Γεωργικά/Α

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γεωργικά
Συγγραφέας: Βιργίλιος
Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Βιβλίο Α



Τί κάνει τὰ γεννήματα καλόρεχτα, μὲ τὶ ἄστρο
Ταιριάζει νὰ γυρίζονται, Μαικήνα, τὰ χωράφια,
Και στὸ φτεληᾶ νὰ δένεται τὸ κλήμα- ποιὲς φροντίδες
Καματερὰ καὶ πρόβατα χρειάζονται καὶ πόση
Πράξη θέλουν οἱ μέλισσες, ποῦ οἰκονομοῦν ἐδῶθε
Θὰ ἀρχίσω τὸ τραγοῦδι μου. Τοῦ κόσμου ἐσεῖς φωστῆρες
Λαμπρότατοι κι’ ὁδηγητές στὸν οὐρανὸ τοῦ χρόνου,
Ὁποῦ περνᾶ, ἐσὺ Δήμητρα πανέμνοστη καὶ Βάκχε,
Ἀνίσως μὲ τὴ χάρη σας ἄλλαξε ἡ γῆς σὲ ἀστάκι
Θρεφτάρικο τὸ Χαονικό βαλάνι της, κι’ ἀνίσως
Μὲ τὰ σταφύλια, ποῦ ηὕρατε, τὸ κῦμα τοῦ Ἀχελώου
Ἀντάμωσε· καὶ Φαῦνοι ἐσεῖς, ποὺ ἡ δύναμή σας σκέπει
Τοὺς δουλευτές· Φαῦνοι μαζῆ καὶ κορασιὲς Δρυάδες,
Ἐλᾶτε, ἐγὼ τὰ δῶρα σας ψάλλω. Κι’ ὦ Ποσειδῶνα,
Ποῦ ἔκρουσες μὲ τὴν τρίαινα τὴ δυνατὴ τὸ βράχο,
Καὶ πρώτη ἡ γῆς σοῦ ἀνάδωκε τἄτι ποῦ χλημιντράει,
Καὶ σύ, ποῦ στέκεις στὰ δρυμὰ καὶ ποῦ γιὰ σὲ στῆς Κέας
Τοὺς λόγγους τοὺς θρεφτάρικους λευκὰ δαμάλια βόσκουν
Τρακόσια• καὶ τῶν κοπαδιῶν φυλάχτορα, ἐσὺ ΙΙᾶνα,
Ἄν ἀγαπᾶς τὸ Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου,
Ἀφίνοντας τὸ πατρικὸ τὸ δάσος, Τεγεαῖε,
Καὶ τοῦ Λυκαίου τὰ δρυμά• καὶ τῆς ἐληᾶς εὑρέτρα,
Καὶ σὺ παιδὶ ποῦ ἀνάδειξες τἀγγυστρωτὸ τ’ ἀλέτρι,
Καὶ σὺ Σιλβᾶνε, ποῦ κρατεῖς χολὸ κυπαρισσάκι
Σύρριζο• κι’ ὅλοι σας θεοὶ καὶ θέαινες ἀντάμα,
Ποῦ ρίχνετε τ’ ἀνάβλεμμα πρόθυμα στὰ χωράφια
Καὶ νέους θρέφετε καρποὺς χωρὶς κανένα σπόρο
Καὶ χύνετε πολλὲς βροχὲς γιὰ τὰ σπαρτὰ οὐρανόθε•
Καὶ τέλος καὶ σύ, Καίσαρα, ποῦ γλίγωρα θὰ σ’ ἔχουν
Δὲν ξέρω τῶν ἀθάνατων ποιοὶ σύλλογοι, εἴτε θέλεις
Νἄχεις φροντίδα γιὰ τὴ γῆς, νὰ κυβερνᾶς τὲς χῶρες,
Καὶ σένα νὰ παραδεχτεῖ τῆς τρικυμίας ἀφέντη
Καὶ τῶν καρπῶν δημιουργὸν ἡ τρισμεγάλη σφαῖρα,
Ζώνοντας μὲ τὴ μητρικὴ μυρτιὰ τὸ μέτωπό σου·
Εἴτε κι ἄν ἔρθεις σὰ θεὸς τοὺ ἀπέραντου πελάγου,
Καὶ οἱ ναυτικοὶ τὴ χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν,
Καὶ σὲ λατρέψει ἡ ἀκρόκοσμη Θούλα καὶ σ’ ἀγοράσει
Μ’ ὅλα τὰ κύματα γαμπρὸ δικό της ή Τηθύα•
Εἴτε καὶ μὲ τοὺς ὄψιμους τοὺς μῆνες σμίξεις ἄστρο
Καινούριο, έκεῖ ποῦ ἀνάμεσα στἄστρα τῆς Ἠριγόνης
Καὶ στὲς χηλές, ποῦ ἀκολουθοῦν, εἶνε ἀνοιχτὸς ὁ τόπος,
(Ὁ φλογισμένος ὁ Σκορπιὸς μαζεύει ἀπὸ τὰ τώρα
Ὁ ἴδιος τὰ βραχιόνια του καὶ τοὐρανοῦ σ’ ἀφίνει
Περσότερο ἀπὸ τὸ σωστὸ μοιράδι-) ὅτι κι’ ἂ θἆσαι
(Τὶ βασιληᾶ τὰ Τάρταρα δὲν πρέπει νὰ σ’ ἐλπίζουν•
Μὴ σοὔρθει τόσο φοβερὸς πόθος νὰ βασιλεύεις, -
Ἂν καὶ θιαμάζουν οἱ Ἕλληνες τὰ Ἠλυσιακὰ λιβάδια,
Κ’ἡ Περσεφόνη ἀρνήθηκε τὴ μάννα ν’ ἀκλουθήσει,
Ποῦ τὴ ζητοῦσε•) στρέξε ἐσὺ τ’ ἀπόκοτο ἄρχισμά μου
Καὶ δός του δρόμον εὔκολο καὶ βάδιζε μαζῆ μου,
Σπλαχνιστικὸς γιὰ τοὺς γεωργοὺς τοὺς ἄγνωρους τῆς στράτας,
Καὶ μὲ δέησες συνείθισε νὰ κράζεσαι ἀπὸ τώρα.


Μὲ τὴν καινούριαν ἄνοιξη, σὰ νερουλιάζει ὁ πάγος
Στὰ θολωμένα τὰ βουνὰ καὶ μὲ τἀέρι λυώνει
Ὁ σάπιος σβῶλος, παρευτὺς ζεμένο τὸ δαμάλι
Στὸ πλακωμένο τἄλατρο τὸ μουγγητὸ ἂς μοῦ ἀρχίσει,
Κι’ ἂς μοῦ ξαστράφτει τὸ γυννὶ στ’ αὐλάκι τροχισμένο.
Μονάχα ἡ γῆς ποῦ δυὸ φορὲς ἥλιο γρικᾶ καὶ κρύα
Στοῦ δουλευτῆ τἀχόρταγου τοὺς πόθους ἀπαντάει·
Κεινοῦ τ’ ἀμπάρια ἐσκεύρωσεν ὁ ἀμέτρητος ὁ θέρος.
Πρὶν ὅμως σκίσει σίδερο τ’ ἀγνώριμο χωράφι,
Νὰ μάθουμε τοὺς ἄνεμους θὰ λάβουμε τὴν ἔγνοια
Καὶ τοὐρανοῦ τὰ διάφορα συνήθεια, καὶ στοὺς τόπους
Τί φύτευαν οἱ παλαιοὶ καὶ τί εἶνε φυσικό τους,
Καὶ κάθε μέρος τί γεννᾶ καὶ τί τὸ κάθε ἀρνιέται.
Ἐδὼ προκόβουν τὰ σπαρτά, κ’ ἐκεῖ τ’ ἀμπέλια κάλλιο,
Κι’ ἀλλοῦ τῶν δέντρων οἱ καρποί, καὶ πρασινίζουν χόρτα
Ἀπρόσταχτα. Μὴ δὲ θωρεῖς ποῦ οἱ τρυφεροὶ Σαβαῖοι
Μᾶς στέρνουν τὰ λιβάνια τους, ἡ Ἰνδία τὸ φίλντισί της,
Ὁ Τμῶλος κρόκου ἀρώματα, κ’ οἱ Χάλυβες οἱ ζόρκοι
Σίδερο; Καὶ φαρμακερὰ καστόρχια στέρνει ὁ Πόντος,
Κ’ ἡ Ἤπειρο τῶν Ὀλυμπιακῶν πουλάρων της τὰ βάγια.
Ἡ φύση ἀμέσως πρόβαλε σὲ διορισμένους τόπους
Τοὺς νόμους τούτους, κ’ ἔγραψε συνθῆκες ἀναιώνιες,
Ἅμα ποῦ ὁ Δευκαλίωνας στὸν ἀδειανὸν τὸν κόσμο
Τὲς πέτρες ἐπρωτόριξε ποῦ γίνηκαν ἀνθρῶποι,
Τὸ γεννοβόλι τὸ σκληρό. Λοιπὸν ὀμπρός· ἂς γέρνουν
Τῆς γῆς τὴν ὄψη τὴν παχειὰ τὰ δυνατὰ δαμάλια,
Δίχως νὰ χάνεται ὁ καιρὸς ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες
Τοῦ χρόνου, καὶ τὸ σκονιστὸ τὸ καλοκαῖρι ἂς βράσει
Μὲ τὤριμο λιοπύρι του τοὺς σβώλους ποῦ ἀπομένουν.
Ἀλλὰ ἂ δὲν εἶνε γόνιμο τὸ χῶμα, τότες φτάνει
Νὰ τ’ ἀλαφρόσουν αὔλακες ριχοί, σὰ βγαίνει ὁ Ἀρκτοῦρος,
Θἂπνιγε ἀλλοιῶς τοὺς γελαστοὺς καρποὺς ἐκεῖ τὸ χόρτο,
Κ’ ἐδὼ στὸν ἄμμον τὸ φτωχὸ θἄφευγε, ἡ λίγη νότια.


