Όταν ήμουν δάσκαλος
| Ὅταν ἤμουν δάσκαλος Συγγραφέας: |
Μίαν ἡμέραν, εἰς τὴν προκυμαίαν τῶν Χανίων μ’ ἐπλησίασεν ἕνας κύριος, φίλος οἰκογενειακός, καὶ μὲ ἠρώτησεν, ὡς συνεχίζων προηγουμένην ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχαμεν κάμει:
— Λοιπόν, Γιώργη, τί ἀπεφάσισες;
— Γιὰ τὰ ὀρτίκια;
— Ποιὰ ὀρτίκια;
— Ἆ!… ἐνόμιζα ὅτι ξέρετε τὸ σχέδιον ποῦ ἔχομε μερικοὶ νὰ πᾶμε στὴν Παλιόχωρα νὰ κυνηγήσωμε ὀρτύκια.
— Οὔφ! καϋμένε, λύσσα σ’ ἔχει πιάσει μαὐτὸ τὸ κυνῆγι! Καὶ νἄκανες τίποτε τοὐλάχιστον, ἀλλὰ ξοδεύεις ἄδικα σκάγια καὶ μπαρούτη!
— Αὐτό ’νε δική μου δουλειά, ἀπήντησα μὲ δυσαρέσκειαν ἀνθρώπου ὑποτιμωμένου καὶ ἤμουν ἕτοιμος ν’ ἀπομακρυνθῶ.
— Ἂς εἶνε τέλος πάντων, δεν πρόκειται περὶ τούτου, εἶπεν ὁ σοβαρὸς κύριος, ὀλίγον προσέχων εἰς τὸν θυμόν μου. Θὰ πᾶς στὰς Ἀθήνας;
— Μὰ φαίνεται, θὰ πάω.
— Καὶ σὲ ποιὰ ἐπιστήμη θὰ ἐγγραφῇς;
— Ξέρω κ’ ἐγώ; Δὲν ἀπεφάσισα ἀκόμη.
Ὁ ἄνθρωπος μὲ παρετήρησεν ἔκπληκτος.
— Δὲν ἀπεφάσισες ἀκόμη; Ἐσύ, παιδί μου, εἶσαι ἄλλου εἴδους ἄνθρωπος. Δὲν ἔχεις καμμίαν ώρισμένην κλίσιν;… Ἐγὼ λοιπόν, νὰ σοῦ πῶ, ἀπό τό δημοτικὸ σχολεῖο ἐνόησα ὅτι εἶχα κλίσιν εἰς τὰ νομικὰ καὶ ἔκτοτε δὲν ἄλλαξα γνώμην. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει μίαν κλίσιν καὶ ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ τὴν φυσικήν του κλίσιν, ἄλλως θ’ ἀποτύχῃ ἀσφαλῶς εἰς τὸν βίον του.
— Λοιπὸν νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια; Ἔχω κ’ ἐγὼ μίαν κλίσιν.
— Τί κλίσιν;
— Εἰς τὸ κυνῆγι. Ἔχει κυνηγετικὴ σχολὴ τὸ Πανεπιστήμιον;
«Οὔφ! κουταμάρες!» ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ οἰκογενειακὸς φίλος, ἀλλὰ περιωρίσθη νὰ τὸ ἐκφράσῃ μὲ μορφασμὸν ἀνίας, ξυνίσας ἁπλῶς τὰ μοῦτρά του.
— Βρὲ ἀδελφέ, εἶπε, γιὰ νὰ τελειώνωμε, μία πρότασι ἔχω νὰ σοῦ κάμω. Ξέρεις ὅτι εἶμαι ἕνας ἐκ τῶν ἐφόρων τῶν σχολείων. Λοιπὸν θὰ ἱδρύσωμεν ἕνα ἑλληνικὸ σχολεῖο ἔξω στὴν ἐπαρχία· ἔρχεσαι νὰ σὲ διορίσωμε δάσκαλο;
Ἐγέλασα, διότι μοῦ ἐπρότεινεν ἐκεῖνο τὸ ἐπάγγελμα ἀκριβῶς πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχα αἰσθανθῆ ποτὲ κλίσιν. Ἡ ἀλήθεια εἶνε ὅτι, ὡς μαθητής, ἐθαύμαζα ἐνίοτε τὴν ἐξουσίαν ἐκείνων οἵτινες ἠδύναντο ἀνεξελέγκτως νὰ ξυλοκοποῦν καὶ νὰ προβιβάζουν, νὰ δίδουν μηδενικὰ καὶ νὰ τραβοῦν αὐτιά, ἀλλὰ δὲν ἐπόθησα ποτὲ νὰ γίνω τόσον μισητὸς τύραννος.
— Δάσκαλος! δάσκαλος! τοὺς παραχόρτασα τοὺς δασκάλους.
— Ναί, ἀλλὰ τὸ κυνῆγι δὲν τὸ παραχόρτασες, μου φαίνεται, κ’ ἐκεῖ ποῦ θὰ σὲ διορίσωμεν ἔχει κυνῆγι, ποῦ δὲν τὸ εἶδες ποτὲ ἐδῶ στὸν κάμπο, ποῦ πᾷς καὶ ἡλιοψήνεσαι άδικα.
— Ἔχει πέρδικες; ἠρώτησα μὲ ζωηρότατον ἐνδιαφέρον.
— Πέρδικες, λαγούς, τσίχλες, ὅ,τι θέλεις. Κ’ ἐγὼ εἶχα ἄλλοτε μανία μὲ τὸ κυνῆγι καὶ ξέρω. Ὁ Κάστελλος ἐκεῖ κοντὰ εἶνε γεμάτος πέρδικες.
— Τότε δέχομαι, εἶπα χωρὶς ἄλλον δισταγμόν. Μὲ θέλετε τίποτε ἄλλο; γιατὶ μὲ περιμένει κάποιος φίλος νὰ συνεννοηθοῦμε γιὰ τὸ κυνῆγι. Θὰ πᾶμε στὸ Ἀκρωτήρι αὔριο πρωί.
Ὁ ἔφορος μὲ προσέβλεψε, κινῶν τὴν κεφαλὴν μὲ οἰκτιρμόν.
— Καλὰ μοῦ τὤλεγε ὁ πατέρας σου, ὅτι δὲν σἀφῆκε νοῦ τὸ κυνῆγι! Μὰ εὐλογημένε, δὲν ἔχεις τὴν περιέργεια νὰ μάθῃς σὲ ποιὸ χωριὸ θὰ ἱδρυθῇ τὸ σχολεῖο καὶ πρὸ πάντων τί μισθὸ θὰ σοῦ δίδωμε;
— Ἆ! ναί, ἀλήθεια, ἔχετε δίκιο. Εἶμαι ἀφῃρημένος. Λοιπὸν ἔχει… (ἡ γλῶσσά μου ἐπῆγε νὰ ἐρωτήσω πάλιν ἂν ἔχῃ μπεκάτσες τὸ μέρος, ἀλλ’ ἐγκαίρως τῆς ἔδωκα ἄλλην διεύθυνσιν)… ὤμορφα κορίτσια τὸ χωριό;
— Ἂν θέλῃς νὰ παντρευτῇς, ἔχει· ἀλλ’ ἂν θέλῃς ἁπλῶς νὰ περάσῃς τὸν καιρό σου, θὰ κακοπεράσῃς. Καὶ καλὰ ἔκαμες καὶ μοῦ τὸ θύμησες αὐτὸ τὸ ζήτημα, γιὰ νὰ σὲ καταστήσω προσεκτικόν. Τοὺς ξέρεις ἄλλως τε τοὺς χωρικούς μας πόσον αυστηροὶ εἶνε σαὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Λοιπὸν ἂν ἔχῃς σκοπὸν νὰ πεζογελᾷς καὶ νὰ πειράζῃς κορίτσια, καλλίτερα νὰ μὴν πᾷς, γιατὶ θὰ γυρίσῃς ἄσχημα, ἂν γυρίσῃς.
Δὲν μοῦ ἤρεσε πολὺ αὐτὸς ὁ ὅρος τοῦ συμβολαίου, ἀλλ’ ἔκρινα πρέπον νὰ μὴ φανερώσω τὰς σκέψεις μου, καὶ εἶπα:
— Καλά, αὐτὰ τὰ ξέρουμε. Ἀλλὰ τὸ χωριὸ ποῦ θὰ ἑδρεύῃ ὁ κύριος σχολάρχης ποιὸ εἶνε;
Μοῦ ἔδωκε πληροφορίας περὶ τοῦ χωρίου, περὶ τοῦ μισθοῦ, περὶ τῶν μαθητῶν καὶ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ. Ἐλλείψει μαθητῶν τὸ νέον σχολεῖον θὰ εἶχε μόνον δύο τάξεις, πρώτην καὶ δευτέραν. Εἰς τὴν δευτέραν θὰ ἐδίδασκα ἐγώ, εἰς δὲ τὴν πρώτην ἕνας πρώην δημοδιδάσκαλος. Ὁπωσδήποτε θὰ ἤμουν σχολάρχης, κάτι παραπάνω ἀπὸ ἁπλοῦς δάσκαλος.
Ὅταν ἐχωριζόμεθα εἶπα πρὸς τὸν ἔφορον:
— Καὶ τὸ Πανεπιστήμιον;
Δὲν βαριέσαι! Δίδεις σὲ κανένα ἄλλο φοιτητὴν καὶ σὲ ἐγγράφει. Ἔτσι τὸ κάνουν ὅλοι. Καὶ δὲν χάνεις τὸ ἔτος, κερδίζεις δὲ καὶ καμμιὰ τριανταριὰ λίρες διὰ νὰ πᾶς τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ καλοπεράσῃς. Λοιπὸν σύμφωνοι;
— Σύμφωνοι.
Μεθαύριον θὰ λάβῃς τὸν διορισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως (προσέθηκε γελῶν) ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ γραφῇ ὅτι σὲ διορίζομεν κυνηγόν. Ἐν τούτοις, χαῖρε, κύριε σχολάρχα!
Μόνον τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἀνέλαβα τὰ καθήκοντά μου, ἐνόησα ὅτι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον τόσον ἐλαφρῶς ἀνεδέχθην εἶχε καὶ τὰς δυσχερείας του. Καὶ ἡ πρώτη ἐκ τῶν δυσχερειῶν τούτων ἦτο ὅτι ἐγὼ ὁ διδάσκαλος εἶχον ἀνάγκην διδασκαλίας, διότι εἶχα σχεδὸν ἐντελῶς λησμονήσει τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ διδάξω καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλως δὲν διέπρεψα ποτέ, ὡς μαθητής.
Ἔπειτα οἱ «προεστοὶ» τοῦ χωρίου καὶ τῆς ἐπαρχίας, οἵτινες ἦλθαν διὰ νὰ μὲ γνωρίσουν, δὲν ἔμειναν εὐχαριστημένοι. Τὴν δυσπιστίαν, ποῦ ἐκίνησεν ἡ νεαρωτάτη ἡλικία μου, ἐνίσχυσεν ἡ ἐλαφρότης ἣν ἔδειξα ζητήσας περισσοτέρας πληροφορίας περὶ κυνηγίου ἢ περὶ τῶν μαθητῶν καὶ τοῦ σχολείου. Ἤρχισαν δὲ μερικοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ κρυφομιλοῦν καὶ δὲν ἦτο δύσκολον νὰ μαντεύσω ὅτι ἔλεγαν πρὸς ἀλλήλους:
— Εἶντα διαόλου δάσκαλος εἶνε τουτοσές;
Διὰ τὴν δυσμενῆ δὲ ταύτην ἐντύπωσιν μοῦ ἐφάνη ὅτι διέκρινα λάμψιν χαιρεκακίας εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ συναδέλφου μου, ὅστις, ὡς διὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν μου, ἀνέπτυσσε πρὸς τοὺς προεστούς, μὲ πομπώδη φρασεολογίαν, τὰς ἰδέας του περὶ διδασκαλίας, ὡμίλησε πρὸς τὸν δήμαρχον διὰ τὰ πολιτικὰ τῆς ἡμέρας καὶ πρὸς τὸν ἱερέα ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μ’ ἐρωτήσῃ:
— Ψάλλεις, κύριε διδάσκαλε;
— Ὄχι.
Τὸ ὄχι ἐκεῖνο συνεπλήρωσε τὴν ἐλεεινὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν εἶχα κάμει. Ὁ παπᾶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τί εἴδους παιδεία ἦτο αὐτὴ ἡ νεωτέρα, νὰ μὴ διδάσκουν τοὺς νέους ἐκκλησιαστικὴν μουσικήν.
Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισίν μου διὰ νὰ ἐπιδείξῃ συγχρόνως τὰ προσόντα του:
— Δὲν ἔχουν ὅλοι τὸ χάρισμα τῆς φωνῆς. Ἔπειτα ἐγὼ θ’ ἀναπληρῶ τὸν κύριον σχολάρχην εἰς αὐτὸ τὸ καθῆκον. Δόξα τῷ Θεῷ ἐγὼ καὶ μουσικὴν ξέρω καὶ φωνὴν ἔχω.
Ὁ συνάδελφός μου ἦτο ἰσχνὸς καὶ μελαψός, ὡς ξυλοκέρατον· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μοῦ ἐφάνη τόσον μαῦρος, τόσον ἀπαισίως μαῦρος, ὥστε μοῦ ἤρχετο ὄρεξις νὰ τὸν ἐρωτήσω πῶς ἔμαθε βυζαντινὴν μουσικὴν εἰς τὸ Σουδάν. Καὶ ὅμως εἰς τὰ χείλη εἶχε μειδίαμα τόσον ὑποχρεωτικὸν καὶ τόσην ταπείνωσιν ἐξέφραζεν ὅλον του τὸ ταλαιπωρημένον ὑποκείμενον καὶ ἡ κάμψις τῶν ὤμων του ἡ δουλικὴ καὶ ὁ πενιχρός του ἱματισμός, εἰς τὸν ὁποῖον συνηντῶντο δύο πολιτισμοί, ὁ εὐρωπαϊκὸς καὶ ὁ κρητικός, μετὰ διαφόρων ἐποχῶν, τόσην δυστυχίαν ἐμαρτύρει τὸ προώρως ρυτιδωθὲν μέτωπόν του (διότι δὲν θὰ ἦτο ἀκόμη τριακοντούτης), ὥστε δυσκόλως διεκρίνετο ἡ μικροπονηρία ἥτις ἐσπινθήριζεν εἰς τοὺς μικροὺς ὀφθαλμούς του.
Ὅταν ἐμείναμεν μόνοι, μοῦ ἐξέφρασε τὴν χαράν του, διότι θὰ μὲ εἶχε συνάδελφον καὶ… «προϊστάμενον» καὶ μὲ διεβεβαίωσε ὅτι δὲν ᾐσθάνετο ἐναντίον μου τὴν παραμικρὰν μνησικακίαν.
— Γιατί μνησικακίαν; τὸν ἠρώτησα ἀνατιναχθείς.
— Διότι… πῶς νὰ σᾶς πῶ; γιὰ τὴ θέσι ποῦ πήρατε ἔχω ἐργασθῆ χρόνια κἤλπιζα κ’ ἐγώ… Ὅλοι σχεδὸν οἱ μαθηταὶ τοῦ σχολείου μας ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια μου· θὰ δῆτε δὲ ὅτι τοὺς ἔχω κάμει ξεφτέρια· μερικοὶ μάλιστα θὰ ἦσαν καλοὶ καὶ διὰ τὸ γυμνάσιον. Ὅταν πρωτοῆλθα εἰς αὐτὰ τὰ χωριά, σχολεῖα δὲν ὑπῆρχαν καὶ μόνον ὀλίγα παιδιὰ ἐδιδάσκοντο κολυβογράμματα. Τέλος πάντων εἶχα δικαιώματα, ἀλλ’ ἔπρεπε νἆμαι Κρητικὸς διὰ νὰ μοῦ τἀναγνωρίσουν, κ’ ἐγὼ Κρητικὸς δὲν εἶμαι, οὔτε μέσα ἔχω.
— Ἂν ἐγνώριζα ὅτι θὰ κατεπάτουν ξένα δικαιώματα, ἀπήντησα θυμωμένος ὀλίγον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ἐδεχόμην τὸν διορισμόν. Ἀλλ’ ἕως χθές, οὔτε τὰ δικαιώματά σας ἐγνώριζα, οὔτε σᾶς τὸν ἴδιον.
— Μὰ δὲν εἶπα ὅτι φταῖτε σεῖς… ἐψέλλισεν ὁ διδάσκαλος. Τί φταῖτε σεῖς;
Ἀλλ’ ἐγώ, διὰ νὰ τὸν ταπεινώσω μὲ προσόντα τὰ ὁποῖα ἐγνώριζα ὅτι δὲν εἶχεν, ὡς μὲ εἶχε ταπεινώσει πρὸ ὀλίγου μὲ τὴν μουσικήν, τοῦ εἶπα:
— Ἐγὼ οὔτε δάσκαλος εἶμαι, οὔτε παρεκάλεσα κανένα νὰ μὲ διορίσῃ. Ἐξ ἐναντίας μὲ παρεκάλεσαν νὰ δεχθῶ. Εἶμαι τελειόφοιτος τοῦ γυμνασίου, εἶμαι φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ζημιώνομαι μάλιστα, διότι χάνω τὰ μαθήματά μου.
Εἴχαμεν φθάσει εἰς τὸ καφενεῖον τοῦ χωριοῦ καὶ ἐφρόντισα ν’ ἀκούσουν τὰς τελευταίας φράσεις οἱ ἐκεῖ καθήμενοι χωρικοί, οἵτινες μὲ ὑπεδέχθησαν μὲ ἐξαιρετικὰς περιποιήσεις, φιλοτιμηθέντες νὰ μὲ κεράσουν ὅλοι.
Οἱ λόγοι μου κατέπληξαν καὶ ἀπεστόμωσαν τὸν πρώην δημοδιδάσκαλον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ καταχρασθῶ τὴν ὑπεροχήν μου· καὶ σκέψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐννοήσετε μετ’ ὀλίγον, μὲ κατέστησαν συμβιβαστικόν. Συνεχίζων δὲ τὴν ὁμιλίαν μας, τοῦ εἶπα, ὅταν ἐμείναμεν ἐκ νέου μόνοι:
— Καλὰ ποῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξηγηθῶμεν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς γνωριμίας μας, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιθυμῶ νὰ περάσωμεν μὲ ὁμόνοιαν τὸν ὀλίγον καιρὸν τοῦ ἔχομεν νὰ περάσωμεν μαζῆ.
