγων..

— Ἐπὶ τέλους δὲν ἐννοεῖτε νὰ γίνετε ἄνθρωποι, διαβόλου τέρατα! Δὲν ἔχει ἡσυχίαν ἡ κοινωνία ἀπὸ τὰ κακουργήματά σας! Ἐγέμισαν αἱ φυλακαὶ ἀπὸ σᾶς, φονιάδες! Οὔτε νὰ φᾶμε, οὔτε νὰ κοιμηθοῦμε μιὰ ὥρα δὲν μᾶς μένει καιρός, θηρία ἀνήμερα!…

Καὶ μετά τινα σιγὴν,

— Τί σοῦ ἔκαμε, βρὲ γερόλυκα, τὸ ἀθῶο παιδί, ποῦ τὸ ἔσφαξες σὰν ἀρνί;

Ὁ Τόσκας ἔμεινεν ἐμβρόντητος, καὶ ἀνοίξας ἔκπληκτα ὄμματα ἐψέλλισε μετὰ δέους:

— Μὰ ἐγώ, κύριε ἀνακριτή…

— Σούτ! τέρας! γιατί στὴ στιγμὴ σὲ στέλλω μέσα δεμένον ὀπισθάγκωνα!

Ὁ ὑπάλληλος τοῦ ἀνακριτοῦ εἰσῆλθεν ἐν πάσῃ αὐστηρότητι εἰς τὴν αἴθουσαν. Ὁ ἀνακριτής, ὅστις οὔτε εἴξευρεν, οὔτε νὰ μάθῃ περὶ τίνος προέκειτο εἶχε καιρόν, ἐπεφόρτισε τὸν ὑπάλληλόν του ν’ ἀνακρίνῃ τὸν Τόσκαν, αὐτὸς δέ, ὡς ἀδιαθετῶν, ἀπῆλθεν εἰς τὸν θάλαμόν του. Ὁ ὑπάλληλος εἶχεν ἑνώσει ἀμφοτέρας τὰς δικογραφίας, ὡς συναφεῖς καὶ ἐνήργησε τὴν ἀνάκρισιν, ὑπέγραψε δὲ ὕστερον τὰς ἐκθέσεις ὁ ἀνακριτὴς κατὰ τὸ σύνηθες καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ τὰς παρατηρήσῃ.

VI

Δὲν ἐγνώσθη ὁποίας περιπετείας διῆλθεν ἡ ἀνάκρισις κατὰ τὸ στάδιον αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ Τόσκας ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐκ τοῦ χωρίου του εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ ἐννέα ταξείδια, πλήρη ῥωμαντικότητος, δαπανῶν, συναντήσεων ἀπροόπτων, μυθιστορικῶν ἐπεισοδείων, ποῦ δὲ καί που καὶ γρονθοκοπημάτων.

Θέλων ν’ ἀποφύγῃ τοὺς μόχθους τῆς πεζοπορίας, ἐπαισθητοὺς εἰς τὴν ἡλικίαν του, καὶ τὰς πιέσεις τῶν ἁμαξηλατῶν, ἐπροτίμησεν ἀντ’ αὐτῶν τὸν ὄνον του. Ἀλλ’ ὁ πανδοχεύς, εἰς ὃν τὸν ἐνεπιστεύθη, ἠθέλησε νὰ τὸν διδάξῃ τὸ μάθημα τοῦ ἵππου τοῦ σχολαστικοῦ, κλέπτων τὸ ἄχυρον. Εἰς τὸ τέταρτον ταξείδιον ὁ Τόσκας ἠθέλησε ν’ ἀναπαυθῇ ὑπὸ τὴν σκιὰν δένδρου παρά τινι πηγῇ, ἀλλ’ ὁ ὄνος του ἀποπλανηθεὶς καὶ περιπλακεὶς εἰς θάμνους, κατεκρημνίσθη εἰς βαθύτατον καὶ κρημνῶδες ῥεῦμα, διότι αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ ἦσαν στεναὶ καὶ κρημνώδεις ἀτραποί, χρήσιμοι δι’ αἶγας καὶ ἀλώπεκας. Εἰς τὸ πέμπτον ταξείδιον παρ’ ὀλίγον νὰ γίνῃ, ὡς ὁ Ἀκταίων, βορὰ ποιμενικῶν κοινῶν. Εἰς τὸ ἕκτον ἐνέπεσεν εἰς ὄνυχας στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος καταδιώκοντος φυγοδίκους, καὶ μόλις ἐλυτρώθη ἀντὶ ζεύγους ὀρνίθων, ὅπερ μεθ’ ἑαυτοῦ ἔφερεν. Οὕτως ἕκαστον ταξείδιον ἦτο καὶ μία χαριεστάτη Ὀδύσσεια περιπετειῶν καὶ ἀπροσδοκήτων.