Κι’ ὁμοίως σ’ ἀντικατάλλαγες χρονιὲς δὲ θὰ δουλεύεις
Τὸ θερισμένο νιόργωτο χωράφι καὶ θ’ ἀφήκεις
Στὴ σκόλη νὰ δυναμωθοῦν οἱ μουδιασμένοι κάμποι·
Ἤ, μ’ ἄλλο ἀστέρι, κίτρινο σιτάρι θὲ νὰ σπείρεις,
Ἐκεῖ, ὅπου πρὶν ἐθέρισες τὄσπριο τὸ ψωμωμένο
Στὸ βροντερὸ λοβίδι του, καὶ τὴ λιανὴ τὴ γέννα
Τοῦ λαθυριοῦ, καὶ τοῦ πρικοῦ τοῦ λουμπανιοῦ τὰ φλέστρα
Τὰ ψαθερὰ καὶ τὸ λογγό ποῦ ὁλόγυρα ἀντηχοῦσε,
Γιατὶ τὰ λιναρόφυτα συγκαῖνε τὰ χωράφια,
Καῖνε κ’ οἱ σπόροι τοῦ βρωμιοῦ, καῖνε κ’ οἱ παπαροῦνες,
Ποὖνε μὲ τοὺς Ληθαϊκοὺς τοὺς ὕπνους μοσχεμένες.
Μὰ σὰν ξαλλάζεις τὲς σπορὲς εἶν’εὔκολος ὁ κόπος,
Ἂ μοναχὰ δὲ ντρέπεσαι τὸ χῶμα τ’ ἀναμμένο
Νὰ τὸ χορτάσεις κοπριὲς παχειὲς καὶ στά χωράφια
Τὰ ξεπεσμένα ἀκάθαρτες νὰ ρίξεις στάχτες· κ’ ἔτσι.
Ὅταν ἀλλάζεις τοὺς καρπούς, οἱ κάμποι ξεμουδιαίνουν,
Κι’ὡς τόσο οὔτε τὸ δόσιμο τῆς χέρσης γῆς δὲ λείπει.
Οἱ κάμποι κι' ὅλας οἱ φτωχοὶ πολλὲς φορὲς συμφέρει
Ν’ ἀνάφτονται καὶ τ’ ἀλαφρυὰ τἀχύρατα νὰ καίγουν
Οἱ φλόγες ποῦ τριζοκοποῦν, εἴτε γιατὶ ἀπὸ κεῖθε
Τὸ χῶμα παίρνει δύναμες κρουφὲς καὶ πλούσιο θρέμμα.
Εἴτε γιατὶ μὲ τὴ φωτιὰ τοῦ ξεθυμαίνουν ὅλες
Οἱ κακοσύνες κ’ οἱ ὅγρητες οἱ ἀνέφελες σὰν ἴδρος
Βγαίνουν, ἢ καὶ περσότερους δρόμους καὶ φυσητῆρες
Κλειστοὺς ἀνοίγει ἡ ζεστασιά, κ’ἔτσι τὸ νιὸ χορτάρι
Παίρνει χυμούς, ἢ καὶ γιατί φρύγει περσὰ καὶ σφίγγει
Τὲς φλέβες τὲς ὀρθάνοιχτες, κ’ ἔτσι ἡ λιανὴ ψυχάλα,
Ἤ ἡ μπόρεση ἡ δεινότερη τοῦ ἥλιου τ’ ἀψιωμένου,
Ἤ καὶ τὸ κρύο τὸ ψιλὸ τῆς μπόρας δὲ θὰ βλάφτουν.


Πολὺ βοηθάει κι’ ὅλας τὴ γῆς ὅποιος μὲ τὲς ἀξίνες
Τοὺς σβώλους τοὺς ἀσάλευτους συντρίβει κι’ ἀπὸ πάνου
Σέρνει τὰ βέργινα πλεχτά• (τοῦ κάκου δὲν τηράζει
Ἐκεῖνον ἀπὸ τὰ ψηλὰ τοῦ Ὀλύμπου ἡ ξανθομάλλα
Δήμητρα·) κι’ ὅποιος, γέρνοντας λοξὰ τὸ ἀλέτρι, πάλι
Χαλᾶ τὲς ράχες ποῦ ἄσκωσε στὸ σιάδι τὸ σκισμένο,
Καὶ σκάφτει τὸ συχνὸ τὴ γῆς καὶ τήνε δυναστεύει.


Προσευκηθεῖτε, δουλευτές, γιὰ βροχερνὰ ἡλιοστάσια
Καὶ γιὰ χειμῶνες ξάστερους. Στὲς σκόνες τοῦ χειμῶνα
Τὰ στάρια εἶνε πασίχαρα, χαιράμενος κι’ ὁ κάμπος.
Χωρὶς δουλειὰ περήφανη εἶνε ἡ Μυσία τόσο,
Θιαμάζουν καὶ τὰ Γάργαρα τοὺς θέρους τους τὰ ἴδια.
Τί θένα πῶ γιὰ ἐκεῖνον ποῦ, μὲ τὸ τσαπὶ στὸ χέρι,
Τὴ γῆς παιδεύει, ἀφοῦ ἔρριξε τὸ σπόρο καὶ γκρεμίζει
Τὲς σωριασμένες χούμουλες πὤχουν περίσσιο πάχος;
Καὶ τὸ ποτάμι στὰ σπαρτὰ στερνώτερα ὁδηγάει
Καὶ τὰ τραφούλια, ποῦ ὑπακοῦν• καὶ σύντα ὁ κάμπος βράζει,
Ξερὸς, μὲ ἑτοιμοθάνατα χορτάρια, νά, τὸ κῦμα
Ἁπὸ τοῦ ὀρθοῦ μονοπατιοῦ τὸ χτένι κατεβάζει;
Ἐκεῖνο πέφτει ἀνάμεσα στοὺς τροχισμένους βράχους
Καὶ βγάζει ἕνα μουρμούρισμα βραχνὸ καὶ θαραπεύει
Τὰ διψασμένα χώματα μὲ τὸ ἀναβρύσιασμά του.
Καὶ τί γι’ αὐτὸν ποῦ τῶν σπαρτῶν τὸ θύμωμα νὰ βόσκουν
Στὸ χορταράκι τἀπαλὸ τὰ πρόβατά του ἀφίνει
Ἀμέσως ἅμα τὰ φυτὰ ταὐλάκια τους σκεπάσουν,
Μήπως τἀστάκια τὰ βαρειὰ ξεγύρουν τὰ καλάμια;
Καὶ τὶ γι’ αὐτὸν, ποῦ, ὅσα νερὰ συμμάζεψαν οἱ βάλτοι,
Μακράθε ἀπὸ τὲς χούμουλες τὲς πισταριὲς ξεσπάει,
Σὰ μάλιστα στοὺς ἄστατους τοὺς μῆνες τὸ ποτάμι
Ξεχειλισμένο χύνεται καὶ πλημμυράει, τὰ πάντα
Σκεπάζοντας μὲ βούρβουρες, κ’ ἔτσι σὰν ἵδρος νότιες
Χλιαρὲς ἀπὸ τὲς βαθουλὲς λιμνοῦλες ξεθυμαίνουν;


