Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη/Α4

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη
Συγγραφέας: Ιωάννης Μακρυγιάννης
Α4


Τα 1822, τον Φλεβάρη μήνα, οι Ρουμελιώτες βιάζαν τους Πελοποννήσιους να βγούνε εις την Ρούμελη να συναγωνιστούν μαζί, ότ’ ήταν πολλοί οι Τούρκοι και ήρθε και ο Δράμαλης εις το Ζιτούνι με μεγάλη δύναμη. Τότε διατάττει η Διοίκηση τον Νικήτα Σταματελόπουλον μ’ ένα σώμα να βγη εις την Ρούμελη οπού ’ναι ανάγκη. Ο Υψηλάντης ήταν μέλοστης Κυβερνήσεως, αφού είδε τα αιστήματά τους ολουνών αυτεινών οπού κυβερνούσαν, κι’ ως άνθρωπος με συνείδησιν[1] – έβλεπε τους συντρόφους του γιομάτους κακία και πάθη και ιδιοτέλειαν και αναντίον της αρετής, ό,τι άνθρωπος κι’ αν έρχονταν να υπερετήση την πατρίδα του, πολιτικός, στρατιωτικός, θρησκευτικός, αυτείνοι τον πολεμούσαν δια το έτσι θέλω – αποφάσισε λοιπόν δι’ αυτά όλα να παρατηθή ο Υψηλάντης από την Κυβέρνησιν και μαζί με τον Νικήτα να πάνε εις την Ρούμελη, να σμίξουν και τον Δυσσέα, να κουβεντιάσουνε και μ’ άλλους αρχηγούς της Ρούμελης, ν’ αγωνιστούν συνφώνως δια την πατρίδα, να μην κιντυνέψη και χαθή αδίκως. ’Στους συντρόφους του η απαραίτηση του Υψηλάντη και να πάγη εις το στρατόπεδον δεν τους άρεσε, να μην τύχη και δοξαστή αυτός και μαρτυρήση και τους καλούς τους σκοπούς οπού ’χαν δια την πατρίδα και κατεξοχή δια το στρατιωτικόν. Δια όλα αυτά, να μην ’πιτύχη ο Υψηλάντης, λένε του Νικήτα και τον βάνουν σε σύλογα. «Τώρα οπού θα βγης έξω με το σώμα σου να μην πάρεις και τον Υψηλάντη μαζί σου, ότι θα ειπούνε οι άνθρωποι εις την Ρούμελη ότι ο Υψηλάντης είναι αρχηγός κ’ εσύ εις την οδηγίαν αυτεινού και χάνεις την υπόληψή σου». Ο Νικήτας αγαθός πατριώτης, δεν τους άκουσε, ενώθη με τον Υψηλάντη κ’ εβήκαν μαζί εις την Ρούμελη. Σαν δεν ’πέτυχαν τον σκοπόν τους οι καλοί πατριώτες να τους διαιρέσουνε, γράφουν ένα γράμμα του Δυσσέα και του λένε: «Ο Νικήτας κι’ ο Υψηλάντης ενώθηκαν οι δυο κ’ έχουν ένα σώμα κ’ έρχονται αναντίο σου να σε βαρέσουνε, να μείνουν αυτείνοι εις το ποδάρι σου». Αφού πήγαν εις Ρούμελη, έγραψε ο Δυσσέας τους έβαλαν ’σ ένα χωριόν μακρυά από αυτόν. Ύστερα τους παράγγειλε να πάνε προς αντάμωσίν του μ’ ολίγους ανθρώπους. Αφού ανταμώθηκαν οι τρεις, τους λέγει: «Εσένα, Υψηλάντη, δεν σε γνωρίζω, το Νικήτα τον έχω ακουστά, δεν είχαμεν γνωριμιά. Καθώς μου γράφουν οι φίλοι, αν είστε τοιούτοι, φευγάτε να μην σκοτωθούμεν αναμεταξύ μας αδίκως, αν είστε φίλοι μου και φίλοι της πατρίδος, ελάτε να φιληθούμεν και να γενούμεν αδέλφια, ν’ αγωνιστούμεν δια την πατρίδα μας, ότι κιντυνεύει». Εβγαλε ο Δυσσέας το γράμμα και τους έδειξε, οπού το’ ’γραφαν αναντίον τους. Έβγαλε κι’ ο Νικήτας το δικόν του, είπε κι’ ο Υψηλάντης τον πατριωτισμόν τους, των κυβερνήτων μας. Πιάστηκαν και οι τρεις και φιλήθηκαν κι’ ορκίστηκαν να είναι αχώριστοι δια το καλό και στερέωσιν της πατρίδος, ν’ αγωνιστούνε δι’ αυτείνη και να ενωθούν και με τους άλλους. Και τους παράγγειλαν ολουνών των αρχηγών ν’ ανταμωθούν ’σ ένα μέρος να μιλήσουνε και να ενωθούνε και να κινηθούν αναντίον των Τούρκων.

Επήγαν όλοι κι’ ανταμώθηκαν, όλοι οι αρχηγοί της ανατολικής Ελλάδος, ανταμώθηκαν εις τουρκοχώρι, γνωρίστηκαν με τον Υψηλάντη και Νικήτα και μιλήσανε να κινηθούν δια την πατρίδα. Μετρήθηκαν πόσα στρατέματα μπορεί να ’χουν όλοι, και μετρήθηκαν το όλο και ήταν ως εφτά χιλιάδες. Κι’ αποφάσισαν να ετοιμαστούν να κινηθούν δια την Αγιαμαρίνα και Στυλίδα και Πατρατζίκι. Κι’ ο Αργειοπάγος να τους ετοιμάση τα καράβια και τ’ αναγκαία του πολέμου.

Αφού ανάλαβα κ’ εγώ, οπού ήμουν αστενής, μου παράγγειλε ο Γώγος επίτηδες να πάγω εκεί. Αυτό μαθαίνοντας οι πατριώτες, με παρακίνησαν να μην πάγω εκεί, να μείνω εδώ οπού ’ναι η πατρίδα μου, κ’ ένας αγώνας είναι κ’ εκεί κ’ εδώ. Τότε του παράγγειλα του Γώγου, ότι είμαι αστενής και δεν πάγω.[2] Αφού έμεινα ’στην ανατολική Ελλάδα, γράφτηκα ότι θέλω δουλέψη την πατρίδα μου με πίστη κι’ αμιστί. Οι άλλοι όλοι, οι αρχηγοί και στρατιώτες, πλερώνονταν από τους κατοίκους. Θέλησαν και τέσσερα χωριά του Σαλώνου Σερνικάκι, Κούσκι, Αγιώργης, Σεργούνι να με βάλουν κεφαλή τους, να τους συνάζω να πηγαίνωμεν εις τα δεινά κι’ αγώνες της πατρίδος, το φτόνησαν οι άλλοι οι αρχηγοί αυτό, να μην τους λιγοστέψω τον ραγιά τους. Όμως τα χωριά επίμεναν και τα τέσσερα συνφώνως, και τα σύναζα και πηγαίναμεν όθεν ήταν αγώνας και πηγαίνανε και οι άλλοι. Έγινε το σκέδιον να κινηθούν αναντίον των Τούρκων. Ο Αργειοπάγος ετοίμασε τα καράβια. Πέρασε ο Δυσσέας, ο Νικήτας κι’ ο Γιωργάκη Δυοβουνιώτης δι’ Αγιαμαρίνα και Στυλίδα. Ο Πανουργιάς κι’ ο Υψηλάντης αποφασίστη να καθίσουνε εις την Δρακοσπηλιά, οι άλλοι, Σαφάκας, Καλτζοδήμος, Κοντογιανναίγοι, Δυοβουνιώτης, Γιολντασαίοι να πάνε εις Πατρατζίκι. Και το σκέδιόν τους ήταν να βαρέσουνε όλοι μαζί εις την Στυλίδα και Αγιαμαρίνα και Πατρατζίκι το Μεγάλο Σαββάτο συνφώνως, εκείνη την ημέρα, να μεραστούν οι Τούρκοι. Και κινήθη ο καθείς δια την διορισμένη του θέσιν. Εβήκαν εις την Στυλίδα κι’ Αγιαμαρίνα την διορισμένη ’μέρα, τα ’βραν πιασμένα από τους Τούρκους και τα δυο μέρη, τους πολέμησαν γενναίως, άλλους κάψαν εις τα σπίτια, άλλους κυργέψαν, άλλους σκοτώσαν και πήραν και τις δυο θέσες οι Έλληνες. Οι άλλοι οπού πήγαν εις Πατρατζίκι δεν βάρεσαν ντουφέκι το Μεγάλο Σαββάτο, οπού βάρεσαν οι άλλοι εις Αγιαμαρίνα κι’ αλλού. Τότε η Τουρκιά έπεσε, όλη η δύναμη, απάνου τους με καβαλλαρία, με πεζούρα, με κανόνια, με πρώτη ορμή των Τούρκων, και τους πήγαν μέσα εις τα ταμπούρια τους τους Έλληνες, κ’ έφκειασαν χαρακώματα οι Τούρκοι, ότ’ ήταν πολλή δύναμη και με τ’ αναγκαία τους, και οι δικοί μας δεν είχαν ούτε ψωμί.