— Κ’ ἐγὼ τὸ ἴδιο.
— Τί ἔχομε να μοιράσωμε; Ἐγὼ φέτος εἶμαι δάσκαλος καὶ τοῦ χρόνου δὲν θὰ εἶμαι. Θὰ πάω γιὰ τὰ μαθήματά μου, γιὰ τὴν ἐπιστήμη μου, καὶ θὰ σᾶς ἀφήσω τὴ θέσι μου νὰ τὴ χαίρεστε. Φιλοδοξίαν δασκαλικὴν δὲν ἔχω καμμίαν.
Καὶ ἦλθα μὲ τὴν εἰλικρινῆ διάθεσιν νὰ εἶμαι σχολάρχης μόνον γιὰ τὸν τύπον. Ἂν θέλετε, σᾶς ἀφίνω καὶ τὸν τίτλον αὐτόν. Τί μοῦ χρησιμεύει, ἀφοῦ θὰ εἶνε τόσον ἐφήμερος; Θὰ μὲ ὑπεχρεώνατε μάλιστα ἂν εἴχατε τὴν καλωσύνην νἀναλάβετε καὶ τῶν δύο τάξεων τὰ μαθήματα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸ σᾶς εἶνε δύσκολον, σᾶς ἀφίνω νὰ διδάσκετε τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὴν ἀριθμητικὴν εἰς τὴν τάξιν μου, ἀναλαμβάνω δὲ νὰ διδάσκω ἐγὼ γεωγραφίαν καὶ ἱερὰν ἱστορίαν εἰς τὴν τάξιν σας. Κάτι θυμοῦμαι ἄκρες μέσες ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἰεροβοάμ. Καὶ ἔτσι ἀποκαθίσταται πλήρης ἰσότης μεταξύ μας. Ἄλλως τε νὰ σᾶς πῶ ὅλην τὴν ἀλήθεια; Ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ διὰ νὰ κυνηγῶ καὶ ἡ δασκαλικὴ εἶνε μᾶλλον πρόφασις. Ἔχω μανία μὲ τὸ κυνῆγι καὶ διὰ τοῦτο, ὡς εἴδατε, ἀντὶ βιβλίων, ἔφερα μαζῆ μου τουφέκια καὶ σκυλιά.
Μόνον περὶ ἐξισώσεως τῶν μισθῶν δὲν ὁμίλησα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον αἱ ὑποχωρήσεις μου ἐφάνησαν τόσον σπουδαῖαι εἰς τὸν συνάδελφον, ὥστε μὲ εἰλικρινῆ συγκίνησιν μοῦ εἶπεν:
— Εὐχαριστῶ πολύ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ περάσωμεν σὰν ἀδελφοί.
— Ὥστε ἀναλαμβάνετε τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὴν ἀριθμητικήν; ἔσπευσα νὰ τὸν ἐρωτήσω, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ πρὶν νὰ λάβῃ καιρὸν νὰ μετανοήσῃ.
— Ἀφοῦ τὸ θέλετε, τὰ ἀναλαμβάνω· ἀλλ’ ὡς εἰλικρινὴς ἄνθρωπος, χρεωστῶ νὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν σᾶς συμφέρει αὐτό· τί θὰ ποῦν οἱ μαθηταὶ ὅταν θὰ βλέπουν ὅτι ἐγὼ ὁ κατώτερος διδάσκω τὰ δυσκολώτερα καὶ τὰ κυριώτερα μαθήματα; Ἀμ’ οἱ γονεῖς των, ἀμ’ ἡ Ἐφορία;
Ἐσκέφθηκα ὀλίγον καὶ εἶδα ὅτι ἀληθῶς μὲ συνεβούλευε τὸ συμφέρον μου. Ἀλλὰ πῶς νὰ διδάξω, πρὸς Θεοῦ, πράγματα ποῦ δὲν ἐγνώριζα;
— Ἂς σκεφθοῦν ὅ,τι θέλουν, ὀλίγον μὲ μέλει. Ὅταν ζητήσω νὰ μὲ διορίσουν καὶ πάλιν, ἂς μὴ μὲ διορίσουν. Ἄλλως τε ποῦ τὸ βρῆκαν γραμμένο ὅτι τὰ σπουδαιότερα μαθήματα εἶνε τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ μαθηματικά; Γιὰ μένα σπουδαιοτέρα εἶνε ἡ ἱερὰ ἱστορία, ὡς θρησκευτικὸν μάθημα. Λοιπὸν σύμφωνοι;
Ὄχι, πρὸς τὸ συμφέρον μου, δὲν ἀνελάμβανε τὰ ἑλληνικά. Καὶ παρέταξε πειστικώτατα επιχειρήματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ σπουδαιότερον ἦτο ὅτι θὰ ἐξέπεφτα εἰς τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν μαθητῶν. Ἀλλὰ συγκατένευσε τουλάχιστον νὰ διδάξῃ τὰ μαθηματικὰ καὶ τοῦτο θὰ ἦτο μεγάλη ανακούφισις δι’ ἐμέ. Ἀπὸ τοὺς παιδικούς μου χρόνους διετήρουν μίαν φοβερὰν ἀνάμνησιν τῶν κλασματικῶν ἀριθμῶν, τῶν μεθόδων τῶν τριῶν καὶ τῆς ὑφαιρέσεως· τὸ δέος δὲ τοῦτο μοῦ κατέστησεν ἀπρόσιτα καὶ τὰ μαθηματικὰ τοῦ γυμνασίου, θεωρητικὴν ἀριθμητικὴν καὶ ἄλγεβραν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐνόησα καὶ ἂν ἔμαθα τίποτε περισσότερον τῶν τεσσάρων ἁπλῶν πράξεων τῆς ἀριθμητικῆς· τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι βραδύτερον διετήρει ἡ μνήμη μου μόνον τὸ δέος τῶν πολυπλόκων ἐκείνων πραγμάτων καὶ τὸ δέος τοῦτο ἐμεγαλοποιήθη διὰ τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ μὴ τολμῶ καὶ νὰ τ’ ἀτενίσω πλέον.
Μετενόουν πικρῶς, βλέπων ὅτι διὰ νὰ διδάξω ἔπρεπε νὰ μελετῶ περισσότερον ἀπὸ τοὺς μαθητάς μου τοὺς μᾶλλον ἀκαταρτίστους. Ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἀποστηθίσω ὅλην τὴν γραμματικὴν καὶ ν’ ἀπομνημονεύσω τὰ φρικτὰ καὶ ἀτελείωτα ὀνόματα τῶν γερμανικῶν δουκάτων, ὄρη, ποταμούς, χρονολογίας. Καὶ πότε; Καθ’ ὃν χρόνον, περατώσας κουτσὰ στραβὰ τὸ γυμνάσιον, ἀνέπνευσα νομίζων ὅτι ἐσώθηκα διὰ παντὸς ἀπὸ τὰ βάσανα τῶν κανόνων καὶ τῶν προβλημάτων! Ἀλλὰ τί νὰ κάμω; Ἤρχισα νὰ μελετῶ, κύπτων ἐπὶ ὥρας κατὰ τὴν νύκτα ἐπὶ τῶν βιβλίων, φυλλομετρῶν τὸ λεξικὸν καὶ τὸν κατάλογον τῶν ἀνωμάλων, κλίνων ὀνόματα καὶ ρήματα καὶ προσπαθῶν νὰ εὕρω τοὺς σχετικοὺς κανόνας.
Προσεπάθουν νὰ παρηγορηθῶ μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν εἶχα πῶς ἄλλως νὰ περάσω τὰς ἑσπέρας μου. Οἱ χωρικοὶ ἐκοιμῶντο σχεδὸν ἅμα ἐνύκτωνε καὶ μόνον κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὴν ἑσπέραν ἐπὶ μικρὸν ἦσαν ἀνοικτὰ τὰ δύο τοῦ χωρίου καφενεῖα. Ἡ κατοικία μας ἄλλως, μετὰ τοῦ σχολείου, ἦτο ἔξω τοῦ χωριοῦ, μεμονωμένη ἐπὶ ἑνὸς λόφου μεταξὺ δένδρων. Ἀλλ’ ἡ σκέψις αὕτη, ἀντὶ νὰ μὲ πορηγορῇ, καθίστα ἐπαχθεστέραν τὴν δυστυχίαν μου. Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποφέρω αὐτὸν τὸν βίον ἐπὶ τόσους μῆνας χωρὶς νὰ παραφρονήσω; Εὐρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μαγειρεύω μόνος μου ἢ νὰ τρέφωμαι, ὡς ἀσκητὴς μὲ ξηρὸν ἄρτον, διότι οὐδεμία χωρικὴ ἐτόλμα καὶ μόνον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατοικίαν ἀνδρῶν ἀγάμων καὶ μάλιστα ξένων. Ἀπετάθην προς μίαν γραῖαν ὑπερεξηκοντούτιδα, ἥτις ταξειδεύσασα ἄλλοτε ποτὲ μέχρι Κυθήρων, ἤθελε νὰ περνᾷ ὡς πολιτισμένη καὶ ἀνωτέρα προλήψεων· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἐσταυροκοπήθη διὰ τὴν παράτολμον πρότασιν καὶ σχεδὸν ἐκοκκίνισε. Ἔλα Χριστὲ καὶ Παναγία μου! χήρα γυναῖκα νὰ μπαίνῃ σὲ σπίτι μπεκιάριδων… νὰ τῆς βγάλουν τίποτε! Θεὸς φυλάξοι!… ὁ κόσμος εἶνε κακός, παιδί μου. Ὁ συνάδελφος, ὅστις ἐγνώριζε κάλλιον ἐμοῦ τὰ πράγματα, διότι εἶχε ζήσει τὸν βίον ἐκεῖνον ἐπὶ ἔτη, μὲ ἀπέτρεπεν ἀπὸ μάταια διαβήματα, ἅτινα ἄλλως ἠδύναντο νὰ παρεξηγηθοῦν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπίστευα ὅτι ἡ αὐστηρότης ἔφθανε μέχρι τοιαύτης ἀγριότητος, ὥστε καὶ αἱ γραῖαι, ποῦ εἶχαν ταξειδεύσει μέχρι Κυθήρων, νὰ φοβοῦνται μήπως δυσφημισθοῦν.
— Δὲν πειράζει, μαγειρεύομε μόνοι μας, μοῦ εἶπε μὲ ἐγκαρτέρησιν ὁ συνάδελφος.
— Ἀλλ’ ἐγὼ ποῦ δὲν ξέρω οὔτε αὐγὰ νὰ ψήσω;…
— Τότε ἀναλαμβάνω ἐγὼ μετὰ τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τὴν μαγειρικήν, εἶπεν ὁ ὑποχρεωτικώτατος συνάδελφος. Θὰ βοηθοῦν καὶ οἱ μαθηταί…
— Ἆ! βέβαια, καλὴ ἰδέα αυτή, εἶπα ἀνακουφισθεὶς ἀπὸ νέαν μέριμναν. Ἔτσι θὰ μάθουν καὶ κάτι τι πρακτικὸν οἱ μαθηταί. Σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις τείνει νὰ γίνῃ πρακτική.
Ἀλλὰ θὰ ἐμάνθαναν ἆρά γε τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὴν μαγειρικὴν τὰ δυστυχῆ ἐκεῖνα παιδιά; Αἱ περὶ τούτου ἀμφιβολίαι μου ηύξαναν καθ’ ἑκάστην. Καὶ διὰ τοῦτο πρὸ πάντων ἀπεφάσισα νὰ εἶμαι ὁ ἐπιεικέστερος τῶν διδασκάλων. Εἶχα ἀναγνώσει τὸ παιδαγωγικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσει ὁ Τολστόη εἰς τὴν «Γιασνάγιαν Πολιάναν» καὶ τὸ ὁποῖον ἀφίνει τοὺς μαθητὰς ἐλευθέρους νὰ μελετοῦν καὶ νὰ παίζουν ὁπόταν θέλουν καὶ ὅπως θέλουν· καὶ τώρα ἐσκεπτόμην ὅτι ἤμουν παρὰ Θεοῦ προωρισμένος νὰ εἶσαγάγω καὶ ἐφαρμόσω τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὴν Κρήτην.
Τὰ μαθήματα ἤρχισαν μὲ μίαν προσλαλιὰν πρὸς τοὺς μαθητάς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπα τὰ ἑξῆς περίπου:
«Δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς δασκάλους τοὺς ὁποίους ἐγνωρίσατε μέχρι τοῦδε. Θέλω νὰ γείνω φίλος σας καὶ ὄχι τύραννος, νὰ σᾶς φανῶ ὠφέλιμος καὶ ὄχι νὰ σᾶς κάμω δειλοὺς καὶ ταπεινούς· νὰ μὲ σέβεσθε καὶ νὰ μὲ ἀγαπᾶτε καὶ ὄχι νὰ μὲ τρέμετε. Μερικοὶ ἀπὸ σᾶς ἄλλως τε κοντεύει νὰ ἔχετε τὴν ἡλικίαν μου. Ἕως χθὲς ἤμουν καὶ ἐγὼ μαθητὴς καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ μισήσετε, ὅπως ἐμίσησα ἐγὼ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς δασκάλους μου. Δὲν θ᾽ ἀπαιτῶ νὰ μαθαίνετε μεγάλα πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ σᾶς ἀφίνουν καιρὸν νὰ παίζετε, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ ἡλικία σας. Ἀλλὰ τὰ ὀλίγα αὐτὰ ἐννοῶ νὰ τὰ μαθαίνετε καλά. Φρονῶ ὅτι μὲ τὸ γλυκὺ θὰ κάμωμεν καλλίτερα τὴν ἐργασίαν μας, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δασκάλοι νομίζουν ἀπαραίτητον τὸ ξύλον καὶ τὰς ὕβρεις. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ ἀναγκάσετε νὰ πιστεύσω ὅτι ἔχω ἄδικον καὶ ὅτι ἔχουν δίκαιον οἱ ἄλλοι δασκάλοι».
Οἱ μαθηταί μου ἤκουσαν τοὺς λόγους μου μὲ ἔκπληξιν, ἥτις ἐπὶ τέλους μετεβλήθη εἰς ἀκτινοβόλημα χαρᾶς.
— Λοιπὸν εἶσθε σύμφωνοι; τοὺς ἠρώτησα.
— Σύμφωνοι, ἀπήντησαν.
Καὶ ἐτήρησαν τὴν ὑπόσχεσίν των, ὅπως ἐτήρησα καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
Εἶπα ὅτι ἠναγκαζόμην νὰ προμελετῶ διὰ νὰ παραδώσω. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὄχι τόσον χάριν τῶν μαθητῶν, ὅσον διὰ νὰ κοπιάζω ὀλιγώτερον, τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἔδιδα πρὸς ἐξήγησιν καὶ τεχνολογίαν δὲν ἦτο ποτὲ περισσότερον τῆς μιᾶς περιόδου, δύο ἢ τρεῖς γραμμαὶ ἀπὸ τὴν Ἀνάβασιν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν κατώρθωνα πάντοτε νὰ ἐνθυμοῦμαι τοὺς σχετικοὺς γραμματικοὺς κανόνας, ἡ τεχνολογία μου ἦτο ἁπλουστάτη.
Ἀλλὰ τότε παρετήρησα ὅτι οἱ μαθηταί μου ἐγνώριζαν περισσότερα ἀπὸ ἐμέ. Διὸ ἠναγκάσθην νὰ ἐντείνω τὰς μελέτας μου καὶ μάλιστα νὰ σημειώνω τοὺς κανόνας τοὺς ἐφαρμοζομένους εἰς ἑκάστην λέξιν τοῦ κειμένου. Διδάσκων δὲ εἶχα τὸν τυφλοσούρτην τῶν σημειώσεων εἰς τὸ ἡμιάνοικτον συρτάρι μου καὶ μὲ τρόπον παρηκολούθουν. «Λοιπὸν διατί ἐξαιρεῖται; Λέγε Γιώργη… Ὁ ἄλλος… ὁ ἄλλος;…»
Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ ἑνὸς βλέμματος ἠρώτων, διὰ τοῦ ἄλλου ἀνεζήτουν εἰς τὸ συρτάρι μου τὸν κανόνα, καὶ ᾔσθανόμην ἀληθῆ εὐτυχίαν θριάμβου ὅταν ἐπὶ τέλους κατώρθωνα νὰ καταπλήξω τὸ ἀκροατήριον μου μὲ τὰς γνώσεις μου· καὶ ὁ θρίαμβος ἀντήχει εἰς τὴν φωνήν μου, ἥτις βαθμηδὸν καὶ ἀσυνειδήτως ἤρχιζε νὰ προσλαμβάνῃ τὸν διδασκαλικὸν στόμφον.
Ἐννοεῖται ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὲ τὴν καλὴν θέλησιν διδασκάλου καὶ μαθητῶν, τὸ μάθημα διήρκει ὀλίγον· οὕτω δὲ εἶχα ὥρας πολλὰς εἰς τὴν διάθεσίν μου διὰ τὸ κυνῆγι. Καὶ πρὶν ἀκόμη ἐξέλθουν αἱ μαθηταί, ἐγὼ ευρισκόμην εἰς τοὺς ἀγρούς, μὲ τὸ δίκαννον ἐπ’ ὤμου, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν δύο μου σκύλων. Ἐπιστρέφων δὲ εὕρισκα τὸ δεῖπνον ἢ τὸ γεῦμα ἕτοιμον, χάρις εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν καλωσύνην τοῦ συναδέλφου. Καὶ ἡ ζωὴ ἐκείνη ἤρχιζε νὰ ἔχῃ, ἂν οὐχὶ θέλγητρα, τοὐλάχιστον γαλήνην τινὰ ἀρκετὰ εὐχάριστον.