Ἐξεδόθη τέλος τὸ βούλευμα τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, ὅπερ ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν τοῦ Εἰσπράκτορος καὶ τῶν χωροφυλάκων, παρέπεμψε δὲ τὸν Τόσκαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν δημοσίων ὀργάνων διὰ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας των! Τὸ βούλευμα ἔμεινεν ὁριστικὸν, διότι ὁ Τόσκας ἠγνόει, ὅτι καὶ μὄλα ταῦτα, ὁ νόμος τοῦ ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς… ἀνακοπῆς!

Κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν δικάσιμον μετέβη ὁ Τόσκας εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου. Εἶδε τὸν δικηγόρον του, ὅστις τῷ ἐξήγησε τὴν ἔκβασιν τῆς ἀνακρίσεως, ὡς ἀποτέλεσμα ἐπεμβάσεως σπουδαίων προσώπων καὶ τῆς πολιτικῆς, ἐνοχοποιήσας μάλιστα καὶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης! Ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν τῷ εἶπεν ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθῃ, διότι εἷνε σπάνιον κατόρθωμα νὰ κοινοποιήσῃ τις δικόγραφον εἰς στρατιωτικοὺς, καθόσον ἀπηύδησεν ὁ κλητὴρ ν’ ἀναβοκαταβαίνῃ εἰς τὸ Φρουραρχεῖον διὰ νὰ εὕρῃ τὸν φρούραρχον εὔκαιρον νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἐπιδοτήριον, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἀπωλέσθη τὸ δικόγραφον τῆς ἀγωγῆς. Τὸν παρηγόρησεν ὅμως καὶ τῷ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ τὸν ἀθωώσῃ.

