Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ανεξαρτησία

Από Βικιθήκη
Ανεξαρτησία
Συγγραφέας:
Κρυμμένο πεζό του Καβάφη. Γραμμένο το 1907.


Σὲ τρία ἀπὸ τὰ τελευταῖα τεύχη τῶν Παναθηναίων εγράφησαν πολλὰ γιὰ τὸ μὴ ἀναγνωστικὸν τοῦ Ἕλληνος καὶ τὴν ὀλίγη ἐνθάρρυνση ποὺ βρίσκουν τὸ βιβλίο καὶ τὸ περιοδικό.

Οἱ γνῶμες ὅλες ἦταν σύμφωνες ποὺ δὲν δίδεται στὴν φιλολογία ἢ ὑποστήριξις ποὺ ἔπρεπε πρὸς ὄφελος ὑλικὸ τῶν γραφόντων, καὶ ὄφελος ἠθικὸ τοῦ λαοῦ.

Μιὰ τέτοια κατάστασις εἶναι ἀναντιρρήτως δυσάρεστη καὶ βλαβερή. Ἡ ἔλλειψις προσηκούσης ὑλικῆς ὑποστηρίξεως ἐμποδίζει συχνὰ τὴν ἀνάπτυξη πολλῶν ταλάντων, ἂν ὄχι τῆς πρώτης γραμμῆς (διότι ἡ μεγάλη διάνοια, πιστεύω, εἴτε ἐνθαρρυνόμενη εἴτε ὄχι, θὰ παράξει πάντα τὸ ἔργον της) ὅμως ταλάντων ἀξίας, κ' ἐν ἑαυτοῖς καὶ ὡς ἐκ τῆς συντελεστικῆς ἐπιρροῆς των ἐπὶ τῆς μορφώσεως τῆς ὅλης φιλολογίας.

Ἀλλὰ κοντὰ στὰ πολλὰ δυσάρεστα καὶ βλαβερὰ ποὺ ἔχει ἡ κατάστασις, τὰ ὁποῖα καθημερινῶς γίνονται τόσο αἰσθητά, ἂς σημειώσω - γιὰ νά 'χουμε καὶ μιὰ παρηγοριὰ στὸν καημὸ μᾶς - κ' ἕνα καλό της. Αὐτὸ τὸ καλὸ εἶναι ἡ πνευματικὴ ἀνεξαρτησία τὴν ὁποίαν χαρίζει.

Ὅταν ξέρει ὁ γραφῶν ποὺ ἔτσι κ' ἔτσι δὲν θ' ἀγορασθοῦν ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ παρὰ ὀλίγιστοι τόμοι (καὶ ποὺ θὰ διαβασθεῖ τὸ βιβλίο τοῦ κυρίως ὑπὸ τὴν ἰδιότητα δανεικοῦ σώματος) διάφορα δεσμὰ πέφτουν ἀμέσως ἀπὸ ἐπάνω του καὶ ἀποκτᾶ μιὰ ἐλευθερία μεγάλη στὴν δημιουργική του ἐργασία.

Ὁ συγγραφεὺς ποὺ ἔχει ὑπ' ὄψιν βεβαιότητα, ἢ καὶ πιθανότητα, νὰ πουλήσει ὁλόκληρη τὴν ἔκδοση του, καὶ ἴσως κατόπι κι ἄλλες ἐκδόσεις, ἐπηρεάζεται ἐνίοτε ἀπ' αὐτήν την μέλλουσα πούληση. Ὅσο κι ἂν εἶναι εἰληκρινὴς καὶ μὲ πεποιθήσεις θὰ τύχουν - σχεδὸν χωρὶς νὰ τὸ θέλει, σχεδὸν χωρὶς νὰ τὸ νοιώθει - στιγμὲς πού, γνωρίζοντας πὼς σκέπτεται καὶ τί ἀρέσει καὶ τί ἀγοράζει τὸ κοινόν, θὰ κάμει κάτι μικρὲς θυσίες - θὰ πεῖ τοῦτο κομμάτι ἀλλέως, καὶ θὰ παραλείψει ἐκεῖνο. Καὶ δὲν ὑπάρχει πρᾶγμα πιὸ ὀλεθριο ἀπὸ τὴν Τέχνη (μόνο ποὺ τὸ βάζει ὁ νοῦς μου, φρίττω) παρὰ νὰ λέγεται τοῦτο κομμάτι ἀλλέως καὶ νὰ παραλείπεται ἐκεῖνο.

Σ' αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησία ἀποδίδω πολὺ μέρος τῆς προόδου, κατὰ τὴν ποιότητα, τῆς συγχρώνου ἑλληνικῆς φιλολογίας.

Ἂς πῶ ἀκόμη ὅτι ἂν καὶ βέβαια εἶναι ὀδυνηρὴ ἡ ἀδιαφορία τὴν ὁποίαν ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δείχνει γιὰ τὴν φιλολογία μας, καὶ ὅτι δὲν μᾶς τιμᾶ ἡ σύγκρισις μὲ ἄλλα ἔθνη εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάγνωσις θεωρεῖται ὡς σχεδὸν καθῆκον, ἐν τούτοις νὰ μὴ ξεχνοῦμε ὅτι κι ἀλλοῦ δὲν βρίσκει πάντα πολυάριθμο κοινόν - τοὐλάχιστον στὴν πρώτη της ἐμφάνιση - ἡ ὑψίστη μορφὴ τοῦ στίχου, ἢ ἡ τεχνικοτάτη ρύθμισις τοῦ πεζοῦ λόγου.