Αφού είδε ο Δυσσέας όλη αυτείνη την δύναμη απάνου τους, τους έστειλε άνθρωπο εις το Πατρατζίκι και τους περικάλεσε να βαρέσουνε κατά την συνφωνίαν τους κ’ έτζι να μεραστή η δύναμη των Τούρκων. Τρόμαξαν λοιπόν να βαρέσουνε, χωρίς όρεξη, την Τρίτη της Λαμπρής. Αφού όμως είδαν οι Τούρκοι αυτείνη την αδιαφορία εκείνων ’στο Πατρατζίκι και την διχόνοιαν, λίγη προσοχή είχαν εκεί, κι’ ο πόλεμος πεισματώδης, νύχτα και ημέρα πολεμούσαν εις Αγιαμαρίνα, κι’ αφανίστηκαν οι άνθρωποι από τον σκοτωμόν του ντουφεκιού και γρανάτων, και καταπληγώθηκαν και γιατρόν δεν είχαν, και ταίνιασαν από την πείνα. Μισή χούφτα αραποσίτι παίρναν κ’ έτρωγαν δεκαφτά μερόνυχτα. Είχαν τον Άργειον Πάγον να τους προμηθεύη τ’ αναγκαία του πολέμου κι’ αυτείνοι, οι αφεντάδες, κάθονταν εις τα καράβια κ’ έτρωγαν κ’ έπιναν, κ’ εκείνους οπού κιντύνευαν δια την πατρίδα τους προμήθευαν διχόνοιαν και διαίρεσιν αναμεταξύ τους. Αφού τ’ ασκέρια είδανε οπού λαβώνονταν οι άνθρωποι και πέθαιναν αδίκως, και νηστικοί και διψασμένοι, αγανάχτησαν αναντίον των αρχηγών τους, οπού τους πήγαν εις το μακελλειό χωρίς καμμίαν ετοιμασίαν, και τους βιάσανε είτε να τους πάνε φελούκες να μπαρκαριστούν, είτε να φύγουν με γερούσι της στεργιάς. Παραγγέλνει αυτό ο Δυσσέος τ’ Αργειοπάγου, δεν του αποκρίνονται τίποτας, αλλά φώναξε τους καραβοκυραίους ο Άργειος Πάγος και τους λέγει να μην πλησιάση κανένας με φελούκα εις τ’ ορδί – και ας χαθούνε όλοι. Είχαν πάθος με τον Δυσσέα κι’ αποφάσιζαν οι καλοί πατριώτες δια την ιδιαιτέρα τους διχόνοιαν με ένα άτομο, να χαθούνε τρεις χιλιάδες στράτεμα και περίτου. Και η πατρίς αυτό το στράτεμα μόνον είχε εις την εξουσίαν της, ότι οι άλλοι γύρευαν βαθμούς και ταξίματα και κάθονταν άνεργοι. Και σαν χάνονταν αυτείνοι, ποιοι θα πολεμούσαν τους Τούρκους; Εκείνοι οπού πολεμούσαν εκεί πολέμησαν και ύστερα τον Δράμαλη εις Πελοπόννησο κ’ έξω εις την Ρούμελη, τους ζαϊρέδες οπού θα ’μπαζαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησον και χάθη ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο είχε να χαθή; Οι φίλοι Αργειοπαγίτες, κιότεψαν ότι δεν θα υπάρξωμεν, με το φτάσιμον του Δράμαλη, και θα ’καναν δούλεψη των Τούρκων ν’ αφήσουνε να σκοτωθούνε οι κεφαλές και να χαθή το στράτεμα εκείνο – και θα ήταν σίγουροι αυτείνοι κι’ ασφαλισμένοι, σαν αφεντάδες οπού ήταν, κοντά εις τους Τούρκους.[3]

Τότε ο Δυσσέος, αφού είδε ότι ο Αργειοπάγος θέλει να χαθούνε και τ’ ασκέρι θύμωσε αναντίον τους, των αρχηγών, και ήθελαν να τους σκοτώσουνε, αποφάσισε ν’ αφήση την θέση, είχε κάτι καραβοκυραίους φίλους του κ’ έστειλε και πήγαν κρυφίως την άχλιαν κατάστασίν τους και την νύχτα του πήγαν φελούκες κ’ έβαλε ανθρώπους και πήγαν κ’ έφεραν κι’ άλλες κι’ άρχισε το μπαρκάρισμα μυστικώς όλη νύχτα, να μη νοιώσουν οι Τούρκοι τίποτας. Μπαρκάρισε πρώτα τους λαβωμένους κι’ άρρωστους, ύστερα τους κιοτήδες και ύστερα μπαρκάρισε τους άλλους. Από την μίαν αυγή ως την άλλη μπαρκαρίζονταν, κι’ αλλού ύστερα στάθη με τον Νικήτα κι’ άλλους κ’ έβαλαν φωτιά, και τότε πήραν χαμπέρι οι Τούρκοι κ’ έρριχναν κανόνια κοντά τους. Και σώθηκαν όλοι εις τα καράβια. Τότε οι Αργειοπαγίτες έστειλαν τους καραβοκυραίους και τον αρχηγό της φρουράς τους και του είπαν του Δυσσέου να τον πάνε εις το καράβι, πως έχουν να μιλήσουνε, και μ’ απιστιά να τον σκοτώσουνε. Κι’ αυτείνοι ως πατριώτες δεν θέλησαν να γένη αυτό, ότι κιντύνευε η πατρίς τότε, είχε ανάγκη από καντιποτένιους ανθρώπους κι’ όχι από τον Δυσσέα οπού ’τρεμε η Τουρκιά, οπού ’λεγαν πως είχε εξήντα χιλιάδες στράτεμα, και είχε φτερά εις τα ποδάρια. Λίγο τους έμελλε τους καλούς πατριώτες ότι θα κιντύνευε η πατρίς. Κι’ αν ήταν κακός ο Δυσσέας, αυτείνοι ως γνωστικοί μπορούσαν να τον συβουλέψουν να γένη κι’ αυτός καλός και τα δεινά της πατρίδος να λιγόστευαν.

Αφού μπαρκαρίστηκαν, δεν τους μίλησε τίποτας των Αργειοπαγίτων ο Δυσσέας. Εβήκαν εις Μπουντουνίτζα το στράτεμα όλο. Από ’κεί ο Δυσσέας τους έκαμεν μια αναφορά και βάνει και το δίπλωμα μέσα, οπού τον είχε κάμη ο Αργειοπάγος χιλίαρχον, και τους γράφει: «Προς τον σεβαστόν Άργειον Πάγον. Όσες αντενέργειες μου κάμετε και σκέδια αναντίον μου, δια να χαθώ κ’ εγώ, να χαθή κι’ όλο το στράτεμα εξ αιτίας μου, μου είναι γνωστά όλα αυτά. Σας είχα εις το χέρι, και σας έχω, να σας κάμω ό,τι θέλω, δεν καταδέχομαι, ότ’ είστε κυβερνήται της πατρίδος μου. Σαν γνωρίζετε ότ’ είμαι κακός άνθρωπος και κιντυνεύει η πατρίς εξ αιτίας μου, τραβιώμαι ’σ ένα μέρος και δεν ανακατώνομαι. Και στείλτε λάβετε τους ανθρώπους και βάλτε όποιον θέλετε κεφαλή σ αυτούς. Λάβετε και το δίπλωμά σας οπίσου και εις το εξής δεν ανακατώνομαι σε τίποτα, να μην κιντυνεύη η πατρίς δια ’μένα και κάθε ολίγον κιντυνεύουν να χαθούν και οι αγωνισταί». Απάντηση τ’ Αργειοπάγου: «Προς τον Δυσσέα Αντρίτσο: Ελάβαμε την αναφορά σου και δίπλωμα, κόπιασε εις την δουλειά σου και στέλνομε και κυβερνούμε τους ανθρώπους». Τον Δυσσέα εγώ τον έχω εχθρό, γύρευε να με σκοτώση, όμως σημειώνω αυτά εδώ, γιατί τ’ άκουσα από τον ίδιον τον Νικήτα, από τον γραμματικόν του κι’ απ’ άλλους αξιωματικούς. Ο Υψηλάντης κι’ ο Πανουργιάς μαθαίνουν την απάντηση τ’ Αργειοπάγου, ρωτάν τον Δυσσέα τι είναι αυτό. Τούτος τότε τους έδειξε την κόπια της αναφοράς του και την απάντησίν τους, των Αργειοπαγίτων. Λέγει ο Υψηλάντης: «Εγώ σου τα είπα όλα, όταν σμίξαμε, αυτά έβλεπα οπού ’νεργούσαν μέσα εις την Κυβέρνησιν, οπού ήμουν μέλος κ’ εγώ, και σηκώθηκα κ’ έφυγα κ’ ήρθα ν’ ανταμωθούμε όλοι μαζί να δουλέψωμε πιστά, ίσως και σώσουμε την πατρίδα, ότι κιντυνεύει από ’μάς τους ίδιους, και θα χαθή κατά τον πατριωτισμόν οπού δείχνεται εις τους αγωνιστάς και εις τους τίμιους ανθρώπους».

’Σ αυτά όλα έφταιγε ο Κωλέτης. Από τον Αλήπασσα – ήταν γιατρός του Μουχτάρπασια– γνώριζε τον Δυσσέα τι νου είχε, ήταν ο καλύτερος απ’ όλους τους άλλους στρατιωτικούς. Δεν μπορούσε να τον παίξη αυτόν ο Κωλέτης. Κ’ ήθελε να τον βγάλη από τη μέση και να κάμη τους δικούς του, σκοπούς. Ο Κωλέτης είναι από τους Καλαρρύτες. Όταν χαλάστηκαν οι Καλαρρύτες από τους Τούρκους, πέρασε από το Γώγο κι’ αλλουνούς αρχηγούς της δυτικής Ελλάδος και πήρε συστατικά εις την Κυβέρνησιν, ότι γνωρίζαμε αυτόν και τον κάναμε αντιπρόσωπό μας. Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι άμαθοι και άπραγοι ’σ τα πολιτικά, τότε αυτός, πανούργος, ενώθη με τους ξεκλησμένους ανθρώπους κ’ έπαιξε την πατρίδα όπως ήταν η όρεξη του. Μαθητής των Τούρκων και κατεξοχή του τύραγνου Αλήπασσα, τέτοια φώτα σαν εκεινού θα δώση εις την πατρίδα και τέτοια έργα να ’νεργήση.

Όταν κιντυνεύει η πατρίς, αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους, τους κατατρέχει αυτός και οι φίλοι του, οπού ’ναι Αργειοπαγίτες. Ότι ο Δυσσέας δεν τον γνώριζε ως πληρεξούσιον κι’ όποιον κεντρί τον αγκυλώση – εκείνο τήραγε κι’ ο Κωλέτης να ξερριζώση, τους άλλους τους γέλαγε με κούφια καρύδια – λόγια παχειά και με λιθάρια ’στον τουρβά τους ανάπευε. Να μην του κόψη το βυζί του Κωλέτη ο Δυσσέας, θα τον φάγη κι’ ας κιντυνέψη και η πατρίς. Αυτός τι τον μέλει; ’σ άλλον πασιά γίνεται γιατρός, γράφει και του Κιτάγια να είναι εις την εύνοιά του. Αλοίμονο εις την πατρίδα κ’ εμάς, οπού θα χαθούμε μαζί μ’ αυτείνη.

