Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886/Περιήγησις

Από Βικιθήκη
Γελοιογραφικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1886
Συγγραφέας:
Περιήγησις


Ἀναμνήσεις τοῦ μελοδραματ. θιάσου τῶν «Ὀλυμπίων».

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Πανταχοῦ τὴν τροφὴν καὶ εὐτυχίαν του ἐζήτησεν ὁ ἄνθρωπος, διότι ἡ μὲν τρέφει τὸ σῶμα, ἡ δὲ τὴν ψυχὴν, ἂν καί τινες δὲν παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ, ἀλλ' ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ φωσφορική τις ἀναλαμπή τοῦ καλῶς τρεφομένου σώματος. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι κἄπως ἔχουσι δίκαιον, διότι καὶ σὺ ὡραία ἀναγνώστρια, μόνον ὅταν φάγῃς καλῶς, ὅταν ἐνδυθῇς κατὰ τὸν τελευταῖον συρμὸν τῶν Παρισίων, ὅταν νίψῃς τὸ ἁβρόν σου σῶμα μὲ σάπωνα τοῦ θρίδακος ἀρωματώδη, ὅταν καμαρώσῃς τὴν μέσην σου εἰς τὸν καθρέπτην, τότε μόνον θὰ ἀποφασίσῃς νά ἀναγνώσῃς τὸν Βαλζάκ ἢ ποιητήν τινα ῥωμαντικὸν, θὰ κρούσῃς ἐπὶ τοῦ κλειδοκυμβάλου περιπαθεῖς τόνους τοῦ Δονιζέτη ἢ μεθυστικοὺς χοροὺς τοῦ Στράους· τότε μόνον πλέον ἀρχίζεις νὰ αἰσθάνησαι ὅτι δὲν εἶσαι κοῦκλα ἀλλὰ ὅλη ψυχὴ, ψυχὴ ἀξία λατρείας μυρίων ἐρώτων. Τότε εἶσαι πράγματι εὐτυχὴς, ἂν καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς εὐτυχίας σου αἰσθάνεσαι ὅτι σοῦ λείπει μυστακοφόρος τις ἱππότης, ἐὰν ἀγαπᾷς τὰ χρυσᾶ ἐνδύματα καὶ τοὺς χοροὺς τῶν ἀνακτόρων ἢ ὠχρός τις ποιητὴς, ἐὰν ἦσαι φίλη τοῦ ῥομαντισμοῦ.

Περὶ τῆς εὐτυχίας ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ὅπως καὶ περὶ τῆς ὑπανδρείας, ἔχουσι διαφόρους ἰδέας ἀναλόγους τῆς ἀναπτύξεώς των, τῆς ἀτμοσφαιρικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες τοὺς περιστοιχίζουσι. Σὺ λόγου χάριν ἴσως νομίζεις, ὅτι δύνασαι νὰ εὕρῃς τὴν εὐτυχίαν εἰς τὰς ἀγκάλας μελαγχρινοῦ τινος λοχαγοῠ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπεχθάνομαι ὅταν καταλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν.