Σὺν τῷ χρόνῳ δὲ παρετήρουν ὅτι ηὔξαναν καὶ ἐπλουτίζοντο ἀνεπαισθήτως αἱ γραμματικαὶ γνώσεις μου καὶ ᾔσθανόμην ἡδονὴν ἄγνωστον νὰ διανοίγω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν μου εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν ἔρευναν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων μἔτερπε καὶ μοῦ ἐνέπνεεν ὑπερηφάνειαν ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἡμέρου καὶ συγκαταβατικοῦ συστήματός μου. Οἱ μαθηταί μου μ’ ἐσέβοντο καὶ μὲ ἠγάπων, χωρὶς δὲ νὰ μεταχειρισθῶ ποτὲ βίαια μέσα, χωρὶς νὰ ὑψώσω κἂν τὸν τόνον τῆς φωνῆς μου, ἦσαν ἐπιμελεῖς καὶ κόσμιοι. Ηὔξανε δὲ ἡ πρὸς ἐμὲ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη των, ὅταν ἀπὸ τὴν πρώτην τάξιν, ἥτις ἦτο εἰς τὸ ἰσόγειον, ἤρχοντο ἐνίοτε πλαταγισμοὶ ῥαπισμάτων ὁμοῦ μὲ τὰς ἀγρίας κραυγὰς καὶ τὰς ὕβρεις τοῦ διδασκάλου, κούτσουρα, παλιόπαιδα, κτήνη!
Ἀλλ’ ἡ ἀντίθεσις αὕτη ἐπῆλθεν ὡς πρῶτον ζιζάνιον εἰς τὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου ἁρμονίαν. Ἔκαμα τὸ λάθος μίαν ἡμέραν νὰ τοῦ παρατηρήσω ὅτι ἦσαν σκληραὶ καὶ ἀνωφελεῖς αἱ σωματικαὶ ποιναί, ὅτι βλάπτουν μᾶλλον διότι ταπεινώνουν τὸ φρόνημα καὶ πληγώνουν τὴν φιλοτιμίαν, διὸ καὶ ἔχουν καταργηθῆ εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον. Αὐτὸς δέ, ὡς ἐὰν ἦτο ἤδη πρὸ πολλοῦ χολιασμένος, ἐπειδὴ ἐθεώρει τὸ σύστημά μου ὡς ἀποδοκιμασίαν τῆς ἰδικῆς του μεθόδου, μοῦ ἀπήντησε μὲ πεῖσμα:
— Ἔτσι ξέρω ἐγὼ νὰ διδάσκω. Τὰ νέα συστήματα δὲν τὰ ξέρω· ξέρω μόνον πῶς πρέπει νὰ μανθάνουν γράμματα οἱ μαθηταί.
Ἡ ἀνάμνησις τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τῆς μαγειρικῆς ἐκράτησε τὴν ὀργήν μου καὶ ἠμπόδισε τὴν ῥῆξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος ἐφαίνετο ἀποφασισμένος. Τὴν ἑσπέραν ἐδειπνήσαμεν πάλιν ὁμοῦ καὶ μόνον μικρά τις δυσφορία εμπόδιζε τὰ βλέμματά μας νὰ συναντηθῶσιν. Ἡ ὑποχώρησίς μου ὅμως αὕτη φαίνεται ὅτι δὲν ἐξετιμήθη δεόντως ὑπὸ τοῦ συναδέλφου, ὅστις ἔγεινε νευρικώτερος καὶ ἐφαίνετο εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐπιζητῶν ἔριδα.
Ὡς διὰ νὰ μὲ προκαλῇ δέ, ἔγινεν ἀπηνέστερος πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ ἡ παράδοσις του ἦτο σχεδὸν ἀδιάκοπος θρῆνος τῶν ῥαπιζομένων καὶ μαστιγουμένων μαθητῶν. Ἡ ἐναντίον μου κρυφία ἔχθρα του ἐξέσπα εἰς τὴν ράχιν τῶν δυστυχῶν παιδίων. Τοῦτο δὲ δὲν ἦτο μόνον πλαγία πρόκλησις ἐναντίον μου, ἀλλὰ καὶ ενόχλησις πολὺ δυσάρεστος πάσης στιγμῆς. Διότι μολονότι ἐνίσχυον τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην τῶν μαθητῶν μου, μοῦ ἐτάρασσαν τὰ νεῦρα καὶ τὴν διδασκαλίαν αἱ οἰμωγαὶ ἐκεῖναι καὶ αἱ κραυγαὶ αἱ ἄγριαι, τὰς ὁποίας ἤμουν ἠναγκασμένος ν’ ἀκούω, διότι αἱ δύο τάξεις συνεκοινώνουν.
Εἰς τὴν νευρικότητα τοῦ διδασκάλου συνετέλει καὶ μία ἄλλη ἀφορμή, τὴν ὁποίαν δὲν ἐμάντευα τότε. Ὁ συνάδελφος ἦτο ἐρωτευμένος. Μοῦ τὸ ἐξωμολογήθη μίαν ἡμέραν, ὅταν ἀκόμη αἱ σχέσεις μας ἦσαν ὁμαλαὶ καὶ εἰς στιγμὴν τῆς ἐλαφρᾶς μετὰ τὸ δεῖπνον εὐθυμίας, ἥτις προκαλεῖ τὴν διάχυσιν καὶ τὰς ἐκμυστηρεύσεις:
— Τί τὰ θέλεις; μοῦ εἶπεν. Ἡ γυναῖκες εἶνε παντοῦ ἡ ἴδιαις. Ἐδῶ τὰς περιορίζει ὁ φόβος… ἢ μᾶλλον ὁ φόβος περιορίζει τοὺς ἄνδρας. Ἀλλ’ ἅμα παρουσιασθῇ ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος καὶ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία… Παντοῦ τέλος πάντων ἡ ἴδιαις.
Καὶ ἀφοῦ μὲ ἀφῆκε νὰ ὑποθέσω ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ «κατάλληλος ἄνθρωπος», ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε νὰ εὑρίσκῃ τὰς «καταλλήλους εὐκαιρίας», ἐξηκολούθησε:
— Ξέρεις τὴ Φωτεινὴ τοῦ Δετορογεώργη… ἐκεῖνο τὸ νοστιμώτατο κορίτσι, ποῦ μοὖπες ὅταν τὸ πρωτόειδες: «Μωρ’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τρελλάνῃ καὶ σχολάρχη!» Λοιπὸν μάθε ὅτι μοὔχει ριχτῆ χονδρικῶς καὶ τόσο φανερὰ ποῦ φοβοῦμαι νὰ μὴ βρῶ μπελᾶ. Μιὰ βραδειά, περνῶντας ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τους, ἀκούω μιὰ φωνίτσα ποῦ μοῦ φώναζε ἀπὸ τὸ παράθυρο: «Δάσκαλε! δάσκαλε!» Κυττάζω στὸ παράθυρο, δὲν βλέπω τίποτε· πάω νὰ προχωρήσω, καὶ πάλι «δάσκαλε! δάσκαλε!» καὶ πάλι δὲν βλέπω ψυχὴ στὸ παράθυρο. Ἐπὶ τέλους ὅμως μιὰ ’πὸ τὴς πολλαὶς ἐπρόλαβα κεἶδα τὸ κεφαλάκι της τὴ στιγμὴ ποῦ τὸ ἀπέσυρε. Μοὔπαιζε τὸ κρυφτό. Ἀπὸ τότε, ὅπου μὲ συναντήσῃ, δὲν λογαριάζει ἂν τὴν βλέπουν καὶ μοῦ ρίχτει κάτι ματιὲς καὶ κάτι χαμόγελα… Εἶνε θεότρελλο τὸ παλλιοκόριτσο.
— Βρὲ δάσκαλε, τοῦ εἶπα, μὴν ἔβαλε στὸ νοῦ της νὰ σοῦ προμηθεύσῃ κανένα βρωμόξυλο, γιὰ νὰ γελάσῃ καλλίτερα;
— Ἆ μπᾶ! εἶνε ἀθώα ἡ κακομοίρα, ἀλλὰ ζωηρά.
— Ξέρω κ’ ἐγώ; καὶ ἡ ἀθωότεραις γυναῖκες ἔχουν πονηρίαις.
— Ξέρω τί σοῦ λέω ἐγώ. Ἀκριβῶς ἡ ἀθωότης τὴν κάνει τόσο τολμηρὰ καὶ ἀπρόσεκτη. Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ δὲν τῆς ἔδωκα κανένα θάρρος· ἀλλ’ ὅσο τὴν ἀποφεύγω, τόσον γίνεται τολμηροτέρα. Πρὸ ἡμερῶν τὴν συνήντησα κάτω στὸν ποταμό. Ἦτο μὲ τὴ μικρή της τὴν ἀδελφή. Καὶ ξέρεις τί μοῦ εἶπε ὅταν ἐπέρνα δίπλα μου; «Δὲν μὲ παίρνεις κἐμένα στὸ σκολειὰ νὰ μάθω γράμματα;» Τώρα δὲ ἄρχισε κ’ ἔρχεται κ’ ἐδῶ ἀπ’ ἔξω, διότι τὸ περιβόλι ποὗνε δίπλα μας εἶνε δικό τους. Δὲν ἔτυχε νὰ τὴ δῇς;… Φοβοῦμαι ὅτι θἄρθῃ κ’ ἐδῶ μέσα καμμιὰ μέρα.
— Κι ἂν ἔρθῃ, τί θὰ κάμῃς;
— Θὰ φύγω ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα.
Ἤθελε καλὰ καὶ σώνει νὰ μὲ πείσῃ ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἰωσήφ, οὗτινος τὴν ἱστορίαν ἐδιδάσκαμεν εἰς τοὺς μαθητάς. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶνε ὅτι ἦτο ἐρωτευμένος ὁ ταλαίπωρος διδάσκαλος, τόσον ἐρωτευμένος, ὥστε ἤρχισε βραδύτερον καὶ νὰ ζηλοτυπῇ. Διότι ἡ Φωτεινή, ἥτις ἦτο ἀληθῶς ζωηρὰ καὶ φιλάρεσκος, μαντεύσασα ὅτι τὰ ὡραῖά της μάτια τὸν εἶχαν ὑποδουλώσει, ἤρχισε νὰ παίζῃ μὲ τὸν ἔρωτά του, ὅπως παίζει μὲ τὸ ράκος ἡ γάτα. Φαίνεται δὲ ὅτι, ἐρχομένη εἰς τὸν γειτονικόν μας κῆπον, δὲν ἔρριπτεν ὅλα τὰ βλέμματά της εἰς τὸ ἰσόγειον, ἀλλὰ διηύθυνε καὶ μερικὰ εἰς τὸ ἐπάνω πάτωμα. Ὅταν δὲ εἶδεν ὅτι τοῦτο ἐπείραζε τὸν ἔρωτόληπτον διδάσκαλον, ἤρχισε νὰ βλέπῃ σκοπίμως πρὸς τὰ ἰδικά μου παράθυρα καὶ νὰ προσποιῆται ἴσως ὅτι ἀντήλλασσε μετ’ ἐμοῦ νεύματα, κατ’ ἣν στιγμὴν ἐγώ, κύπτων ἐπὶ τοῦ βιβλίου ἢ ἐπιπόνως παρακολουθῶν τὸν τυφλοσούρτην μου, δὲν ἠδυνάμην νὰ βλέπω καὶ πρὸς τὰ ἔξω, οὐδ’ ὑπώπτευα κἂν τὴν παρουσίαν της.
Ὁ διδάσκαλος ὅμως ἐπίστευσεν ὅτι ὑπεισῆλθα εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς καρδίας του, ὡς ἀντίζηλος, καὶ ἤρχισε νὰ μὲ κατασκοπεύῃ, συγχρόνως δὲ ἐγίνετο νευρικώτερος καὶ ἀποτομώτερος. Ἐπανειλημμένως ἀνέβη αἰφνιδίως καὶ ἀθορύβως εἰς τὴν τάξιν μου, ἀλλ’ εἶχε πάντοτε μίαν δικαιολογίαν ἑτοίμην· ἐγὼ δέ, μὴ φανταζόμενος τὰ συμβαίνοντα, δὲν παρετήρουν τὴν ταραχήν του. Μίαν ἡμέραν ὅμως μοῦ εἶπεν ἄξαφνα, καὶ ἐγέλα βεβιασμένως:
— Ἐπὶ τέλους αὐτὸ ποῦ εἶπες ἔγεινε. Ἡ Φωτεινὴ τὸν ἐτρέλλανε τὸν σχολάρχη!
Ἐγὼ δὲ μὴ ἐννοήσας εὐθύς, ἠρώτησα ἀθωότατα:
— Ποῖον σχολάρχην;
— Ἆ παμπόνηρε, νομίζεις ὅτι μπορεῖς νὰ μὲ γελάσῃς! Ἀλλὰ τέλος πάντων γιατὶ μοῦ τὸ κρύβεις; Δὲν ἔχεις τόσην εμπιστοσύνην σὲ μένα; Μὴ σοῦ πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ἐγὼ τὴν ἀγαπῶ;
Ἐγέλασε ψευδῆ καὶ ἐπίπονον γέλωτα.
— Δὲν ἐτρελλάθηκα ἀκόμη νὰ μπλέξω μ’ αὐτὸ τὸ τρελλοκόριτσο νὰ κινδυνεύσῃ καὶ ἡ ζωή μου στὸ ὕστερο! Τὸ κάτω κάτω δὲν εἶνε δὰ καὶ σπουδαῖο πρᾶμα. Μόνο δυὸ μάτια ἔχει καὶ τίποτε ἄλλο. Προχθὲς τὴν εἶδα στὸ ποτάμι ποὔπλυνε καὶ σὲ βεβαιῶ τὴ σιχάθηκα. Κάτι πόδια ξύλα. Ἄφησέ με, χριστιανέ μου! Καὶ νὰ μὲ σκοτώσουνε γιὰ δαύτηνα, δὲν θἆν’ ἐπὶ τέλους καὶ μεγάλη ἡ ζημία. Θὰ γλυτώσω ἀπ’ αὐτὸ τὸ βίο καὶ τὰ βάσανα. Ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον εἶνε ὅτι θὰ μοῦ τὴν φορτώσουν διὰ τῆς βίας. Καὶ φαντάσου πλέον νὰ ἔχω μιὰ τέτοια σύζυγον, μιὰ χωριάτισσα, ἡ ὁποία δὲν θὰ ξέρῃ νὰ μοῦ μιλήσῃ! Ὡραία ζωὴ θὰ περάσω! Κυρία μὲ ἀνδρικὸ βρακὶ γαλάζιο, ὡς τὰ φοροῦν ἐδῶ ἡ χωριάτισσες καὶ κοντεύει νὰ μὴ διακρίνωνται οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὴς γυναῖκες! Τὴν εἶδες τὴς καθημερινές, ὅταν τὸ φορῇ αὐτὸ τὸ ἀπαίσιον ἔνδυμα; Δὲν εἶνε φρίκη;
Ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν μὲ τοιαύτην νευρικὴν ταχύτητα, ὥστε δὲν μοῦ ἔδωκε καιρὸν νὰ διαμαρτυρηθῶ. Μοῦ ἔδωκεν ὅμως και τὸν νὰ μαντεύσω ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦτο ἐντελῶς καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν του, χωρὶς ὅμως νὰ ἐννοήσω καὶ τὶ ἀκριβῶς συνέβαινεν.
— Λοιπόν, τοῦ εἶπα ἐπὶ τέλους, σοῦ πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι τὴν ἀγαπῶ ἐγώ;
— Δὲν εἶνε ἰδέα, εἶμαι βέβαιος, ἀπήντησεν ὑψώνων τὴν φωνήν, εἶδα μὲ τὰ μάτια μου.
— Εἶδες μὲ τὰ μάτια σου;
— Ναί, ναί!
— Καὶ τί εἶδες; Εἶμαι περίεργος.
Μὲ ἠτένισεν ἐπὶ μίαν στιγμήν, ἔπειτα δὲ μὲ κίνημα βίαιον εἶπεν:
— Ὤχ ἀδελφέ, κοροϊδευόμαστε; Ἀφοῦ τἄχεις μυστικά, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω νὰ μάθω μυστικὸν τὸ ὁποῖον ἄλλως τε γνωρίζω.
Καὶ διηυθύνθη μὲ ὁρμὴν πρὸς τὴν θύραν, ἀλλὰ πρὶν ἐξέλθῃ εἶπεν ἀκόμη:
— Ἁπλῶς μὲ πειράζει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἂς εἶνε…
Πρώτην φορὰν ἔβλεπα τὴν μανίαν τῆς ζηλοτυπίας καὶ δὲν διέκρινα τὶ ἐκρύπτετο ὑπὸ τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶδα μόνον ὅτι ἐκινδύνευεν ἡ συναδελφικὴ ἀλληλεγγύη καὶἔσπευσα νὰ τὴν στερεώσω, καίτοι δὲν ἐνόουν διατὶ ἐκινδύνευεν. Ἔτρεξα κατόπιν του καὶ τὸν διεβεβαίωσα ὅτι αἱ ὑπόνοιαί του ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμοι, ὅτι μόλις μίαν ἢ δύο φορὰς εἶχα συναντήσει τὴν Φωτεινὴν καθ’ ὁδὸν καὶ ὅτι καλὰ καλὰ δὲν εἶχα προσέξει ἂν ἦσαν μαῦρα ἢ γαλανὰ τὰ μάτια της.
— Εὐχαριστῶ πολὺ ποῦ μὲ θεωρεῖς καὶ κουτόν, μοῦ εἶπεν εἰς ἀπάντησιν.
Ἔπειτα δὲ μὲ ἔκρηξιν ἀγανακτήσεως ἀνεφώνησε:
— Βρὲ ἀδερφέ, γιὰ στραβὸ μὲ παίρνεις ἢ θέλεις νὰ μὲ πείσῃς ὅτι ὀνειρεύομαι ὅταν τὴν βλέπω μὲ τὰ μάτια μου νὰ κυττάζῃ τὸ παράθυρό σου ἀπὸ τὸ περιβόλι, νὰ σοῦ χαμογελᾷ καὶ νὰ σοῦ κάνη νεύματα;
Τὸν προσέβλεψα μὲ ἀπορίαν.
— Τὴν εἶδες νὰ κάνῃ τέτοια πράματα;
— Τὴν εἶδα λέει; Τὴν βλέπω κάθε μέρα.
— Τότε λοιπὸν ἢ ὄνειρεύεσαι πράγματι ἢ αὐτὴ δὲν εἶνε καλά, διότι ἐγὼ δὲν τὴν εἶδα ποτὲ καὶ ἑπομένως τὰ νεύματα τὰ κάνει πρὸς τὸν τοῖχον.
