Αισώπου Μύθοι/Κολοιός φυγάς

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αἰσώπου Μῦθοι
Κολοιὸς φυγάς


Κολοιόν τις συλλαβὼν καὶ δήσας αὐτοῦ τὸν πόδα λινῷ κάλῳ τῷ ἑαυτοῦ παιδὶ ἔδωκεν. Ὁ δὲ οὐχ ὑπομείνας τὴν μετ’ ἀνθρώπων δίαιταν, ὡς πρὸς ὀλίγον ἀδείας ἔτυχε, φυγὼν ἧκεν εἰς τὴν ἑαυτοῦ καλιάν. Περιειληθέντος δὲ τοῦ δεσμοῦ τοῖς κλάδοις, ἀναπτῆναι μὴ δυνάμενος, ἐπειδὴ ἀποθνῄσκειν ἔμελλεν, ἔφη πρὸς ἑαυτόν· «Ἀλλ’ ἔγωγε δείλαιος, ὅστις τὴν παρὰ ἀνθρώπων δουλείαν μὴ ὑπομείνας ἔλαθον ἐμαυτὸν καὶ σωτηρίας στερήσας.»

Οὗτος ὁ λόγος ἁρμόσειεν ἂν ἐπ’ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων οἳ μετρίων ἑαυτοὺς κινδύνων ῥύσασθαι βουλόμενοι ἔλαθον εἰς μείζονα δεινὰ περιπεσόντες.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας άνθρωπος έπιασε μια καλιακούδα, της έδεσε το πόδι με ένα λινό κορδόνι και την έδωσε στο μικρό του γιό να παίζει, να την έχει σαν κατοικίδιο ζωάκι. Η καλιακούδα όμως, δεν της άρεσε να κατοικεί μαζί με τους ανθρώπους, και μια φορά που διέφυγε της προσοχής, το έσκασε για να γυρίσει στη φωλιά της, έχοντας ακόμη το πόδι της δεμένο με το λινό κορδόνι. Τότε μπερδεύτηκε το κορδόνι σε κάτι πυκνά κλαδιά, και δεν μπορούσε πια να πετάξει, και έτσι είχε οικτρό θάνατο. Καθώς πέθαινε, έλεγε: "κρίμα και αλίμονό μου, για να μην υπομείνω τον περιορισμό με τους ανθρώπους, από τον πόθο της ελευθερίας έχασα και τη ζωή μου!".

Ο μύθος θέλει να πεί ότι η ζωή είναι πολυτιμότερη από την ελευθερία.