Αισώπου Μύθοι/Έριφος και λύκος αυλών

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ἔριφος καὶ λύκος αὐλῶν



Ἔριφος ὑστερήσας ἀπὸ ποίμνης ὑπὸ λύκου κατεδιώκετο· ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ ἔριφος λέγει τῷ λύκῳ· Πέπεισμαι, λύκε, ὅτι σὸν βρῶμά εἰμι· ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἀδόξως ἀποθάνω, αὔλησον, ὅπως ὀρχήσωμαι. Αὐλοῦντος δὲ τοῦ λύκου καὶ ὀρχουμένου τοῦ ἐρίφου, οἱ κύνες ἀκούσαντες καὶ ἐξελθόντες κατεδίωκον τὸν λύκον. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ λύκος λέγει τῷ ἐρίφῳ· Ταῦτα ἐμοὶ καλῶς γίνεται· ἔδει γάρ με μακελλάριον ὄντα αὐλητὴν μὴ μιμεῖσθαι.

Οὕτως οἱ παρὰ γνώμην τοῦ καιροῦ τι πράττοντες καὶ ὧν ἐν χερσὶν ἔχουσιν ὑστεροῦνται.

variant version from Chambry's first edition[Επεξεργασία]

Ἔριφος καὶ λύκος αὐλῶν

Ἔριφος πλανηθεῖσα τῆς ποίμνης ὑπὸ λύκου ἐδιώκετο. Τῆς δὲ ἐρίφου ἀτονησάσης καὶ τοῦ λύκου καταλαβόντος, στραφεῖσα ἡ ἔριφος πρὸς τὸν λύκον εἶπεν· Ὅτι μὲν σὸν βρῶμά εἰμι ἀκριβῶς ἐπίσταμαι, ἀλλα ἵνα μὴ ἀδόξως ἀποθάνω, αὔλει μοι ὡς ὀρχῶμαι. Τοῦ δὲ λύκου αὐλοῦντος καὶ τῆς ἐρίφου ὀρχουμένης, οἱ κύνες τοῦ ποιμένος ἀκούσαντες τὸν λύκον κατέλαβον καὶ ἐδίωκον, κἀκεῖνος φεύγων εφώνει· Ἀξίως πάσχω· ἔδει γάρ με ἀντ᾿ αὐλητοῦ μακελλάριον εἶναι.

Ὅτι καὶ τοῖς φύσει πονηροῖς ἡ διὰ λόγων ταπείνωσις οἶδε κατάνυξιν ἐμποιεῖν.



Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένα κατσικάκι που ξεμάκρυνε απο το κοπάδι το κυνηγούσε ο λύκος. Σάν είδε το κατσικάκι οτι ο λύκος το φτάνει κ δέν γλυτώνει, σταμάτησε να τρέχει, δήλωσε οτι παραδίνεται κ του λέει: "το ξέρω, λύκε, οτι δέν γλυτώνω πιά, θα γίνω τροφήσου. Αλλα να μήν πεθάνω έτσι άχαρα, θα σε παρακαλούσα να παίξεις τον αυλό (φλογέρα) να χορέψω, κ ύστερα με τρώς".

Σωστό του φάνηκε αυτό του λύκου, έπιασε έπαιζε τον αυλό κ το κατσικάκι χόρευε. Όμως, ακούσανε τον αυλό τα τσομπανόσκυλα, έφτασαν κ πήραν τον λύκο στο κυνήγι. Έτσι το κατσικάκι γλύτωσε, κ ο λύκος έλεγε: "καλά να πάθω! Ο καθένας πρέπει να επιδίδεται στη δικήτου τη δουλειά. Τί το ήθελα να παίζω τη φλογέρα; Αυτή δέν είναι η δικήμου δουλειά, εμένα η δουλειάμου είναι χασάπης!


(Σημείωση: η λέξη μακελλάριος στις δύο αυτές εκδοχές του μύθου είναι απο τα λατινικά, που δείχνει οτι ο μύθος έχει βυζαντινή προέλευση. Στα αρχαία Ελληνικά άλλωστε δέν υπάρχει λέξη για "χασάπης", διότι δέν υπήρχε αυτό το επάγγελμα στους αρχαίους Έλληνες. Κρέας έτρωγαν μόνο όταν γινόταν κάποια θυσία, την οποία τελούσαν οι ιερείς, ή, σε λιγότερο επίσημες περιστάσεις, ο αρχηγός της οικογένειας· έτσι, δέν υπήρχαν καταστήματα που να πουλάνε κρέας. Μόνο κάποια πράγματα που περίσσευαν απο τις θυσίες (έντερα, ξύγκια, γραπουνάδια) τα διατηρούσαν ώς αλλαντικά, κ αυτά πουλιούνταν σε καταστήματα. Το επάγγελμα του αλλαντοπώλη ήταν περιφρονημένο, καθώς βλέπουμε στον Αριστοφάνη).