Τοιαύτην εἰλικρίνειαν εἶχεν ἡ φωνὴ καὶ τοῦ προσώπου μου ἡ ἔκφρασις, ὥστε ὁ συνάδελφος κατεπραΰνθη καὶ μὲ φωνὴν ἤρεμον εἶπε:
— Τότε ἀλήθεια ἢ τρελλὴ εἶνε ἢ τἄχει ψήσει μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς μαθητάς σου.
— Λές;
Τὴν ὑπόθεσιν ὅμως αὐτὴν ἐκρίναμεν μετ’ ὀλίγον ἀπίθανον, διότι, καθ’ ἣν ὥραν ἐγίνοντο τὰ νεύματα, οἱ μαθηταί μου δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν βλέπουν. Ὁ διδάσκαλος ἐν τοσούτῳ ἐφάνη πιστεύσας εἰς τὴν εἰλικρίνειάν μου καὶ ἐχωρίσθημεν ἡσύχως.
Ἀλλὰ τὸ ἐπεισόδιον μοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν σκέψεων. Ἐπὶ τέλους καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς τὸ πρᾶγμα, τί τὸν ἔμελεν αὐτόν; Διατί τόση ἀγανάκτησις, τόση ταραχή, ἀφοῦ αὐτὸς ὄχι μόνον δὲν τὴν ἠγάπα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθεώρει ἐπικίνδυνον καὶ ἤθελε νὰ τὴν ξεφορτωθῇ; Μήπως ἐξεναντίας τὴν ἠγάπα καὶ… ἐζήλευε; Ἡ λέξις αὐτὴ διεφώτισεν ὅλας τὰς ἀπορίας μου καὶ συγχρόνως κάτι τι ἐγαργάλισεν ἡδονικώτατα τὴν φιλαυτίαν μου. Ὥστε ἐφοβεῖτο μὴ τοῦ τὴν πάρω! Καὶ τίς οἶδεν; Ἴσως εἶχε καὶ δίκιο. Μήπως δὲν ἤμουν καλλίτερος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν; Εἰς τὴν φαντασίαν μου ἔκαμα μικρὰν σύγκρισιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξῆλθα ὑπερήφανος καὶ θριαμβεύων… Ἔκαμε πολὺ ἄσχημα νὰ μὲ προκαλέσῃ… Βεβαίως οὔτε τὸ κορίτσι εἶνε τρελλό, οὔτε αὐτὸς ὀνειρεύθη. Κάτι θὰ εἶδε. Τὸ κακόμοιρο τὸ κορίτσι μὲ κυττάζει, προσπαθεῖ νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχήν μου, ὅταν πλησιάζω στὸ παράθυρο, κ’ ἐγὼ μὲ τὴν ἀφῃρημάδα μου δὲν τὸ βλέπω. Ἄχ! αὐτὴ ἡ τεχνολογία μ’ ἔκαμε σχολαστικόν, μὲ ἀπεβλάκωσε!
Μὲ κατέλαβε ζωηροτάτη περιέργεια νὰ τὴν ἴδω. Καὶ τὴν ἐπιοὖσαν μοῦ ἐφάνησαν ἀνεπαρκῆ τὰ δύο μου μάτια· ἔπρεπε νὰ ἔχω τρία διὰ νὰ βλέπω συγχρόνως τοὺς μαθητάς, τὸν τυφλοσύρτην καὶ τὸ περιβόλι. Τόσον δὲ ἤμουν βέβαιος πλέον ὅτι ἡ Φωτεινὴ τρελλαίνετο γιὰ μένα, ὥστε συγχρόνως μὲ κατεῖχεν ἀνησυχία, μήπως ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμόν της ὅτι τὴν ἐνόησα καὶ ὅτι δὲν ἤμουν ἀδιάφορος, ἔκανε καμμίαν τρέλλαν καὶ μὲ ἐξέθετεν.
Οὐδέποτε ἔκαμα τόσα λάθη εἰς τὴν παράδοσιν, ὅσα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι τὴν ἐπερίμενα καθ᾽ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ μόνον κατὰ τὸ δειλινὸν ἐνεφανίσθη. Ὑπῆρξε δὲ ἡ ἔκπληξίς μου μεγάλη, ὅταν εἶδα τὴν ψυχρότητα καὶ τὴν ἀδιαφορίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὑπεδέχθη τὴν κατακτητικήν μου ἐμφάνισιν. Τί διάβολο! μήπως εἶνε μύωψ ἢ μήπως εἶνε ἀληθῶς παράφρων; Ἡ ἐπανάληψις τοῦ πειράματος κατὰ τὰς ἑπομένας ἡμέρας δὲν ἔδωκεν ἐνθαρρυντικώτερα ἀποτελέσματα. Τὸ πεῖσμα μἔκαμε τολμηρότερον καὶ ἤρχισα νὰ συνοδεύω μὲ βήξιμο τὴν ἐμφάνισίν μου, ἔχων τὸ χέρι εἰς τὸν μόλις φυόμενον μύστακά μου καὶ μειδίαμα ἕτοιμον ἐπὶ τῶν χειλέων. Τότε δὲ πράγματι ἐφάνη ἐννοήσασα τοὺς σκοπούς μου, ἀλλ’ ἀπήντησε μὲ τοιοῦτον βλέμμα, ὥστε παρ’ ὀλίγον νὰ πέσω πρὸς τὰ ὀπίσω, ὡς πιστολισθείς. Ἐξ ἅπαντος δὲν ἦτο καλὰ αὐτὸ τὸ κορίτσι· τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἦτο βλέμμα μανιακῆς. Ἀλλὰ μία σκέψις μὲ ἔκαμε νὰ ἐπιμείνω. Εἶνε νάζια. Θὰ ἦτον ἀληθῶς πολὺ πεζὸν καὶ ἀπρεπὲς νὰ ἐνδώσῃ τόσον γρήγορα… Φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ἐνδώσῃ ποτέ. Ὁσάκις ἤκουε τὸ σάλπισμά μου, ἀνετινάσσετο μὲ προφανῆ δυσαρέσκειαν καὶ ἐφαίνετο ψιθυρίζουσα κάτι τι· δὲν ἀπῃτεῖτο δὲ μαντικὴ δύναμις διὰ νὰ ἐννοήσω, ὅτι αὐτὸ τὸ κάτι τι ἦτο παραπλήσιον πρὸς τὸ «νὰ μοῦ χαθῇς!» ἢ «κόκκαλο!»
Μίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπλησίαζα εἰς τὸ παράθυρο μὲ τὴν ἐρωτικήν μου παρασκευήν, ἤκουσα ἔξαφνα ἕνα στεναγμόν, ἕνα βρυχηθμὸν μᾶλλον, καὶ στραφεὶς εἶδα κάτω εἰς τὴν αὐλὴν τὸν συνάδελφον, κρυφίως προκύπτοντα, ὠχρότατον δὲ καὶ ἕτοιμον νὰ λιποθυμήσῃ.
— Ἆ! νὰ χαθῇς βλάκα! ἐψιθύρισα. Δὲν λὲς ὅτι τὴν ἀγαπᾷς;
Καὶ ἐπερίμενα νέας σκηνάς, ἀλλ’ αὐτὸς ἠρκέσθη ἁπλῶς νὰ μὴ μοῦ ὁμιλήσῃ ὅταν μὲ εἶδε καὶ νὰ φύγῃ, ἀφοῦ μοῦ ἔρριψε βλέμμα ὀργίλον, ὅπερ ἐσήμαινε: «Δὲν θέλω ἄλλα ψεύδη!» Μετ’ ὀλίγον τὸν εὑρῆκα εἰς τὸ καφενεῖον ἀλλ’ ἅμα μὲ εἶδεν, ἠγέρθη καὶ ἐξῆλθε.
Τὸν ἠκολούθησα καὶ τοῦ ἐφώναξα ἐξ ἀποστάσεως:
Ὀφείλω νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἔχεις λάθος, λάθος, λάθος!
Τότε ἐστράφη καὶ μοῦ εἶπε μὲ φωνὴν τρέμουσαν:
— Κἐγὼ θὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μὲ ἀφήσῃς ἥσυχον. Καμμίαν σχέσιν μαζῆ σου δὲν θέλω πειά, μὰ καμμία!
Καὶ ἔφυγε πρὸς τοὺς ἀγρούς, ὡς παράφρων.
Τὴν νύκτα δὲ ἐνῷ καθήμενος ἐφυλλομέτρουν μετὰ δέους τὴν ἀριθμητικήν, ἤκουσα δειλὸν κτύπημα εἰς τὴν θύραν μου. Ἦτο αὐτός. Ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν εἶχε καταντήσῃ ἀγνώριστος σχεδόν· τόσον εἶχεν ὠχριάσῃ καὶ καταβληθῆ. Εἰσῆλθε κύπτων καὶ ταπεινός, μὲ κίνησιν ἀνθρώπου ἑτοίμου νὰ προσπέσῃ γονυπετής.
— Ἦλθα, μοῦ εἶπε με συντετριμμένην φωνήν, νὰ σᾶς ζητήσω συγγνώμην. Ἐφέρθηκα άσχημα. Ἀλλ’ εἶμαι δυστυχής, πολὺ δυστυχής.
Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ ὡς νήπιον, τόσον ὥστε ἡ φωνή του ἐπνίγη εἰς τὰ δάκρυα καὶ τοὺς λυγμούς.
Καὶ ποτὲ δὲν μὲ συνεκίνησεν ἄνθρωπος κλαίων, ὅσον ὁ μαῦρος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὅστις, μὲ τοὺς μορφασμοὺς τοῦ θρήνου, ἐφαίνετο ἀσχημότερος.
— Τὴν ἀγαπῶ, ἐξηκολούθησεν ὅταν συνῆλθεν ὀλίγον, τὴν ἀγαπῶ σὰν τρελλός. Λυπήσου με. Ὁρκίσου μου ὅτι δὲν τὴν ἀγαπᾷς, ὅτι θὰ παύσῃς νὰ τὴν ἀγαπᾷς, ὅτι θὰ παύσῃς νὰ τὴν βλέπης!
— Σὲ βεβαιῷ καὶ πάλιν ὅτι οὔτε τὴν ἀγαπῶ, οὔτε μὲ ἀγαπᾷ. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλεις καὶ ὅρκον, ὁρκίζομαι. Σοῦ δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου. Θέλεις ἄλλο;
— Ὄχι, σ’ εὐχαριστῶ. Θὰ σοῦ εἶμαι αἰωνίως εὐγνώμων, διότι μὲ σώζεις.
— Αἴ, πήγαινε τώρα νὰ κοιμηθῇς καὶ νὰ παύσῃ μιὰ καὶ καλὴ αὐτὴ ἡ κουβέντα, διότι τὴν βαρέθηκα.
Εἰς τοὺς τελευταίους λόγους μου ὑπῆρχε κάποια τραχύτης, ἥτις τὸν ἔκαμε νἀνατιναχθῇ καὶ μὲ ἠτένισε μὲ βλέμμα εἰς τὸ ὁποῖον διῆλθε μία ἀστραπὴ δυσπιστίας καὶ μία σκιὰ δυσαρεσκείας. Ἤθελε, φαίνεται, νὰ μοῦ ἀνοίξῃ τὴν καρδίαν του ὁ ταλαίπωρος, καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ τὰς ἀνησυχίας καὶ τὰς ὑποψίας του, τὰς ἐλπίδας καὶ τὰ ὀνειροπολήματά του, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶχα καμμίαν διάθεσιν νὰ τὸν ἀκούω ὁμιλοῦντα περὶ ἐκείνης. Μήπως ἐζήλευα κ’ ἐγώ; Θὰ ἦτο πολὺ παράδοξον, διότι εἶχα πεποίθησιν ὅτι ἡ δυστροπία της μοῦ ἔκοψε πᾶσαν ὄρεξιν νὰ ἐξακολουθήσω. Ὁπωσδήποτε ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ τηρήσω τὸν ὅρκον μου.
Ἐπεράσαμεν οὕτω ἑβδομάδας τινὰς μὲ εἰρήνην. Παρετήρησα ἐπανειλημμένως ὅτι ὁ διδάσκαλος ἤθελε νὰ μοῦ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ἐρωτός του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προφανῶς δὲν ἦτο ἀκόμη εὐχαριστημένος, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνεθάρρυνα. Φαίνεται δὲ ὅτι οἱ ὑποψίας του δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀναφανῶσι· καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησε τὰ ἄλλα μέσα, ἀπεφάσισε νὰ μὲ ὑπονομεύσῃ, νὰ ἐκδικηθῇ καὶ νἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν ἀντίζηλον, ὡς μ’ ἐφαντάζετο. Καὶ ἤρχισα νὰ αἰσθάνωμαι βαθμηδὸν σχηματιζομένην περὶ ἐμὲ ἀτμόσφαιραν ἀνυποληψίας καὶ σχεδὸν περιφρονήσεως. Ὁ ἐφημέριος ὡμίλει ἐναντίον μου ὡς μὴ ἔχοντος θρησκείαν, ὡς ὑλιστοῦ καὶ ἀθέου, διότι δὲν ἤμουν πολὺ τακτικὸς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ συγχρόνως ἐξῆρε τὴν εὐσέβειαν τοῦ συναδέλφου. Τί παράδειγμα θὰ ἔδιδεν εἰς τοὺς μαθητὰς ἕνας τοιοὗτος δάσκαλος; Βραδύτερον μάλιστα ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ καὶ μία διάδοσις, ὅτι καὶ ἡ διδασκαλία μου δὲν ἦτο ἐντελῶς ὀρθόδοξος. Κάτι εἶπα πρὸς τοὺς μαθητὰς ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας. Καὶ πράγματι εἶχα εἴπει ὅτι τὸ ὀγκῶδες ἐκεῖνο βιβλίον μὲ τὴν ἀρχαΐζουσαν γλῶσσαν καὶ τὰς θεολογικὰς ἀξιώσεις δὲν ἦτο διὰ τὴν ἡλικίαν των, καὶ ὑπηγόρευσα βραχεῖαν περίληψιν αὐτοῦ εἰς ἁπλῆν γλῶσσαν. Συγχρόνως ἐλέγετο ὅτι τὰ πλεῖστα μαθήματα εἶχα φορτώσει εἰς τὸν διδάσκαλον τῆς πρώτης, διὰ νὰ ἔχω καιρὸν νὰ τρέχω εἰς τὸ κυνῆγι, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι ἤμουν ἀνίκανος νὰ τὰ παραδώσω.
Εἶχα δὲ καὶ συχνὰ παράπονα ἐκ μέρους τῶν γονέων. Δὲν μαθαίνουν, βρὲ ἀδερφέ, πράμμα τὰ κοπέλια. Ἄδικα χάνουνε τὸν καιρό τως. Καλλίτερά ’τονε νὰ βλέπουνε τὰ ἔχνη, νὰ γενοῦνε βοσκοί. Μὰ μποροῦνε, τζάνε μου, νὰ μάθουνε μοναχά τους τὰ κοπέλια; Θέλουνε καὶ δασκάλεμα, καὶ συδαύλισμα. Γιάντα τςἔχουνε τσοὶ δασκάλους παρὰ γιὰ νὰ τῶςε δείχνουνε; Χρειάζεται καὶ λιγάκι ξύλο. Δὲ λέω νὰ γυρίσωμε στὸ φάλαγγα, μὰ μιὰ βιτσιὰ καὶ καμμιὰ παλαμιὰ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ κακὸ δὲν κάνει. Μὰ σὰν τἀφήσῃς ὀρνικὰ καὶ ἀδιαφέντευτα, εἶντα θὲς νὰ κάνουνε; Παιγνίδια καὶ τραβαπάλαιμα. Κοπέλια τὰ λένε, κοπελίστικα θὰ κάνουνε.
Τὰ παράπονα καὶ αἱ διαδόσεις ἔφθασαν καὶ μέχρι τῆς Ἐφορείας. Ἀλλ’ ἡ Ἐφορεία εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν ἱκανότητά μου, πεποίθησιν ἀνεξήγητον δι’ ἐμὲ τουλάχιστον. Καὶ τοὺς παραπονουμένους γονεῖς ἀπέπεμπαν οἱ Ἐφοροι μὲ καθησυχαστικὰς διαβεβαιώσεις. Ν’ ἀφήσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνῃ τὴ δουλειά του ὅπως ἤξευρε καὶ ἡ Ἐφορεία ποῦ τὸν διώρισεν ἐγνώριζε τὶ ἄξιζε. Ὁ Σχολάρχης εἶχε νέαν μέθοδον. Τὸ ξύλο τἀφήκανε πειὰ σὅλο τὸν κόσμο. Τί, γαϊδούρια εἶνε τὰ παιδιὰ νὰ τὰ δέρνουν; Καὶ πῶς αὐτοὶ οἱ δαρμένοι καὶ ντροπιασμένοι θὰ γενοῦν ἄνδρες τοῦ πολέμου νὰ πολεμήσουν αὔριον τὴν Τουρκιά;
Τὰ λεγόμενα δὲν ἐβράδυναν νὰ φθάσουν καὶ μέχρις ἐμοῦ, εἰς δ’ ἐκ τῶν χωρικῶν μοῦ εἶπεν ὅτι τὰ ἤκουσεν ὡρισμένως ἀπὸ τὸν διδάσκαλον τῆς πρώτης. Τότε πλέον ἔχασα τὴν μετριοπάθειαν καὶ τὴν ὑπομονήν μου. Ἡ ὑπερηφάνειά μου καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ ὑπούλου συκοφάντου. Καὶ ἀφορμὴν τῆς ὁριστικῆς καὶ ἀγρίας ρήξεως, ἣν ἐπεζήτουν, μοῦ ἔδωκεν αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ μαῦρος ἄνθρωπος. Ὅταν ἐπέστρεφα, ἤκουσα τὸν ἕνα ἐκ τῶν σκύλων μου ουρλιάζοντα καὶ εἶδα τὸν διδάσκαλον νὰ τὸν καταδιώκῃ μὲ χονδρὸν ξύλον.
— Νὰ τὰ δέσῃς αὐτὰ τὰ σκυλιὰ ἢ θὰ τὰ σκοτώσω! μοῦ ἐφώναξε μὲ τρέμοντα ἐξ ὀργῆς χείλη. Δὲν εἶνε κατάστασις αὐτή! Ἐδῶ κατήντησε στάνη!