Ἡ δίκη ἔγινε συνοπτικώτατα κατὰ τὸ σοφὸν λόγιον: Τὸ γοργὸν καὶ χάριν ἔχει! Πρόχειροι μάρτυρες τῆς κατηγορίας ἦσαν οἱ χωροφύλακες καί τινες ζωοκλέπται, εἰς λίαν τρυφερὰς μετ’ ἐκείνων σχέσεις διατελοῦντες. Ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας ἐξηκριβώθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ὁ Τόσκας ἐξύβρισε τοὺς χωροφύλακας καὶ ἐπετέθη ἐνόπλως κατ’ αὐτῶν, ἐνασκούντων ἡσύχως τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου καθήκοντά των, καὶ ὅτι ἐν καταστάσει μέθης διατελῶν, ὠλίσθησε καὶ ἔπεσεν εἰς πετρῶδες τι μέρος καὶ ἐμωλωπίσθη. Μάρτυρας ὑπερασπίσεως αὐτόπτας δὲν εἶχεν ὁ Τόσκας. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ δύο ξηρῶν, ὡς ὁ λάρυξ του, λέξεων ἐζήτησε τὴν ἐνοχήν του. Ἐν ᾧ δὲ ὁ δικηγόρος του μόλις ἤρχισε τὴν ὑπεράσπισιν, οἱ καπελάδες — ὡς λέγουν οἱ χωρικοὶ τοὺς δικαστὰς — διεσκέπτοντο ἐπὶ τῶν ἑδρῶν των διὰ νευμάτων καὶ ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλε τὴν ἀπόφασιν, ἐν ᾧ ὁ συνήγορος δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη τὸ προοίμιον, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Τόσκας κατεδικάζετο εἰς πενθήμερον φυλάκισιν, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης κτλ. Ὁ Τόσκας ἔκαμε τὸν σταυρόν του μίαν ἔτι φορὰν καὶ ἀφέθη εἰς τὰς χεῖρας τῶν χωροφυλάκων. Ὁ ἐπιστάτης τῆς φυλακῆς ἐξ εὐσπλαγχνίας κινούμενος ὑπεσχέθη εἰς τὸν Τόσκαν νὰ φροντίσῃ διὰ τοῦ γραμματέως καὶ τοῦ ξεκαθαρίσῃ ὀλίγα τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἤρκει μόνον νὰ παραγγείλῃ νὰ τοῦ στείλουν ἓν ἐρίφιον ἀπὸ τὸ χωρίον του. Ὁ ἀγαθὸς Τόσκας δὲν ἐγνώριζε τὸ περίφημον ἐκεῖνο του Ἐδ Λαβουλαίη, ὅτι διὰ νὰ διεξαγάγῃ τις δίκην, ἀπαιτοῦνται δικαίᾳ ὑπόθεσις, καλὸς δικηγόρος, καλὴ συμβουλή, καλαὶ ἀποδείξεις, καλὸς δικαστὴς καὶ εὔνους τύχη, ἓξ πράγματα συντρέχοντα, ἐξ ὧν ὅμως αὐτὸς μόλις εἶχεν ἓν καὶ μόνον, τὸ πρῶτον.

Ὅτε ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν ὁ πολυπαθὴς χωρικὸς ἀπελπισθεὶς ἐκ τῆς κοινωνίας, μεθ’ ἧς ἐπέπρωτο νὰ ἔλθῃ εἰς συνάφειαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ᾐσθάνθη εἰς ἄκρον βεβαρυμένην τὴν ψυχήν του καὶ, ἐπειδὴ ἦτο καλὸς χριστιανὸς ἐσκέφθη νὰ ἴδῃ τὸν ἀρχιερέα, ὃν εἶχε γνωρίσει καὶ φιλοξενήσει ποτὲ εἰς τὸ χωρίον του, διὰ ν’ ἀντλήσῃ τὴν ἐκ τῆς θρησκείας ἀνακούφισιν καὶ παραμυθίαν. Ἀλλ’ ὁ σεβασμιώτατος ἔλειπεν εἰς περιοδείαν, διάκονός τις δὲ, μένων ἐν τῇ ἀρχιεπισκοπῇ, τὸν ὑπεδέχθη μετὰ προσηνείας καὶ παρέπεισεν ὁ εὐλογημένος τὸν εὐλογημένον νὰ προκαλέσῃ δῆθεν τὴν ἔκδοσιν ἀρχιερατικοῦ ἐπιτιμίου καθ’ ὅλων, οἵτινες τὸν ἔκλεψαν καὶ τὸν ἠδίκησαν, ἀντὶ δραχμῶν εἴκοσι μόνον, ἃς ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ἐπιεικῶς καὶ πρὸς χάριν του ἐξαιρετικῶς, ἐνῷ ἄλλοι χριστιανοὶ πληρώνουν καὶ 40 καὶ 60 εἰς τοιαύτας περιστάσεις.