Αφού έμαθε ο κόσμος, όλοι οι κάτοικοι της Λιβαδιάς κι’ ασκέρια, τι έγραψε ο Δυσσέας τ’ Αργειοπάγου και την απάντησιν οπίσου εις τον Δυσσέα, πήγαν όλοι και το’ ’πεσαν εις το λαιμό του, το ίδιον κι’ ο Υψηλάντης και Νικήτας κι’ άλλοι, κ’ έμεινε. Τότε ο Αργειοπάγος μαθαίνοντας αυτό, στέλνει έναν γραμματικόν του πιστόν εις τον Νικήτα και του λέγει να σκοτώση τον Δυσσέα ο Νικήτας και να βάλουν αυτόν αρχηγόν. Ο γραμματικός είχε κ’ ένα γράμμα από αυτούς και του είχαν ειπή να το διαβάση ο ίδιος γραμματικός, (ότι δεν ξέρει γράμματα ο Νικήτας). Όταν το διάβασε και του είπε και στοματικώς, τότε του λέγει ο Νικήτας: «Να σε σκοτώσω δεν καταδέχομαι, έναν τοιούτον άνθρωπον, και φεύγα να μην σε μάθη ο Δυσσέας και σε σκοτώση και μαγαρίση τα χέρια του σε τέτοιους κακούς πατριώτες, οπού κιντυνεύει η πατρίς και θέλουν να σκοτώσουνε τους ανθρώπους οπού είναι ελπίδα να την σώσουνε». Ο γραμματικός είδε αυτή την συμπάθεια από τον Νικήτα και του λέγει: «Κάτι να σου ξηγηθώ, και μην με προδώσης, του λέγει: εμένα μο’ ’λεγαν ότι εσείς όλοι είστε θερία και πίστευα τα λόγια αυτεινών. Εσείς κι’ όντως θα σώσετε την πατρίδα. Αυτεινών, του λέγει, είμαι πιστός τους και συγγενής ενού από αυτούς και ’σ ό,τι ’νεργάγη η Διοίκηση κι’ ο Αργειοπάγος εμένα στέλνουν, και τα σκέδιά τους κι’ ό,τι ’νεργούνε τα ξέρω όλα, κ’ είναι αυτά, να βαίνουν έναν τον άλλον να σκοτώνη και να σας σκοτώσουνε όλους και τότε να βάλουν δικούς τους ανθρώπους. Και δεν θ’ αφήσουνε, αν μπορέσουνε, κανέναν από σας». Και του λέγει όλα τους τα σκέδια κι’ ορκίζει αυτόν και τον Δυσσέα να μην ειπούμε τίποτας, ότι τον σκοτώνουν κι’ αυτόν, ότ’ είναι τοιούτως ορκισμένοι. «Και να παραγείλετε αυτό, τους λέγει και του Κολοκοτρώνη κι’ όλων των σημαντικών αρχηγών». Τότε τους τα είπε κι’ ο Υψηλάντης κ’ έστειλαν το γράμμα του Κολοκοτρώνη και μίλησαν και των αλλουνών και πήραν μέτρα.[4]

Και πότε θέλουν να κάνουν αυτά; Όταν ο Δράμαλης κι’ άλλοι πασσάδες με τόσες χιλιάδες φοβερίζουν την δυστυχισμένη πατρίδα και κιντυνεύει. Αχ, πατρίδα μου, δεν θα σ’ αφήσουν ζωντανή, ότι αυτείνοι σε κυβερνούν κι’ άλλοι τοιούτοι κι’ απ’ αυτούς κρέμεσαι. Η ψυχή τους ολουνών είναι η ίδια, δόλον θυσιάζουν δια εσένα πλήθος, κι’ αρετή και πατριωτισμόν τελείως. Και κιντυνεύεις, μ’ αυτά δεν θα πας ομπρός. Πότε γύρευαν να σκοτώσουνε τους οπλαρχηγούς σου; Όταν εσύ, πατρίδα, είσαι εις τον γκρεμνό να τζακιστής, να χαθής. Και βέβαια δεν θα γλύτωνες τότε, ότι εκείνοι οπού είχαν την επιρρογήν θα τους σκότωναν. Οι νέγοι τι θα ’κάναν, όταν σε κυρίεψε τόση Τουρκιά, Ρούμελη και Πελοπόννησο; Πώς θα πάγαινε ο πολίτης με νέους οδηγούς, οπού δεν ήξερε να φυλάξη την πατρίδα, όταν τον οδηγούσαν κεφαλές, κ’ εκείνος έτρεχε όθεν μπορούσε κι’ άκουγε λόγια αυτεινών και ύστερα τα αιστάνεταν και πάγαινε και συμμορφώνεταν με την κεφαλή του, τον μεγαλύτερόν του, και τον οδηγούσε και γλύτωνε κ’ εκείνος και οι πολίτες.[5] Δεν άφιναν οι καλοί πατριώτες να ’βγη η πατρίς από τον κίντυνον – και ύστερα ας βάλουν την διάθεσίν τους ’σ ενέργειαν να σκοτώσουν όλους. Ότι αυτό είναι πατρογονικόν, όποιος δουλεύει πατριωτικώς αυτό το βραβείο έχει. Και οι Αθηναίγοι του Θεμιστοκλή αυτείνη την ανταμοιβή το ’καμαν, κι’ αλλουνών πολλών. Όχι όμως όταν ήταν η πατρίς σε κίντυνον, όταν ησύχαζε.

Εβάλετε και νέον αρχηγόν εις το φρούριον της Κόρθος, Αχιλλέα τον έλεγαν, λογιώτατον, κι’ ακούγοντας το όνομα Αχιλλέα, παντηχαίνετε ότ’ είναι εκείνος ο περίφημος Αχιλλέας. Και πολέμαγε τ’ όνομα τους Τούρκους. Δεν πολεμάγει τ’ όνομα ποτέ, πολεμάγει η αντρεία, ο πατριωτισμός, η αρετή. Κι’ ο Αχιλλέας ο δικός σας, ο φρούραρχος της Κόρθος, λεβέντης ήταν, Αχιλλέγα τον έλεγαν, είχε και το κάστρο εφοδιασμένο από τ’ αναγκαία του πολέμου, είχε και τόσο στράτεμα. Όταν είδε τους Τούρκους του Δράμαλη από μακρυά, και ήταν και καταπολεμησμένος από Ρούμελη, από Ντερβένια, βλέποντάς τον ο Αχιλλέας άφησε το κάστρο κ’ έφυγε, απολέμηστο. Να ήταν ο Νικήτας, έφευγε; Ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι; Όχι βέβαια. Ότι τον καρτέρεσαν αυτοί τον Δράμαλη εις τον κάμπο και τον αφάνισαν, όχι ’σ εφοδιασμένο κάστρο και σαν το κάστρο της Κόρθος.

Σαν σκοτώναμε τον Δυσσέα, κύριε Κωλέτη, τότε οπού ’θελες η Εκλαμπρότη σου, όταν ήρθαν τόσοι πασσάδες και δώδεκα χιλιάδες ασκέρι και η ανατολική Ελλάς μισοπροσκύνησε κι’ ο Δυσσέας μ’ ένα ντεσκερέ του τους έδιωξε, ποιος θα τους έδιωχνε, αν δεν ήταν ο Δυσσέας; Ποιος είχε την επιρρογή και ικανότη αυτεινού; Δεν θα κυριεύαν όλα τα μέρη εις την άχλιαν κατάστασιν οπού βρισκόμασταν; Λίγον σ’ έμελλε εσένα και τους συντρόφους σου τους αγάδες τους έχετε αφεντάδες κ’ εσείς ψυχοπαίδια τους, δεν θα παθαίνετε εσείς τίποτα. Όμως από την Αθήνα κι’ απάνου θα τους σκλάβωναν όλους, θα σκλάβωναν και το Γριπονήσι, γιατ’ ήταν εκεί κι’ άλλο πλήθος Τούρκοι και πρόσμεναν κι’ αυτούς ν’ αφανίσουνε τους κατοίκους, και μ’ ένα ντεσκερέ του Δυσσέα πήγαν ’στο Ζιτούνι και Λάρσα και διαλύθηκαν όλως διόλου.

Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύνφωνος κι’ αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σκέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς. Το ’βαλε και αυτός ’σ ενέργεια ευτύς, άμα ήρθε ’στο Μισολόγγι, χωρίς να χάση καιρόν. Ηύρε πρόφαση η Εκλαμπρότη του εις το Μισολόγγι, ότι ο Καραϊσκάκης αγροικήθη με τους Τούρκους. Έβαλε ανθρώπους δικούς του, τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του, να τον σκοτώσουνε. Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι, κι’ αν δεν τον γλύτωναν οι συντρόφοι του, θα τον σκότωναν.

Ακούτε, εσείς; Ο Καραϊσκάκης, από δέκα χρονών παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Τούρκους, οπού τους σκότωνε μέσα τους λόγγους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί δια την λευτεριά. Ο Εκλαμπρότατος, το ζυμάρι των Τούρκων, ο δουλευτής αυτείνων, των Τούρκων, ο Μαυροκορδάτος, ο αγαπημένος των τύραγνων, κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάση εις θάνατον! Χαζίρι τ’ αργαλεία της δικαιοσύνης του και της αρετής του να τον πάνε εις τον Άδη, αφού γλύτωσε από τόσες πληγές και δυστυχίες, οπού υπόφερε δι’ αυτείνη την πατρίδα.

Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν. Η γυναίκα με τα μουστάκια, ο Κωσταμπότζαρης, ο Στάικος και οι άλλοι του όμοιοι, οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει, τον λένε «Εκλαμπρότατον» και τους λέγει «γενναιότατους», πού αγωνίστηκαν αυτείνοι, οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι; Εσύ, Εκλαμπρότατε, από τον καιρόν οπού κόπιασες όλο νέα πράματα ήφερες εις την πατρίδα, διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε, φατρίαν μας ήφερες, νέον φρούτο ’σ εμάς τους Έλληνες, παραλυσίαν κι’ αφανισμόν. Αν ’πιτύχαινες να σκοτώσης τον Καραϊσκάκη, πού θα τον βρίσκαμε όταν η Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιά και προσκύνησαν όλοι από την καλή σας κυβέρνησιν κι’ αρετή, οπού δείξετε εις την πατρίδα όλοι εσείς οι πολιτικοί; Αυτός ο Τούρκος, ο Καραϊσκάκης, σύναξε όλους τους οπλαρχηγούς και πήγε μαζί μ’ αυτούς με τα ίδια τους έξοδα και θυσίες, κ’ έχοντας όλη την αγάπη ’σ αυτόν, πήγαν και ξαναλευτέρωσαν την πατρίδα και εις την Αράχωβα και Δίστομον στήσαν πύργους με κεφάλια των Τούρκων. Πώς δεν πάγαινες κ’ εσύ, Εκλαμπρότατε, πώς δεν πάγαινε ο άλλος Εκλαμπρότατος, ο «τζίτζιλε φίτζιλε» συναδελφό σου Κωλέτης; Πώς δεν πάγαινε ο Εκλαμπρότατος Μεταξάς, ο Κόντε Λάλας οπού μάτωσε το χέρι του εις το Λάλα και θέλει όλη την Ελλάδα να πάρη υποστατικόν, να ξαγοραστή το πολυτίμητό του αίμα οπού ’χυσε εις το Λάλα; Βέβαια αυτός θυσιάστη, ο Κόντε Λάλας, ο Εκλαμπρότατος. Και συνφωνείτε όλοι εσείς να σκοτώσετε τους οπλαρχηγούς και σημαντικούς στρατιωτικούς, οπού θυσιάστηκαν δια την πατρίδα και το ’βρετε σεις χαζίρι. Ο Γιαννούλη Νάκος, Κόντε Λάλα, τι σπίτι ήταν; Σημαντικόν, με τόση κατάστασιν κι’ όλα του τ’ αγαθά και τζιφτιλίκια. Κ’ έμεινε δυστυχής δια την πατρίδα. Κι’ ως γείτονας εσύ, Κόντε Λάλα, και ως σημαντικός, σ’ έκαμε κουμπάρον και του βάφτισες τόσα παιδιά. Και του διατίμησες την φαμελιά του, όσο οπού τον πέθανες κι’ αυτόν, τον τίμιον άνθρωπον, το σημαντικόν σπίτι της Ρούμελης.