— Βέβαια στάνη εἶνε, ἀφοῦ εἶσαι σὺ ἐδῶ, κτῆνος! ἀπήντησα ἔξαλλος καὶ ὥρμησα ἐναντίον του, μὲ ἀπόφασιν… νἀναλάβω καὶ τῆς ἀριθμητικῆς τὰ βάρη.
Ἀλλ’ ἄνθρωπος ῥᾳδιοῦργος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θάρρος. Καὶ ὑπὸ τὰ μειδιάματα τῶν μαθητῶν, οἵτινες προέκυψαν διὰ νὰ ἴδουν καὶ αὐτοὶ ἅπαξ δασκάλους ξυλοκοπουμένους, ὑπεχώρησεν, ἀφοῦ τὸ ξύλον ἐξέφυγεν ἀπὸ τὰ παραλύσαντα χέρια του. Οἱ μαθηταὶ ἦσαν προφανῶς μὲ τὸ μέρος μου, ἰδίως οἱ μαθηταί του, οἵτινες τὸν ἐμίσουν καὶ μ’ ἔβλεπαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὡς σύμμαχον καὶ ἐκδικητήν. Ἐπὶ πλέον δὲ εἶχα καὶ τὴν ἐπικουρίαν τῶν σκύλων μου, οἵτινες ἐτάχθησαν παρὰ τὸ πλευρόν μου ὑλακτοῦντες θηριωδῶς.
— Πρὸς Θεοῦ, σκέψου ὅτι μᾶς βλέπουν οἱ μαθηταί! ἐτραύλισεν ὁ ἐλεεινὸς ἄνθρωπος, ἀποσυρόμενος εἰς τὴν θύραν τοῦ σχολείου.
— Αὐτὸ νὰ τὸ σκέπτεσαι σύ, ῥᾳδιοῦργε, ὁ ὁποῖος μὲ συκοφαντεῖς ἀτιμώτατα, σὰν γραΐδιον, καὶ προσπαθεῖς νὰ ἐξεγείρῃς τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους ἐναντίον μου μὲ καταχθόνια ψεύδη.
— Ἐγώ;… ἐγώ;… ἔλεγε προσπαθῶν νὰ ὑποκριθῇ ἀπορίαν καὶ ἀγανάκτησιν ἀνθρώπου ἀδικουμένου. Φέρετέ μου αὐτὸν ποῦ σᾶς εἶπε ὅτι ἐγὼ ἐξεστόμισα ἕνα πικρὸν λόγον ἐναντίον σας, νὰ τὸν φτύσω.
— Δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην ἀποδείξεων. Ξέρω τὶ λὲς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ λές. Ἀλλὰ περιφρονῶ τὰς συκοφαντίας, διότι δὲν τὰς φοβοῦμαι. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ διώρισαν ξέρουν τὶ εἶμαι. Ξέρουν ὅτι εἶμαι φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνῷ σὺ τί εἶσαι; ἀνεφώνησα δυνατά, ὥστε νὰ μὴ διαφύγῃ τοὺς μαθητὲς ἡ φράσις μου.
Ἐν τέλει δὲ συγκεντρώσας ὅλην τὴν αὐστηρὰν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὴν θέσιν μου, τοῦ εἶπα:
— Ἠμποροῦσα νὰ σοῦ ἐπιβάλω νὰ ἐξακολουθήσῃς νὰ παραδίδῃς εἰς τὴν τάξιν μου τὰ μαθήματα ποῦ θέλω, διότι εἶμαι προϊστάμενος ἐδῶ, ἀλλά, χάριν τῶν μαθητῶν μου, σοῦ ἀπαγορεύω νὰ ξαναπατήσῃς εἰς τὴν τάξιν μου. Τὴν ἀριθμητικὴν θὰ τὴν διδάσκω ἐγὼ τοῦ λοιποῦ. Ἠμποροῦσα καὶ νὰ προτείνω εἰς τὴν Ἐφορείαν νὰ σὲ παύσῃ· ἀλλὰ δὲν τὸ κάνω, διότι δὲν εἶμαι κακὸς ἐγώ!
Καὶ οὕτω ἐκόπη πᾶσα σχέσις μεταξύ μας.
Εἰς τὴν μελέτην τῆς γραμματικῆς προσετέθη ἡ μελέτη τῆς ἀριθμητικῆς. Τὸ πεῖσμα καὶ ἡ ἀνάγκη μοῦ ἔδωκαν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην νέαν καρτερίαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ δώσουν καὶ εἰς τὴν μνήμην μου τὴν πειθαρχίαν τῶν ἀριθμῶν εἰς ἣν δὲν εἶχε συνηθίσει. Καὶ πολλάκις πράγματα τὰ ὁποῖα εἶχα ἐννοήσει καὶ ἀπομνημονεύσει τὴν προτεραίαν μὲ διέφευγαν τὴν ἐπιοῦσαν. Τὸ δέος τὸ ὁποῖον διετήρουν ἀπὸ τοὺς μαθητικοὺς χρόνους διὰ τὰ μαθηματικά, ἐπέφερε σάστισμα καὶ ταραχὴν εἰς τὴν διάνοιάν μου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεχείρουν νὰ παραδώσω.
Εἶχα παρατηρήσει ὅμως ὅτι δύο τῶν μαθητῶν μου, ἰδίως δὲ εἰς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων, ὀνόματι Μανοῦσος, εἶχαν ἐξαιρετικὴν νοημοσύνην καὶ ἐπιμέλειαν καὶ ἦσαν δυνατοὶ εἰς ὅλα τὰ μαθήματα. Καὶ εἶχα ἤδη ἀρχίσει νὰ ἐπωφελοῦμαι τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀντίληψίν των εἰς τὴν τεχνολογίαν. Ἐρωτῶν αὐτούς, διὰ νὰ ἴδω τάχα ἐὰν γνωρίζουν τὸν γραμματικὸν κανόνα, ὑπεβοήθουν τὴν μνήμην μου διὰ τῶν ἀπαντήσεών των, καὶ οὕτω διδάσκων ἐδιδασκόμην. Ἐσκέφθην δὲ νὰ ἐφαρμόσω καὶ εἰς τὰς δυσκόλους περιστάσεις τῆς ἀριθμητικῆς τὴν μέθοδον ταύτην.
Ὁσάκις τὰ προβλήματα μοῦ ἐφαίνοντο δύσκολα, ἔλεγα μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀφέλειαν:
— Μελετήσατε αὐτὰ τὰ προβλήματα. Περιττὸν νὰ σᾶς τὰ παραδώσω. Εἶνε εὐκολώτατα, παιγνιδάκια.
Τὴν ἡμέραν δὲ καθ’ ἣν εἴχαμεν ἀριθμητικήν, ἐκάλουν τὸν ἀμελέστερον νὰ λύσῃ τὰ «παιγνιδάκια», βέβαιος ὢν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θ’ ἀπετύγχανεν. Ἐκάλουν ἔπειτα ἄλλων καὶ ἄλλον καὶ οὕτω παρέτασσα τοὺς ἀσθενεστέρους πρὸ τοῦ μαυροπίνακος. Τελευταῖον ἐκάλουν τὸν ἕνα ἐκ τῶν ἐπιλέκτων:
— Ἔλα σύ, Κώστα, νὰ τοὺς δείξῃς ὅτι δὲν μποροῦν νὰ νοιώσουν τὰ εὐκολώτερα τῶν πραγμάτων. Προσέχετε καλά, ἀνόητοι!
Ὁ Κώστας ἤρχιζε τὴν λύσιν, ἐγὼ δὲ παρηκολούθουν διὰ τοῦ ἑνὸς ὀφθαλμοῦ τὰ τελούμενα ἐπὶ τοῦ μαυροπίνακος, διὰ δὲ τοῦ ἄλλου ὄχι πλέον τὰς σημειώσεις μου, ἀλλὰ τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ Μανούσου. Ὁ τυφλοσύρτης μου ἦτο ζωντανὸς τώρα. Ἐὰν ἔβλεπα ἐπιδοκιμαστικὰ νεύματα ἀνεφώνουν:
— Βλέπετε τώρα, τί εὔκολα πράγματα σᾶς ἐντρόπιασαν; Εὖγε, Κώστα! Κάμε το ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ τὸ νοιώσουν.
Καὶ οὕτω ὁ Κώστας ἐδίδασκε τοὺς συμμαθητάς… καὶ τὸν διδάσκαλόν του.
Ἐὰν ὅμως διέκρινα εἰς τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ Μανούσου σημεῖα ἀποδοκιμασίας, μορφασμὸν ἢ μειδίαμα, ἤρχιζα νὰ κινῶ τὴν κεφαλήν:
— Δὲν τὰ κατάφερες, Κώστα, καὶ θὰ καλέσω τὸ Μανοῦσο νὰ σοῦ βάλῃ τὰ γυαλιά… Γιὰ σκέψου λίγο… Ἂς εἶνε, δὲν τὰ καταφέρνεις… Ἔλα, Μανοῦσο!
Ὁ Κώστας ἀπεσύρετο κατακόκκινος καὶ παρεχώρει τὴν θέσιν του καὶ τὴν κιμωλίαν εἰς τὸν ἀντίζηλον. Διότι οὕτω κατώρθωνα συγχρόνως νἀναπτύσσω μεταξὺ τῶν δύο ἐπιλέκτων ἅμιλλαν, ἥτις ὑπεδαύλιζε καὶ διετήρει τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἐπιμέλειάν των. Ὁ Μανοῦσος πάντοτε μὲ καταπληκτικὴν εὐκολίαν εὕρισκε τὴν ὀρθὴν λύσιν. Ἀλλὰ τί θὰ ἐγίνετο, Θεέ μου, ἂν ἦτο καὶ αὐτός, ὡς οἱ ἄλλοι; Μίαν φορὰν παρ’ ὀλίγον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον τοῦτο. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑφαιρέσεως, ἐσωτερικῆς ἢ ἐξωτερικῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά. Ὁ Κώστας περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν, τὸ δὲ πρόσωπον τοῦ Μανούσου δὲν ἐξέφραζε τίποτε. Τώρα μάλιστα μὲ παρετήρει καὶ αὐτὸς προσπαθῶν νὰ μαντεύσῃ τὴν λύσιν ἀπὸ τὰς κινήσεις τῆς φυσιογνωμίας μου. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχα φυσιογνωμίαν σφιγγὸς ἀνεξερεύνητον, ἐνῷ ἐντός μου ἐσφάδαζεν ἀγωνία φοβερά. Ἀλλὰ τί νὰ γείνῃ; Ὁ Κώστας εἶχε κοκκινίσει μέχρι τῶν ὤτων· καὶ κύψας τὴν κεφαλήν, παρητήθη ἀπὸ τὴν ἀδύνατον ἐπιχείρησιν. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ καλέσω τὸν Μανοῦσον καὶ συγχρόνως ἔσκεπτόμην πυρετωδῶς τί νὰ εἴπω καὶ τί νὰ κάμω ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ ἐψεύδετο καὶ ἡ τελευταία μου ἐλπίς. Καὶ πράγματι μετ’ ὀλίγον ἤρχισε νὰ κοκκινίζῃ καὶ ὁ Μανοῦσος καὶ ἐψιθύρισε:
— Παράξενο πράμα! ἐχθὲς τὤκαμα χωρὶς καμμία δυσκολία.
Ὁ διδάσκαλος εἶχε καθῆκον πλέον νὰ παρέμβῃ μὲ τὰ φῶτα του ἀλλ’ ὁ διδάσκαλος δὲν ἐνόει ν’ ἀναμιχθῇ εἰς πράγματα τόσον εὔκολα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐνόει τίποτε. Καὶ ἀνεκουφίσθη μὲ μίαν σκέψιν: «Τὸ κάτω κάτω καταργοῦμεν τὴν ὑφαίρεσιν. Σήμερον δὲν τὴν χρησιμοποιοῦν πειά. Ἡ νέα μέθοδος…» Μὲ αὐτὴν τὴν «νέαν μέθοδον» ἐδικαιολόγουν πολλὰ πράγματα.
Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἤνοιγα τὸ στόμα διὰ νὰ καταργήσω τὴν ὑφαίρεσιν, ἤνοιξε τὸ ἰδικόν του καὶ ὁ Μανοῦσος — καλή του ὥρα! — καὶ ἐπρόφερεν ἓν ἐπιφώνημα, πλήρες χρηστῶν ἐλπίδων:
— Ἆ! τὸ βρῆκα.
— Ἔλα, Ἀρχιμήδη! τοῦ εἶπα. Ἐγὼ πρὸς τιμωρίαν δὲν σ’ ἐβοήθησα… Ἔπειτα πρέπει νὰ μάθετε νὰ σκέπτεσθε μόνοι σας… Ἡ νέα μέθοδος αὐτὸ ἐπιβάλλει.
Καὶ ὅταν οἱ ἀριθμοὶ ἔφθασαν εἰς αἴσιον πέρας:
— Ὡραῖα! ἀνεφώνησα. Βλέπεις ὅτι δὲν ἐχρειάζετο καὶ μεγάλη φιλοσοφία… Ἀμὲ ὅταν θὰ διδαχθῆτε Ἄλγεβραν εἰς τὸ γυμνάσιον, πῶς θὰ κάνετε; Ἐκεῖ νὰ ἰδῆτε ἀλαμπουρνέζικα! Ἐγώ, ποῦ ἤμουν ὁ πρῶτος τῆς τάξεώς μου εἰς τὰ μαθηματικὰ (ὤ! ἂν μὲ ἤκουεν ἕνας καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν μὲ παραγναθίδας!)… Ἕλα κάνε το ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ δοῦνε καὶ οἱ ἄλλοι.
Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ ἠθοποιία μου δὲν κατώρθωνε νὰ κρύπτῃ τελείως τὴν ἀδυναμίαν μου εἰς τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ Μανούσου. Εἰς τοῦτο ἄλλως συνετέλουν καὶ αἱ σπερμολογίαι τοῦ καλοῦ μου συναδέλφου, αἵτινες, ἂν δὲν ἐπιστεύθησαν, ἀφῆκαν ὅμως ὑπονοίας. Καὶ μοῦ ἐφάνη ὅτι ὁ Μανοῦσος δὲν μοῦ ἐδείκνυεν ἀπό τινος ὅλον τὸν σεβασμόν, ὅτι ἤρχιζε νὰ γίνεται ἄλαζών, μαντεύσας ἴσως ὅτι εἶχε τὴν ἀνάγκην του ὁ διδάσκαλος. Ὁ κίνδυνος δὲν ἦτο μικρός· καὶ ἔπρεπε νὰ παταχθῇ ταχέως τὸ κακὸν πρὶν ἢ γενικευθῇ καὶ μετατραπῇ εἰς ἀνταρσίαν. Ἐπρεπε νὰ τοῦ πάρω τὸν ἀέρα, διὰ νὰ μὴ μοῦ τὸν πάρῃ αὐτός. Καὶ μίαν ἡμέραν, ἐνῷ διήρχετο πλησίον μου καὶ μοῦ ἐφάνη ὅτι δὲν μἐχαιρέτησεν ἢ ὅτι μ’ ἐχαιρέτησεν ἀμελῶς, τὸν ἐσταμάτησα καὶ μὲ ὀργὴν τοῦ εἶπα:
— Γιατὶ δὲ χαιρετᾷς, αἴ; γιατί δὲ χαιρετᾷς;
— Ἐχαιρέτησα, δάσκαλε, ἀπήντησεν ὠχριάσας.
— Τόσον καλὰ ἐχαιρέτησες ὥστε δὲν σὲ εἶδα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀνέχομαι αὐθαδείας. Τὰς κόβω μία καὶ καλή.
Καὶ συγχρόνως μὲ τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπλατάγησαν δύο ραπίσματα εἰς τὰ μάγουλά του.
— Τί νόμισες; Εἶσαι ὁ πρῶτος εἰς τὰ μαθήματα, ἀλλ’ ὀφείλεις νὰ εἶσαι καὶ ὁ πρῶτος εἰς τὴν συμπεριφοράν… Πήγαινε καὶ ἄλλη φορὰ νὰ εἶσαι προσεκτικώτερος!
Καὶ ἀπομακρυνόμενος εἶπα μονολογῶν:
— Καὶ νὰ μοῦ μαθαίνῃς καλὰ τὸ μάθημα.
Εἶχα μὲν τὸ θάρρος νὰ γείνω μαθηματικός, νὰ τὸ ἐπιχειρήσω τοὐλάχιστον· ἀλλὰ τὸ θάρρος μου δὲν ἔφθασε μέχρι τῆς μαγειρικῆς. Ἐπροτίμησα νὰ ζήσω χωρὶς μαγειρικὴν ἢ τοὐλάχιστον μὲ στοιχειώδη καὶ πρωτογενῆ μαγειρικήν. Μαγείρευμα ἔτρωγα μόνον ὅταν κανεὶς τῶν χωρικῶν μὲ ἐκάλει εἰς γεῦμα ἢ ὅταν, κυνηγῶν, ἔφθανα μέχρι τῶν πανδοχείων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχαν κάτω εἰς τὴν παραλιακὴν ὁδόν. Κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας, ἔτρεφόμην μὲ τὸ κυνῆγι μου, ψηνόμενον προχείρως ἐπὶ τῆς πυράς, ἢ μὲ αὐγὰ καὶ τυρί. Συνήθως δὲ ἐγευμάτιζα καὶ ἐδείπνουν εἰς τὸ καφενεῖον, ἀναθέτων εἰς τὸν καφεπώλην νὰ μαδῇ καὶ ψήνῃ τὰ θηράματα. Ὡς τραπεζομάνδηλον μοῦ ἐχρησίμευον φύλλα καὶ κλάδοι.