Μὰ ἐνῶ ὅλα αὐτὰ ἐδοκίμασαν τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν βωδιῶν στὸ δούλεμα τῆς γῆς, δὲ βλάβουν λίγο
Καὶ τοῦ Στρυμῶνα οἱ γερανοί, κ’ οἰ ἀχόρταγες οἱ χῆνες,
Καὶ μὲ τὲς ρίζες τὲς πικρὲς τ’ ἀντίδι· καὶ ζημιόνουν
Καὶ οἱ ἴσκιοι. Δὲ βουλήθηκεν ὁ ἴδιος ὁ πατέρας
Νὰ εἶνε τὸ δούλεμα εὔκολο, κ’ ἐπρόσταξε αὐτός πρῶτος
Μὲ τέχνη ἡ γῆς νὰ ὀργόνεται, τοῦ ἀνθρώπου μὲ φροντίδες
Τὰ φρένα παροξύνοντας, καὶ τὰ βασίλειά του
Δὲ θέλησε νὰ χαυωθοῦν σ’ ἕνα βαρὺ κοιμήσι.
Γεωργοὶ τὴ γῆς δὲν ὄργωναν πρὶν κυριαρχήσει ὁ Δίας.
Καὶ μήτε κἂν δὲν ἔκριναν σωστὸ νὰ σημαδεύουν
Τοὺς κάμπους, ἢ μὲ τέρμονες νὰ τοὺς ἀποχωρίζουν.
Τὸ χρήσιμο γιὰ τὸ κοινὸ καθένας ἐζητοῦσε,
Κ’ ἐνῶ δὲ γύρευε κανείς, ἡ ἴδια ἡ γῆς τὰ πάντα
Ἔδινε προθυμώτερα. Κακὸ φαρμάκι ἐκεῖνος
Ἐχάρισε στὰ σκοτεινὰ σερνάμενα, τοὺς λύκους
Ν’ ἀρπάζουν τοὺς ἐπρόσταξε, τὴ θάλασσα νὰ σειέται,
Καὶ τὴ φωτιὰ έξεμάκρυνε, κ’ ἐτίναξε ἀπ’τὰ φύλλα
Τὸ μέλι, κ’ ἐσταμάτησε καὶ τὰ κρασιὰ ποῦ ἐτρέχαν,
Σὰν ποταμάκια ἐδὼ κ' ἐκεῖ γιὰ νὰ μορφώσει ἡ χρεία
Μὲ στοχασμὸ τὲς διάφορες τὲς τέχνες γάλι γάλι,
Καὶ τὸ χορτάρι τοῦ σταριοῦ στ’ αὐλάκια νὰ χαλέψει,
Καὶ τὴν κρουμμένη τὴ φωτιὰ νὰ τὴν ξεπελεκήσει
Ἀπὸ τὲς στρυναρόφλεβες. Κ’ οἱ ρεματιὲς γρικῆσαν
Τότες γιὰ πρώτη τους φορὰ τοὺς κουφωμένους σκλήθρους,
Κ’ὕστερα ὁ ναύτης μέτρησε κι’ ὀνόμασε τ’ἀστέρια:
Πούλια, καὶ Ὑάδες καὶ λαμπρὴν Ἀρκούδα τοῦ Λυκάωνα,
Κ’ ὕστερα βρῆκε ὁ ἄνθρωπος πῶς κυνηγιῶνται τ’ ἄγρια
Μὲ τὲς θηλειὲς καὶ πῶς μ’ ὀξοὺς γελιῶνται καὶ πῶς πρέπει
Νὰ περικλεῖ μὲ τὰ σκυλιά τοὺς λόγγους τοὺς μεγάλους.
Καὶ τοῦ πλατειοῦ τοῦ ποταμοῦ τὸ κῦμα τώρα δέρνει
Ἄλλος μὲ τὸν πεζόβολο καὶ σκίζει το ὣς τὰ βάθη,
Κι’ ἄλλος τραβᾶ, ἀπ’ τὸ πέλαγο τὸ νοτερό του δίχτυ•
Τὸ σίδερο τἀλύγιστο καὶ τὸ ἠχερὸ λεπίδι
Τοῦ πριονιοῦ ἦρθαν ἔπειτα· - τί οἱ πρῶτοι μὲ τὲς σφῆνες
Τὸ ξύλο τὸ καλόσκιστο κομμάτιαζαν • - καὶ τέχνες
Ἔπειτα ἐβγῆκαν διάφορες. Κόπια ἀπεικὰ καὶ φτώχια,
Ποῦ σπρώχνει σ’ ἔργατα βαρειά, κατάβαλαν τὰ πάντα.
Δίδαξε πρώτη τοὺς θνητοὺς ἡ Δήμητρα νὰ σκάφτουν
Τὴ γῆς μὲ σίδερο, ἅμα ποῦ κούμαρα καὶ βαλάνια
Λιγόστεψαν στ’ ἅγιο δρυμὸ κι’ ἀρνήθηκε ἡ Δωδώνη
Θρόφιμα. Ἀμέσως ἔσμιξαν καὶ τῶν σταριῶν οἱ ἀρρώστιες,
Κ’ ἔτσι μελούριασμα κακὸ τὰ φλέστρα κατατρώει,
Καὶ στὰ χωράφια τἄχρηστο τἀγκάθι ἀναγριτσιάζει,
Χαλᾶ τὸ γέννημα, τραχὺ λογγάρι ξεφυτρόνει:
Ἡ κολλητσίδα, ὁ κάρδωνας, καὶ βασιλεύουν αἶρες
Ἄτυχες κι’ ἀγριόβρωμος μὲς τὰ σπαρτά ποῦ λάμπουν.
Γιὰ τοῦτο ἂ δὲν ξεκυνηγᾶς μὲ τὰ τσαπιὰ τὸ χόρτο
Ἀδιάκοπα, κι’ἂν τὰ πουλιὰ δὲ σκιάζεις μὲ τοὺς κρότους,
Κι’ἂ μὲ κασσάρι τὲς ἰσκιὲς τοῦ ἀνήλιαγου τοῦ τόπου
Δὲ λιγοστεύεις, καὶ βροχές μὲ τάματα δὲν κράζεις,
Ὤφου! τοῦ κάκου θὰ τηρᾶς ξένους σωροὺς μεγάλους,
Καὶ σειῶντας στὰ δρυμὰ τὸ ἰδρὺ τὴν πεῖνα θὰ πρααίνεις.


Θὰ εἰπῶ καὶ ποιὰ εἶνε τἄρματα τοῦ δυνατοῦ ξωμάχου,
Ποῦ δίχως τους οὐδὲ σπαρμὸς δὲ γένεται οὐδὲ θέρος:
Πρῶτα τὸ ξύλο τὸ βαρὺ γιὰ τὸ ζαβὸ τἀλέτρι,
Καὶ τὸ γυννί, καὶ τῆς θεᾶς, ποῦ σέβεται ἡ Ἐλευσῖνα,
Τἀμάξια τ’ ἀργοκίνητα, κ’ οἱ σάνιες, κ’ οἱ λοκάνες,
Καὶ τἀξινάρια ποῦ ἀπεικὰ ζυγίζουν, χώρια κι’ ὅλας
Τοῦ Κελεοῦ τὸ ὕπεργο τὸ ταπεινό καὶ ἰτιένιο,
Τὰ κουμαρένια τὰ πλεχτά, καὶ τοῦ Ἴακχου τὸ τηρμόνι
Τὸ μυστικό• κι’ ἀπὸ καιροὺς παρέτοιμα ὅλα τοῦτα
Θένα φυλᾶς προβλεφτικός, ἂ θένα σὲ προσμένει
Δόξα, ποῦ νὰ σοῦ πρέπεται, τῆς θεϊκιᾶς γεωργίας.
Ἕνας φτεληᾶς ποῦ ἀπὸ μικρὸς λογίστηκε στὸ δάσος
Κυριεύεται μὲ δύναμη πολλὴ γι’ ἀλατροπόδι,
Κι’ ἄλατρου παίρνει ἀπόζαβην εἰδή, κι’ ὀχτώ ποδάρια
Τραβιέται ὁ σύρτης στὸ χοντρό• κολλιέται κ’ ἡ διχάλα,
Ποὔχει τὴ ράχη της διπλὴ καὶ τὰ διπλὰ φτερούγια.
Πρωτοχαλιέται, γιὰ ζυγός, τἀνάλαφρο φλαμοῦρι,
Γιὰ χερολάβα, ποῦ γυρνᾶ τὲς χαμηλὲς ροδοῦλες
Ἀπὸ τὰ ὀπίσω, τὸ ψηλὸ τζιροῦνι, καὶ τὰ ξύλα
Τὰ δοκιμάζει κι’ ὁ καπνὸς σ’ ὀγνῆστρες κρεμασμένα.