Ὁ Ἕλλην εὑρίσκει τὴν εὐτυχίαν του εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ὁ Ἰταλὸς εἰς μίαν μελῳδίαν τοῦ Βελλίνη, ὁ Γερμανὸς ἐντὸς ἑνὸς ποτηρίου ζύθου, ὁ Ἄγγλος ἐν τῇ μέθῃ καὶ ὁ Τοΰρκος εἰς τὸ ὄπιον· ἂν ἀφήσωμεν δὲ τὰς ἐθνικότητας κατὰ μέρος καὶ συλλάβωμεν ἐκ τοῦ ὠτὸς τὰ ἄτομα βλέπομεν, ὅτι ἡ πάσχουσα σύζυγος εὑρίσκει τὴν εὐτυχίαν εἰς τὰ λουτρά τῶν Μεθάνων, ὁ ἀπατηθεὶς ἐραστὴς εἰς τὴν μέθην καὶ τὸ χαρτοπαίγιον, ὁ ἐν κακοῖς γηράσας εἰς τὴν θέαν τῶν κορασίδων καὶ ὁ αἰσθανόμενος πλῆξιν καὶ ἀνίαν τοῦ βίου εἰς τὰς περιηγήσεις καὶ τὰ ταξείδια. Τὴν ἀνάγκην μάλιστα τῶν ταξειδίων αἰσθάνεσαι, ὡραία ἀναγνώστρια, πολὺ περισότερον ὅταν ἦσαι ἢ Ἀγγλικῆς κατασκευῆς ἢ κάτοικος τῶν κλασικῶν Ἀθηνῶν κατὰ το κονιορτῶδες καὶ καυστικὸν θέρος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ βίος ἀποβαίνει καταδίκη. Τότε ἐπιθυμεῖς ἴσως νὰ εὑρίσκεσο εἰς τὴν ὡραίαν Ἰταλίαν ἢ εἰς τὰς ἀρωματώδεις Ἄλπεις ἢ εἰς τὰ Ἠλύσια, οὐχὶ τῶν ἀρχαίων ἀλλὰ τῶν Παρισίων. Ὅλα ὅμως αὐτὰ εἶναι ζητήματα χρὸνου καὶ χρημάτων καὶ σεῖς αἱ γυναῖκες δυστυχῶς δὲν γνωρίζετε πῶς ἀποκτῶνται τὰ χρήματα. Ἀλλὰ μὴ λυπεῖσθε, κυρίαι μου. Τάχα τί σημαίνει ἐὰν δὲν ἴδητε τὴν πραγματικὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν ἰδῆτε χαρτίνην εἰς τὴν σκηνὴν τῶν Ὀλυμπίων. Ἔλθετε νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν παράστασιν τῆς Loucretia Borgia καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν διαστήματι δύο ὡρῶν θὰ περιηγηγῶμεν ὁλόκληρον τὴν Φερράραν καὶ τὴν Βενετίαν· θὰ τραγουγήσωμεν ἐντὸς μιᾶς γόνδολας τὸ ναυτικὸν ἆσμα O! Venetia! benedetta la regina sei del mar. Ψυχὴ μου ρομάντσα! Ἢ μήπως θέλετε νὰ ἰδῆτε τὸ Παρίσι; τότε ἃς ὑπάγωμεν εἰς τὴν παράστασιν τοῦ γέρω-Μαρτὲν ἢ τῶν δύο ὀρφανῶν. Μήπως θέλετε νὰ ἰδῆτε τὴν Αἴγυπτον; τότε ἃς ὑπάγωμεν εἰς τὴν παράστασιν τῆς Ἀϊδᾶς, ἄν ὅμως θέλετε νά ἰδῆτε τὸν Βεσοῦβιον ἃς ὑπάγωμεν εἰς τὴν παράστασιν τῆς Ἰόνης. Ἀλλὰ βλέπω, ὡραία ἀναγνώστρια, ὅτι σιγᾶτε, μήπως θέλετε ἄραγε νὰ ὑπάγητε εἰς τοὺς οὐρανούς; Τίς ἠξεύρει εἶσθε γυνὴ καὶ πιθανὸν καὶ τοῦτο νὰ ἧναι μία τῶν ἰδιοτροπιῶν σας, ἀλλ' ἐπὶ τέλους ἴσως ἔχετε δίκαιον, διότι ἐκεῖ ἀνήκετε. Τότε ἃς ὑπάγωμεν κατὰ πρῶτον εἰς τὴν παράστασιν τοῦ Φάουστ, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἀποθέωσιν τῆς Μαργαρίτας. Ἤδη, λάβετε τὸν βραχίονά μου καὶ σᾶς ὑπόσχομαι ἐντὸς δύο μηνῶν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ θέρους νά περιηγηθῆτε σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν ὑφήλιον. Ὁρίσατε εἰς τὸ τραμβάϋ· θὰ σταματήσωμεν εἰς τὰ Ὀλύμπια, ὅπου παίζεται ὁ Φάουστ.

Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ μάλιστα εἰς μικρὸν χωρίον αὐτῆς, ὅπου ἡ ξανθὴ Μαργαρίτα στρέφει τὴν ἠλακάτην της, ᾄδουσα ἀρχαῖον τεκτονικὸν ᾆσμα. Θέλετε τώρα, ὦ ἀναγνώστρια, νὰ μάθητε καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Φάουστ; Αὐτὴν βεβαίως θὰ τὴν γνωρίζετε, διότι πρόκειται περὶ νεότητος, γυναικὸς καὶ διαβόλου καὶ αὐτὰ τὰ τρία πράγματα φαίνεται ὅτι ἔχουσι μεγάλην σχέσιν μεταξύ των. Ἀρκεῖ λοιπὸν ὅτι εἷσθε γυνὴ καὶ μάλιστα ἀνεπτυγμένη. Ἂν ἐρωτᾶτε τώρα καὶ διὰ τὰ πρόσωπα τοῦ θιάσου, κανεὶς δὲν κάμνει τίποτε οὔτε αὐτὸς ὁ Μεφιστεφελῆς, διὰ τὴν ὑποκρινομένην δὲ τὴν Μαργαρίταν δεσποινίδα Monti εἶναι πολὺ βαρὺ τὸ μέρος τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα ἔχει φωνὴν γατίου, ὥστε μόνον ὡς Μαργαρίτα μεταξὺ τῶν γάτων δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ νὰ ὀνομασθῇ Ἀσπρούλα.

Κρίμα, ὅτι τὸν ἀδελφὸν τῆς Μαργαρίτας δὲν ὑπεκρίνετο ὃ Δεζόρζιος! ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ Ὀλύμπιος αὐτὸς Ζεὺς πρέπει καὶ νὰ ἀναπαυθῇ ὀλίγον διότι ἐκοπίασε μέχρι τοῦδε πολὺ καὶ μόνον ἕνεκα αὐτοῦ ἴσως διατηρεῖται καὶ ὁ ὀλυμπιακὸς κόσμος, ἄλλως ὁ κ. Λαμπρούνας καὶ ὅλοι του οἱ θεοὶ θὰ ἐπήγαιναν κατὰ διαβόλου.

— Καὶ ὁ Φάουστ Ἐλίας πῶς σᾶς φαίνεται;

— Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Μεφιστοφελῆς ἀπὸ ὅλα τὰ γεράματα τοῦ ἀφῆκε τὴν βραχνίλα κατὰ τὴν μεταμόρφωσιν.

— Ὤ τί ὡραία, τί ὡραία!

— Τί συμβαίνει;

— Νὰ ἡ ἀποθέωσις.

— Κ' ἐμὲ ἄλλος θεὸς μὲ κατέλαβεν ὃ παντοδύναμος Μορφεύς.

Λοιπὸν αὔριον εἰς τὸ ἑλληνικόν.

— Ὁρίστε εἰς τὸ τραμβάϋ, φιλτάτη ἀναγνώστρια.

— Ποῦ θὰ ὑπάγωμεν;

— Εἰς τὰ Ὀλύμπια, ἀλλὰ εἰς τὸ ἑλληνικὸν, τὴν Γαλάτειαν τοῦ Βασιλειάδου.

— Ἄς εἰσέλθωμεν.

Τὸ θέατρον δὲν εἶναι πλῆρες· δὲν εἶναι πλῆρες, διότι δὲν παριστάνονται οἱ Φυγάδες, οὔτε οἱ Πειραταὶ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ πέσουν φουρνέλα, οὔτε τουφεκιαίς· δὲν εἶναι πλῆρες, διότι δὲν πρόκειται περὶ πληρονομίας τῆς Εὔας Μοραλὲς, οὔτε περὶ ὄφεων καὶ τίγρεων καὶ ποταμῶν καὶ τεράτων καὶ λοιπῶν...δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Θωμᾶ τοῦ παλῃοκαφενὲ, οὔτε περὶ ἰνδῶν καὶ ἐγγλέζων, ἀλλά περὶ λεπτότητος αἰσθημάτων, περὶ ὑψηλῶν ἰδεῶν καὶ περὶ τῶν εὐγενῶν τῆς καρδίας παλμῶν. Πρόκειται περὶ ἔρωτος ὑψηλοῦ, περὶ πάλης τόσων αἰσθημάτων καὶ περὶ καταδίκης τῆς ἀχαριστίας. Καὶ, ἃς τὸ εἴπωμεν μεταξύ μας, φιλτάτη ἀναγνώστρια, φαίνεται ὅτι τὸ Ἀθηναϊκὸν κοινὸν δὲν ἔχει τόσῳ λεπτὸν στόμαχον διὰ νὰ χωνεύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ φαγητὰ, οὔτε τόσῳ λεπτὰ ὦτα διὰ νὰ αἰσθανθῇ τὴν μελῳδίαν ὑψηλῶν ἰδεῶν. Ἰδοὺ διατὶ ἀπόψε δὲν εἶναι πολὺς κόσμος· παρατήρησε μάλιστα ὅτι δὲν χειροκροτοῦνται τά ὡραιότερα μέρη, ἀλλὰ μόνον αἱ κραυγαὶ καὶ φωνασκίαι. Ἴσως τώρα λογιώτατός τις θὰ μᾶς ἔλεγε ὅτι πταίουν οἱ ἠθοποιοὶ, οἱ ὁποῖοι κακοσυνειθίζουν τὸ κοινὸν, μὴ ἀναβιβάζοντες συχνὰ ἐπὶ σκηνῆς ἔργα κλασικά καὶ ὑψηλά. Εἰς τὸν βαρὺν ὅμως παρατηρητὴν ἀπαντῶμεν ὅτι τότε ὅλοι οἱ θεαταὶ θὰ τρέξουν κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν παντομίμαν καὶ ὁ δυστυχὴς Ταβουλάρης θέλει μείνει μετὰ τοῦ θιάσου του καρφωμένος ἐκ τῆς πείνης εἰς τοὺς τοίχους τῆς σκηνῆς ὡς ἄφρων τις χρυσαλλὶς ὑπὸ ἀσπλάγχνου ἐντομολόγου. Ζήτω λοιπὸν ἡ Εὔα Μοραλὲς ἡ ὁποία ἔδωκεν εἰς τοὺς ἠθοποιοὺς ἐκ τῆς κληρονομίας της σχεδὸν τὸ ἥμισυ, ζήτω καὶ τοῦ ἱσπανοῦ Ριβείρου ποῦ τοῦ τὸν πήραμε, ζήτω καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ σκοπευτοῦ, ποῦ τὸν ἐσκότωσε κ' ἐγλύτωσε ὁ κόσμος ἀπὸ τέτοιον ἄτιμον κακοῦργον, ζήτω καὶ τοῦ Θωμᾶ τοῦ Παλῃοκαφενέ!

— Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων φεύγωμεν κ' ἡμεῖς; δὲν βλέπεις ὅτι ὅλοι ἔφυγον ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ δράματος;

— Ὡς βλέπω ἐνυστάξατε, ὡραία μου, λοιπὸν ἃς φύγωμεν; φαίνεται ὅτι σᾶς ἀρέσκουν περισσότερον οἱ Πειραταί· γυναῖκες καὶ πειραταὶ συμφωνοῦν κάλλιστα διότι καὶ οἱ δύο εἶναι ἁρπακτικά θηρία. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὸν Ἀπόλλωνα.

— Ὁρίσατε εἰς τὸ τραμβάϋ, φιλτάτη ἀναγνώστρια, διότι θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸν Ἀπόλλωνα.

— Καὶ τί εἶναι ἀπόψε;

— Ὁ Περιπλανώμενος Ἰουδαῖος.

— Καὶ αὔριον;

— Ὁ Περιπλανώμενος.

— Καὶ μεθαύριον;

— Ὁ Περιπλανώμενος.

— Καὶ ἔπειτα;

— Ὁ Περιπλανώμενος.

— Ὢ θεέ μου! λοιπὸν αὐτὸς ὁ Ἰουδαῖος θὰ καρφώσῃ τόσους χριστιανοὺς ἐπὶ τόσας νύκτας εἰς τὰ ξύλα τοῦ Ἀπόλλωνος!!

— Ναὶ ἀλλ' ἔχει τὸ δρᾶμα τοῦτο τόσας περιπετείας, τόσας σκηνάς, ὥστε θὰ διασκεδάσωμεν· ἄλλως τε καὶ ὁ Ἀλεξιάδης εἶνε ἀμίμητος ὡς γέρων ἀπόμαχος Δαγοβέρτης, θὰ ἴδωμεν καὶ τὸν χορὸν καὶ τόσα καὶ τόσα ἄλλα. Ἰδοὺ ἀνάγεται ἡ αὐλαία καὶ ἀρχίζει ὁ πρόλογος. Πόσαι μεταλλαγαὶ σκηνῶν! Νὰ καὶ ὁ γέρων Δαγοβέρτης, ὁ κύριος Ἀλεξιάδης καὶ μοῦ φαίνεται πῶς καὶ αὐτὸς ἔρχεται διὰ καμμίαν κληρονομίαν, ἥτις ἔπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν καλογήρων, ἐπειδὴ αἱ ἐπίγειοι κληρονομίαι εἷνε ἴσως προτιμώτεραι ἀπὸ τὴν κληρονομίαν τῶν οὐρανῶν.

Τὸ δρᾶμα εἷνε καλὸν διὰ τὴν σύνδεσιν, πρὸ πάντων δι' ἐκείνους οἵτινες δὲν ἀνέγνωσαν τὸ μυθιστόρημα. Ἡμεῖς ὅμως οἵτινες τὸ ἀνεγνώσαμεν, φεύγομεν τὴν τετραέσπερον ὑγρασίαν τοῦ Ἀπόλλωνος, χειροκροτοῦντες τὸν μηχανικὸν τῆς σκηνῆς διὰ τοὺς κόπους του.

Ἄλλο δὲν μᾶς μένει παρὰ ἡ παντομίμα καὶ ὁ Βόλπης μὲ τα ζῷα του. Ἂς εἰσέλθωμεν πρῶτον εἰς τὴν παντομίμαν. Ἰδοὺ ἡ Γενοβέφα, ἡ ὁποία διὰ νὰ δώσῃ φωνὴν εἰς ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός της, ἐνῷ τὸ στόμα της κατεδίκασεν εἰς σιγήν, κινεῖ τοὺς βραχίονας ἐρρύθμως ὡς κώπας βασιλικῆς λέμβου. Ἀλλ' ὅμως ἡ γυνὴ αὕτη εἶνε ὡραία καὶ τὴν ὁμιλίαν της ἀναπληροῖ ἡ ἐκφραστικότης τῶν μελῶν της. Ἄμποτε ἡ γυνὴ καθ' ὅλον τὸν βίον της νὰ παρίστανε παντομίμαν καὶ οὐδέποτε νὰ ὡμίλει· αὐτὸ ὄχι μόνον θὰ ἔθελγε τὸν ἄνδρα ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ πρὸς ὄφελός της διότι πολλὰ θά ἐγλύτωνε ξυλοκοπήματα. Πλὴν ἠξεύρετε, ὡραία ἀναγνώστρια, πόθεν προῆλθεν ἄραγε ἡ γέννησις τῆς παντομίμας; Πῶς ὁ ἄνθρωπος ἠθέλησεν, ἐνῷ εἷνε ὁμιλητικὸν ζῶον, νὰ γείνῃ ἐπὶ σκηνῆς ἄφωνος ἰχθῦς!! Ἂ! βλέπω, ὅτι σιγᾶτε καὶ διὰ παντομίμας μοὶ ἀποκρίνεσθε ὄχι· τὸ ἀναγινώσκω εἰς τὰς ὡραίας ὀφρῦς σας. Ἐγὼ λοιπὸν νὰ σᾶς λύσω τὴν ἀπορίαν....

Ἡ παντομίμα ἔλαβε τὴν ἀρχὴν της ἀπὸ τὰς ὡραίας γυναῖκας, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἷνε καί ἀνόητοι (σεῖς ἀνήκετε μόνον εἰς τὴν πρώτην τάξιν,) καὶ αἱ ὁποῖαι ὅταν κινοῦνται μόνον, ὅταν ἐκφράζωσί τι διὰ τοῦ βλέμματος, χωρὶς νὰ θέτωσι τὴν γλῶσσάν των εἰς ἐνέργειαν, παριστάνουν κἄτι τι ἀγγελικόν κατ' αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἡ παντομίμα ἔχει καὶ τὰ καλά της καὶ μόνον τοιαύτην ἐγὼ τὴν προτιμῶ.... Ἀλλ' ἰδέτε πόσον καὶ τὸ κοινὸν μένει ἄφωνον ἐκ προσοχῆς!! Θαρρεῖ τις, ὅτι σιωπᾷ διὰ νὰ μὴ χάσῃ καμμίαν λέξιν τινὸς παντομιμιτζῆ. Ἐν τούτοις κἄποτε ἀκούονται καί τινες φωναὶ ἀπὸ σκηνῆς αἵτινες εἷνε φωναὶ μᾶλλον ζώων ἢ ἀνθρώπων, διὰ τοῦτο ἡ παντομίμα σχετικῶς πρὸς τὸ κοινὸν σημαίνει ἀποκτήνωσιν.

Τὸ περίεργον εἷνε, ὅτι μεταξὺ τῶν θεατῶν οἱ πλεῖστοι ἀνήκουν εἰς τὴν ἀνεπτυγμένην λιγομένην τάξιν, προσέχοντες ἐν κατανυκτικῇ σιγῇ καὶ ἐν ῥετιγγότᾳ περιβεβλημένοι.

— Αἵ καὶ τί σημαίνει τοῦτο; τί ἤθελες τάχα εἰπεῖ ἐὰν ἔβλεπες ἓν ζῶον τοῦ Βόλπη μὲ ῥεδιγγότα καὶ φαβορίτας, ὁμοιάζον ἀπαράλλακτος ἑνὸς πολιτικοῦ;

— Ἔτσι αἵ; λοιπὸν ἂς ὑπάγωμεν εἰς τοῦ Βόλπη.

Ἰδοὺ ὁ κύριος Βόλπης θιασάρχης, τὸν ὁποῖον ἤθελε ζηλεύσει καὶ ὁ Ἀλεξιάδης διὰ τὴν εὐπείθειαν τοῦ θιάσου του.

Ὁμιλεῖ πρὸς τὰ ζῶά του διὰ τῆς γλώσσης καὶ τῆς μάστιγος μέ τινα ζωώδη γρυλλισμόν, ὡς νὰ προσπαθῇ τοιουτοτρόπως νὰ γείνῃ καταληπτὸς πρὸς τοὺς ἀρτίστας του. Βλέπω τὸν ἔνθουν Κοκὸν τόσον λαμπρὸν καὶ προσεκτικὸν μάγειρον, ὥστε παίζει τὸ μέρος πολὺ καλλίτερα ἀπὸ κωμικούς τινας τοῦ Ἑλληνικοῦ θιάσου, οἵτινες δὲν ξεύρουν τί λέγουν ἐπὶ τῆς σκηνῆς. Ὡς πρὸς αὐτὸ εἷνε ἀξιέπαινος ὁ Κοκός, διότι προσέχει νὰ μὴ χαλάσῃ τὴν σοῦπαν τοῦ θιασάρχου του.

Ὅταν δὲ σκεφθῇ τις εἰς ποίαν ἀνάπτυξιν δύνανται νὰ φθάσουν τὰ ζῶα καὶ εἰς ποίαν ἀποκτήνωσιν ὁ ἄνθρωπος, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ θίασος τοῦ Βόλπη εἷνε παραπολύ μικρὸς καὶ ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ διὰ τῆς προσλήψεως τινῶν προσώπων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ βλέπωμεν μόνον τὰ μαγειρεύματα τοῦ Κοκοῦ καὶ τὴν Ἀραβικὴν ἱπποδρομίαν εἰς τοῦ Βόλπη ἀλλὰ καὶ βουλὴν καὶ δικαστήριον καὶ παραστάσεις ἑλληνικὰς καὶ διαδηλώσεις ἀντιπολιτευομένων, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Βόλπης κάμνει μεγάλην χρῆσιν σουμάδας καὶ φαβορίτας, ὑψηλοῦ καπέλλου καὶ ῥετιγκότας.

— Ἀλλὰ τί νόστιμος εἶνε ἐκεῖνος ὁ πίθηκος ποῦ κρατεῖ ἓν φανάρι ὄπισθεν τῆς κυρίας, ἥτις εἶνε σκύλλα!!.

— Καὶ ποῖος πίθηκος τοῦ πολιτισμοῦ δὲν κρατεῖ σήμερον ἓν φανάρι ὄπισθεν μιᾶς κυρίας Σκύλλας;

— Ὡς πρὸς αὐτὸ κρύβε λόγια, φίλτατε ἀναγνῶστα, πρὸς χάριν τῆς ἀναγνωστρίας.

Καὶ μήπως τὰ αὐτὰ παιχνίδια δὲν δύνανται νὰ κάμουν καὶ τόσοι ἄλλοι; Διατί τάχα νὰ θαυμάσω τὴν κατσίκαν, ἥτις στηρίζεται διὰ μίαν μόνον στιγμὴν εἰς τὰ χείλη μιᾶς μποτίλλιας, ἐνῷ ὁ τάδε κρασοπατέρας ταγματάρχης ἐστήριξεν ὁλόκληρον τὴν ζωήν του εἰς τὰ χείλη μιᾶς μποτίλλιας! καὶ ὁ κ. Γ. ἐπάνω εἰς μίαν τράπουλαν παιγνιοχάρτων;! Πῶς νὰ θαυμάσω τὸν πίθηκον μὲ τὸ ὑψηλὸν καπέλλον, ἀφοῦ τόσοι νεανίσκοι τελειοποιήσαντες ἐντός ἑξαμήνου τὰς σπουδάς των ἐν Παρισίοις, ἐπανέρχονται ὑψηλοκάπελλοι, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὑψηλοί-κάπηλοι! Πῶς νὰ θαυμάσω τὴν ἄρκτον, ἥτις περιπατεῖ ἐπὶ μιᾶς ὁλοκλήρου σφαίρας, ἀφοῦ ὁ συμπατριώτης της πανσλαυισμὸς πλησιάζει νὰ καταλάβῃ ὁλόκληρον τὴν ὑφήλιον!

Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἐπέσαμεν πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ θὰ συμπέσῃ ἐκ νέου ὁ λόγος περὶ ζῴων, φαβορίτας καὶ ῥετιγγότας......

Λοιπόν, ὦ ἀναγνῶστα μου καὶ ὡραία ἀναγνώστρια, σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ἡ περιοδεία μου ἦτο μέχρι τῶν ζώων, τὰ ὁποία μόνον ἅπαξ πρέπει τις νὰ βλέπῃ διότι ἄλλως ἐπέρχεται ἀπογοήτευσις.

Σᾶς ἐγκαταλείπω λοιπόν καὶ πιστεύω τοῦ χρόνου πλέον νὰ σᾶς ἐπανίδω.

Καλὴν νύκτα σας!

Αὔγουστος, 1885.

Ιωαννησ Δ. Νικολαρασ