Τότε ἡ πρὸς τὸ κυνῆγι ἀγάπη μου ἔφθασεν εἰς ἀληθῆ μανίαν. Ἐνῷ ἐδίδασκα, οἱ δύο μου σκύλοι ἐκάθηντο ἑκατέρωθεν τῆς ἕδρας, ὡς σφίγγες, καὶ τὸ δίκαννον ἦτο ἀνηρτημένον εἰς τὸν τοῖχον δίπλα μου, διὰ νὰ τὸ ἔχω πρόχειρον. Διότι μὲ κατελάμβαναν αἰφνίδιοι κυνηγετικοὶ παροξυσμοί, ὅταν ἤκουα ψιθύρισμα τσίχλας. λ.χ. ἢ λάλημα μελισσουργῶν· καὶ ἁρπάζων τὸ δίκαννον ἔτρεχα έξω, ἀφήνων τοὺς μαθητὰς νἀλληλοδιδάσκωνται ἢ νἀλληλοδέρνωνται κατὰ τὴν νέαν μέθοδον πάντοτε. Τὸ μάθημα διήρκει ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον. Οὔτε βροχή, οὔτε καύσων μὲ ἠμπόδιζεν. Ἔτρεχα ὡς μαινόμενος εἰς τοὺς κάμπους καὶ τὰ βουνά, πυροβολῶν κατὰ παντὸς πτερωτοῦ, μεγάλου ἢ μικροῦ, φαγωσίμου ἢ μή κατὰ τῶν κοράκων, ὅπως καὶ κατὰ τῶν μπεκατσῶν, κατὰ τῶν γυπῶν, ὅπως καὶ κατὰ τῶν σπουργιτῶν. Καὶ τόση ἦτο ἡ μανία μου, ὥστε, ἐπιστρέφων μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἐπυροβόλουν κατὰ τῶν νυκτερίδων καὶ τῶν γλαυκῶν. Μὲ κατέλαβε δὲ καὶ μία περιέργεια νὰ φάγω ἐξ ὅλων τῶν θεωρουμένων μὴ φαγωσίμων πτηνῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱ χωρικοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων εἶχαν γείνει κατὰ τὰς ἐπαναστάσεις παμφάγοι καὶ οὐδόλως τοὺς ἐξέπληττεν ἡ περιέργειά μου. Ἑσπέραν τινὰ καθ᾿ ἣν ἔτρωγα εἰς τὸ καφενεῖον γλαῦκα ψητὴν μὲ κάποιαν πρόθεσιν ἐπιδείξως, οἱ παρακαθήμενοι χωρικοὶ μοῦ εἶπαν:
— Ἐμεῖς τρῶμε καὶ νυκτοκοράκους καὶ γιούπιδες, δάσκαλε.
— Νυχτερίδες τρώτε;
— Σὰν τύχουνε, ἀπήντησε μειδιῶν ὁ καφεπώλης.
— Τότε τί δὲν τρώτε, μωρέ; ἠρώτησα μὲ πεῖσμα.
— Ὅ,τι δὲν ἔχομε.
Ἀπέναντι τοῦ παραθύρου μου ὑψοῦντο ἀπὸ τὸν κῆπον τῆς Φωτεινῆς μία μεγάλη συκαμινέα καὶ διάφορα άλλα δένδρα. Ἐνίοτε δὲ ὅταν ἐνεφανίζετο ἐπ᾿ αὐτῶν τσίχλα ἢ ἄλλο πτηνόν, δὲν ἐλάμβανα τὸν κόπον νὰ ἐξέλθω· ἀλλὰ διακόπτων τὸ μάθημα, ἔλεγα «μιὰ στιγμή!» πρὸς τοὺς μαθητάς, ἥρπαζα τὸ δίκαννον κ' ἐπυροβόλουν ἀπ' αὐτῆς τῆς ἕδρας ἢ ἀπὸ τὸ παράθυρον. Αἱ παρενθέσεις αὗται ἦσαν πολὺ διασκεδαστικαὶ διὰ τοὺς μαθητάς, οἵτινες ἡμιλλῶντο ποῖος νὰ πρωτοτρέξῃ νὰ φέρῃ τὸ θήραμα, οὕτως ὥστε πολλάκις ἐξήρχοντο ὅλοι μὲ ἀλαλαγμόν, παρακολουθούντων τῶν σκύλων. Τοῦτο ὅμως βαθμηδὸν τοὺς ἀπεθράσυνεν, ὥστε ἄρχισαν περὶ τὰ τέλη τοῦ σχολικοῦ ἔτους νὰ καταχρῶνται ὀλίγον τὴν ἀδυναμίαν μου. Διὰ νὰ μείνουν μόνοι, ἀνεφώνουν αἴφνης:
— Δάσκαλε, δάσκαλε, ἕνα πουλί, ἕνα μεγάλο πουλί!
— Ποῦ;
— Ἐπέρασε, πάει πρὸς τὰ κάτω.
Ὁ διδάσκαλος δὲν ἤθελε περισσότερον διὰ νὰ ὁρμήσῃ ἔξω. Καὶ ἔστιν ὅτε, ἀντὶ νὰ λείψῃ ἐπὶ μίαν στιγμήν, ὡς ἔλεγεν, ἀπουσίαζεν ἐπὶ ὥραν ὅλην ἢ καὶ ὥρας. Τὴν δὲ φροντίδα τῶν μαθημάτων ἄφηνα εἰς τὴν «νέαν μέθοδον», ἥτις ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ, καὶ ἔλευθέρα ἀλληλοδιδακτικὴ ἢ αὐτοδιδακτικὴ μέθοδος.
Μὲ τὸν βίον τοῦτον εἶχα καταντήσει ὡς ἀγριάνθρωπος, ζῶν ἐκ τῆς θήρας. Τὸ πρόσωπόν μου είχε μαυρίσει καὶ ἡ κόμη μου ἔφθανε σχεδὸν μέχρι τῶν ὤμων μου. Κουρεὺς ἄλλως δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ χωρίον, πλὴν ἐκείνων οἵτινες ἐκούρευαν τὰ πρόβατα.
Εἰς μίαν ἀπὸ τὰς κυνηγετικάς μου ἐκδρομὰς συνήντησα, μακρὰν τοῦ χωρίου, εἰς μίαν ὁδὸν ἐρημικήν, τὴν Φωτεινήν.
— Δόξα τῷ Θεῷ, τῆς εἶπα γελαστός, ποῦ σὲ συναντῶ ἐδῶ, γιὰ νὰ μοῦ πῆς τί ἔχεις μαζί μου καὶ μ’ ἐχθρεύεσαι τόσον.
Ἀλλ’ αὐτή, αὐστηρὰ τὸ ἦθος καὶ χαμηλὰ βλέπουσα, ἠθέλησε νὰ περάσῃ χωρὶς νὰ μοῦ δώσῃ ἀπάντησιν.
Τῆς ἔφραξα τὸν δρόμον:
— Θὰ μοῦ πῇς. Εἶνε ἄδικον νὰ ἐχθρεύεσαι ἕνα ἄνθρωπον, ποῦ κακὸ δὲ σοὔκαμε, καὶ νὰ μὴν τοῦ λὲς τὸ γιατί.
— Θὰ μὲ ἀφήσης νὰ περάσω; εἶπεν ἡ κόρη κάμνουσα ταχεῖαν στροφὴν διὰ νὰ διέλθῃ.
Ταχύτερος ὅμως ἐγώ, εὑρέθηκα πάλιν πρὸ αὐτῆς.
— Θὰ μ’ ἀφήσῃς, σοῦ λέω; ἐπανέλαβεν.
Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ τόνος τῆς φωνῆς τῆς ἦτο ἀπειλητικός, τὰ χείλη τῆς τὸν διέψευσαν μὲ μίαν ἔκρηξιν γέλωτος.
— Δὲν εἶσαι λοιπὸν κακὴ ὁλότελα; Καὶ τί ὡραῖα τοῦ γελᾷς!
Ἐνθαρρυνθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ γέλωτος ἐκείνου, ἤπλωσα αὐθάδη χέρια, τὰ ὁποῖα ὅμως ἓν βλέμμα της αὐστηρότατον ἀπελίθωσε:
— Τὰ χέρια νὰ τὰ μαζέψῃς, μοῦ εἶπε μὲ τόνον μὴ ἀφήνοντα ἀμφιβολίαν περὶ τῆς σοβαρότητός του, γιατὶ σύρνω φωνὴ καὶ θὰ τὸ μετανοήσῃς! Τρία ξαδέρφια μου εἶν’ ἐππὲ παρακάτω στ’ ἀμπέλια.
Καὶ ἐπωφεληθεῖσα τὴν στιγμιαίαν ἀμηχανίαν μου διέβη. Ἐγὼ δέ, ἀποπειραθεὶς νὰ τὴν ἀκολουθήσω, τῆς ἐφώναξα μὲ φωνὴν ἱκετευτικήν:
— Λοιπόν, Φωτεινή, δὲν θὰ γενοῦμε φίλοι ποτέ, ποτέ; Ἐστράφη μὲ χαριέστατον κίνημα πτηνοῦ καὶ μειδιῶσα μοῦ εἶπε:
— Ποτέ!
— Τόση ὠμορφιὰ καὶ τόση κακία πῶς βρίσκονται μαζῆ;… Δὲν μοῦ λές;
— Ἐτσὰ θέλω !
Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησεν ἀκόμη ὀλίγα βήματα ἐστράφη καὶ γελῶσα:
— Ἀλήθεια εἶντα κάνει ὁ μπάρκας; ἠρώτησε.
— Ποιὸς μπάρκας;
Ὁ ἄλλος δάσκαλος, καλέ.
Ἐγέλασα καὶ ἐγώ, διότι μοῦ ἐφάνη πολὺ ἁρμόζουσα ἡ προσωνυμία «μπάρκας», ἥτις ἐν Κρήτῃ ἀποδίδεται κοινῶς εἰς τοὺς αἰθίοπας.
— Μὰ τί μπάρκας!
Ταπεινώσας δὲ τὴν φωνὴν καὶ σοβαρευθείς, τῆς εἶπα:
— Καὶ ὅμως τὸν ἀγαπᾷς.
Ἐμειδίασεν αἰνιγματώδες μειδίαμα καὶ ἀπεμακρύνθη, χωρίς ν’ ἀπαντήσῃ. Ἦτο ἄλλως καιρός, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα.
Εἶχα πολλὰς ἑβδομάδας νὰ τὴν ἴδω. Μετὰ τὴν ρήξιν, ἔβαλα πεῖσμα νὰ πραγματοποιήσω τὰς ὑποψίας αἵτινες ἐβασάνιζαν τὸν συνάδελφον ἀλλὰ τὸ πεῖσμά μου δὲν ἀντέσχεν ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν ἐπίμονον δυσμένειαν τῆς Φωτεινῆς, ἥτις ἤθελε, φαίνεται, νὰ βασανίζῃ τὸν ὑφιστάμενον, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐνθαρρύνῃ τὸν προϊστάμενον νὰ προσποιῆται πρὸς ἐκεῖνον ὅτι ἠγάπα ἐμὲ καὶ πρὸς ἐμὲ νὰ δεικνύῃ ὅτι δὲν ἠγάπα κανένα καὶ πρὸ πάντων ἐμέ. Τοιαῦτα φιλάρεσκα τεχνάσματα ἐκ μέρους μιὰς χωριατοπούλας θὰ μοῦ ἐφαίνοντο ἀπίστευτα, ἐὰν δὲν τὰ ἔβλεπα μὲ τὰ μάτια μου. Ἐπέμεινα ὅμως ἐπί τινας ἡμέρας ἀκόμη νὰ ἐμφανίζωμαι εἰς τὸ παράθυρον καὶ νὰ ξεροβήχω, οὐχὶ διότι ἤλπιζα πλέον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνισχύω τὴν ζηλοτυπίαν τοῦ διδασκάλου. Καλλίτερα δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκδικηθῶ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἡ Φωτεινὴ μοῦ ἐξεδήλωσε τόσον ζωηρὰν ἀντιπάθειαν, ὥστε, διὰ νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, ἔπρεπε νὰ εἶμαι ἐρωτευμένος εἰς τὰ σωστά. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἄλλως δὲν ἀνεφάνη πλέον εἰς τὸν κῆπον, ὡς διὰ νὰ μοῦ δείξῃ ἐμφανέστερον ὅτι δὲν ὑπέφερε νὰ μὲ βλέπῃ.
Ἐγὼ δὲ ἐπανῆλθα εἰς τὴν παλαιὰν καὶ πραγματικήν μου ἀγάπην, τὸ κυνῆγι, τὸ ὁποῖον εἶχα παραμελήσει ὀλίγον χάριν ἐκείνης· καὶ εἰς τὰς τέρψεις αὐτοῦ θὰ ἐλησμόνουν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της, ἂν δὲ μοῦ τὴν ἐνθύμιζαν οἱ κοῖλοι καὶ περίλυποι ὀφθαλμοὶ τοῦ συναδέλφου, ὅστις, βασανιζόμενος, φαίνεται, ὑπὸ αϋπνιῶν, ἐξήρχετο πολλάκις τὴν νύκτα καὶ ἐπλανᾶτο ὡς φάντασμα.
Ἀλλά, κατὰ τὴν τελευταίαν συνάντησίν μας, ἡ Φωτεινὴ μοῦ ἐφάνη τόσο χαριτωμένη, τόσο θελκτικὴν πονηρίαν εἶχαν τὰ ὡραῖά της μάτια καὶ τόσην μαγείαν ἡ φωνή της, μάλιστα ὅταν ἤθελε νὰ φανῇ αὐστηρὰ καὶ πεισματωμένη, ὥστε ἀπεμακρύνθην συγκεκινημένος. Τί αἴνιγμα ἦτον αὐτὸ ἐπὶ τέλους; Τί ἐσήμαινεν ἐκεῖνο τὸ ἀόριστον μειδίαμα, ὅταν τῆς εἶπα ὅτι ἀγαπᾷ τὸν «μπάρκα»;… Μήπως τὸν ἀγαπᾷ τῳόντι; Ἡ σκέψις αὕτη ἐπανῆλθε πολλάκις εἰς τὸ πνεῦμά μου. Καὶ τόσον ἤμουν ἀφῃρημένος, ὥστε ἔφθασα μέχρι τῆς παραλίας χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῶ ὅτι εἶχα ἐξέλθει διὰ νὰ κυνηγήσω. Ὅταν δὲ τὴν ἑσπέραν, ἐπιστρέφων, συνήντησα τὸν συνάδελφον, ᾔσθάνθην εἰς τὴν ψυχήν μου ἀναβρασμὸν μίσους, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν εἶχα αἰσθανθῆ ἀκόμη. Θἄχῃ γούστο ν’ ἀρχίσω κ’ ἐγὼ τώρα νὰ τὸν ζηλεύω! Νὰ ζηλεύωμεν ὁ εἰς τὸν ἄλλον διὰ μίαν, ἥτις μᾶς περιφρονεῖ καὶ τοὺς δύο!
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι μὲ κατέλαβε ζωηρὰ ἐπιθυμία νὰ ἐπανίδω τὴν Φωτεινήν. Ἀντὶ δέ, ὅπως ἄλλοτε, κατὰ τὰς ἑορτάς, νὰ μεταβαίνω εἰς τὰ Χανιὰ ἢ νὰ κάνω μακρινὰς ἐκδρομάς, ἔμενα μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὴν βλέπω ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας. Καὶ τὴν ἔβλεπα, ἀλλ’ αὐτὴ πάλιν ἐπιμόνως ἀπέφευγε τὸ βλέμμα μου κατὰ τὴν συνάντησίν μου. Ἀπετόλμησα μάλιστα νὰ διέρχωμαι κατ’ ἐπανάληψιν ὑπὸ τὰ παράθυρά της, μὲ κίνδυνον νὰ κινήσω τὰς ὑποψίας τῶν γειτόνων ἢ τῶν συγγενῶν της, ἀλλ’ εἰς μάτην ἤλπισα νὰ φωνάξῃ καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸ παράθυρον: «Δάσκαλε! δάσκαλε!» Ὁσάκις μἔβλεπεν, ἀπεσύρετο μὲ ἔχθρικὸν τρόπον καὶ δὲν ἀνεφαίνετο πλέον. Ένα δειλινὸν τὴν ἐπρόφθασα εἰς τὸ παράθυρον καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐπότιζεν ἄνθη.
— Καλησπέρα, Φωτεινή, τῆς ἐψιθύρισα καὶ ἐσταμάτησα, διότι ἀληθῶς ἤμουν τόσον συγκεκινημένος ὥστε ἐδυσκολευόμην νὰ προχωρήσω. Δὲν μοῦ πετᾷς ἕνα λουλούδι κ’ ἐμένα;
— Σοῦ ρίχτω ὅλη τὴ γάστρα, ἄνε θές, μοῦ ἀπήντησε, χωρὶς νὰ μειδιάσῃ.
Καὶ ἐφαίνετο ἑτοίμη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπειλήν της.
Μετά τινας ἑβδομάδας προσεκλήθην εἰς ἕνα γάμον. Μεταξὺ δὲ τῶν προσκεκλημένων ἦτο καὶ ἕνας νέος, εἴκοσι δύο περίπου ἐτῶν, τὸν ὁποῖον πρώτην φορὰν ἔβλεπα καὶ τοῦ ὁποίου τὸ κάλλος μοῦ ἔκαμεν ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν. Ἦτο ὑψηλὸς καὶ κομψός, μὲ τὴν φυσικὴν τῶν ὀρεινῶν μας κομψότητα, μελαγχροινὸς μὲ λεπτὰ καὶ εὐγενῆ χαρακτηριστικὰ καὶ μάτια μαῦρα καὶ μεγάλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπαιζε μία διηνεκὴς ἀκτινοβολία. Ὁμίλει οἰκείως μὲ τὸν πατέρα τῆς Φωτεινῆς καὶ ὑπέθεσα ὅτι ἦσαν συγγενεῖς. Ἔπειτα τὸν εἶδα νὰ σύρῃ τὸν συρτὸν μὲ τὴν Φωτεινήν, ἥτις μοῦ ἐφάνη ὅτι δὲν τὸν ἔβλεπε μόνον μὲ συγγενικὸν βλέμμα.
— Ποιὸς εἶνε αὐτός; ἠρώτησα.
— Εἶνε ξενοχωριανός, μοῦ ἀπήντησεν ὁ χωρικὸς πρὸς ὃν ἀπετάθην· ἀπὸ τὸν Πρασέ.
Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς χειρὸς μοῦ ἔδειξεν ὑψηλὰ εἰς τὴν κλιτὺν τῶν Λευκῶν ὀρέων, συνεπλήρωσε τὰς πληροφορίας του:
— Εἶνε γυιὸς τοῦ Σαριδογιάννη. Ὁ κύρης του λογαριάζεται γιὰ καλλίτερος νοικοκύρης τοῦ Πρασέ. Ἦτονε καὶ καλὸς στὸν πόλεμο. Μὰ κι’ ὁ γυιός του φαίνεται πῶς θὰ τοῦ μοιάσῃ. Ὤμορφος ἄντρας κατασταίνεται.
— Καὶ εἶνε συγγενὴς μὲ τὴν κοπελιά που χορεύει;
— Ὄχι… Γιάϊντα ρωτᾷς; εἶπεν ὁ χωρικὸς καὶ μὲ προσέβλεψε μὲ ὑποψίαν.
— Μου φάνηκε πως μοιάζουνε, εἶπα, μὴ εὑρὼν τίποτε ἄλλο ν’ ἀπαντήσω. Καὶ πῶς τονε λένε τὸ νέο;
— Σταυριανό.
Ὁ χορὸς εἶχεν ἀνάψει ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἡ Φωτεινή, ἀκούραστος, ἐξηκολούθει νὰ χορεύῃ μετὰ τοῦ Σταυριανοῦ, χωρὶς νὰ ρίψῃ τὸ ἐλάχιστον βλέμμα εἰς τὴν ἄκραν ὅπου ἐκαθήμην μελαγχολικός. Τὰ δίστιχα διεσταυροῦντο ὡς βέλη, ἐπὶ τέλους δὲ ἠκούσθη καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Σταυριανοῦ, ἀρρενωπὴ καὶ θερμή:
Κατωμερίτικο πουλί, ἔλα στὰ πάνω μέρη,
Ὅπου ’νε τὸ νερὸ κρυὸ καὶ δροσερὸ τἀέρι.
Οἱ στίχοι προφανῶς ἀπηυθύνοντο πρὸς τὴν Φωτεινήν, ἥτις ἐκοκκίνισε καὶ ἔστρεψε πρὸς τὸν λεβέντην βλέμμα ὅλως ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔρριπτε πρὸς ἐμέ.
Δὲν ἔμεινα περισσότερον, διότι δὲν ἠδυνάμην καὶ νὰ μείνω. Θὰ ἤμουν φαίνεται πολὺ ὠχρός, διότι ὅσοι μὲ εἶδαν ἀπερχόμενον μὲ ἠρώτων τί εἶχα, ἂν ἤμουν ἄρρωστος.
Δὲν μοῦ ἔμενεν ἀμφιβολία ὅτι ὁ ὀρεινὸς ἐκεῖνος ἦτο ὁ εὐτυχὴς ἐραστὴς καὶ ὅτι ἐγὼ ἤμουν ἐρωτευμένος καὶ ἄσχημα ἐρωτευμένος. Ὅταν δὲ εἶδα τὸν συνάδελφον, ἀνέβη πικρὺς γέλως εἰς τὸ στόμα μου· ἔπειτα μὲ κατέλαβεν ἐπιθυμία νὰ τὸν ἐναγκαλισθῶ, νὰ τοῦ ὁμολογήσω τὰ πάντα καὶ νὰ θρηνήσωμεν ὁμοῦ τὴν κοινὴν συμφοράν.
Ἡ ἄνοιξις μ’ εὗρε περίλυπον. Τὴν θλίψίν μου δὲν ἐχώρουν οἱ κάμποι καὶ τὰ βουνὰ ὅπου ἐπλανώμην, προσπαθῶν νὰ λησμονήσω. Ἀλλ’ ἡ Φωτεινὴ μοῦ ἐπεφύλαττε καὶ ἄλλας ἐκπλήξεις. Ἀπέναντι τοῦ παραθύρου μου ὑψοῦτο, ὡς εἶπα, μεγάλη συκαμινέα, ἥτις εἶχεν ἤδη καλυφθῆ μὲ ὡραῖον πράσινον φύλλωμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ζευγαρωμένα τὰ πτηνὰ ἔψαλλαν τὸν ἔρωτα, ὡς διὰ νὰ μὴ μὲ ἀφήνουν καὶ αὐτὰ νὰ λησμονῶ τὴν δυστυχίαν μου. Καὶ μοῦ ἤρχετο ἐνίοτε νὰ πάρω τὸ δίκαννον καὶ νὰ διακόψω τραγικῶς αὐτὴν τὴν ὀχληρὰν ἐπίδειξιν.
Ἀλλὰ μίαν ἡμέραν, μικρὸν μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, ἤκουσα θροῦν ἀσυνήθη εἰς τὸ φύλλωμα καὶ μοῦ ἐφάνη ὅτι πτηνὸν μεγαλείτερον ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ δένδρου. Καὶ πλησιάσας εἰς τὸ παράθυρον εἶδα μίαν ὡραίαν καὶ πονηρὰν κεφαλήν, ἥτις προκύψασα διὰ μέσου τῶν φύλλων, μὲ προσέβλεψε με μίαν ἀστραπὴν μειδιάματος καὶ ἔπειτα ἐκρύβη πάλιν εἰς τὸ φύλλωμα. Ἦτο τὸ «κατωμερίτικο πουλί».
Ἀπορῶ πῶς δὲν ἐπέταξα διὰ νὰ φθάσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κλάδον, ὅστις ἔτρεμεν ὑπὸ τὸ βάρος της. Τόσον μὲ ἀνεκούφισε καὶ με ἐπτέρωσεν ἡ χαρὰ τῆς ἀκτινοβόλου ἐμφανίσεώς της.
Ἔκοπτε φύλλα διὰ τὸν μεταξοσκώληκα καὶ ἤρχετο πλέον καθ’ ἑκάστην. Δὲν μοῦ ὡμίλει, ἀλλὰ μὲ ἤρκει τὸ μειδίαμά της, τὸ μειδίαμα τὸ ὁποῖον μοῦ ἔστελλεν, ὡς Ἀμαρυλλίς, διὰ μέσου τῶν φύλλων. Ὁ ἥλιος ὁ δικός μου ἀνέτελλεν ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς κλάδους τοῦ δένδρου ἐκείνου. Πολλάκις ἐσκεπτόμην μήπως ἦτο ὄνειρον καὶ δὲν ἀπετόλμων νὰ τῆς ὁμιλήσω, διὰ νὰ μὴ ἐξαφανισθῇ ἡ ὀπτασία. Ἔπειτα, ὅταν τὴν πρώτην φορὰν ἐπεχείρησα νὰ τῆς ὁμιλήσω, μοῦ ἔνευσε μὲ φόβον νὰ σιωπήσω, δεικνύουσα τὸ ἰσόγειον, ὅπου παρεμόνευεν ὁ Ὀθέλλος. Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν ἐφοβούμην πλέον τίποτε καὶ κανένα. Ἡ ἀγάπη της, ἡ ἐλπὶς ὅτι μὲ ἠγάπα μοῦ ἔδιδε τὸ θάρρος ν’ ἀψηφήσω πάντα κίνδυνον, νὰ τολμήσω τὰ πάντα. Ἠδυνάμην νὰ διακηρύξω ἐνώπιον ὅλων τὸν ἔρωτά μου, τὸν ὁποῖον ᾐσθανόμην νὰ πάλλεται παντοδύναμος ἐντός μου, κύριος ἀπόλυτος τῆς θελήσεώς μου καὶ ὅλης μου τῆς ὑπάρξεως. Ἀλλὰ τί νὰ τῆς εἴπω; ἠδύναντο λέξεις νὰ ἐκφράσουν τὰ θεσπέσια πράγματα τὰ ὁποῖα ἐπλημμύρουν τὴν καρδίαν μου; Ὁμίλουν ἀντ’ ἐμοῦ οἱ κόσυφοι, οἱ σπίνοι καὶ ἡ ἀηδὼν κάτω ἀπὸ τοὺς πλατάνους τοῦ ποταμοῦ. Ὁμίλει ὅλη ἡ χαρὰ ἡ ὁποία ἐπρασίνιζε καὶ ἤνθει, καὶ εὐωδίαζε, καὶ ἐκελάδει καὶ ἐκυμάτιζεν ὑπὸ τὴν ἀπαλὴν πνοὴν τῆς ἀνοίξεως γύρω μας. Μίαν λέξιν ἤθελα νὰ τῆς εἴπω καὶ τὴν ἐψιθύριζα μὲ ὅλην τὴν περιπάθειαν τῆς ψυχῆς μου:
— Φῶς μου!
Ὁ Ὀθέλλος κατεσκόπευε καὶ ἔβλεπεν, ὁ Ὀθέλλος ἐμαίνετο. Τὸ ἐμάντευα ἀπὸ τοὺς θρήνους καὶ τοὺς κοπετούς, οἵτινες ἤρχοντο ἀπὸ τὴν τάξιν του. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἐφοβούμην, ὡς δὲν ἔφαβούμην κανένα. Μὴ ὁ ἔρως μου εἶχέ τι τὸ ἀθέμιτον καὶ τὸ πονηρόν; Ἡ Φωτεινὴ θὰ ἐγίνετο σύζυγός μου. Ἀπλούστατα. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξήλειψε καὶ τὸν τελευταῖον δισταγμόν μου. Καὶ μίαν ἡμέραν, καιροφυλακτήσας, τὴν ἠκολούθησα καὶ τὴν ἔφθασα καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξήρχετο ἀπὸ τὸν κῆπον.
— Φωτεινή, τῆς εἶπα. Φωτεινή, σ’ ἀγαπῶ…
Ἀλλ’ αὐτή, βλέπουσα ὅτι συγχρόνως οἱ βραχίονές μου ἠνοίγοντο πρὸς ἐναγκαλισμόν, ἐξέφυγε διὰ ταχείας κινήσεως καὶ ἔτρεξε πρὸς τὰ κάτω ὡς τρομασμένη, χωρὶς νὰ μ’ ἀφήσῃ νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου. Ἀφοῦ δὲ ἀπεμακρύνθη ἀρκετά, ἐσταμάτησε, πορφυρᾶ τὸ πρόσωπον, καὶ κτυπῶσα τοὺς γρόνθους μὲ παιγνιώδες πεῖσμα μοῦ εἶπε:
— Κἐγὼ δὲ σ’ ἀγαπῶ! δὲ σ’ ἀγαπῶ! δὲ σ’ ἀγαπῶ!
Ἔπειτα ἔφυγε χωρὶς νὰ στραφῇ πλέον.
Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ παραταθῆ ἡ εὐδαιμονία ἐκείνη τῆς ἀμφιβολίας, ἥτις εἶχε κάτι τι ἀπὸ τὴν ἀοριστίαν τοῦ οὐρανοῦ; Τὴν ἀφῆκα νὰ κανονίζῃ αὐτὴ τὴν πορείαν τῶν σχέσεών μας· ἀνέμενα τὰ προστάγματά της. Μὴ δὲν ἦτο κυρία ἀπόλυτος τῶν διαλογισμῶν καὶ τῆς καρδίας μου;
Ἦμουν εἰς τοὺς οὐρανούς. Καὶ ἐπειδὴ φυσικὰ δὲν ἠδυνάμην ἀπὸ τόσον μακρινὴν ἀπόστασιν νὰ συνεννοηθῶ μὲ τοὺς μαθητάς μου, τοὺς ἀφῆκα ἐντελῶς εἰς τὴν τύχην των, νὰ κάνουν ὅ,τι ἤθελαν. Ἡ νέα μέθοδος τῆς «Γιασνάγιας Πολιάνας» έφηρμόσθη τότε καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν. Ἐγὼ ἄλλως καὶ ὅταν εὑρισκόμην ἐντὸς τοῦ σχολείου, ἤμουν ἀπών. Ἤνοιγα τὸ βιβλίον καὶ ἀντὶ τῶν περιπετειῶν τῶν Μυρίων, ἔβλεπα δύο μάτια τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν τῆς Παρισάτιδος. Ὡμίλουν πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ ὁ νοῦς μου ἐλικνίζετο ἐπὶ ἑνὸς πρασίνου κλάδου. Καὶ μαντεύετε τί ἠδύνατο νὰ εἴπῃ μία κεφαλή, τῆς ὁποίας ὁ νοῦς εἶχε μεταβληθῆ εἰς σπίνον. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν αἱ πενιχραὶ γραμματικαὶ καὶ ἀριθμητικαὶ γνώσεις, ἃς τόσον ἐπιμόνως ἀνέκτησα, ἐπέταξαν καὶ αὐταί, μὴ εὑρίσκουσαι πλέον χῶρον εἰς τὴν κεφαλήν μου, ἥτις ἐγέμισεν ἔρωτα. Ἔρως παντοῦ καὶ εἰς τὰ θυλάκιά μου ἀκόμη.
Δυστυχῶς οἱ μαθηταί μου δὲν ἐξετίμησαν, ὡς ἔπρεπε, τὴν ἔλευθερίαν τὴν ὁποίαν τόσον ἀφθόνως παρεχώρησα εἰς αὐτούς. Οὐδέποτε ὅσον τότε ἐνόησα τὸ λεγόμενον περὶ τῶν παιδίων· «ἀχάριστος ἡλικία». Καταχρώμενα τὴν ἐλευθερίαν, ἤρχισαν νὰ περιπίπτουν εἰς ἀναρχίαν καὶ ἀσέβειαν πρὸς τὸν διδάσκαλον. Δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀντιληφθοῦν τὸ παιγνίδι τὸ ὁποῖον ἐπαίζετο μεταξὺ τῆς μουριᾶς καὶ τοῦ παραθύρου· καὶ ἐνῷ ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὸ ἀνοιχτὸν παράθυρον αὐτοὶ κατεσκόπευαν τὰ γινόμενα διὰ τῶν σχισμῶν τῶν ἡμικλείστων παραθύρων. Μίαν δὲ ἡμέραν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνεφανίζετο ἡ Φωτεινή, ἤκουσα παιδικὴν φωνὴν ψιθυρίζουσαν:
— Δάσκαλε, δάσκαλε, μιὰ τρυγόνα!
Προσεποιήθην ὅτι δὲν ἤκουσα καὶ τὸ ψιθύρισμα καὶ τοὺς ὑποκώφους γέλωτας οἵτινες ἐπηκολούθησαν. Βραδύτερον δὲ εὑρῆκα εὐκαιρίαν νὰ τοὺς νουθετήσω, συγκρατῶν τὴν ἀγανάκτησίν μου διὰ λόγους εὐνοήτους:
— Βρὲ παιδιά, μὴν εἶσθε ἀχάριστοι πρὸς ἕνα δάσκαλον, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀγαπᾷ καὶ ὁ ὁποῖος εἰσήγαγεν εἰς τὸ σχολεῖόν σας τὴν νέαν μέθοδον, ἥτις μόνον εἰς τὴν Ρωσσίαν ἔχει ἐφαρμοσθῆ. Ἀλλὰ πρὸ πάντων μὴν εἶσθε ἀνόητοι. Θέλετε νὰ σὰς δέρνω καὶ νὰ σᾶς βασανίζω ὅπως δέρνει ὁ κύριος αὐτὸς κάτω; Ἀλλ’ ἂν ἀρχίσω νὰ σᾶς δέρνω σὰν γαϊδούρια, πῶς θὰ γείνετε ὑπερήφανοι πολεμισταί, γιὰ νὰ ἐλευθερώσετε τὴ δυστυχισμένη τὴν πατρίδα μας: Ἐγὼ δὲν θὰ τὸ κάμω αὐτὸ τὸ κακό, παιδιά μου, καὶ ἂν ἀκόμη Ἐξακολουθήσετε νὰ μοῦ δίδετε ἀφορμὰς καὶ ν’ ἀνακατεύεσθε σὲ πράγματα ποῦ δὲ σᾶς ἐνδιαφέρουν.
Φαίνεται δὲ ὅτι οἱ λόγοι μου ἔπιασαν τόπον, διότι αἱ ἀταξίαι καὶ ἡ ἀσέβεια δὲν ἐπανελήφθησαν. Ἀλλὰ τότε περίπου ἐξηντλήθη καὶ τὸ φύλλωμα τῆς μουριᾶς καὶ ἡ Φωτεινὴ δὲν ἀνεφάνη. Καὶ ἀπεφάσισα σοβαρῶς καὶ ὁριστικῶς νὰ τὴν ζητήσω εἰς γάμον.
Περὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου διαβήματος σκεπτόμενος, ἐξηρχόμην μίαν ἑσπέραν μετὰ τὸ μάθημα, ὅτε εὑρέθη ενώπιόν μου ὁ συνάδελφος. Ἐὰν δὲν ἦτο ὁ μελαψότερος ἄνθρωπος ἐξ ὅσων ἐγνώριζα, ἴσως δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζα. Σκιὰ ἀνθρώπου ὁ δυστυχής. Ὁ λαιμός του, φύσει μακρός, ἐφαίνετο ἀκόμη μακρότερος καὶ λεπτότερος, κάτι τι ὡς μαρκοῦτσι· τὸ δέρμα τῶν παρειῶν του εἶχε κολλήσει ἐπὶ τῶν ὀστῶν καὶ οἱ ὀφθαλμοί του ἐνόμιζες ὅτι εἶχαν δύσει εἰς τὰς κόγχας των. Μοῦ ἐφάνη μάλιστα ὅτι διέκρινα λευκάς τινας τρίχας εἰς τοὺς κροτάφους του. Ἤθελε προφανῶς νὰ μοῦ ὁμιλήσῃ, ἦτο δὲ τόσον ἀξιολύπητος, ὥστε δὲν τὸν ἀπέφυγα, ὡς εἶχα πράξει ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ τόσον ἔτρεμαν τὰ χείλη του, ὥστε παρῆλθαν στιγμαί τινες ἕως οὗ κατορθώσῃ ν’ ἀρθρώσῃ τὰς ἑξῆς λέξεις:
— Γιῶργο, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃς.
— Σὲ ἀκούω, ἀπήντησα ξηρῶς.
— Εἶμαι πολὺ δυστυχής…
— Τὸ βλέπω.
— Ἂν δὲν προλάβω ν’ ἀποθάνω, θὰ παραφρονήσω… Ἀπὸ σὲ ἐξαρτᾶται νὰ μὲ σώσῃς. Ξέρω ὅτι δὲν ἔχεις κακὴ ψυχὴ καὶ δὲν θὰ λογαριάσῃς ὅτι σ’ ἐλύπησα, σ’ ἔβλαψα ἴσως… ξέρω κἐγώ; Θὰ μὲ θεωρήσῃς μόνον ὡς ἕνα ἄνθρωπον δυστυχῆ καὶ δὲν θ’ ἀρνηθῇς νὰ μὲ σώσῃς.
— Ὅ,τι μπορῶ τὸ κάνω.
— Ἐσὺ δὲν τὴν ἀγαπᾷς, ἀλλὰ τὸ κάνεις γιὰ πεῖσμα δικό μου ἢ γιὰ νὰ περνᾶς τὸν καιρό σου. Λοιπόν σύρε χέρι… σε παρακαλῶ!
