Ικέτιδες (μετάφραση Ζούλα)

Από Βικιθήκη

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

ΙΚΕΤΙΔΕΣ-ΠΑΡΟΔΟΣ-ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ (στιχ.1-180) ΠΑΡΟΔΟΣ

ΧΟΡΟΣ
 
Δία Παράκλητε, πρόσβλεψ’ ευμενώς
στ’ ομάδι μας που σήκωσε τα πανιά
από τις εκβολές τις λεπτόθινες
του Νείλου: άγι’ αφήνοντας
γη, όμορη της Συρίας, φύγαμε,
όχι για κάποιο φόνο εξόριστες
με πολιτών καταδίκη,
μα μ’ όμαιμων αποστροφή,
βέβηλο γάμο των γιων τ’ Αιγύπτου
και τη μάνητά τους μεμφόμενες.
Κι ο Δαναός, γονιός κι εμπνευστής
κι ηγήτορας, έτσι διευθετώντας,
 
-2-
 
κάλλι’ απ’ τις θλίψες μας έκρινε
να φύγουμ’ αμέσως μέσ’ απ’ το κύμα,
νά ’βγουμε στ’ Άργους τη γη, όθε
η γενιά μας, από την οιστρήλατη
δαμάλα, με επαφή κι εμπνοή
Διός, καυχιέται ότι κρατάει.
Και σε ποια χώρα πιο καλόβουλη
τούτης θα φτάναμε

μ’ ικετών στα χέρια έχοντας
μαλλιοστεφάνωτα κλωνάρια;
Ω πόλη, γη και γάργαρα νερά,
ύψιστοι θεοί κι αυστηροί τιμωροί
χθόνιοι, μέσα στους τάφους σας,
και Ζευ Σωτήρα, φύλακ’ εστίας
δίκιων αντρών, δεχτήτ’ ικέτιδες
εμάς τις κόρες, με το σπλαχνικό
πνεύμα της χώρας: κι αυτών των αντρών
τον θρασύ εσμό, σπορά τ’ Αιγύπτου,
πριν πόδι σε τούτη την αμμουδιά
βάλουν, με το ταχύ τους πλοίο
στείλτε στο πέλαγο: όπου λαίλαπα
χειμωνόδαρτη κι αστραπόβροντα
και ανεμοβρόχια αγριεμένης
θάλασσας βρίσκοντας να χαθούν,
πριν σε κλίνες που το δίκιο αποκλεί,
καταπατώντας τη συγγένειά μας,
χωρίς να το θέλουμ’ επιβούν.
 
στροφή α΄
 
Τώρα επικαλούμαι
τον θείο μόσχο, ‘περπόντιο τιμωρό, σκύμνο
της ανθοβόσκητης μάνας δαμάλας μ’ επιπνοή
του Δία: μ’ όνομα απ’ την επαφή και στον καιρό του πεπρωμένου
εύλογα, τον ΄Επαφο γέννησε:
 
αντιστροφή α΄
 
αυτόν ‘πικαλούμενη
τώρα στα βοσκοτόπια της αρχέγονης μάνας,
θυμούμενη τα τότε πάθη, τέτοια πια θα φέρω
πιστά τεκμήρια στους κατοίκους, αν και παράδοξα, να πιστέψουν:
θε να γνωσθούν στου λόγου το μάκρος.
 
στροφή β΄
 
Κι αν είναι σιμά κάποιος οιωνοσκόπος
 
-3-
 
ντόπιος, το θρήν’ ακούγοντας
θα νομίσει ότι ακούει σαν του Τηρέα
της δόλιας συμβίας θρήνο,
κιρκόδιωχτης αηδόνας,
 
αντιστροφή β΄
 
που απ’ τις ακροποταμιές της διωγμένη
σε νέα λημέρια κλαίει,
κι ιστορεί το χαμό του γιου της, π’ αυτή η ίδια
σκότωσε με το χέρι της,
με κακομάνας την οργή.
 
στροφή γ΄
 
Έτσι και ‘γώ, φιλόθρηνη, με μοιρολόγια Ιωνικά
σκίζω τ’ απαλά Νειλοκαμένα μάγουλα
και την άμαθ’ στο κλάμα καρδιά,
τα θρηνητά κορφολογώ
κατάφοβη, φίλο στη φυγή μου
απ’ την Αέρια γη,
να ‘βρω κάποιο προστάτη.
 
αντιστροφή γ΄
 
Θεοί γεννήτορες ακούστε, το δίκιο καλοξέροντας,
ώστ’ αν δεν δικαιωθούμε από τη μοίρα,
την ύβριν όπως μισείτε,
δίκιοι φανείτε στο γάμο.
Είναι και για πολέμου θύματα
βωμός, χαμού φυγάδων
σωσμός, θεών το σέβας.
 