Κ’ ενωθήκετε όλοι με τους παντίδους κι’ αφανίσετε την πατρίδα από ηθική και από αρετή και πατριωτισμόν. Δεν πάγει η πατρίς ομπρός με τον πατριωτισμόν και ηθική την δική σας, πάνε τα ξένα σας όργανα. Δεν σας άρεσε ο Υψηλάντης, βέβαια δεν είχε την δική σας αρετή, ότι θυσιάσαν οι Υψηλάντες πρώτα ζωή, πλούτη, και θυμώνται Θεόν, πατρίδα και θρησκεία. Και δι’ αυτό δεν είναι καλός. Δεν είναι καλός ο Καποδίστριας και του αντενεργάτε, όμως είναι μάστορής σας, στο σκολείον οπού διαβάζετε εσείς ακόμη, εκείνος το ξεσκόλησε. Και είτε θα μονοιάσετε όλοι να προκόψετε την πατρίδα, είτε θα την προκόψη μόνος του αυτός με τ’ αδέλφια του. Η διάθεσή σας ολουνών φαίνεται, κι’ ο Θεός βλέπει τον πατριωτισμό σας και θα λάβετε την ανταμοιβή, οπού αξίζετε, ότι τόσα αίματα αθώα οπού χύθηκαν και τόσες θυσίες οπού ’γιναν δεν θα τ’ αφήση αυτός να πάνε χαμένα.

Ο Αλέξη Νούτζος ήταν το σημαντικώτερον σπίτι της Ρούμελης πρίντζηπας του Ζαγοργιού, αγαπημένος πολύ του Αλήπασσα κι’ όλων των αλλουνών πασσάδων και ριτζαλιών τους, τίμιος άνθρωπος, καλοθελητής της ανθρωπότης. Πολλούς Ρωμαίους, Οβραίους, Τούρκους εγλύτωνε από την κρεμάλα. Τέλος ήταν πασσάς Ρωμαίος, αγαπημένος απ’ ούλους τους σημαντικούς Έλληνες στρατιωτικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς. Ήταν στο Σούλι οπού αγωνίζονταν, εις την Λαγκάδα, Μακρυνόρο κι’ αλλού εις τα δεινά της πατρίδος. Και ξόδιασε κι’ όλη του την κατάστασιν δια την πατρίδα.

Τελειώνοντας ο πόλεμος από την δυτική Ελλάδα, ήρθε εις την Κυβέρνησιν. Αυτός ο δυστυχής δεν τους γνώριζε αυτούς. Ο κύριος Κωλέτης ήταν ’σ τα πράματα, υπουργός του πολέμου και τρογυρισμένος με τους όμοιους του φίλους. Αφού είδε τον Αλέξη Νούτζο ο Κωλέτης οπού ’ρθε, υποπτεύτηκε ότι θα ’παιρνε αυτός τα πρωτεία κ’ επιρρογή της Ρούμελης, ότι τον ενικούσε ’στην ικανότη κι’ όλος ο κόσμος τον αγάπαγε. Τότε λέγει ο Κωλέτης: «Πρώτα υποπτεύομουν τον Δυσσέα, τώρα ήρθε τρανύτερος». Ηρθε κι’ ο Χρήστος Παλάσκας άνθρωπος γενναίος, τίμιος, από καλό σπίτι. Αυτεινού του δυστυχή το’ ’κανε τον φίλο ο Κωλέτης περισσότερον δια την γυναίκα του κι’ όχι δια εκείνον τον ίδιον. Τώρα ο Κωλέτης, άνθρωπος από το σκολείον του αφέντη του του Αλήπασσα, μέτρησε: «Τον Δυσσέα τον έχω αντίζηλο, τον Αλέξη Νούτζο το ίδιο, τον Παλάσκα δια το κέφι μου καλό είναι να χαθή, να κάμω την γυναίκα του μορόζα».[6] Ότι τέτοιοι είναι οι άνθρωποι οπού μας κυβερνούν και θέλουν να μας λευτερώσουνε, και να μας διατιμήσουνε θέλουν και να μας σκοτώσουν. Αυτό βλέπομεν ως σήμερον από τον Κόντε Λάλα Μεταξά κι’ από τον Εκλαμπρότατον Κωλέτη κι’ άλλους.

Αφού είχε την δύναμη της Κυβερνήσεως ο Εκλαμπρότατος Κωλέτης, διατάττει με τους συντρόφους του κυβερνήτες (αφού ο γραμματέας, οπού ’στειλαν η Διοίκηση κι’ ο Αργειοπάγος εις τον Νικήτα να σκοτώση τον Δυσσέα, δεν θέλησε), τότε διατάττουν τους άλλους δυο Αλέξη Νούτζο και Χρήστο Παλάσκα, να πάνε αυτείνοι οι δυο αναντίον του άλλου οχτρού του Κωλέτη, του Δυσσέα, διορίζουν τον Νούτζο προμηθευτή των στρατεμάτων και τον Παλάσκα εκτελεστική δύναμη. Κι’ αν δεν ακούση ο Δυσσέας, να τον χτυπήσουνε. Ήρθαν και οι δυο έξω, συναχτήκαμε όλ’ οι αρχηγοί κι’ απλοί στρατιωτικοί ’σ ένα μέρος κι’ ο Δυσσέας μαζί, διαβάσαμε τις διαταγές της Κυβερνήσεως. τους είπαμε: «Στο στρατόπεδον φέρνουν ζαϊρέ οι δημογέροντες κι’ ό,τι άλλα του πολέμου κάνη χρεία. Αν έχετε τα μέσα, χρήματα, ακολουθάτε την δουλειά σας, όμως να μην είστε άδειγοι από τα μέσα, και τότε θ’ αμελήσουνε και οι δημογέροντες, και μείνη το στρατόπεδον απρομήθευτον και διαλυθή, ότι οι Τούρκοι ξαπλώθηκαν πολλοί και μας ήρθαν πολλά πλησίον, πιάσαν όλα τα στενά κ’ ετοιμάζονται να μπούνε μέσα. Κι’ αφού περάσουνε από τα στενά, δεν τους βαστούμε. Και καθεμέρα έχομε πόλεμον μ’ αυτούς και οι άνθρωποι μπαΐλντισαν, και να μην μείνουν και νηστικοί και διαλυθούνε και κιντυνέψη Ρούμελη και Πελοπόννησο όλη. Ότ’ είναι πολλή Τουρκιά κι’ όλο συνάζονται. Κι’ αν έχετε τα μέσα, καθίστε και ’νεργάτε, ειδέ, αγροικηθήτε με την Κυβέρνησιν να σας ευκολύνη τα μέσα κι’ αναφέρετε κι’ ό,τι σας είπαμε». Αναφέρθηκαν τόσες φορές χωρίς να λάβουν απάντησιν. Σηκώθηκαν και πήγαν οπίσου εις την Κυβέρνησιν να της πούνε την κατάστασιν των στρατεμάτων και το προχώρεμα των Τούρκων, και οι άνθρωποι ακατάπαυτα πολεμούν, και τρέξιμον νύχτα και ημέρα, μπαϊλντίσαμεν να βαστούμε τους Τούρκους εις τα στενώματα, να μην περάσουνε κι’ αφανιστή ο τόπος. Αφού φύγαν αυτείνοι δια την Κυβέρνησιν να μιλήσουνε κι’ ό,τι τους διατάξουν ν’ ακολουθήσουνε...

Οι Τούρκοι όλο κουβαλιώνταν. Είχαμε στείλη έναν τζασίτη εις το Ζιτούνι και ήρθε και μας είπε ότι θα κινηθούν από τρεις μεριές να μπούνε μέσα, από το Πατρατζίκι να πέσουνε από πάνου τον ζυγόν, από τις Θερμοπύλες κι’ από τη Νευρόπολη τ’ ορδί του Σαλώνου. Είχαμεν πιάση τη Νευρόπολη τον Απρίλιον μήνα, τα 1822, καρσί από το Ζιτούνι. Του Δυσσέα τ’ ορδί ήταν ’στην Δρακοσπηλιά και Μπουντουνίτζα κι’ ολόγυρα ’σ αυτά τα μέρη. Οι Τούρκοι τους ήρθε είδηση από Πελοπόννησον, από Αθήνα, από Έγριπον ότι στενεύτηκαν πολύ εκεί οι δικοί τους και να τους προφτάσουνε μιντάτια και ζαϊρέδες. Πήγαν οι Έλληνες εις την Φούρκα Ντερβένι, τους έκαμαν ένα καρτέρι των Τούρκων και τους σκότωσαν καμπόσους και τους πήραν λάφυρα και ζαϊρέδες πλήθος και ζώα. Ύστερα συνάχτηκαν Τούρκοι πολλοί, και με τα σπαθιά εις το χέρι αναχώρησαν οι Έλληνες άβλαβοι. Οι Τούρκοι ήρθαν απόκάτου εις το γιοφύρι της Αλαμάνας και γύρα ’σ αυτά τα μέρη, τα τρογυρινά, κι’ όλο ετοιμάζονταν δια να μπούνε μέσα και φύλαγαν κι’ αυτές τις θέσες. Διαλέγονται δια νυχτός ο αθάνατος Παπά Αντριάς, ο Θιοχάρης, ο Παπακώστας, ο Τρακοκομνάς και τους πέφτουν και τους δίνουν ένα χαλασμόν διαβολεμένον, και πέρασαν από πέρα το γιοφύρι πίσου οι Τούρκοι και τους κόπηκε η ορμή τους η μεγάλη, αφού έβλεπαν και τον τόπον εκείνον των Βασιλικών, των Θερμοπύλων κι’ όλες αυτές τις θέσες οπού ήταν τα κόκκαλα των δυο πασσάδων, οπού ’ρθαν με τον Μπαγεράμπασσα κ’ ήταν περίτου από εννιά χιλιάδες τουρκιά κι’ άλλοι τρεις πασσάδες με πλήθος γκαμήλια κι’ αμάξια κι’ άλλα ζώα φορτωμένα ζαϊρέδες και πολεμοφόδια, κανόνια κι’ άλλα είδη του πολέμου, να μπούνε μέσα – ήταν την πρώτη χρονιά – δια να φοδιάσουνε τα κάστρα κι’ όλα τα μέρη. Και τους καρτέρεσαν οι αθάνατοι Έλληνες ως εφτακόσοι άνθρωποι, κεφαλές αυτείνων ο γενναίος Γκούρας, Γεροδυοβουνιώτης, Παπά Αντριάς, λαμπρύνεται αυτός ’σ εκείνη την μάχη, χωρίς να κατηγορηθή κανένας. Ότι όλοι πολέμησαν αντρείως, ο Νάκος, ο Γεράντωνος, ο Μπούσγος, Ρούκης, Λάππας, Θιοχάρης, Καλύβας, Κανταίγοι, Ρουμάνης, Κόντος, Παπακώστας, Τρακοκομνάς, Καραπούλης, Κουτρουμπαίγοι κι’ άλλοι αξιωματικοί πολλοί, οπού εγώ δεν γνωρίζω. Αυτείνοι όλοι οι γενναίοι άντρες, οι σωτήρες της πατρίδος, αφάνισαν όλως διόλου αυτό το πλήθος των Τούρκων, σκότωσαν τους περισσότερους και δυο πασσάδες και πήραν όλα τ’ αμάξια και γκαμήλια και τα κανόνια τους, οπού τ’ άφησαν όλα εκεί. Κι’ όσοι μείναν ζωντανοί Τούρκοι διαλυθήκαν ένας ένας και πήγαν εις την πατρίδα τους. Κι’ όποιος είναι ζωντανός ακόμα θυμάται την μαχαίρα των αθάνατων Ελλήνων. Ξαγόρασαν όλοι αυτείνοι οι γενναίοι άντρες το αίμα του συναγωνιστού τους περίφημου Διάκου, οπού πρωτοκινήθη αυτός μ’ ολίγους ανθρώπους κι’ απάντησε την πρώτη ορμή των Τούρκων, αυτός κι’ ο αγείμνηστος Δεσπότης Σαλώνου. Αυτείνοι κι’ ο αδελφός του Διάκου κι’ ο Μπακογιάννης κι’ ο Καλύβας κι’ ο αδελφός του Δεσπότη κι’ άλλοι αξιωματικοί με τους ολίγους τους στρατιώτες έλυωσαν απάνου εις το γιοφύρι της Αλαμάνας πολεμώντας με τόσον πλήθος Τούρκων. Κι’ ο περίφημος γενναίος Διάκος, αφού τελείωσε τον τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον και μισοσκοτωμένον τον έλαβαν ζωντανόν οι Τούρκοι και τον παλούκωσαν. ’Στην θέσιν οπού επέθανες εσύ Λεωνίδα, με τους τρακόσους σου, πέθαναν κι’ αυτείνοι δια την θρησκεία και πατρίδα.[7]

Και με την ίδια ορμή αυτείνοι οι Τούρκοι και πασσάδες, οπού σκότωσαν τους ολίγους και τον Διάκον, κινήθηκαν, όλη αυτείνη η δύναμη, να μπούνε εις τα Σάλωνα και ’σ τ’ άλλα μέρη να εφοδιάσουνε τους ντόπιους Τούρκους και να λύσουνε και τους πολιορκημένους, οπού ’ταν εις το κάστρο Σαλώνου, Λιβαδειάς, Αθήνας και τ’ άλλα μέρη αυτά, και να προχωρέσουν δια την Πελοπόννησο. Ήταν ο Ομέρ Βεργιόνης κι’ άλλοι πασσάδες, όλο διαλεμένο και πολύ ασκέρι. Και εις το χάνι της Γραβιάς εκλείστη ο Δυσσέας, ο κακός πατριώτης, κι’ ο Γκούρας κι’ άλλοι και πολέμησαν μ’ αυτείνη την μεγάλη δύναμιν εκατό ανθρώποι. Και φαίνονται ως την σήμερον οι τάφοι των Τούρκων εκεί εις το χάνι. Και τους αφάνισαν, και τους χάλασαν όλα τους τα σκέδια. Και γλύτωσε ο κόσμος, οπού θα σκλάβωναν αυτείνοι τους περισσότερους και μπορούσε να κιντυνέψη κι’ όλη η πατρίς, Ρούμελη και Πελοπόννησο (ότ’ ήταν αυτά τα πρώτα κινήματα), αν προχωρούσανε μέσα και να ’βγαιναν και τους πολιορκημένους Τούρκους.

Πατρίς, να μακαρίζης γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθής άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, οπού ήσουνε χαμένη και σβυσμένη από τον κατάλογον των εθνών.

Όλους αυτούς να τους μακαρίζης. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων, κ’ εκείνους οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κ’ εκείνους οπού λυώσανε τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα Βασιλικά, κ’ εκείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου, οπού πολεμήθηκαν συνχρόνως σε αυτές τις δυο θέσες, οπού ’ναι τα κλειδιά σου, ένα η Πόρτα του Μακρυνόρου και τ’ άλλο των Θερμοπύλων. Κι’ αφού πήγανε κι’ από τα δυο μέρη ν’ ανοίξουνε δρόμο οι Τούρκοι, εκείνοι οι αθάνατοι τόσοι ολίγοι, (ογδοήντα ένας εις την Λαγκάδα) γιόμωσαν τον τόπον κόκκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν εκείνοι οι ολίγοι ’σ τ’ άλλο το μέρος των Θερμοπύλων κι’ αλλού. Αυτείνοι σε ανάστησαν και δεν μπήκε δύναμη και ζαϊρέδες και πολεμοφόδια, αυτείνοι ψύχωσαν εκείνους οπού πολιορκούσαν τους ντόπιους Τούρκους και φρουρές. Και νηστικούς κι’ αδύνατους τους περιλάβαν και τους σφάξαν σαν τραγιά. Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτείνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι’ αδελφούς του. Ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος αυτείνων των σκοτωμένων τις γυναίκες και κορίτζα κυνηγούν. Αυτούς τους αγωνιστάς κατατρέχουν και τους λένε να πάνε να διακονέψουν: «Ποιος σας είπε, τους λένε, να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε;» Έχουνε δίκαιον, ότι ο Ζαΐμης χρώσταγε των Τούρκων ένα μιλιούνι γρόσια, και οι Ντεληγιανναίγοι και οι Λονταίγοι και οι άλλοι, κι’ ο Μεταξάς, κόντες της πιάτζας, χωρίς παρά, κι’ ο Κωλέτης ένας γιατρός, ο Μαυροκορδάτος τζιράκι της Κωσταντινοπόλεως. Τους φκειάσαν αυτείνοι οι διακονιαραίγοι, οι αγωνισταί, Εκλαμπρότατους, τους λευτέρωσαν από τους Τούρκους κι’ από τα χρέη, οπού χρώσταγαν των Τούρκων, κ’ έγιναν τώρα μεγάλοι και τρανοί. Γύμνωσαν και τους Τούρκους, παίρνοντας το βιον τους, και το έθνος το γύμνωσαν και το αφάνισαν, γιόμωσαν φατρίες και κακίες τους ανθρώπους του αγώνος. Τους καταδιαιρούν – γιομόζουν αυτείνοι αγαθά. Και οι Κολοκοτρωναίγοι οι φίλοι τους τα καλύτερα υποστατικά και πλούτη της πατρίδος. Έμειναν οι αγωνισταί διακονιαραίοι, τους κατατρέχει ο Κυβερνήτης μας κι’ ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος, καταφρονούν όλους αυτούς και βαθμολογούνε πολλούς, οπού ’παιζαν το μπιλλιάρδο μέσα τους καφφενέδες και τώρα είναι σπιγούνοι του Κυβερνήτη και των αλλουνών.

Αυτείνοι βαθμολογώνται, αυτείνοι πλερώνονται βαρυούς μιστούς. Οι αγωνισταί δυστυχούν. Των σκοτωμένων τις φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε, σα να λέμε ο Βελήπασσας, ο Μουχτάρπασσας, ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες Μισολογγίτισσες κι’ από άλλα μέρη (τις λευτέρωσαν οι φιλάνθρωποι) και διακονεύουν εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους. Των αγωνιστών οι άνθρωποι διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσου εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτείνοι σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν. Από όλα αυτά, καϊμένη πατρίδα, δεν θα σωθούνε τα δεινά σου, ότι σιδερώνουν την αρετή εκείνοι οπού σε κυβερνούσαν και σε κυβερνούν, και τώρα κατατρέχουν το δίκαιον και την αλήθειαν και με ψέματα θέλουν και με σπιγούνους να σε λευτερώσουνε, μήτε τώρα είσαι καλά, μήτε δια τα μέλλοντά σου, με τους ανθρώπους οπού σε τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους και τοιούτους αξιωματικούς.

Συχωράτε με, αναγνώστες, οπού ’φυγα από το προκείμενον. Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ’ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι, και οι άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι’ αυτείνη πείναγε, κ’ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της δώσουνε να φάγη. Κι’ αυτό κι’ άλλα πολλά τοιούτα μ’ έκαμαν να βγω από το προκείμενον. Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν, κ’ έχω σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ’σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν ’πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.

Αυτούς τους μήνες, Απρίλη και Μάγη, έγινε ένα σκέδιον να πάμε να κυργέψωμε το Πατρατζίκι και να κινηθούν όλα τα γειτονικά μέρη και συνφώνως να χτυπήσουμε όλοι μαζί. Συνάχτηκαν τ’ αναγκαία εις το Μαυρολιθάρι, εις το χωριόν, και είπαμε να συναχτούμε όλοι να βαρέσουμε συνφώνως. Μαζωχτήκαμε εις Μακροκάμπι μέρος του Δυσσέως, από την Λιβαδειά, ένας αξιωματικός του ο Σταμούλης Χοντρός, από το Σάλωνα ο Πανουργιάς και Γκούρας, οπού ’μαστε μαζί, κ’ εγώ με τα τέσσερα χωριά, οπού ’χα διοριστή ’σ αυτούς, ο Γεράντωνος από Ταλάντι, ο Δυοβουνιώτης Ζιτούνι, Καλτζοδήμος Λιδορίκι, Σαφάκας Κράβαρι, Γιολντασαίγοι Καρπενήσι, Κοντογιανναίγοι Πατρατζίκι, Νικήτας και Χατζηχρήστος κι’ άλλοι αξιωματικοί από Πελοπόννησο, ο Νικήτας αρχηγός τους αυτεινών. Τα χαράματα ζυγώσαμεν απόξω την Πάτρα όλοι, ως τρεις χιλιάδες, μεραστήκαμε από δυο μέρη, προχωρέσαμε ως την άκρη την χώρα, πιάστη ο πόλεμος καμπόσον. Η δύναμη των Τούρκων πολλή, και χωρίς σκέδιον καλό να κάμωμε εμείς, χαλαστήκαμε. Σκοτώθηκαν καμπόσοι Τούρκοι κι’ από ’μάς το ίδιο, σκοτωθήκαμε και πληγωθήκαμε. Κόντεψα να σωθώ κ’ εγώ, ότ’ ήμουν κουτζός από την αρρώστεια του Μισολογγιού, με πονούσαν τα γόνατά μου. Και κλειστήκαμε σε μια ράχη καμμιά δεκαριά, ο Μπαλαούρας, ο Φαρμακάκης, ο Μπισμπιρούλας κι’ άλλοι και φκιάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε με την χώρα και με το κάστρο. Ότ’ ήταν ο Ρούκης από κάτου το κάστρο κι’ ο Ρουμάνης κι’ άλλοι ένα δυο και κιντυνεύανε από τους Τούρκους του κάστρου και τους βαστούσαμε εμείς.

Θα σας ειπώ κ’ ένα γενναίον πολύ περιστατικόν: Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λένε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε ’στην χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι εδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι μπασμένος, Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινε μόνος του κλεισμένος, τόφυγαν οι συντρόφοι του κ’ έμεινε μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι Τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους, κ’ εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά, και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιά ήρθε εκεί οπού ήμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπού ’ταν οι εδικοί μας και ήταν ο γιατρός, και το’ ’βγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια το’ ’ρραψε την κοιλιά. Και τράβησε ο καϊμένος κοντά έναν χρόνον να γιατρευτή. Γέρευε και πάλε ξηλώνεταν, κ’ έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλιά οπού ’ταν η πληγή. Και ζη τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη.

Σταθήκαμεν εκεί ως το δειλινό και πολεμούσαμε, αποκόβαμε τους Τούρκους να πηγαίνουν και να ’ρχωνται εις το κάστρο. Ηύραν καιρό, έφυγαν με γερούσι ο Ρούκης κι’ ο Ρουμάνης και σώθηκαν. Τότε πήγαμε κ’ εμείς απάνου, οπού ήταν οι άλλοι, ξαποστάσαμε. Τότε, από το δεξιόν του κάστρου είναι ένα βουνάκι και βήκαν καμμιά διακοσιαριά Τούρκοι και το έπιασαν. Αρχίσαμε να τους πολεμήσουμε από ’μπρός. Πήρε καμπόσους ο Γκούρας συντρόφους και πήγε κρυφά και τους πήρε τις πλάτες, και τους βαρούσε εκείνος από τις πλάτες κ’ εμείς από ’μπρός. Και τους τελειώσαμεν όλους, τους στείλαμε εις την άλλη ζωή, και με την ορμή εκεινών, οπού τους σκοτώσαμε, πήραμε και το κάστρο με γερούσι και σκοτώσαμε κ’ εκεί καμπόσους, οι περισσότεροι φύγαν από τ’ άλλο το μέρος.

Τότε είχαμε το κάστρο και πιάσαμε και τους μύλους, ’στο Μπογόμυλο ονομαζόμενον, και την άκρη την χώρα. Και πολεμούσαμε κ’ εμείς αντρίκεια και οι Τούρκοι γενναία. Τους ήρθε ένα μικρόν μιντάτι των Τούρκων από το Ζιτούνι. Τους σκοτώσαμε εις την άκρη τους μύλους, το ’χαμε πιασμένο και τους τελειώσαμε όλους. Σε ολίγον έρχεται πολλή Τουρκιά. Άφησε ο Γκούρας εις το ποδαρικό του εμένα να σταθώ εκεί αυτός πήρε καμπόσους ανθρώπους και πήγε να βαστήση το μιντάτι το νέον. Αφού πήγε εκεί, είδε οπού ’ταν πολλοί, ο Δράμαλης, και δεν μπόρεσε να τους βαστήση. Μου παράγγειλε να ειπώ των ανθρώπων να τραβηχτούνε με τρόπον, να μη μας χαλάσουνε οι Τούρκοι, και να σηκώσω και τον τζεμπιχανέ. Όσο να καλομεράσω τον τζεμπιχανέ, πλάκωσαν ο νέοι Τούρκοι και της χώρας, μας πήραν ομπρός. Εμείς τζακίσαμε, ότ’ ήμαστε πολλά ολίγοι από ’κείνο το μέρος, οι άλλοι ήταν από το πέρα μέρος της χώρας. Από τρίχα γλύτωσα ο δυστυχής, ήμουνε κουτζός και είχα κ’ ένα ντουφέκι μεγάλο, έτρωγε τριάντα δράμια και ήταν πολύ βαρύ, δυο τα ’χαν στείλη από την Ζάκυθο, ένα είχε ο Γκούρας και τ’ άλλο εγώ. Κ’ έσωσε τ’ ασκέρι και μ’ έρριξε κάτου, όταν φεύγαμε, και ήταν στενός ο τόπος και πατούσαν όλοι απάνου μου κ’ έμεινα αλλού κοντινός μ’ άλλον έναν – κουτζός κ’ εκείνος. Σε έναν γκρεμνόν πέρασε εκείνος, εγώ ο δυστυχής έμεινα, δεν μπορούσα να διαβώ, κι’ αποφάσισα να γκρεμιστώ κάτου, να μη με πιάσουνε οι Τούρκοι. Εκείνος, ο κουτζός, φώναζε: «Πέτα το ντουφέκι να γλυτώσεις!» Εγώ χωρίς ντουφέκι τί να ’κανα; Και το λυπούμουν. Ύστερα θέλησε ο Θεός και κρεμάστη αυτός κ’ έπιασε την μπούκα του ντουφεκιού και πάτησα ολίγον με τα νύχια και σώθηκα. Έκαμα όρκον να μη ματαπάγω εις πόλεμον ’στην κατάστασιν οπού ήμουν, χωρίς ποδάρια. ’Στον ανήφορο πάταγα, ’στον κατήφορο τελείως, με πονούσαν τα γόνατά μου. Αφού σωθήκαμε κ’ εμείς οι δυο κουτζοί, φούσκωσα και ξέκλησα τα ρούχα μου να πάρω αγέρα, και τότε έκανα τον όρκον. Ξαποστάσαμε ολίγον. Οι Τούρκοι έφτασαν καμπόσους δικούς μας και θα τους πιάναν. Με φωνάζει ο Νικήτας να τρέξωμε να τους σώσουμε. Τρέξαμε δια ’κείνους και κιντυνέψαμε κ’ εμείς. Τότε οι Τούρκοι ρίχτηκαν παντού, μπλοκάραν και τους δικούς μας εις το κάστρο και τους αφήσαμε. Και κυνηγώντας οι Τούρκοι μας πήγαν ’σ τα μισά του Αγιτού, του βουνού. Εκεί νύχτωσε και μείναμε μπαϊλντισμένοι. Χάσαμε και τον Γκούρα, τον πήραν ομπρός οι Τούρκοι και τον έρριξαν ’σ ένα ρέμα μ’ όλους τους ανθρώπους και κιντύνεψαν να σωθούνε, κ’ εμείς δεν ξέραμε ζωντανοί είναι ή χαμένοι. Εγώ ήμουν πολύ αγαπημένος με τον Γκούρα, ήμασταν καλύτερα από αδέλφια μ’ αυτόν και με τον μακαρίτη Χαλμούκη και Θανασούλα Σουλιώτη, πολλά γενναία παληκάρια και με μεγάλη αρετή.

Αφού πήγαμε εις το βουνό, και ήταν εκεί ο Χαλμούκης και ο Θανασούλας κ’ εγώ, καθόμαστε αποσταμένοι και νηστικοί και πικραμένοι δια τον Γκούρα και τους συντρόφους οπού αφήσαμε εις το κάστρο. Δια την πείνα την μεγάλη οπού είχαμε ο Θεός στέλνει έναν άνθρωπον φορτωμένον ζαϊρέ, κρέας, πήτες, κρασί, ψωμί, ένα ζώον φορτωμένον από τις φαμελιές εκεινών οπού ’χα από τα τέσσερα χωριά και τους είχα μαζί μου κι’ από τον αδελφόν μου. Και συνάζω όλους τους συντρόφους, νηστικούς και κατατρεμένους από τους Τούρκους, και τους αδελφούς μου Νικήτα και Χατζηχρήστο και καθόμαστε να φάμε. Φτάσαν εκείνοι οπού ’ταν πολιορκημένοι εις το κάστρο, βήκαν με γερούσι χωρίς να βλαφτή κανένας. Έρχεται κ’ ένας από τον Γκούρα και μας είπε όσα δοκίμασαν και πώς σώθηκαν, και είναι ’στο τάδε βουνό. Τότε δοξάσαμεν τον Θεόν και κάμαμε τα μεγαλύτερα γλέντια και τραγούδια. Την αυγή σμίξαμε όλοι, ήρθε κι’ ο Γκούρας εις τις Καταβόθρες. Εκεί κάμαμε τα γιατάκια να κοιμηθούμε.

Μαθαίνομε ότι, αφού πήγαν πίσου ζωντανοί ο Αλέξη Νούτζος κι’ ο Παλάσκας, ο Κωλέτης παρακινάγει και τ’ άλλα τα μέλη της Διοικήσεως και τους στέλνουν πάλε αναντίον του Δυσσέα. Πήγαν εις το Δίστομον, ήταν ανθρώποι του Δυσσέα εκεί, τους διώξαν. Ήταν και Λιβαδίτες με το πνέμα αυτεινών και συντρόφοι του Κωλέτη. Πηγαίνουν και ’σ άλλα χωριά.[8] Στέλνει ο Δυσσέας ν’ ανταμωθούν και πήγανε εις την Δρακοσπηλιά. Μαζώνει ο Δυσσέας τους κατοίκους όλους και τ’ ασκέρι του. Τους λέγει ο Δυσσέας: «Διαβάστε αδελφοί, τα γράμματα (τα διάβασαν παρουσία). Αδελφοί, τους λέγει, ο Άργειος Πάγος και η Κυβέρνηση σας είναι γνωστό ότι με κατάτρεχαν και με κατατρέχουν. Όταν ήμαστε εις την Αγιαμαρίνα, εξ αιτίας δικής μου, δια να χαθώ εγώ, αποφάσισαν να χαθή και τόσο ασκέρι. Δια να μην πάθη η πατρίς δια ’μένα έστειλα την παραίτησή μου και με βαστήσετε εσείς όλοι στανικώς. Τώρα η Κυβέρνηση στέλνει αρχηγούς την αφεντειά τους τον κύριον Αλέξη και τον καπετάν Παλάσκα. Η αφεντειά σας – είναι ’στο χέρι σας: Αν θέλετε αυτούς, σκοτώστε εμένα, αν θέλετε εμένα, σκοτώστε αυτούς». Τους πιάσαν και τους σκότωσαν. Και γλύτωσε από του δυο κατά ώρας ο Κωλέτης.

Αυτά όταν τα μάθαμε, (ήρθε άνθρωπος) ήμαστε ακόμα εις τις Καταβόθρες. Σηκωθήκαμε την αυγή, του Σαλώνου οι άνθρωποι, και πήγαμε από κάτου τη Νευρόπολη και ρίξαμε ορδί.Η σεβαστή Κυβέρνηση λυπήθη πολύ οπού άκουσε τον θάνατον αυτεινών, κι’ όντως αγαθών πατριωτών, και δια τον θάνατον αυτεινών αποφασίστη να σκοτωθή ο αίτιος, οπού ’ταν ο Δυσσέας, κ’ έπρεπε να μπη ’σ ενέργεια το σκέδιον οπού είπε ο γραμματικός, οπού τον στείλαν ’στον Νικήτα να σκοτώση τον Δυσσέα και να μείνη αυτός αρχηγός όσο να μας τελειώσουνε όλους οι καλοί κυβερνήτες, τα παιδιά των Τούρκων. Τώρα, σαν δε θέλησε ο Νικήτας δι’ αρχηγός, φρόντιζαν να κερδήσουνε τον Γκούρα. Μίαν ημέρα εκεί οπού ’χαμε τ’ ορδί βλέπω έναν φραγκοφορεμένον, εγώ τήραγα την δουλειά μου με τους ανθρώπους οπού οδηγούσα. Κουβέντιαζαν μυστικά ο Γκούρας, ο Τρακοκομνάς κι’ αυτός ο καλός πατριώτης, ο φραγκοντυμένος. Αφού ξηγήθηκαν πολύ μυστικά από ’μένα, έφυγε αυτός. Σε ολίγες ημέρες μου λέγει ο Γκούρας: «Πάρε καμμιά δεκαριά ανθρώπους κι’ άφησε άλλον κεφαλή εις τους ανθρώπους σου, κάπου θα πάμε». Ακολούθησα ό,τι μου είπε. Πάμε ’στην Αγόριανη, εις το χωριόν του Τρακοκομνά, ήταν κι’ αυτός ο ίδιος μαζί μας. Τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ο κόσμος κουβάλαγαν και μας κέρναγαν και πίναμε κάμποσες ημέρες. Ήρθε πίσου ο φραγκοκαταραμένος άρχισαν να κουβεντιάζουν πάλε τα κρυφά οι τρεις τους, φύγαμε από το χωριόν και πήγαμε σε κάτι στάνες. Εκεί ήταν ησυχία περισσότερη δια μυστικά. Αφού κουβέντιαζαν κρυφά από ’μένα τόσον καιρό, μου κακοφάνη πολύ. Τότε του λέγω του Γκούρα: «Θα πάρω τους ανθρώπους μου να πάγω εις τ’ ορδί, ότ’ είναι μοναχοί οι άνθρωποι και οι Τούρκοι μας ήρθε άνθρωπος και μας είπε ότι έρχονται ολοένα κ’ ετοιμάζονται να μπούνε μέσα και θα σκλαβώσουνε τον κόσμον, κ’ εμείς τρώμε τα πράματά τους και στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε». Δεν μ’ άφησε να φύγω. Άρχισαν να μου φανερώσουν το μυστικόν ο Γκούρας κι’ ο Κομνάς (ο Φράγκος είχε φύγη). Μου λέγει ο Γκούρας: «Η Δίοικηση θέλει να με κάμη χιλίαρχον κι’ αρχηγόν της Λιβαδειάς εις το ποδάρι του Δυσσέα, φτάνει να σκοτώσω τον Δυσσέα. Και είναι εις τον Άγιον Λουκά ο Δυσσέας κλεισμένος και εις την Αράχωβα είναι ο Λάππας ο Λιβαδίτης, ο Τριανταφυλλίνας κι’ άλλοι Λιβαδίτες και χωργιάτες, ως χίλιοι άνθρωποι θα μαζωχτούν, και να πάμε κ’ εμείς να τους πάρωμε να πάμε να τον βαρέσουμε. Και το είχαμε μυστικό από σένα να μη μας κάμης αντενέργειαν και δεν θελήσης να μας ακολουθήσης». Τους είπα: «Εγώ είμαι μικρός άνθρωπος ομπρός στους δυο εσάς, ούτε το καλό μου ωφελεί, ούτε το κακό μου ζημιώνει. Αν μου το λέτε να πάμε να το κάμωμε, να πάμε, αν είναι να δώσω και γνώμη και δεν σας βαρύνη, να δώσω, αν έχω την άδειά σας». Μου λένε και οι δυο: «Εχεις γνώμη, ότ’ είσαι αδελφός μας και τα καλά, είσαι σύντροφος και εις τα κακά. – Αν είμαι σύντροφος λοιπόν, θα δώσω την ταπεινή μου γνώμη, έχω δικαίωμα. Αν πάρης εσύ, Γκούρα, την αρχηγία της Λιβαδειάς, έχω κ’ εγώ το μερίδιόν μου ή όχι; – Πρώτος είμ’ εγώ, λέγει ο Γκούρας, δεύτερος ο Κομνάς κ’ εσύ. – Ο σύντροφος ο τίμιος πότε είναι τίμιος; Όταν λέγη την αλήθεια του φίλου του κι’ ας χάνη το νιτερέσιον του, ή όταν τράγη το νιτερέσιον κι’ ας χαθή ο φίλος του κι’ ας διατιμηθή κι’ ας κιντυνέψη; – Όχι, λέγει ο Γκούρας, ο πιστός σύντροφος πρέπει να λέγη την αλήθεια κι’ ό,τι θα του συβούν ύστερα ας του συβούν. – Η καϊμένη η πατρίδα αμαρτίες οπού ’χε και γύρευε να την λευτερώσουμε εμείς οι ανθρωποφάγοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί! Κ’ έχομε αρετή να λευτερώσουμε πατρίδα εμείς κι’ αυτείνοι οπού μας κυβερνούν; Τώρα έβαλαν τον Δυσσέα σκότωσε τον Αλέξη Νούτζο, τον σεβάσμιον άρχοντα. Πόσο ψυχώνει η Τουρκιά μ’ αυτό, πόσο αδυνατίζομε εμείς! Το ίδιον και τον Παλάσκα. Δεν είναι αληθινό οπού τον έβαλαν, τον Δυσσέα, αυτείνοι και τους σκότωσε; Τους έστειλαν δυο ξένους μέσα εις το σπίτι του, ’στον τόπο του τον πατρικόν, και τον φορτώθηκαν αυτόν και τους ανθρώπους του. Ποιον άλλον καπετάνιον πείραξαν; Τον Πανουργιά, τον Καλτζοδήμο, άλλον κανένα; Μόνον τον Δυσσέα. Και σαν σκοτώσουν αυτόν, ύστερα εσάς, κ’ εμάς μας σκοτώνουν με τα πράσα, όχι με ντουφέκια και σπαθιά. Τι έκαμε ο Δυσσέας; Ότι πήγε να σκοτώση Τούρκους ήθελαν να χάσουνε αυτόν κι’ όλο του το στράτεμα. Τι να ’κανε; γύρεψε να παρατηθή, τον βάσταξαν οι κάτοικοι και τ’ ασκέρι. Ήρθαν αυτείνοι, τους σκότωσε. Κακό είναι μεγάλο. Τώρα βαίνουν εσένα να σκοτώσης τον Δυσσέα, αύριον θα βάνουν εμένα, σκοτώνω εσένα. Και να το καρτερής! Κ’ έτζι θα μας φάνε όλους. Λες να πάμε να βαρέσουμε τον Δυσσέα, αμμ’ εκείνος είναι αδύνατος, οπού ’χει τόσους ανθρώπους και βαστάει θέσιν δυνατή; Να πιάσουμε το ντουφέκι, ούτε εκείνος θα κάμη τίποτα εμάς, ούτε εμείς εκείνου. Θα μπούνε μονάχα οι Τούρκοι μέσα και θα κυργέψουν την πατρίδα κ’ εμείς θα πολεμούμε, και θα μας πιάσουνε οι κάτοικοι να μας δώσουνε των Τούρκων να μας κόψουν το κεφάλι. Κι’ ο Λάππας κι’ ο Μήτρο Τρανταφυλλίνας οι Λιβαδίτες, οπού ’ναι αναντίον του Δυσσέα ’στην Αράχωβα, προσκυνούν τους Τούρκους κ’ ησυχάζουν, και θα μας πιάσουνε κ’ εμάς να μας δώσουνε των Τούρκων. Ή ο Δυσσέας, αν τον στενέψωμε, πάγει με τους Τούρκους. Καρτεράτε τότε λευτεριά της πατρίδος, και να μείνωμε και ζωντανοί. Κλαίγει ο Κωλέτης και οι άλλοι κυβερνήται μας τον χαμόν του Αλέξη και Παλάσκα σαν την φώκια, οπού κλαίγει τον πνιμένον όσο οπού σαπίζει, και κάθεται και τον τρώγει. Έτζι θα φάνε κ’ εμάς τους δυστυχείς. Σε συβουλεύω, αδελφέ Γκούρα, να πας ν’ ανταμωθής με τον Δυσσέο και ν’ αδελφωθής και να πάμε εις τα πόστα μας, ότι θα μπούνε οι Τούρκοι αντουφέκηγοι και θα δώσουμε λόγον δι’ αυτό εις τον Θεόν και ’στους ανθρώπους. Κι’ όταν υπάρξη η πατρίς, δεν σου χρειάζονται αρματωλίκια, παίρνεις τις τιμές της πατρίδος, βαθμούς και δόξες, καθώς γίνεται και ’σ τ’ άλλα τα έθνη, οπού τιμούν και δοξάζουν τους άξιους και τίμιους αξιωματικούς τους. Κι’ αυτά τα καπεντανλίκια ήταν κλέφτικα πράματα, όταν ήταν οι Τούρκοι ’στην πατρίδα μας αφεντάδες. Εμείς όμως παιδευόμαστε δια λευτεριά και δι’ αυτό μας κερνούν ολόρθοι οι κάτοικοι κ’ έχουν τις ελπίδες τους ’σ εμάς, και μας πλερώνουν και μας ταγίζουνε, και τους βάνομε ομπρός εις τον πόλεμον και σκοτώνονται αυτείνοι και δοξαζόμαστε εμείς».