Πολλὰ διδάγματα παλαιῶν μπορῶ νὰ σοῦ ἀναφέρω,
Ἄ μείνεις καὶ δὲ βαρεθεῖς φιλοδουλιὲς νὰ μάθεις:
Πρῶτα μὲ κύλιντρο τρανὸ θὲ νὰ σιαστεῖ τἀλῶνι,
Μὲ χέρι θ’ ἀναγυριστεῖ, μὲ λιπαρὴ λευκάργα
Θὰ πλεριωθεῖ, γιὰ νὰ μὴ βγεῖ χορτάρι καὶ μὴ σκάσει
Ἐξουσιασμένο ἀπ’ τοὺς μποχούς • τί τότες τὸ ζημιόνουν
Χίλιες πληγές: συχνώτατα τὸ μικροστὸ ποντίκι
Μέσα στὴ γῆς τὸ σπίτι στιεῖ καὶ χτίζει καὶ τ’ ἀμπάρι,
Ἤ τὲς μονιὲς οἱ ἀνόμματες οἱ λυγαρίδες σκάφτουν·
Οἱ ζάμπες κι’ ὅλας βρίσκονται μέσα στὲς τρύπες κι’ ὅσα
Εἶνε τὰ πλήθια τέρατα ποῦ ἡ γῆς γεννᾶ, καὶ λάλες
Τοῦ σιταριοῦ τὰ θεώρατα κουλούμια διαγουμίζουν,
Κι’ ὁ μέρμηγκας ποῦ τ’ ἄπορα γεράματα φοβᾶται.
Καὶ κοίταζε σὰ ντύνονται στὰ δάσα μ’ ἄνθη πλήθια
Οἱ ἀμυγδαλιὲς κ’οἱ κλάδοι τους βαΐζουν μυροβόλοι,
Ἂν περισσεύουν οἱ καρποί, θὰ γένουν κι’ ὅμοια στάρια,
Καὶ μέγα ἀλώνισμα θἀρθεῖ μὲ τὲς μεγάλες κάψες•
Ἂν κάμει ἀντὶς ἰσκιὰ πολλὴ τὸ θύμωμα τῶν φύλλων.
Θὰ τρίψει ἀλῶνι περιττὰ πλούσιο σὲ χνοῦδι φλέστρο.
Καὶ τὲς σπορὲς νὰ ξαρρωστοῦν πολλοὺς σπορηάδες εἶδα.
Νὰ τὲς ποτίζουν νίτρο πρὶν ἀπέκει μαύρη μούργα,
Γιὰ νὰ τραναίνουν τὰ σπειριὰ στ’ ἀπατηλὰ λοβίδια.
Καὶ μὲ φωτιὰ τέλεια μικρὴ γοργὰ νὰ μαλακόνουν.
Κι’ ὅμως σπορές, ποῦ μὲ πολλοὺς ἐξεταστήκαν κόπους
Καὶ γιὰ καιρὸ διαλέχτηκαν, εἶδα νὰ μπασταρδέψουν,
Ἂ χρονικῶς ἡ μπόρεση τ’ ἀνθρώπου, ἡ τρισμεγάλη,
Δὲ χεροδιάλεε κάθε μιάν. Ἀπὸ θεοῦ τὰ πάντα
Ρέπουν πρὸς τὸ χειρότερο· καὶ σὰν κυλήσουν, πίσω
Δὲν ξαναγέρνουν· ὄχι ἀλλοιῶς παρὰ καθὼς ἐκεῖνος
Ποῦ μεταβιᾶς μὲ τὰ κουπιὰ τὴ βάρκα λάμνει ἐνάντια
Στὸ ρέμα, καὶ ποῦ, ἂν ἄξαφνα τὰ μπράτσα ξετεντώσει,
Βαθειὰ τὸν σέρνει ὁ ποταμὸς μὲ τὰ γοργὰ νερά του.


Καὶ τόσο θὰ προσέχουμε στ’ Ἀρκτούρου τοὺς αστέρες
Καὶ στὲς ἡμέρες τῶν Ῥιφιῶν καὶ στὸ λαμπρὸ τὸν Ὄφιο,
Ὅσο κι’ αὐτοὶ ποῦ πλέοντας πρὸς τὴν πατρίδα πάλι
Σ’ ἀνεμισμένα πέλαγα τὸν πόντο δοκιμάζουν,
Καὶ τὰ στενά τ’ ἀστρακερά τῆς Ἄβυδος διαβαίνουν.
Σὰν ἴσιες κάνει ἡ Ζυγαριὰ τῆς μέρας καὶ τοῦ ὕπνου
Τὲς ὧρες καὶ καταμεσὶς τὴ σφαῖρα διαμοιράζει
Γιὰ τὸ σκοτάδι καὶ τὸ φῶς, ἀνθρῶποι, ξεσκολάστε
Τὰ βώδια σας καὶ σπείρετε στοὺς κάμπους τὰ κριθάρια,
Ὥς τὴ βροχὴ τὴν ὕστερη τοῦ ἀνήμερου ἡλιοστάσιου.
Κ’ εἶνε καιρὸς τῆς Δήμητρας ἡ παπαροῦνα κι’ ὅλας,
Καὶ τὰ σπαρτὰ τοῦ λιναριοῦ νὰ σκεπαστοῦν μὲ χῶμα,
Καὶ ν’ ἀκκουμπήσει ὁ δουλευτὴς ἀπάνου στ’ ἄλατρό του,
Ὅσο εἶνε ἀκόμα ἡ γῆς ὁγρὴ καὶ κρέμονται τὰ γνέφια.
Σπέρνουν τὴν ἄνοιξη κουκκιά, καὶ σύ, τριφύλλι, τότες
Πέφτεις στ’ αὐλάκια τὰ σαπρά• πλακόνουν κ’ οἱ φροντίδες
Οἱ χρονικὲς γιὰ τὸ κεχρί, ἐνῶ τὸ χρόνο ἀνοίγει
Μὲ τὰ χρυσά του κέρατα τὸ λαμπερὸ Δαμάλι,
Κι’ ὁ Σκύλος δυεῖ ξεφεύγοντας τ’ ἀντίθετο τ’ ἀστέρι.
Ἀλλὰ ἂ γιὰ θέρισμα σταριῶν καὶ γιὰ μεστὰ ἀσπροσίτια
Ἐργάζεσαι κ’ εἶσαι ζηλὸς μονάχα γιὰ τὰ ἀστάκια,
Τ’ Ἄτλαντα θένα σοῦ κρουφτοῦν οἱ αὐγερεινὲς οἱ κόρες,
Θὰ κατεβῆ τὸ Κνωσιακὸ τἆστρο τοῦ φλογισμένου
Τοῦ Στεφανιοῦ, πρὶν τὲς σπορὲς ποῦ πρέπουν παραδώκεις
Στ’αὐλάκι καὶ πρὶν μπιστευτεῖς σ’ἀνόρεχτο χωράφι
Τὴν κάθε ἐλπίδα τῆς χρονιᾶς σπουδάζοντας. Ἀρχίσαν
Πρὶ βασιλέψει ἡ Μαῖα πολλοί, ἀλλὰ μὲ κούφια μόνο
Ἀχύρατα τοὺς γέλασε τὸ γέννημα ποῦ ἐλπίσαν.
Ἂν πάλι σπείρεις λάθυρους καὶ τὸ φτηνὸ φασοῦλι,
Καὶ τῆς Πηλουσιακῆς φακῆς δὲν ἀψηφᾶς τὲς ἔγνοιες,
Σημεῖο δὲ στέρνει σου ἄδηλο σὰν κάθεται ὁ Βοώτης.
Σπέρνε, κι’ ἀκλούθα τοὺς σπαρμούς, ὣς τὴν καρδιά τῆς πάχνης.


Γιὰ τοῦτο κι’ ὅλας ὁ λαμπρὸς φωστῆρας κυβερνάει
Τὸν κύκλο, ποῦ μοιράζεται σὲ μέρη μετρημένα,
Μ’ ἄστρα τοῦ κόσμου δώδεκα. Κατέχουν πέντε ζῶνες
Τὸν οὐρανό• κ’ ἡ μία τους κοκκινισμένη πάντα
Εἶνε ἀπ’ τὸν ἥλιο τὸν ἀψὺ καὶ πάντα εἶνε καμένη
Ἀπὸ τὲς φλόγες, καὶ γυρνοῦν οἱ τελευταῖες οἱ δύο,
Ποὖνε δεξιὰ κι’ ἀριστερά, τρογύρου της γαλάζιες,
Καὶ ποῦ τὲς πήγουν οἱ βροχὲς οἱ μελανὲς κ’ οἱ πάγοι.
Σ’ ἐκεῖνες καὶ στὴ μεσινὴν ἀνάμεσα ἄλλες δύο
Ἡ χάρη τῶν ἀθάνατων στοὺς δόλιους τοὺς ἀνθρώπους
Ἔδωκε· κ’ εἶνε ἀπὸ τὴ μιὰ στὴν ἄλλη χαραγμένος
Δρόμος, κ’ ἐκεὶ ἡ λοξὴ σειρὰ τῶν σημαδιῶν κινιέται.
Καθὼς πρὸς τὲς Ριπαῖες κορφὲς καὶ τὴ Σκυθίαν ὁ κόσμος
Σηκόνεται ἀνηφορητός, στὰ νότια τῆς Λιβύας
Χαμηλωμένος ροβολᾶ· γιὰ μᾶς τἀψήλου πάντα
Εἶνε ἕνας πόλος· μὰ οἱ ψυχὲς κ’ ἡ μαύρη Στύγα βλέπουν
Αὐτὸν ποὖνε ἀποκάτου μας. Ὁ δράκοντας ὁ μέγας
Μὲ λυγισιὲς κοδελλωτὲς κυλᾶ γύρω στὸν ἕναν,
Σὰν ποταμὸς ἀνάμεσα στὲς δύο τὲς Ἀρκοῦδες:
Ἀρκοῦδες ποῦ στὸν ὠκεανὸ φοβοῦνται νὰ βουτήσουν.
Στὸν ἄλλο, λέν, ἡ σιγαλὴ βαθειὰ νυχτιὰ κυριεύει,
Κ’ ἡ νύχτα πάντοτε ἁπλωτὴ πυκνόνει τὰ σκοτάδια,
Ἢ κ’ ἔρχεται ἀπὸ μᾶς ἡ Αὐγὴ καὶ φέρνει τὴν ἡμέρα·
Κι’ ὅταν μὲ τὰ λεχάμενα φαριά, σὰν πρωτοβγαίνει,
Ὁ ἥλιος χουχουλόνει ἐμᾶς, τὸ βραδιανό τὸ φῶς του
Στὸν ἄλλον πόλο κόκκινος ἀνάβει ὁ Ἀποσπερίτης.
Μποροῦμε ἐδῶθε τοὺς καιροὺς νὰ μάθουμε ἀπὸ πρῶτα
Στὸν οὐρανὸ τὸν ἄστατον ἐδῶθε καὶ τὴν ὥρα
Τοῦ θερισμοῦ καὶ τοῦ σπαρμοῦ· κι’ ἀκόμα πότε ἁρμόζει
Τἄπιστο κῦμα μὲ κουπιὰ νὰ βαρηθεῖ καὶ πότε
Στὸ πέλαγο θένα σπρωχτοῦν οἱ ἀρματωμένοι στόλοι,
Ἢ στὸ δρυμὸ θένα ριχτεῖ τὸ γενομένο πεῦκο.