στροφή δ΄
 
Είθε να βγουν εκ Διός στο καλό:
Διός βουλή εύκολα δεν ανιχνεύεται:
μα οι μύχιες σκέψεις
κι οι κρυφοί σκοποί θα φανούν αν και αδιανόητοι.
 
αντιστροφή δ΄
 
Χτυπά αλάθητα, ποτέ κρυφά,
όποια κρίση τελειωθεί στο νου του Διός:
πάντα φεγγοβολά
καν στο σκότος, με άραχλη μοίρα στους δόλιους θνητούς.
 
 
-4-
 
στροφή ε΄
 
Ρίχν’ απ’ των ελπίδων
τους πύργους πανώλεθρους τους θνητούς,
χωρίς καμιά προσπάθεια.
Όλ’ αβίαστα στους θεούς:
καθήμενος, κάθε βουλή
αυθωρεί πραγματοποιεί
απ’ τον αγνό του θρόνο.
 
αντιστροφή ε΄
 
Ας δει και την ύβριν
των θνητών που δονεί τη γενιά μου,
για το γάμο θάλλοντας
μ’ αμετάπειστη βούληση,
και με τον νου μανιασμένο
κεντρί έχοντας καυτό, μ’ άλ-
γος το δόλο να νιώσουν.
 
στροφή ζ΄
 
Τέτοια άθλια πάθη μου ξεφωνίζοντας ‘στορώ,
στριγγά, βραχνά και αξιοδάκρυτα,
αλλοί, αλλοί, μοιρολόγια μου άπρεπα:
ζώντας θρηνολογιέμαι.
 
εφύμνιο α΄
 
Ελέησέ με βουνίσι’ Απία:
τη βάρβαρη φωνή, γη, νογάς.
Απανωτά πέφτω να κουρελιάσω το λινό
Σιδώνιο πέπλο μου.
 
αντιστροφή ζ΄
 
Στους θεούς πολλά ξαγνιστικά σφαχτά των ανθρώπων,
οπόταν ο θάνατος τους σιμώνει.
Αλλοί, αλλοί, αλλοί, δυσβάσταχτα δεινά,
πού το κύμα θα βγάλει;
 
εφύμνιο α΄
 
Ελέησέ με βουνίσι’ Απία:
τη βάρβαρη φωνή, γη, νογάς.
Απανωτά πέφτω να κουρελιάσω το λινό
Σιδώνιο πέπλο μου.
 
-5-
 
στροφή η΄
 
Κουπιά και το λινόρραφτο
σκαρί στο κύμα φυλώντας με,
αχείμαστη μ’ έφεραν με τ’ αγέρι, δεν κλαίγομαι:
τέλος, σαν πρέπει, ο παντόπτης πατέρας
καλό ας μου φέρει.
 
εφύμνιο β΄
 
Φύτρα σεβάσμιας μάνας, κλίνες
αντρών αχ, αχ,
άγαμ’, αμόλευτη ν’ αποφύγω.
 
αντιστροφή η΄
 
Θέλουσα την θέλουσα, η α-
γνή κόρη του Δία ας με δει
με σεμνό καθάριο βλέμμα και μ’ όλη της τη ζέση
από διωγμό άθλιο, αγνή, αγνήν
ας απολυτρώσει:
 
εφύμνιο β΄
 
φύτρα σεβάσμιας μάνας, κλίνες
αντρών αχ, αχ,
άγαμ’, αμόλευτη ν’ αποφύγω.
 
στροφή θ΄
 
Αλλιώς η μελαμψή
‘λιοκαμένη γενιά μας
στον χθόνιο
στον φιλοξενώτατο
Δία των πεθαμένων
θα πέσουμε με κλάδους,
θνήσκοντας με βρόχο,
διωγμένες των Ολυμπίων θεών.
 
εφύμνιο γ΄
 
Δία, της Ιούς, αχ, οργή
θεού, καταδιώχτρα.
Καλοξέρω:
συμβίας π’ ουρανό νικά:
απ’ άγριο αγέρα έρχεται χιονιάς.
 
 
-6-
 
αντιστροφή θ΄
 
Και τότε σε δίκιους
ο Ζευς θα ‘κτεθεί ψόγους,
της δαμάλας
γιο αψηφώντας, τον π’ αυ-
τός με το γόνο τ’ έσπειρε,
αποστρέφοντας τώρα
όψη σ’ ικεσίες:
στα ύψη, είθε να μας ακούσει.
 
<εφύμνιο γ΄
 
Δία, της Ιούς, αχ, οργή
θεού, καταδιώχτρα.
Καλοξέρω:
συμβίας π’ ουρανό νικά:
απ’ άγριο αγέρα έρχεται χιονιάς.>