VII

Ὁ γέρων Τόσκας οὕτω, μυριοτρόπως καὶ πανταχόθεν ἀδικηθεὶς, λῃστευθεὶς καὶ ἀπογοητευθεὶς, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ χωρίον του μὴ θέλων οὔτε νὰ σκεφθῇ πλέον περὶ διοικήσεως, δικαιοσύνης καὶ κοινωνίας ἐν γένει. Ὅτε δὲ οἱ πρόκριτοι τοῦ χωρίου τὸν ἠρώτησαν, πῶς ἀπέβη ἡ ὑπόθεσίς του εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ δικαστήρια, ἀπεκρίθη μελαγχολικώτατα «μούντζα Μέγαρα, στρούντζα Πηγιάδα!,» παρῳδῶν τὴν γνωστὴν δημώδη παροιμίαν περὶ τῆς ἄλλοτε ἀθλιότητος τῶν Μεγάρων καὶ τῆς Ἐπιδαύρου.

Οὐδέποτε πλέον ἔκτοτε ἀφῆκε τὴν ἑστίαν του. Εἰς πρώτην συνάντησιν τοῦ διαβοήτου εἰσπράκτορος, ἐπλήρωσεν αὐτῷ ἀμέσως τὸν φόρον τοῦ ὄνου του, δωρήσας καὶ ἓν ἐρίφιον ἐκ φόβου παγεροῦ μὴ ἐπαναληφθῶσι νέα ἔκδοσις τῆς πολυπλάγκτου Ὀδυσσείας του. Ἐσέβετο ἀπεριορίστως τὸν ἐφημέριόν του, ὅστις τῷ εἶχε δώσει τὴν χρυσῆν συμβουλὴν τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ πικρότατα μετεμέλετο, ὅτι παρήκουσεν. Οὐδέποτε πλέον κατέφυγεν εἰς δικαστήριον, δίδων καὶ τὸ ἱμάτιον εἰς τὸν ζητοῦντα τὸν χιτῶνά του. Ὅτε δὲ ἀνελογίζετο, ὅτι διὰ φόρον λεπτῶν ὀγδοήκοντα, καὶ τοῦτον παράνομον, ὑπέστη δεινὰ καὶ ζημίας ἀπεριγράπτους, ὅτι οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔκρουσε θύραν διὰ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, εὗρε πανταχοῦ ἐχθροὺς, ἀπαταιῶνας καὶ ἅρπαγας καὶ ὅτι οἱ νόμοι ἦσαν, ὡς ἔλεγεν ὁ Μούαρ τοῦ Σίλλερ, μορμολύκεια, φοβίζοντα τοὺς ἀνοήτους μόνον, ἡ δὲ ἐλευθερία πικρὰ εἰρωνεία διὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, καὶ πτηνὸν, σπάνιον ἐν τῇ γῇ, ὡς μέλας κύκνος, θανάσιμον μῖσος καθ’ ὅλης τῆς κοινωνίας ἐπλήρου τὴν ἀγαθήν του καρδίαν. Ἐφθόνει μόνον τὰς πέρδικας καὶ τοὺς θάμνους τῶν βουνῶν, ὧν ἡ ζωὴ ἦτο ἐλευθερία, κελάδημα καὶ δρόσος.

Καὶ ὀλίγιστα κατόπιν ἔζησεν ἔτη ὁ γέρων Τόσκας ἐν γαλήνῃ. Κατορθώσας νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν μόνην θυγατέρα του, ἐκήδευσεν ὕστερον τὴν σύντροφον τοῦ βίου του, καὶ ὀλίγον βραδύτερον κατά τινα δροσερὰν δείλην εὑρέθη νεκρὸς, εἰς τὸ δάσος παρά τινι πηγῇ, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ὁποίας ἐφύοντο μικραὶ τρυφεραὶ πλάτανοι καὶ μυρσῖναι, ἐν ᾧ παρὰ τὴν ἀκτινοβολοῦσαν ἐξ ἀγαθότητος κεφαλὴν αὐτοῦ ἐκελάδουν ᾆσμα λιγυρὸν καὶ συμπαθὲς ὁ ἄφροντις κόσσυφος καὶ ὁ εὔχαρις κορυδαλός.

(Ἄργος, Ἰούλιος 1887.)

Δημητριοσ Κ. Βαρδουνιωτησ.