Κι’ ἂς μὴν παραμονεύουμε κι’ ἀνατολὴ καὶ δύση
Τῶν σημαδιῶν στὰ περιττὰ καὶ τὴ χρονιὰ ποῦ πάντα
Εἶνε ἡ ἴδια μὲ τοὺς τέσσερους ξεχωριστοὺς καιρούς της.
Σύντα βροχὴ κρυαδερὴ κλεῖ μέσα τὸν ἐργάτη,
Μ’ ἄνεση γένονται πολλὰ ποῦ μεταβιᾶς σὰν εἶνε
Ξαστερωμένος ὁ ουρανὸς μ’ ἀσπούδα θὰ γενόνταν:
Τοῦ στομωμένου τοῦ γυννιοῦ σφυροκοπᾶ τὸ δόντι
Ὁ ζευγουλάτης τὸ σκληρό· στὸ δέντρο σκάφτει σκάφες,
Ἢ καὶ μὲ τὸ σημάδι του τὰ πρόβατα σφραγίζει,
Ἢ τοὺς σωρούς του μ’ ἀριθμούς. Ξουβλίζουν πελεκῶντας
Ἄλλοι τὲς διπλοκέρατες φουρκᾶτες καὶ τοὺς πάλους,
Καὶ δεμασιὲς γιὰ τ’ἁπαλὸ τὸ κλῆμα συγυρίζουν
Ἀμεριανές· ἂς πλέκεται μὲ τὴ βατένια βέργα
Τώρα καλάθι βολικό, τώρα καρποὺς στὴ φλόγα
Ψένετε, τώρα ἀλέστε τους μὲ τὸ κοτρῶνι. Βέβαια
Καὶ τὲς γιορτές, νὰ γένονται κάποιες δουλιὲς τὸ δίκηο
Κ’ οἱ νόμοι ἀφίνουν, καὶ καμιὰ θρησκεία δὲν ἐμποδίζει
Τὰ ποταμάκια νὰ ὁδηγᾶς, γιὰ τὰ σπαρτὰ ν’ ἁπλόνεις
Φράχτες, παγίδες γιὰ πουλιὰ νὰ στιεῖς, νὰ καῖς ἀγκάθια,
Καὶ τὸ κοπάδι τῶν ἀρνιῶν στὸ ὑγέστατο ποτάμι
Νὰ κολυμπᾶς· πολλὲς φορὲς φορτώνει κι’ ὁ ἀγωγιάτης
Πάνου στὴ ράχη τοῦ ὀκνηροῦ τοῦ φορτικιοῦ τὸ λάδι
Καὶ τὰ φτηνὰ τὰ ὀπωρικά, καὶ χαραχτὸ ληθάρι
Φέρνει ὀχ τὴ χώρα γέρνοντας καὶ μάζα μαύρης πίσσας.


Τὲς πρόσφορες γιὰ τὲς δουλιὲς ἡμερες μ’ ἄλλη τάξη
Καὶ τὸ φεγγάρι ἐδιόρισεν: ἀλάργευε τὴν πέμτη,
(Τὲς Ἐριννύες ἐγέννησε, τὸν Ἅδη κι’ ὅλας, σύντα
Ἡ γῆς μὲ γέννα βλάστημη τὸν Ἰαπετό, τὸν Κοῖον
Ἔκαμε καὶ τὸν ἄσπλαχνο τὸν Τυφωέα, κι’ ὅλα
Τἀδέρφια, ποὖχαν ὁρκιστεῖ τὸν οὐρανὸ νὰ σκίσουν.
Ἀγωνίστηκαν τρεῖς φορὲς τὴν Ὄσσα νὰ ποθώσουν
Πάνου στὸ Πήλιο, ὢ θάμασμα, καὶ πάνου ἀπὸ τὴν Ὄσσα
Τὸ δεντρωμένον Ὄλυμπο βαλθῆκαν νὰ κυλήσουν.
Μὰ τὰ στημένα τὰ βουνὰ μ’ ἀστροπελέκι ὁ Δίας
Ρειπίζει καὶ τὲς τρεῖς φορές.) Καὶ βολικιὰ εἶνε μέρα
Γιὰ νὰ φυτεύεις κλήματα καὶ νὰ μερόνεις βώδια
Πιασμένα, καὶ σὲ ξύφαση νὰ δένεις τὰ στημόνια,
Ἡ δέκατη ποῦ ἀκολουθᾶ τὴν ἕφτατη· στὸ φύγι
Καλλίτερη εἶνε ἣ ἔννιατη, στὰ κλεφιμιὰ εἶνε ἐνάντια.


Καὶ κάλλιο γένονται πολλὰ τὴν κρύα τὴ νύχτα κι’ ὄλας,
Ἢ τὸ πουρνὸ σύντα τὴ γῆς ὁ Αὐγερινός δροσιάζει:
Κάλλιο τὸ φλέστρο τὰλαφρὺ κοσσίζεται τὴ νύχτα.
Νύχτα τὰ στεγνολίβαδα· νοτιὲς ποῦ μαλακόνουν
Ἔχουν οἱ νύχτες. Κι’ ἀγρυπνᾶ πρόσαργα τὸ χειμῶνα
Κάποιος στὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ καὶ μὲ τ’ ἀκονισμένο
Σίδερο σκίζει τὰ δαδιά, κι’ ὡς τόσο μὲ τραγοῦδι
Παρηγορᾶ τοὺς μακρυνοὺς τοὺς κόπους ἡ συμβία
Συροκελῶντας τὸ ἠχερὸ τὸ χτένι στὰ στημόνια,
Ἢ καὶ στὲς φλόγες τὸ γλυκὸ χυμὸ τοῦ μούστου βράζει,
Ξαφρίζοντας τοῦ λεβετιοῦ, ποῦ τράζεται, τὸ χόχλο
Μὲ φύλλα. Μὰ θερίζονται μὲς τὴν καρδιὰ τῆς ζέστας,
Τὰ κόκκινα γεννήματα, καὶ στὴν καρδιὰ τῆς ζέστας
Στ’ ἀλώνια ξεσπορίζονται τ’ ἀπόξερα σιτάρια.
Σπέρνε γυμνός· ἀλάτρευε γυμνός· τί τὸ χειμῶνα
Ἄνεργοι μένουν οἱ γεωργοί, καὶ τὸ συνέμπασμά τους
Οί δουλευτάδες γεύονται συχνὰ μὲ τὲς κρυάδες,
Κι’ ἀλλήλως τους χαιράμενοι φροντίζουν γιὰ συμπόσια.
Καλεῖ ὁ χειμῶνας σὲ γιορτὲς καὶ καταλύει τὲς ἔγνοιες,
Καθὼς τὰ πλοῖα σὰν ἔρχονται γιομᾶτα στὸ λιμάνι
Κ’ οἱ ναύτες μὲ χαρές κρεμοῦν στὴν πρύμνη τους στεφάνια.
Κ’ εἶνε ὄμως τότες ὁ καιρὸς τὰ μύρτα τὰ αἱματένια,
Οἱ ἐληές, τὰ δαφνοκούκουτσα, καὶ τὰ δεντροβαλάνια
Νὰ μαδηθοῦν, συρτοθηλειὲς γιὰ γερανοὺς καὶ δίχτυα
Γιὰ λάφια τότες νὰ στηθοῦν νὰ ξατρεχτεῖ ὁ μακραύτης
Λαγός· κι’ αὐτὸς ποῦ τὰ σκοινιὰ στριφογυρνᾶ σφεντόνας,
Βαλεαρικῆς ἀπὸ στουππί, ζαρκάδι νὰ τρυπήσει,
Ἐνῶ τὸ χιόνι κοίτεται ψηλὰ καὶ κατεβάζουν
Οἱ ρεματιὲς τῶν ποταμῶν κομματισμένους πάγους.


Καὶ τί γιὰ τἄστρα θένα πῶ, καὶ τί γιὰ τὰ δρολάπια
Τοῦ χινοπώρου; Τί γι’ αὐτὰ ποῦ πρέπει νὰ προσέχουν
Οἱ ἄνθρωποι, σὰ γένονται μικρότερες οί μέρες
Κ’ οἱ ζέστες μαλακώτερες; ἢ τὸν καιρὸ ποὺ φεύγει
Ἡ ἄνοιξη ἡ βρεχάμενη καὶ σὰν ἀναγριτσιάζει
Τ’ ἀστακωμένο γέννημα στοὺς κάμπους καὶ φουσκώνουν
Στὸ φλέστρο τους τὸ πράσινο γαλατερὰ τὰ στάρια;
Ἐγὼ συχνά, κι’ ἀφοῦ ὁ γεωργὸς ἐπῆρε στὰ χωράφια
Τὰ κίτρινα τὸ θεριστή, κι’ ἀφοῦ εἶχε σπάσει κι’ ὄλας
Κριθάρια ἀπ’ τὰ λιγάθινα τὰ φλέστρα, τῶν ἀνέμων
Εἶδα παντοῦθε ὁρμητικὰ ν’ ἀνταμωθοῦν οἱ ἀμάχες,
Ποῦ ἀναπελλοῦσαν τὰ σπαρτὰ τὰ πολυβαρεμένα
Ἀπὸ τὰ βάθη, ξίριζα, τἀψήλου ρίχνοντάς τα. -
Μὲ μαῦρο ἀνεμοστρούφουλα τἀνάλαφρο τὸ φλέστρο
Καὶ τὸ πετούμενο ἄχυρο παίρνει ὁ χειμῶνας ὅμοια. -
Πλῆθος ἀρίφνητο νερὰ συχνὰ πλακόνουν κι’ ὅλας
Τὸν οὐρανό, καὶ τἄσκημο δρολάπι κουλουμόνουν
Γνέφια, ποῦ ἀπὸ τὸ πέλαγο μαζεύονται γιομάτα
Μαῦρες βροχάδες, καὶ κυλᾶ ὁ τρίψηλος αἰθέρας,
Καὶ τὰ χαρούμενα σπαρτὰ καὶ τῶν βωδιῶν οἱ κόποι
Σαχλιάζουν στὰ δαρτὰ νερά, γιομίζουν τὰ χαντάκια,
Φουσκόνουν στὸ κρεββάτι τους οἱ ποταμοὶ βροντῶντας,
Κ’ ἡ θάλασσα μὲ τ’ ἀφριστὰ τὰ κύματά της βράζει.
Ὁ Δίας μὲ χέρι ἀστραφτερό μὲς τῶν γνεφιῶν τὸ σκότος
Ρίχνει τ’ ἀστραποπέλεκο. Τὴ γῆς τὴν τρισμεγάλη
Σεισμὸς ταράζει· ἐχάθηκαν τ’ ἀγρίμια· καὶ στὸν κόσμο
Δειλιάζει τρόμος ταπεινὸς τ’ ἀνθρώπινα τὰ σπλάχνα.
Αυτὸς μὲ βόλι φλογερὸ τὸν Ἄθο ἢ τὴ Ροδόπη
Ἢ τὰ Κεραύνια τὰ ψηλὰ χτυπᾶ· διπλόνει ὁ Νότος,
Ὡς κ’ οἱ βροχάδες οἱ πυκνές· καὶ τώρα κλαῖν τὰ δάσα.
Καὶ τωρὰ κλαῖνε κ’ οἱ γυαλοὶ γιὰ τ' ἀπεικὰ φυσούνια.
Αὐτὸ φοβούμενος κ’ εσὺ θένα τηρᾶς τοὺς μῆνες
Καὶ τοὺς πλανῆτες τοὐρανοῦ καὶ ποῦ τοῦ Κρόνου τἆστρο
Αποτραβιέται τὸ ψυχρό, κ’ ἡ φλόγα τῆς Κυλλήνης
Μὲ τί περιγυρίσματα στὸν οὐρανὸ πλανιέται.
Τὸ πρῶτο ἀπ' ὅλα τοὺς θεοὺς θένα τιμᾶς καὶ κάθε
Χρονιὰ θὰ κάνεις τῆς τρανῆς τῆς Δήμητρας θυσίες.
Στὸ χόρτο τὸ γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα.
Σύντα σωθοῦν τῆς χειμωνιᾶς οἱ τελευταῖες ἡμέρες
Κι’ ἀρχίσει κι’ ὅλας ἠ ἄνοιξη μὲ τὲς καλοκαιρίες.
Παχειὰ εἶνε τότες καὶ τἀρνιά, καλότατα τ’ ἀκρᾶτα,
Τότες κ’ οἱ ὕπνοι εἶνε γλυκοὶ κ’ οἱ ἰσκιὲς πυκνὲς στὰ ὅρη.
Γιὰ σὲ ἂς τιμᾶ τὴ Δήμητρα τοῦ κάμπου ἡ νεολαία
Ὅλη, καὶ σὺ γιὰ λόγου της ἂς λυώνεις τὲς κηρῆθρες
Στὸ γάλα καὶ στὸ νόστιμο τὸ χάρισμα τοῦ Βάκχου·
Καὶ τρεῖς φορὲς ὁλόγυρα στοὺς νέους καρποὺς ἂς ἔρθει
Τὸ θῦμα τὸ εὐτυχιστικὸ ποῦ θὰ τὸ συνοδεύουν
Σύντροφοι ἀναγαλλιάζοντας κι’ ὅλοι οἱ τραγουδιστάδες
Μὲ τὲς φωνές τους κράζοντας τὴ Δήμητρα στὰ σπίτια.
Καὶ κόσσα κάτου ἀπ’ τὤριμο τἄστάκι ἂς μὴν ποθώσει
Κανείς, ἂ γιὰ τὴ Δήμητρα δὲ στεφανώσει πρῶτα
Μὲ ἰδρὺ πλεχτὸ τὸ μέτωπο κι’ ἀνίσως πρὶν δὲν κάμει
Ἀσύστατα κουνήματα κι’ ἂ δὲν εἰπεῖ τραγούδια.


Γιὰ νὰ μποροῦμε κι’ ὅλα ἐμεῖς μὲ θετικὰ σημεῖα,
Τοῦτα νὰ προγνωρίζουμε: κάψες, βροχὲς καὶ ἀνέμους
Ποῦ τὲς κρυάδες ὁδηγοῦν, ἐδιόρισε ὁ πατέρας
Ὁ Δίας τὶ τὸ μηνιάτικο φεγγάρι θὰ ὁρμηνεύει,
Μὲ τὶ ἄστρο πέφτουν οἱ νότιες, συχνὰ τὶ βλέπει ὁ ἐργάτης
Τόμου κρατεῖ σιμώτερα στοὺς σταύλους τὰ κοπάδια.
Ἀμέσως σὰ θὰ σηκωθοῦν ἀνεμικὲς ἢ ἀρχίζει
Ἀνήσυχο τὸ μάμαλο τῆς ἅρμης νὰ φουσκόνει,
Καὶ στὰ ψηλότερα βουνὰ ν’ ἀκούγεται ἕνας κρότος
Ξερός, ἢ ἀνακατόνοντας στὰ μακρυνὰ αντηχῶντας
Οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τοῦ δρυμοῦ περσεύει τὸ μουρμοῦρι.
Καὶ μεταβιᾶς τἀπόζαβα σκαριὰ φυλάει τὸ κῦμα.
Τόμου γοργὰ οἱ βουτουναριὲς πετοῦν ἀπὸ τὴ μέση
Τῆς θάλασσας καὶ στοὺς γιαλοὺς τὰ κράσματά τους φέρνουν,
Παίζουν στὴν ξέρη οἱ κόλυμποι καὶ παραιτοῦν τὲς λίμνες
Τὲς γνωρισμένες οἱ ρωδιοὶ στὰ σύγνεφα πετῶντας.
Σὰν περιμένονται ἄνεμοι συχνὰ θὰ βλέπεις κι’ ὅλας
Ἄστρα νὰ χύνονται μ’ ὁρμή, καὶ στῆς νυχτὸς τὸ σκότος
Ὀπίσω τους ν’ ἀσπρολογοῦν μακρὲς ἀράδες φλόγας·
Συχνὰ ν’ ἀεροστέκονται καὶ τὰ πεσμένα φύλλα
Καὶ τἄχυρο τἀνάλαφρο, καὶ στῶν νερῶν τὴν ὄψη
Νὰ παιγνιδοῦν πλεούμενα φτερά. Μὰ σὰν ἀστράφτει
Ἀπὸ τὸ μέρος τ’ ἀγροίκοῦ Βορηᾶ καὶ σὰ βροντάει
Τοῦ Εὔρου καὶ τοῦ Ζέφυρου τὸ σπίτι, τότε οἱ κάμποι
Ἔπλεξαν, πές, μ’ ὁλόγιομες τὲς σοῦδες κι’ ὅλοι οί ναῦτες
Στὴ θάλασσα τὸ ὁγρὸ παννί μαζεύουν. Καὶ ποτέ της
Ἀνειδοποίητα ἡ βροχή δὲν ἔβλαψε: ἢ τὴ φεύγουν,
Ὅταν ἀνασηκόνεται, τἀνάερα τὰ γεράνια
Στὲς λαγγαδιὲς τὲς χαμηλὲς, ἢ μ’ ἀνοιχτὰ τἀρθούνια
Κοιτάζοντας τὸν οὐρανὸ ρουφᾶ ἡ δαμάλα ἀέρα,
Ἢ γύρου στὰ λιμνιὰ πετᾶ λαλῶντας χελιδόνι
Καὶ οἱ βαθρακοὶ τὸ μάλωμα τἀρχαῖο στὸ βάλτο ψάλλουν·
Κι’ ἀπ’ τὸ γιατάκι τὸ κρουφὸ βγάζει συχνὰ τ’ αὐγά του,
Περνῶντας πάντα στὸ στενὸ στρατί του τὸ μερμῆγκι,
Κ’ ἡ δόξα πίνει τὸ νερό, κ’ οἱ κόρακες φουσᾶτο,
Γυρίζοντας ἀπὸ βοσκή, σὰν τὸ μεγάλο ἀσκέρι,
Μὲ τὲς φτεροῦγες ἄκοπα πολλὴν ἀντάρα κάνουν.
Τὰ διάφορα πετούμενα τῆς θάλασσας κ’ ἐκεῖνα
Ποῦ περπελλοῦν στ’ ἀνάλατα βιβάρια τοῦ Καΰστρου,
Ὁλόγυρα ἀπὸ τ’ Ἀσιακὰ λιβάδια, θένα βλέπεις
Νὰ χύνουν ἄφτονες βροχὲς στοὺς νώμους τους μὲ ζῆλο,
Καὶ πότε τὸ κεφάλι τους στὰ κύματα νὰ γδόνουν,
Πότε νὰ τρέχουν στὰ νερά, καὶ πάλι θὰ τὰ βλέπεις
Νὰ λαχταρᾶν τὸ βιαστικὸ τὸ λούσιμο τουκάκου.
Κράζει βροχάδες κ’ ἡ μιαρὴ κουρούνα μὲ τὴν πλέρια
Φωνὴ καὶ μόνη στὸ στεγνὸ ἀκρογιάλι σεργιανάει,
Καὶ μάλιστα κ’ οἱ κορασιὲς ποῦ τὸ μαλλὶ τὴ νύχτα
Γρένουν, γνωρίζουν τὸν καιρὸ τὸν ἄσκημο σὰ βλέπουν
Τὸ λάδι νὰ σπιθοβολᾶ στὸν ἀναμμένο λύχνο
Καὶ νὰ μορφόνονται σαπρὲς καψάθρες στὸ φυτίλι.