— Ἀφοῦ σοῦ πῶ ὅτι τὴν ἀγαπῶ, θὰ ἐννοήσῃς ὅτι ζητεῖς ἀδύνατα. Καὶ ἂν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὸ ἡ σωτηρία σου… ν’ ἀπελπισθῇς.
Ἔμεινεν ὡς ἀπολιθωμένος καὶ μὲ παρετήρει μὲ ὀφθαλμοὺς ἠλιθίους.
Καὶ μετά τινας στιγμάς:
— Ὥστε τὴν ἀγαπᾷς ἀλήθεια; εἶπε, μὲ φωνὴν ἀσθενεστάτην.
— Τὴν ἀγαπῶ, σοῦ εἶπα. Ἔγεινες ἀφορμὴ νὰ τὴν προσέξω καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσω. Τί νὰ σοῦ κάμω;
— Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἀπόφασιν νὰ τὴν ζητήσω ἀπὸ τὸν πατέρα της.
— Δυστυχῶς σ’ ἐπρόλαβα καὶ εἰς αὐτό.
— Τὴν ἐζήτησες;
— Μά… ξέρω κἐγώ;… Ἀλλὰ τέλος πάντων ζήτησέ την κιἂν σὲ θέλῃ, σοῦ τὴν χαρίζω. Ἔχεις πεποίθησιν ὅτι σὲ θέλει τὸ κορίτσι, ὅτι σὲ προτιμᾷ ἀπὸ μένα;
Αἰφνιδίως τότε οἱ νεκρωμένοι ὀφθαλμοί του ἐξήστραψαν καὶ τὸ ἰσχνόν του σῶμα ὠρθώθη εὔτονον, ὡς ἐὰν τὰ νεῦρά του διὰ μιᾶς μετεβλήθησαν εἰς χάλυβα:
Ἐγὼ μίαν πεποίθησιν ἔχω, εἶπε μὲ φωνὴν ἔντονον. Καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶνε, ὅτι ἐν ὅσῳ ἐγὼ ζῶ, τὴ Φωτεινὴ δὲν θὰ τὴν πάρῃ ἄλλος!
Ἐμειδίασα.
— Μὴ γελᾷς, εἶπε μὲ βραγχνὸν βρυχηθμόν, διότι δὲν εἶνε ἀστεῖα. Σκέψου ὅτι ἔχεις νὰ κάμῃς μὲ ἕνα ἀπελπισμένον, μὲ ἄνθρωπον ποῦ ἔτσι κιἀλλοιῶς εἶνε χαμένος!
Καὶ ἡ ἄσαρκος χείρ του εἰσήρχετο καὶ ἐξήρχετο νευρικὴ εἰς τὸ στῆθός του, ὡς νὰ ἐζήτει ὅπλον. Ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀνησύχησα· ὡς προαισθανθέντες δὲ κίνδυνον καὶ οἱ σκύλοι μου ἦλθαν πλησίον καὶ ἤρχισαν νὰ γαυγύζουν τὸν ἐξηγριωμένον Ὀθέλλον, τὸν ὁποῖον ἄλλως πρὸ πολλοῦ δὲν ἐχώνευαν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάμνησις τῆς Φωτεινῆς ὑπεστήριξε τὸ θάρρος μου.
— Οἱ ἀπελπισμένοι ἂς κάμουν καλὰ μὲ τὴν ἀπελπισίαν των, εἶπα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπελπισμένος.
— Εἶσαι ὅμως ὁ αἴτιος τῆς ἀπελπισίας μου καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇς καλά! ἀπήντησε με τραυλίζουσαν φωνὴν ὁ Ὀθέλλος καὶ ἐπὶ τῶν χειλέων του ἐφάνῃ κάτι τι λευκὸν ὡς ἀφρός.
— Δηλαδή;
— Δὲν θὰ πάω μόνος μου.
Καὶ τώρα ἡ νυκτερίς, ἥτις τοῦ ἐχρησίμευεν ὡς χείρ, εἰσῆλθε τρέμουσα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ, ἐνῷ ὅλη του ἡ στάσις ἦτο ἀπειλή.
Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐφάνη μεταξὺ τῶν φρακτῶν τῆς ὁδοῦ μία φέσα, ἥτις διηυθύνετο πρὸς ἡμᾶς· καὶ μετὰ μίαν στιγμήν, ὑπὸ τὴν φέσαν εἴδαμεν πρόσωπον γέροντος μὲ ὑπόλευκον πώγωνα, γνωστότατον εἰς ἀμφοτέρους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπηύθυνε φιλικὸν μειδίαμα. Ἦτο ὁ πατὴρ τῆς Φωτεινῆς, ὁ Δετορογιώργης. Καὶ ἡ ἐμφάνισις τῆς φέσας του, ὡς ἐμφάνισις τοῦ κράνους τῆς Ἀθηνᾶς, κατέπαυσεν ἢ τουλάχιστον διέκοψε τὴν φοβερὰν ἔριδα. Τί νὰ ἤθελεν ἆρά γε;
— Καλησπέρα σας, κύριοι δασκάλοι, εἶπε φθάσας ὁ γέρων.
Καί, ἀφοῦ μὲ ἐπιφώνημα κοπώσεως ἐκάθησεν ἐπὶ παρακειμένου ξηροτοίχου καὶ ἐστηρίχθη εἰς τὴν βακτηρίαν του, μᾶς προσέβλεψε καὶ εἰς τὸ βλέμμα του ἐφάνη ὁ δισταγμός, ὡς νὰ ἐνόησεν ὅτι ἦλθεν εἰς ἀκατάλληλον στιγμήν.
— Εἶντά ’χετε; μᾶς εἶπε. Σὰν ἀγριεμένοι μοῦ φαίνεστε. Ἄκουσα κ’ ἐμεγαλοφωνάζετε κιόλας. Μαλώνετε καὶ τουλόγου σας;
— Ἆ μπᾶ… τίποτε… τοῦ ἀπήντησα. Μιλούμε γιὰ κάτι δουλειὲς τοῦ σχολείου.
— Δύσκολη κἡ δική σας δουλειά...μπελλαλίδικη, εἶπεν ὁ γέρων. Ἔχετε στὴν κεφαλή σας τόσα κοπέλια…
Μειδιῶν δὲ ἐπρόσθεσε:
— Καὶ τὰ σκολιαρούδικα, λένε πῶς τὰ φοβήθηκε κι ὁ Πειρασμός.
Ἀναμφιβόλως ὁ Ὀθέλλος ἐφοβήθη ὅτι ὁ γέρων ἦλθε νὰ μοῦ ἀναγγείλῃ ὅτι μ’ ἐδέχετο ὡς γαμβρόν, διὸ καὶ κατείχετο ὑπὸ φοβερᾶς ἀνησυχίας. Ἀλλ’ οὔτε αυτός, οὔτε ἐγὼ ἐμαντεύσαμεν τὸν πραγματικὸν σκοπὸν τῆς ἀπροσδοκήτου ἐκείνης ἐπισκέψεως.
— Ἦρθα, κύριοι δασκάλοι, εἶπεν ἐπὶ τέλους μὲ ἐπισημότητα, νὰ σᾶςε καλέσω στὸ γάμο… τσῆ θυγατέρας μου τσῆ Φωτεινιᾶς.
Κατάπληκτοι οἱ «κύριοι δασκάλοι».
— Γίνεται τὴν ἐρχόμενη Κυριακή, ἐξηκολούθησεν ὁ πατὴρ τῆς Φωτεινῆς. Δόξα νἄχῃ ὁ Θεός, κάνω ἕνα καλὸ γαμπρό…
— Ποιόν; ἠρωτήσαμεν καὶ οἱ δυὸ ταυτοχρόνως.
Τὸ Σταυριανὸ τοῦ Σαριδογιάσνη ἀποὺ τὸν Πρασέ. Νοικοκυρόπουλο κιὤμορφο παλληκάρι. Θἄτυχε νὰ τόνε δῆτε γιτ’ ἦρθε πολλὲς φορὲς στὸ χωριό… Ἐμένα δὲν μοῦ καλάρεσε νὰ πάῃ τὸ παιδί μου σὲ ξένο χωριό, μὰ εἶντα νὰ πῇς; ὁ γαμπρὸς εἶν’ ἔτσι ποῦ τόνε θέλω… πρέπει πῶς ἀγαπηθήκανε κιόλας… (Ἐδῶ διῆλθεν ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ χωρικοῦ σκιὰ καὶ μὲ δυσκολίαν ἐπρόφερε τὴν λέξιν «ἀγαπηθήκανε», ὡς ἐὰν ὡμολόγει αἰσχρὸν τῆς θυγατρός του παράπτωμα). Ἂς εἶνε… κἐμεῖς ἀποὺ τὸν Πρασὲ σέρνομε. Γιαὐτὸ μᾶςε λένε καὶ Πρασανούς.
Τὸ βλέμμα μου συνήντησε τὸ βλέμμα τοῦ Ὀθέλλου, ἀπορῶ δὲ πῶς ἐκ τῆς συγκρούσεώς των δὲν προῆλθε κεραυνὸς ἐκπλήξεως.
— Τὸ λοιπὸς καλεστικοὶ νἆστε, εἶπεν ὁ γέρων Δετερογιώργης, ἐγειρόμενος.
Ὅταν δὲ ἐξηφανίσθη ἡ φέσα μεταξὺ τῶν φρακτῶν, ἐστράφην πρὸς τὸν οἰκτρόν μου συνάδελφον:
— Τἄνοιξες τὰ στραβά σου τώρα, ἢ νομίζεις ἀκόμη ὅτι σοῦ κάνω ἀντιπολίτευσι στὸν ἔρωτά σου;
— Συγχώρησέ με, ἀδελφέ· ποῦ νὰ φαντασθῶ ὅτι αὐτὸ τὸ κορίτσι εἶνε σατανᾶς; εἶπε μὲ συντριβὴν ὁ διδάσκαλος.
— Σοῦ ὁμολογῶ ὅτι τώρα στὸ τέλος μὲ εἶχες πεισμώσει καὶ ἀπεφάσισα γιὰ καλὰ νὰ σὲ στέψω αὐτοκράτορα… ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ τὴν πάθω κ’ ἐγώ. Μ’ ἐκοροΐδεψε κἐμένα. Ἀλλὰ μπράβο της, καλὰ μᾶς ἔκαμε.
Ἤμουν σχεδὸν εὐχαριστημένος διὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ βαθμηδὸν ἀνέκτων τὴν προτέραν μου εὐθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐπί τινα καιρὸν εἶχα χάσει. Ἡ λύσις ἐκείνη, καὶ ἂν εἶχε κάτι τι τὸ ταπεινωτικόν, μὲ ἀνεκούφιζεν οὐδὲν ἧττον. Τώρα ἐνόουν ὅτι ὁ ἔρως μου ἦτο κατὰ μέγα μέρος πεῖσμα· ἀφοῦ δὲ τὸ πεῖσμα ἔπαυσεν, ἔβλεπα τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας μὲ ὁδήγει καί, ἀντὶ νὰ αἰσθάνωμαι ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ Σταυριανοῦ, τὸν ἐθεώρουν ὡς σωτῆρα. Ἡ Φωτεινὴ ἦτο διὰ τὸν Σταυριανόν καὶ καλῶς τὸν ἐπροτίμησε.
Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ μαῦρο μέτωπον τοῦ συναδέλφου δὲν διεσκεδάσθησαν ἐντελῶς τὰ νέφη τῆς μελαγχολίας. Ἀφοῦ μοῦ διηγήθη τὰ ὅσα ὑπέφερε, μοῦ ἔδειξε τὴν συκαμινέαν καὶ εἶπε στενάζων:
— Ἂχ! αὐτὸ τὸ δένδρο, αὐτὸ τὸ δένδρο, πόσο μ’ ἐβασάνισε!
Ἐπροσπάθησα νὰ τὸν παρηγορήσω, νὰ τοῦ μεταδώσω τὴν φιλοσοφικήν μου ἐγκαρτέρησιν. Ἐν τέλει δὲ τὸν ἠρώτησα:
— Τί θὰ φᾶμε ἀπόψε, δάσκαλε, διὰ νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἄρσιν τῶν παρεξηγήσεων;
— Τί θέλεις νὰ φᾶμε; μοῦ εἶπε χωρὶς ἡ μορφή του νὰ αἰθριάσῃ. Δὲν μᾶς φθάνουν ᾗ χυλόπητες;…
Εἰς τὸν γάμον τῆς Φωτεινῆς παρευρέθην μόνον ἐγώ. Ὁ συνάδελφος, προφασισθεὶς ἐπείγουσαν πρόσκλησιν ἐκ μέρους τῆς Ἐφορείας, ἐπῆγεν εἰς τὰ Χανιὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἔμεινα ἐπὶ πολύ.
Ἤθελα νὰ φαίνωμαι ἀδιάφορος καὶ μάλιστα εὔθυμος, διὰ νὰ δείξω εἰς τὴν Φωτεινὴν ὅτι, ἐὰν αὐτὴ ἔπαιζεν ὅταν μοῦ ἔκανεν ἐρωτοτροπίας, ἐγὼ δὲν ἔδιδα περισσοτέραν σοβαρότητα εἰς τὸ πρᾶγμα ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωνα. Ἤθελα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἐτελείωσεν, ὅπως ἔπρεπε νὰ τελειώση, πρὸς τὸ συμφέρον ἀμφοτέρων, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν εἶχα δικαίωμα παραπόνου, ἀφοῦ ἡ Φωτεινὴ ἔπραξεν εἰς τὴν ἀρχὴν πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο διὰ ν’ ἀποθαρρύνῃ τὰς ἐρωτικάς μας ἐπιχειρήσεις, ἀλλ’ ἡ ζηλοτυπία δὲν ἀκούει ἀπὸ λογικήν. Ὁ γάμος ἐκεῖνος μοῦ ἐφαίνετο ὡς λύσις κωμῳδίας, εἰς ἣν ἔπαιζα τὸ οἰκτρότερον πρόσωπον.
Ἀλλ’ ὅταν ἔπαυσα νὰ βλέπω τὴν Φωτεινήν, –δὲν τὴν ἐπανεῖδα μάλιστα πλέον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης διότι ἀνεχώρησε καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὸ μακρινὸν χωρίον τοῦ συζύγου της– δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ λησμονήσω. Ὁ δυστυχὴς ὅμως συνάδελφός μου ἐφαίνετο ἀνιάτως πληγωμένος καὶ μολονότι δὲν μοῦ ἔλεγε τίποτε, ἔβλεπα ὅτι ἐξηκολούθει νὰ φθίνῃ εἰς μελαγχολίαν ἀθεράπευτον. Ἀπέφευγε δὲ νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς Φωτεινῆς καὶ μόνον ἐνίοτε μοῦ ἔλεγε μὲ βαθὺν στεναγμόν, δεικνύων τὴν συκαμινέαν:
— Ἂχ! αὐτὸ τὸ δένδρο, αὐτὸ τὸ δένδρο, πῶς μ’ ἐβασάνισε!
Αἱ σχέσεις μας ὅμως δὲν διεταράχθησαν πλέον κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο μέχρι τῶν ἐξετάσεων.
Ἡ Ἐφορεία Χανίων ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ κάμῃ τὰς ἐξετάσεις. Ὁ έλεγχος οὗτος μὲ ἀνησύχει πολύ. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι οἱ μαθηταί μου εἶχαν κάμει μεγάλας προόδους ἐν ἀγνοίᾳ μου. Διότι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξετάσεων οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐφορείας μὲ ἐξέπληξαν μὲ συγχαρητήρια:
— Ποτὲ δὲν ἐπεριμέναμεν τοιαύτας προόδους ἀπὸ νεοσύστατον σχολεῖον, μοῦ εἶπεν εἷς ἐξ αὐτῶν μὲ τόνον μὴ ἐπιτρέποντα ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εἰλικρινείας του. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶνε πολὺ καλλίτεροι οἱ μαθηταί σας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ σχολαρχείου Χανίων. Φαντάζομαι πόσον θὰ ἐκοπιάσατε!
Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐκοκκίνισα ὅταν ἀπήντησα:
— Ἐκοπίασα πολύ, εἶνε ἀληθές, ἀλλὰ σήμερον λησμονῶ τοὺς κόπους μου.
Καὶ ἔρριψα βλέμμα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Μανοῦσον καὶ τὸν Κώστα.
Μετὰ πέντε ἡμέρας ἀνεχώρουν. Εἶχα ἐγερθῆ ἀπὸ τὴν αὐγὴν διὰ ν’ ἀποφύγω τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας. Ἐφύσα δυνατὸς ἄνεμος, ὅστις διέσειε τὰ παραθυρόφυλλα. Ἐνῷ δὲ παρεσκευαζόμην, ἤκουσα τοὺς σκύλους μου νὰ ὑλακτοῦν μανιωδῶς ἔξω καὶ ἔτρεξα διὰ νὰ ἴδω τί συνέβαινεν. Οἱ σκύλοι ἦσαν εἰς τὸν κῆπον τῆς Φωτεινῆς, ἀλλ’ ἄνθρωπον κανένα δὲν ἔβλεπα. Ἀνέβηκα εἰς τὸν φράκτην καὶ τότε παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου φρικτόν θέαμα. Ἄνθρωπος ἐκρέμετο εἰς ἕνα ἐκ τῶν χαμηλῶν κλάδων τῆς συκαμινέας καὶ οἱ σκύλοι ἀναβλέποντες πρὸς αὐτόν, ὑλάκτουν ὡς νὰ τὸν ἐπέπλητταν διὰ τὸ ἀνόητον ἐκεῖνο μετεώρισμα. Ἀνεγνώρισα τὸν συνάδελφόν μου, ἀπηγχονισμένον, νεκρὸν πρὸ πολλῆς ὥρας.
Ὁ ἄνεμος τὸν ἔσειεν ὡς ἐκκρεμές. Καὶ ἐνῷ ἐταλαντεύετο οὕτω θλιβερῶς εἰς τὸ λυκόφως τοῦ ὄρθρου, ἐφαίνετο ὡς νὰ ἐπαναλάμβανε μὲ τὸν θρῆνον τοῦ ἀνέμου τὴν μελαγχολικήν του φράσιν:
— Ἂχ! αὐτὸ τὸ δένδρο, αὐτὸ τὸ δένδρο!