Τότε, είναι η αλήθεια του Θεού, μετανόησε πολύ και μου είπε να πάγω ’στον Άγιον Λουκά να μιλήσω με τον Δυσσέα ν’ αδελφωθούνε και να ’βγωμε έξω. Του είπα: «Δεν πάγω μόνος μου, να πάγωμε αντάμα». Αυτός ήθελε να πάγη πρώτα εις το Σάλωνα να μαλλώση με τους ντόπιους, ότι τους ζητούσε ένα χωργιόν, το Ξεροπήγαδο, να του χαρίσουνε και ως χίλιες ρίζες ελιές. Του είπα και πήγαμε αντάμα εις το Σάλωνα και μίλησα μυστικώς των νοικοκυραίων και τα διόρθωσαν. Κ’ έστειλα κι’ άνθρωπον κρυφά εις τον Δυσσέα και του είπα να μην του μιλήση άγρια του Γκούρα, όταν ανταμωθούμε, να φερθή γνωστικά. Σηκωθήκαμε και πήγαμε εις τον Άγιον Λουκά κι’ ανταμωθήκαμε με τον Δυσσέα και φιληθήκαμε και οι τέσσεροι. Του είπε ο Κομνάς τα αίτια κι’ ότι εγώ τα συβίβασα και δεν είχε πού να με βάλη ο Δυσσέας.

Κι’ αφού σάσαμε αυτά, όλοι μαζί κινήσαμε δια τ’ ορδί. ’Στον δρόμον πήρε ο Δυσσέας εμένα και τον Τρακοκομνά και πήγαμε την νύχτα κ’ έβγαλε έναν τενεκέ γιομάτον φλουρί, διακόσες τριανταπέντε χιλιάδες γρόσια, και πλέρωσε τους ανθρώπους του, κι’ όσα μείναν τα ’χωσε πίσου. Πηγαίνοντας εις τ’ ορδί, ως το βράδυ ήρθε ο τζασίτης οπού ’χαμεν εις το Ζιτούνι και μας είπε ότι σε δυο ’μέρες ο Δράμαλης κινείται μ’ όλες τις ετοιμασίες δια μέσα από τα στενά. Τότε στείλαμε παντού ν’ αναμερήσουνε τα γυναικόπαιδα και ζωντανά. Ήρθανε και οι νοικοκυραίγοι από τα Σάλωνα κ’ ήθελαν να στείλη ο Δυσσέας κι’ ο Γκούρας εις το Μισολόγγι, οπού ’ταν ο Μαυροκορδάτος Διευθυντής, να δώση τέσσερα καράβια να περνάσουμεν τα γυναικόπαιδα εις την Πελοπόννησον. Στείλαν εμένα και τον Παπαηλιόπουλον εις Μισολόγγι. Ετοιμάζαμε τα καράβια, μάθαμε μπήκε ο Δράμαλης εις Κόρθο αντουφέκηγος, ότι οι κάτοικοι πήγαν να κρύψουν τις φαμελιές τους. Εις τα Ντερβένια τους χτύπησαν. Κι’ αφού τους είδε τους Τούρκους από μακρυά ο Αχιλλέας, ο νέος αξιωματικός της Κυβερνήσεώς μας, άφησε ’φοδιασμένο κάστρο και πήρε τόσο ασκέρι κ’ έπιασε τα βουνά. Κι’ ύστερα σκοτώθηκε.

Τέτοιους αξιωματικούς θέλει η Κυβέρνησή μας να λευτερώση την πατρίδα, νέους, τους παλιούς σκότωμα. Μπεζέρισαν ν’ ακούνε Γώγο με ογδοήντα ένα άνθρωπον να βαστήξη έξι χιλιάδες και να γιομίση ο τόπος σκοτωμένους. Ν’ ακούνε εφτακόσους ανθρώπους να χαλάσουν τόσες χιλιάδες. Ν’ ακούνε Δυσσέα μ’ εκατό ανθρώπους σε μίαν μάντρα να κόψουνε την πρώτη ορμή των Τούρκων. Θέλουν Αχιλλέα οι Κυβερνήται ν’ αφίνη αντουφέκηγον κάστρο, οπού ’ναι πλησίον του ουρανού εις το ψήλωμα κ’ είχε κι’ όλα του τ’ αναγκαία. (Η μαγαρισιά το φκυάρι της θέλει). Βαρέθηκαν οι άνθρωποι ν’ ακούνε Αλέξη Νούτζο, που ξόδιασε όλα του τα χρήματα και πούλησε και τα τζιβαϊρικά του μισοτιμής εις την Αγιαμαύρα και πλέρωνε τους ανθρώπους εις τον πόλεμον. Και εις την Λαγκάδα έκοβα εγώ ξύλα να φκειάσουμε φωτιά να ζυμώσουμε ψωμί κι’ ο Αλέξη Νούτζος φορτώνεταν τα ξύλα και τα κουβάλαγε. Τον στείλανε και σκοτώθηκε σαν σκυλί. Αχ, ουρανέ, μην το φτουράς, μη βαστάς την επιβουλή των αχάριστων ανθρώπων! Κι’ ο Δυσσέας δεν ήταν καλύτερος. Αυτόν θα τον κρέμαγε ο Αλήπασσας εις τα Γιάννενα, οπού το’ ’φταιξε, ο Νούτζος τον γλύτωσε. Έκαμε κι’ αυτός την ανταμοιβή εις τον ευεργέτη του.

Τα 1822, του Γιούνη η έβγα απάνου κάτου, αφού μπήκαν οι Τούρκοι μέσα και πήγαν ’στον Μωριά, δεν μπόρεσαν να μπάσουνε ζαϊρέδες, ότι καθημερινώς τους πολεμούσαμε κλέφτικα εις τα στενώματα. Τότε μία ποσότη Τούρκων έπιασαν τη Νευρόπολη, ως τόπος δυνατός, κι’ άνοιξαν και τον δρόμον δια να περνούν ζαϊρέδες εις Πελοπόννησο, εις Αθήνα απόξω, οπού ’χαν ορδιά κατ’ τον Ρωπόν, εις Έγριπον, και να ’φοδιάζουνε όλα αυτά τα μέρη. Τότε συναχτήκαμε όλα αυτά τ’ ασκέρια της Ανατολικής Ελλάδος και πήγαμε και τους πολεμήσαμε γενναίως (κι’ αυτείνοι πολέμησαν παληκαρίσια). Τους τζακίσαμε, τους πήραμε τ’ αργαστήρια τους, σκοτώσαμε από αυτούς, τους πήραμε τόσα λάφυρα, τους βγάλαμε από τις θέσες τους και κλείστηκαν ’σ ένα δυνατόν μέρος. Τους βάλαμε κ’ ένα κανόνι και τους χτυπάγαμε. Τους πήραμε το νερόν τους και τους στενέψαμε πολύ. Τους πολεμήσαμε από το μεσημέρι ως την αυγή. Τους ήρθε ένα μιντάτι, το χαλάσαμεν. Τους ήρθε κι’ άλλο από την Αλαμάνα κ’ έγιναν τότε πολύ δυνατοί, πεζούρα και καβαλλαρία, κι’ αναχωρήσαμε μόνοι μας, άβλαβοι. Πήγε ο καθείς εις το πόστο του κ’ εμείς εις την Γραβιά. Και τους βαρούσαμε κλέφτικα πάντοτες.

Σε ολίγες ημέρες ξαναπήγαμε συστηματικώτερα, τους πολεμήσαμε δυο μερόνυχτα. Ταμπουρωθήκαμε σε τρεις μεριές πολλά πλησίον τους. Πανωκέφαλα ήταν ο Δυσσέας, βορεινά, ανατολικώς εμείς, του Σαλώνου, δυτικώς οι Λιδορικιώτες, Σαφάκας και οι άλλοι. Τους καταφανίσαμε, τους μαζώξαμε ’σ ένα μέρος όλους μαζί. Κάναν γερούσια απάνου μας, πεζούρα και καβαλλαρία. Τους ήρθαν πάλε μιντάτια από τ’ άλλα τα πόστα κι’ από το Ζιτούνι. Σώσαμε κ’ εμείς τα πολεμοφόδια. Αυτείνοι είχαν σκοπόν την αυγή να μας κλείσουνε μέσα, και χωρίς πολεμοφόδια και ζαϊρέ θα κιντυνεύαμε. Τότε τα χαράματα τραβηχτήκαμε χωρίς να μας νοιώσουνε. Κι’ όταν θα περάσουν ζαϊρέδες κάποτε, εκεί οπού ρίχναν ορδί τους βαρούσαμε την νύχτα, ’στην Πέτρα ή αλλού, και δεν τελεσφορούσαν ποτέ. Κι’ ο γενναίος κι’ ατρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης με διαλεμένους από την Φήβα και κάτου δεν τους άφινε να ξεμυτίσουν. Τους αφάνιζαν και οι Αθηναίοι.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ[Επεξεργασία]

  1. ^  Έπαθε δια την λευτερίαν και θυσιάστη αυτό το σπίτι όλως δι’ όλου.
  2. ^  Πέθανε ο καϊμένος και δεν ανταμωθήκαμε. Ο Θεός μακαρίζη την ψυχή του.
  3. ^  Ο Κωλέτης, καθώς λένε, έγραψε του Κιουτάγια κάποτε να γυρίση μ’ αυτόν. το γράμμα του ο Κιουτάγιας το ’δειξε του Τάτση Μαγγίνα όταν τον έπιασε σκλάβον εις το Μισολόγγι, κι’ όταν λευτερώθη ο Μαγγίνας, το είπε αυτό παρουσία, και τι έγραφε το γράμμα, εις το Βουλευτικόν σώμα, εις την Αίγινα, κ’ έγινε τόσος καυγάς μ’ όλους τους βουλευτάς. Παιδιά των Τούρκων έχομεν οπού μας κυβερνούν, και δυστυχία και της πατρίδος και εμάς. Κι’ άλλοι είναι παιδιά των Τούρκων, άλλοι παιδιά αλλουνών χειρότερων από τους Τούρκους. Η πατρίς η δυστυχής κυβέρνησιν δεν είδε με τα μάτια της, ούτε θα ιδή. Κι’ ο Θεός να βγάλη εμέναν ψεύτη κι’ άδικον κι’ αυτούς πατριώτες και αληθινούς.
  4. ^  Ο Ακουμπέτι (το χειρόγραφον ακοπίτι· η λέξις τουρκική, σημαίνουσα «τέλος πάντων») ο Δυσσέος ο δυστυχής τον έφαγαν. Ακολούθως γράφω δι’ αυτό.
  5. ^  Ποίον ζώον δεν έχει τον οδηγόν του;
  6. ^  Καθώς την έκαμε και την έχει ως την σήμερον μέσα εις το σπίτι του σαν γυναίκα του.
  7. ^  Και ήταν τυχεροί οπού πέθαναν ενδόξως και γλύτωσαν από τον πατριωτισμόν του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά κι’ αλλουνών τέτοιων πατριώτων.
  8. ^  Τους έπιασε ο Δυσσέας και γράμματα, οπού γράφαν να τον σκοτώσουν.