Κι’ ἀπ’ τὴ βροχὴ θὲ νὰ μπορεῖς τὲς ξαστεριὲς ποῦ ἀρχίζουν
Καὶ τὲς λιακάδες νὰ προϊδεῖς κι’ ἀπό σημάδια βέβαια
Νὰ τὲς γνωρίζεις: ἐπειδὴ τῶν ἄστρων τότε ἡ λάμψη
Δὲ θένα φαίνεται θαμπή· σὰ βγαίνει τὸ φεγγάρι
Στὴν κοκκινάδα τοῦ ἀδερφοῦ δὲ θάνε ὑποταγμένο·
Δὲ θὰ γυρίζουν σύγνεφα ψιλὰ σὰν ἀρνοπόκια
Στὸν οὐρανό· καὶ στοὺς γιαλούς, στὸ χλιαρὸ τὸν ἥλιο,
Δὲ θὲ ν’ ἀνοίγει τὰ φτερὰ τἀγαπημένο τὸ ὄρνιο
Τῆς Θέτιδας, καὶ νὰ σκορποῦν δὲ θὰ θυμοῦνται οἱ χοῖροι
Τἄδετα τὰ χερόβολα μὲ τ’ ἄπαστρό τους στόμα.
Μὰ τότες πέφτουν χαμηλὰ τὰ γνέφια καὶ στὸν κάμπο
Ἀπλόνονται· καὶ βλέποντας τὸ κάθισμα τοῦ ἥλιου,
Ἀπ’ τὴν ψηλότερη κορφή, τοῦ κάκου ἡ κουκκουβάγια
Τὰ βραδιανὰ τραγούδια της ἀρχίζει. Ξαναφαίνει
Ὁ Νῖσος ψηλοπέταχτος στὸν καθαρὸν ἀέρα
Κ’ ἡ Σκύλλα γιὰ τὴν πορφυρὴ τὴν κόμη τιμωριέται.
Ὅπου κι’ ἂ σκίζει φεύγοντας ἐκείνη τὸν αἰθέρα
Τὸν ἀλαφρό, νάτος ὁ ὀχτρός, ὁ φοβερὸς ὁ Νῖσος,
Μὲ σαλαγὴ τὴν κυνηγᾶ μεγάλη μὲς τὲς αὖρες·
Κ’ ἐκεῖ ποῦ ὁ Νῖσος χύνεται στὲς αὖρες, φεύγει ἐκείνη
Γοργὰ καὶ σκίζει τὸ φτερὸ τὸν ἀλαφρόν αἰθέρα.
Τότες τρεῖς τέσσερις φορὲς ἀπό τὸ στενεμένο
Λαροῦγγι τους οἱ κόρακες φωνὲς καθάριες βγάζουν,
Καὶ στὲς ψηλές τους τὲς μονιές, δὲν ξέρω γιὰ ποιὰ γλύκα,
Καλόρεχτοι περσότερο παρὰ ὅσο συνειθίζουν
Μέσα στὰ φύλλα ἀλλήλως τους συχνὰ κάνουν ἀντάρες,
Καὶ ξαναβλέπουν μὲ χαρές, σὰν παύουν οἱ βροχάδες,
Τἀνήλικα τὰ τέκνα τους καὶ τὴ γλυκεία φωλιά τους.
Καὶ δὲν πιστεύω ἀληθινὰ πῶς θεϊκιὰ ἔχουν φύση,
Ἢ γνώση τῶν μελλάμενων περσότερη, μὰ βέβαια,
Σὰν οἱ φουρτοῦνες κ’ οἱ ἄστατες νοτιὲς τὸ δρόμο ἀλλάξουν
Κι’ ὅταν ὁ Δίας βροχερνὸς πυκνώσει μὲ τοὺς Νότους
Ὅσα ἦταν λίγο πρὶν ἀρηὰ καὶ ξαναρηώσει ὅσα ἦταν
Πυκνά, τὰ εἴδη τῶν ὁρμῶν ἀλλάζουν καὶ στὰ στήθια
Τώρα ἄλλα ἀκοῦν κουνήματα, κι’ ἄλλα σὰν οἱ ἀνέμοι
Τὰ γνέφια ἐφέρναν. Τῶν πουλιῶν ἐδῶθε οἱ τραγουδίες
Στοὺς κάμπους, καὶ τὰ γελαστὰ κοπάδια, κ’ οἱ κοράκοι
Ποῦ σκούζουν μὲ τὸ λάρυγγα κι’ ἀπὸ χαρὰ ἀλαλάζουν.


Μὰ κι’ ἂν τηρᾶς τὸ γλίγωρον τὸν ἥλιο ἢ τὰ φεγγάρια,
Ποῦ ξακλουθιῶνται ταχτικά, δὲ θένα σὲ γελάει
Καμία φορὰ τὸ ἀντίμερο καὶ δὲ θὰ σὲ ξαφνίσουν
Οἱ δόλοι ξάστερης νυχτός. Ἀνίσως τὸ φεγγάρι,
Σὰ συμμαζεύει στὴν ἀρχὴ τὲς στιὲς ποῦ ξαναγέρνουν,
Μαῦρον ἀέρα περικλεῖ στἄφεγγα κέρατά του,
Βροχάδες γιὰ τὸ πέλαγο καὶ γιὰ τοὺς δουλευτάδες
Μεγάλες ἑτοιμάζονται. Μὰ ἀνίσως κοκκινάδες
Τοῦ χύνονται στὸ πρόσωπο παρθενικές, ἀέρας
Θὲ νἄρθει. Ἡ Φοίβη πάντα της μ’ ἀέρες κοκκινίζει.
Ἂν τὸ ἐναντίο τὴν τέταρτην ἡμέρα (γιατὶ αὐτὴ εἶνε
Ἡ θετικώτερη πηγή) στὸν οὐρανὸ διαβαίνει
Καθάριο καὶ μὲ μυτερὰ τὰ κέρατα, ὅλη ἡ μέρα
Ἐκείνη, κι’ ὅσες ἀπὸ αὐτὴν γεννιῶνται, ὡς νὰ τελειώσει
Ὁ μήνας, θάνε ἀνίδεες ἀπὸ βροχὴ κι’ ἀνέμους,
Κι’ ἄβλαβοι οἱ ναῦτες στοὺς γιαλοὺς τὰ τάματα θὰ πάρουν
Στὸ Μελικέρτη τῆς Ἰνώς, στὸ Γλαῦκο, στὴν Πανόπεια.
Κι’ ὁ ἥλιος θὰ σοῦ προβοδᾶ σημάδια, σὰν προβάλλει
Κι’ ὅταν στὸ κῦμα κρούβεται· τὸν ἥλιο συντροφεύουν
Σημάδια θετικώτατα· καὶ μέρος τους μαζῆ του
Ἐκεῖνος φέρνει τὴν αὐγὴ κι’ ἄλλα σὰ βγαίνουν τἆστρα.
Ὅταν αὐτός, σὲ σύγνεφο κρουμμένος, μὲ κουκκίδες
Τὸ πρῶτο του τ’ ἀσήκωμα πλουμίζει καὶ τὴ μέση
Τοῦ δισκαριοῦ του ἀνατραβᾶ, βροχὲς θὲ νὰ ὑποψιάσεις,
Τὶ βλαβερὸς γιὰ τὰ σπαρτά, τὰ ζᾶ, τὰ δέντρα ὁ Νότος
Πλακόνει ἀπὸ τὸ πέλαγο. Κι’ ὅταν, σὰν ξημερόνει,
Μέσα στὰ γνέφια τὰ πυκνὰ ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες,
Κι’ ὅταν ἀχνὴ προβάλλει ἡ Αὐγὴ τὴν κλίνη παραιτῶντας
Τὴν κίτρινη τοῦ Τιθωνοῦ, ἄχ κακοδιαφεντεύει
Τότες τὸ κλῆμα τὤριμο σταφύλι του· βροντῶντας
Πλήθιο χαλάζι τρομερὸ χοροπηδᾶ στὲς σκέπες.
Κι’ ὅταν, σὰν περιδιάβηκε τὸν οὐρανό, μισεύει,
Σοῦ ἀξίζει περισσότερο καὶ τοῦτο νὰ θυμάσαι,
Γιατὶ συχνὰ τὰ διάφορα χρώματα νὰ πλανιῶνται
Στὸ πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοῖ βροχὲς τὸ μαῦρο,
Σιρόκους τὸ κοκκινωπὸ σὰ στιά, μὰ τὸ ἐναντίο,
Ἂ μὲ τὴ στιά τὴ λαμπερὴ νὰ σμίγουν καὶ κηλίδες
Ἀρχίζουν, τότες θένα ἰδεῖς τὰ πάντα ν’ ἀναβράζουν
Μὲ ἀέρες καὶ μὲ σύγνεφα. Κανεὶς αὐτὴν τὴ νύχτα
Νὰ ταξιδεύω πέλαγα δὲ θένα μὲ ὁρμηνέψει,
Ἢ νὰ ξεσπάσω ἀπὸ τὴ γῆς τοῦ καραβιοῦ τὸν κάβο.
Μὰ ἂν εἶνε ὁ δίσκος φωτεινός, σὰν τὴν ἡμέρα φέρνει,
Ἡ κρούβει ἐκείνην ποῦ ἔφερε, θὰ σκιάζεσαι τοῦκάκου
Κατακλυσμούς, καὶ θένα ἰδεῖς τὰ δάσα νὰ κινιῶνται
Μὲ τὸν καθάριο τὸ βορηᾶ. Καὶ τέλος τὶ θὰ φέρει
Τἀπόβραδο καὶ τὶ ὁ Νοτιᾶς ὁ ὁγρὸς στὸ νοῦ του βάζει,
Καὶ ποῦθε ὁ ἀέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θὰ φέρει,
Ὁ ἥλιος δείχνει· ποιὸς τολμᾶ τὸν ἥλιο νὰ πεῖ ψεύτη;
Συχνορμηνεύει κι’ ὅλα αὐτὸς πῶς μυστικὲς ἀντάρες
Βράζουν κι’ ἀπάτες καὶ κρουφοὶ πολέμοι ἀναφουσκόνουν.


Αὐτός, κι’ ὅταν ὁ Καίσαρας ἐτέλειωσε, τὴ Ρώμη
Λυπήθηκε, ἀφοῦ ἐσκέπασε τ’ ἀστραφτερὸ κεφάλι
Μ’ ἄφεγγη σιδεροσκουριὰ καὶ μ’ ἀναιώνια νύχτα
Ὁ ἴδιος ἐφοβέρισε τὰ βλάστημα τὰ χρόνια.
Κι’ ὅμως σ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸ κ’ οἱ θάλασσες κ’ οἱ ξέρες,
Καὶ τὰ ὄρνια τὰ πειραχτικά κ’ οἱ βρωμερὲς οί σκῦλες
Ἐπρομηνοῦσαν τὸ κακό. Πόσες φορὲς τὴν Αἶτνα,
Ποῦ τἀνοιχτὰ καμίνια της ἐκυματοβολοῦσαν,
Τὴ βλέπαμε στοῦ Κύκλωπα τοὺς κάμπους νὰ ξεβράζει,
Καὶ σφαῖρες φλόγας καὶ λυωτὰ λιθάρια νὰ κυλάει;
Κι’ ἄχοὺς ἀρμάτων ἄκουσε στοὺς οὐρανοὺς ὁλοῦθε
Ἡ Γερμανία, κ’ ἐτάραξαν σεισμοὶ σπάνιοι τὲς Ἄλπες,
Κι’ ἀγρίκησε ἀπεικιὰ φωνὴ στἀμίλητα ρουμάνια
Ὁ κόσμος, κ’ ἴσκιους ἔβλεπε τὲς νύχτες στὰ σκοτάδια,
Τόσο χλωμοὺς ποῦ ἐξένιζε· κ’ ἐμίλησαν τὰ ζώα.
(Ὢ θάμασμα) · καὶ σταματοῦν οἱ ποταμοὶ καὶ χάσκει
Ἡ γῆς· καὶ μέσα στοὺς ναοὺς τὸ φίλντισι θλιμμένο
Δακρύζει καὶ τὸ χάλκωμα νοτεύει ἀπὸ τὸν ἴδρο.
Καὶ πλημμυρίζει ὁ Ἠριδανὸς, τῶν ποταμῶν ὁ ρήγας,
Τὰ δάσα στραμπουλίζοντας μὲ μανιακὴ ρουφήχτρα
Καὶ τὰ κοπάδια σύσταυλα παντοῦ στοὺς κάμπους φέρνει.
Δέν ἔπαψαν νὰ φαίνονται στὰ σκούτουφλα τὰ σπλάχνα
Νευρούδια ποὺ ἐφοβέριζαν, δὲν ἔπαψε νὰ βγαίνει
Συναῖμα ἀπὸ τὰ βρυσικὰ πηγάδια καὶ τὴ νύχτα
Ἀπὸ τοὺς λύκους ποῦ οὔρλιαζαν ν’ ἀντιλαλοῦν οἱ χώρες.
Ἄλλες φορὲς περσότερα βόλια δὲν ἔχουν πέσει
Ἀπὸ τὸν ξάστερο οὐρανὸ καὶ δὲν ἐφλογιστῆκαν
Τόσοι κομῆτες ἄραχνοι. Γι’ αὐτὸ ξανάειδαν πάλι
Οἰ Φίλιπποι ν’ ἀνταμωθοῦν, ἀλλήλως τους ἐνάντια,
Ὅμοια φορῶντας ἄρματα τ’ ἀσκέρια τῶν Ρωμαίων·
Κ’ οἱ ἀθάνατοι δὲν ἔκριναν ἄπρεπο νὰ παχύνουν
Τὴν Ἠμαθία δυὸ φορὲς καὶ τἀνοιχτὰ λιβάδια
Τοῦ Αἵμου μὲ τὸ αἷμα μας. Στἀλήθεια θάρθει ἡ ὥρα,
Ποῦ ἀναγυρίζοντας τὴ γῆς μὲ τὸ γυρτὸ τὸ ἀλέτρι,
Ὁ ζευγουλάτης θένα βρεῖ ξιφάρια φαγωμένα
Ἀπὸ τὴ σκούρια τὴ ροβή. Μὲ τὲς βαρειὲς ἀξίνες
Κούφια μουριόνια θὰ χτυπᾶ, καὶ κόκκαλα τεράστια
Στἀνασκαμμένα μνήματα μὲ θαμασμὸ θὰ βλέπει.


Ὦ πατρικοὶ ντόπιοι θεοί, καὶ Ρώμυλε καὶ Ἑστία
Μητέρα ποῦ τὸν Τίβερη φυλᾶς καὶ τὰ Παλάτια
Τῆς Ρώμης, μὴ μποδίσετε τοὐλάχιστο τὸ νέο
Τοῦτον ἐδῶ τἀνάποδα τὰ χρόνια νὰ συντρέξει!
Ἀπὸ καιροὺς τώρα ἀρκετὰ ξεπλύναμε στὸ αἷμα
Τῆς Τροίας τῆς Λαομεδοντικῆς τοὺς ἄδικους τοὺς ὅρκους,
Ἀπὸ καιροὺς μᾶς σὲ φτονοῦν, ὦ Καίσαρα, τοῦ Ὀλύμπου
Τὰ ἀνάχτορα καὶ κλαίονται, πῶς ἔχεις ἔγνοια ἀκόμα
Γιὰ τοὺς θριάμβους τῶν θνητῶν, ποῦ γιὰ κεινοὺς τὸ δίκηο
Ἀλλάχτηκε καὶ τ’ἄδικο: κ’ ἦρθαν στὸν κόσμο τόσοι
Πολέμοι καὶ τὰ κρίματα τόσες μορφὲς ἐλάβαν.
Οὔτε ἕνας, καθὼς πρέπεται, τ’ ἀλέτρι δὲν τιμάει,
Στρατιῶτες σέρνονται οἱ γεωργοί, χερσόνουν τὰ χωράφια.
Και λυόνονται τὰ γυριστὰ δρεπάνια γιὰ νὰ γένουν
Σκληρὰ σπαθιά. Ἀπὸ δὼ κινᾶ τὸν πόλεμον ὁ Εὐφράτης.
Ἡ Γερμανία ἀπὸ τὰ ἐκεῖ· καὶ τἄρματα σηκόνουν
Οἱ χῶρες οἱ γειτόνισσες χαλῶντας τὲς συνθῆκες.
Καὶ ἀνεύλαβος λυσσομανᾶ σ’ ὅλον τὸν κόσμο ὁ Ἄρης,
Καθώς, ὅταν τὰ τέθριππα χυθοῦν ἀπὸ τὸ κλεῖσμα,
Περσεύουν πάντα τὴν ὀρμή, καὶ τὸν ἁμαξηλάτη,
Ὁποῦ τοῦ κάκου ἀνατραβᾶ τὰ γκέμια, συνεπαίρνουν
Τἀλόγατα καὶ στὰ λουριὰ δὲν πείθεται τ’ ἁμάξι.