Η φλογέρα του Βασιλιά: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: διορθώσεις
(→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: συνέχεια των διορθώσεων)
(→‎ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: διορθώσεις)
μαγεύτρα του άντρα, η φρόνιμη, σοφή, σκληρή Αθηναία,
και φόνισσα του σπλάχνου της και μάνα του λαού της,
ξέβρασμα., σκιάχτρο του νησιού, φτωχή, παρατημένη,
μήτε που κλαίει τη μοίρα της. Η απελπισιά της πέτρα.
Σέρνεται στην ακρογιαλιά, κικ' είναι σαν ξέρα, και είναείναι
σα μαύρη λάμια του γιαλού. Μακριά, μακριά, καράβια !
Κύματα, συνεπάρτε την, με τα συντρίμμια, τρίμμα.
 
Μα ποιος θα σε διαλογιστή και ποιος θα σε μαντέψειμαντέψη, ( 150)
εσένα, αυτοκρατόρισσα με τα ισόθεα νιάτα,
που ξέχωρη κι αταίριαστη και μια, μεθάς τη σκέψη,
και κάνεις πέρασμα αστρικού [(όντος)]της ερημιάς τη στράτα ;
Ποιος με το κερομάστιχο θα πάειπάη να θεμελιώσειθεμελιώση
τη ζωγραφιά σου αντάξια, ποια φλογέρα θα γιομίσειγιομίση
με το τραγούδι σου, χωρίς να συντριφτή απο κείνο ;
Ποιος θα μπορέσειμπορέση αθάμπωτος το υπέρλευκο το κρίνο
να μυριστή, και πίνοντας τη δυνατή ευωδιά του,
τον ύπνο και το θάνατο μαζί να πιείπιη, σαν κάτι
πολύ γλυκό και αχόρταγα πιθυμητό εδώ κάτου ; 160
Και να την, η Σπαρτιάτισσα. Δεν ξέρω αν είναι η Σπάρτη
το χώμα που τη φύτρωσε, για η Σπάρτη αν είναι η γνώμη
που πήρε και την έζησε. Μα ξέρω πως τη λούσαν
τα ίδια νερά που λούσανε και την αρχαίαν Ελένη
μεσ' στα φιλιά των καλαμιώνκαικαλαμιών και στους καημούς των κύκνων.
Δεν ξέρω αν την πρωτόρριξε σ' άθλιασάθλια ταβέρνα η γέννα,
το φως αν είδε σε χρυσό της αρχοντιάς κουβούκλι.
Μα ξέρω πως οι αγέννητες κ' οι φοβερές Μητέρες
που ζούνε απόξω απ' τον καιρό κι από τον τόπο απόξω,
κρατώντας μεσ' στην άβυσσο της αγκαλιάς τους όλα 170
τα πλάσματα που εινείν' άξια να ζουν, και δεν πεθαίνουν,
και που τα παίρνουν απ' αυτές και μας τα ξαναφέρνουν
του κόσμου ονείρατα άπιαστα πανώρια κάποιοι μάγοι,
μα ξέρω πως οι αμίλητες κ' οι αλόγιαστες Μητέρες
της δώσανεδόσανε να χαίρεται τη χάρη της Ελένης.
 
Να την η Αυγούστα Θεοφανώ ! Πούλια και Φούρια. Κοίτα.
Βέργα κρατά, λιγνόβεργα, και στην κορφή της βέργας
ασάλευτος ο τρίφυλλος λωτός, μαλαματένιος.
Και εινείν' ο λωτός που δεν τον τρως, το στριγλοβότανο είναι
που με το θώρι σε χαλά, με τ' άγγισματάγγισμα σε λιώνει, 180
κι όποιος κι αν είσαι, ασκητευτής ή χαροκόπος, ό,τι,
τα ξεχνάς όλα· τη ζωή, τη δύναμη, τη νιότη,
κι αν είσαι τίμιος, την τιμή, το θρόνο, αν είσαι Ρήγαςρήγας,<ref>Στην πρώτη έκδοση, σε αυτό το σημείο υπάρχει άνω τελεία αντί για κόμμα.</ref>
θησαυριστής, και γίνεσαι ζητιάνος κ' ερμοσπίτης,
παιδί για την αγάπη της, φονιάς για το φιλί της.
Και με τη βέργα<ref>''βέργα'': το σκήπτρο.</ref> κυβερνά, και δένει πολεμάρχους,
τους λογισμούς και τις καρδιές, τις χώρες και τους κόσμους,
αυτοκρατόρους Ρωμανούς, Φωκάδες, Τσιμισκήδες,
κι όσα για να κυβερνηθούν κι όσα για να δεθούνε
στου πέλαου τα πλεούμενα και στου ντουνιά τα κάστρα 190
ταράζουν τα γυμνά σπαθιά και τ' άξιατάξια παλληκάρια
και την ογρή φωτιά που καίει, δε σβήνεισβύνει και ρημάζει.
Κι όπως δε σβήνσβύν' η ογρή φωτιά μηδέ στο πέλαο μέσα,
και καταλύτρα και στη γη και στο νερό εκδικήτρα,
να την η Αυγούστα Θεοφανώ, παντού και πάντα αφέντρα,
λάμπουν, και τις βυζαίνουνε και τρεμοκοκκαλιάζουν
το χαύνο βασιλόπουλο το γυναικοδοσμένο
κι ο νικητής ο ασύντριφτος των αμηράδων, όμοια· 200
και λάμπει, βίγλα αγγελική σε ουρανική μιά πύλη,
το μουσικό χαμόγελο στα πλαστικά της χείλη.
Να την η Αυγούστα Θεοφανώ ! Γλυκοτηρά και σφάζει·
στην άκρη από τη βέργα της πως κρέμεστε, σφαγάρια !
Και να κ' η Αυγούστα Θεοφανώ! γλυκογελά και στάζει
το φόνο και το χαλασμό, καθώς η αυγή σταλάζει
μεσμέσ' αποαπό τα ροδόχερα δροσομαργαριτάρια.
Του νιου το θρασομάνημα, του γέρου η ξελογιάστρα,
λυγίζει τους αλύγιστους, τα κατεβάζει τ' άστρατάστρα·
με την ειδή της η ομορφιά σαν το χρυσό δρεπάνι, 210
σαν την αράχνη η σκέψη της, η αγάπη της αφιόνι.
Λύσσα και σφίγγα, σάρκα εσύ, δρακόντισσα, Αφροδίτη !
 
Και αλύγιστη και αχάλαστη, δέσποινα πάντα, μα ίσκιος,
331

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης